Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Περί της μετά θάνατον μέσης καταστάσεως των ψυχών.



του Αγίου Νεκταρίου

Αι ψυχαί μετά θάνατον ευρίσκονται εν καταστάσει τινί, ήτις καλείται μέση, ως μη έχουσα την τέλεια ανταπόδωσιν ούτε της αρετής, ούτε της κακίας. Αύτη δε, θέλει διαρκέσει μέχρι της μεγάλης κρίσεως της γενησομένης κατά την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν. Εν τη μέση ταύτη καταστάσει αι μεν ψυχαί των δικαίων προαπολαύουσι της ητοιμασμένης αυτοίς μακαριότητος, αι δε των αμαρτωλών υφίστανται την αναμένουσαν αυτούς εν μέτρω τινί αιώνιαν και τελείαν κόλασιν. Κατά τον Ωριγένη αι ψυχαί εν τη μέση καταστάσει καθαρίζονται διά πνευματικού τινός πυρός. Η διδασκαλία αύτη περί καθαρτηρίου πυρός διεδόθη διά του Αυγουστίνου εις την Δυτικήν Εκκλησίαν, εν η ανυψώθη εις δόγμα πίστεως υπό του Μεγάλου Γρηγορίου. Εν τη Ανατολική όμως Εκκλησία, ουδέποτε ανεγνωρίσθη η περί καθαρτηρίου πυρός δοξασία ως ορθή.
Η Παλαιά Γραφή περί της μέσης καταστάσεως των ψυχών χρήται τη λέξει Σεώλ, ίνα σημάνη γενικώς και αορίστως την κατάστασιν των κεκοιμημένων αγαθών και πονηρών, την μεταξύ του θανάτου και της αναστάσεως αυτών. Αντιστοιχεί δε, προς την ελληνικήν Άδης, κατάστασιν γνόφου και κατηφείας, κατέχουσαν τα κατώτατα μέρη της γης. Είναι δε εν χρήσει αντί του τάφου, ως του δοχείου του σώματος μετά θάνατον, αλλά κυρίως, ίνα εκφράσει τον τόπον, όστις δέχεται τα πνεύματα των τεθνεώτων χωρίς τινός ρητής αναφοράς εις εκατέραν των διαιρέσεων των κατεχομένων υπό των δικαίων ή πονηρών. Ως προς τους αγαθούς η διαμονή αυτών εν Σεώλ εθεωρείτο μόνον ως μεσαία τις μεταξύ του θανάτου και της ευδαίμονος αναστάσεως κατάστασις.
Περί του τόπου εν ω μεταβαίνουσιν αι ψυχαί εκείνων των υπό θείαν οργήν ευρισκομένων εν τη Ομολογία Πέτρου του Μογίλα φέρονται τα εξής: «Ο τόπος εκείνων με διαφορετικά ονόματα λέγεται. Πρώτον, ονομάζεται  άδης, εις τον οποίον απώσθηκεν ο διάβολος, από τον Ουρανόν διωχθείς ως λέγει ο προφήτης (Ησαΐου ιδ’ 14) έσομαι ομοίως τω Υψίστω (είπεν ο διάβολος), νυν δε εις άδου καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. Δεύτερον, λέγεται πυρ αιώνιον. Λέγει γαρ (Ματθ. κε’ 41) η Γραφή,  πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Ακόμη και σκότος εξώτερον (εις το αυτό 30) και τον αχρείον δούλον εκβάλλειν εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Ονομάζεται ακόμη και με άλλα ονόματα και όλα σημαίνουσι πως είναι τόπος της κατακρίσεως και της θείας οργής εις τον οποίον καταβαίνουσιν οι ψυχαί εκείνων όπου μισεύουσιν απ’ εδώ ωργισμένοι από τον Θεόν και απεγνωσμένοι. Μα τούτο είναι άξιον να το ηξεύρει καθ’ ένας πως αι ψυχαί των δικαίων, αγκάλα και να είναι εις τους Ουρανούς δεν επήρασι μ’ όλον τούτο τέλειον τον στέφανον πριν της τελευταίας κρίσεως, μήτε αι ψυχαί των κατακρίτων τελείαν κόλασιν πάσχουσι. Μα ύστερα από την εσχάτην κρίσιν, θέλουσι πάρει αι ψυχαί μαζί με τα σώματα τελείως τον στέφανον της δόξης ή την κόλασιν».

Περί των καταβαινουσών εις Άδην ψυχών.

Η Εκκλησία περί των εις Άδην καταβαινουσών ψυχών δοξάζει, ότι αυταί εαυταίς ουδεμίαν δύνανται να παράσχωσι σωτηριώδη ενέργειαν ή δια της μετανοίας ή δι’ εξομολογήσεως κατά τον ψαλμωδόν (ψαλμ. στ’ 6), όστις λέγει «εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι;» και αλλαχού (ψαλμ ριε’ 16) «ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις Άδην», αλλά ταις των επιζώντων ευποιίας και προσευχαίς ταις υπέρ αυτών υπ’ αυτής γινομέναις και τη αναιμάκτω θυσία τη καθ’ εκάστην προσφερομένη υπέρ ζώντων και τεθνεώτων κουφοτέρα η κόλασις αυτών καθίσταται, ίλεων υπέρ αυτών των Θεόν επεργαζομένη, και ότι οι μεν μικρά επταικότες και μη προς θάνατον, σωτηρίας τυγχάνουσιν, οι δε θανάσιμα αμαρτήσαντες της βαρείας αυτών κολάσεως απαλλάσσονται, κουφοτέρας της κολάσεως αυτών γινομένης κατά τον θείον Χρυσόστομον.
Ο Θεοφύλακτος λέγει εις το κατά Λουκάν στ’ κεφάλαιον ερμηνεύων τον λόγον του Σωτήρος Χριστού, ον είπε, ότι εξουσίαν έχει επί της γης αφιέναι αμαρτίας. «Όρα, ότι επί της γης αφίεται αι αμαρτίαι . Έως ου γας εσμέν επί της γης δυνάμεθα εξαλείψαι τας αμαρτίας ημών. Μεθ’ ο μέντοι της γης επαναστώμεν, ουκέτι ημείς αυτοί δυνάμεθα δι’ εξομολογήσεως εξαλείψαι τας αμαρτίας υμών. Αποκέκλεισται γαρ η θύρα». Και εις το κβ’ του Ματθαίου ερμηνεύων το «δήσαντες αυτού χείρας και πόδας», περί των πρακτικών της ψυχής δυνάμεων λέγει: «Εν τω αιώνι μεν γαρ τω ενεστώτι εστί πράξαι και ενεργείσαι τι, εν δε τω μελλόντι δεσμούνται πάσαι αι πρακτικαί δυνάμεις της ψυχής και ουκ έστι ποιήσαι τι αγαθόν εις αντισήκωσιν των αμαρτιών». Και το κε’ κεφάλαιον του αυτού Ευαγγελίου ερμηνεύων λέγει: «μεταμελείας γαρ και εργασίας καιρός ουκ έστι μετά την ενθένδε αποβίωσιν».
Εξ όλων δη τούτον δήλον γίνεται, ότι η ψυχή μετά τον θάνατον αδυνατεί να κάμει τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγεί των του Άδου αλύτων δεσμών, και ότι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί, των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμεναι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας και ελευθερίας από των δεσμών του Άδου.


Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;



 του †Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου


 Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού. Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής. Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς  Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!...
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 1984

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Κάθαρσις





Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…
(1928)
                                                                               Κ. Καρυωτάκης

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο.





Του Ν. Θ. Μπουγάτσου από το βιβλίο «Καπιταλισμός και Ορθόδοξος Χριστιανισμός»



Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο (πρόχειρα και συντομότατα) είναι οι εξής:
1. Τρόποι αποκτήσεως του πλούτου. Η πλεονεξία, η κληρονομιά ή κάποια βία (π.χ. πόλεμος), λέει ο Χρυσόστομος είναι αιτία πλουτισμού. Αλλά «αυτός που επίμονα επιθυμεί τον πλουτισμό, λέει ο Θεοδώρητος ο Κύρου, και τα πάντα χρησιμοποιεί για να τον αποκτήσει, δεν θα κορέσει την επιθυμία του ποτέ».
2. Ο πλούτος είναι του Θεού. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», γράφει ο Δαυίδ κι επαναλαμβάνει ο Παύλος. Αφού «η ψυχή σου δεν είναι δική σου, λέει ο Χρυσόστομος, πως τα χρήματα είναι δικά σου;... Τα πλούτη δεν είναι δικά μας, αλλά, του Δεσπότη (Χριστού)».
3. Ο Θεός επιτρέπει τον πλούτο. Ο άνθρωπος, λέει ο Χρυσόστομος, γίνεται πλούσιος γιατί ο Θεός του δίνει ή στους περισσότερους γιατί ο Θεός το επιτρέπει. Οι Καλβινιστές, υποστηρίζουν κατά τον Βέμπερ πως ο πλούτος πάντοτε είναι ευλογία Θεού. Ενώ η Ορθόδοξη άποψη (ο Χρυσόστομος) δέχεται πως ορισμένες φορές ο Θεός απλώς ανέχεται τον ανήθικο πλουτισμό.
4. Χρειάζεται μέτρο στην απόλαυση του πλούτου. Παραστατικότατο είναι το παράδειγμα του Κλήμη του Αλεξανδρινού: Είναι απαραίτητο το «μέτρο στο παπούτσι… Το περιττό είναι το βάρος» και στο πόδι και στο σώμα και στην ψυχή. Αλλά «πλεονεξία είναι, λέει ο Νείλος, όχι μόνο να φροντίζει πως θα αφαιρέσει την ξένη (περιουσία) αλλά και το να θέλει να έχει κάτι παραπάνω απ’ την αυτάρκεια». «Καθορίστε μέτρα για τη χρήση του (υλικού) βίου. Δεν  είναι όλα δικά μας, αλλά (ένα) μέρος ας είναι και των πτωχών, των αγαπητών του Θεού», γράφει ο Γρηγόριος ο Νύσσης.
5. Ο πλουτισμός προκαλεί πολλούς ηθικούς κινδύνους. Κατ’ αρχήν «είναι σχεδόν αδύνατον, εκτός σπανίας περιπτώσεως, το να συσσωρεύσεις υλικό πλούτο χωρίς αμαρτία», λέει ο επίσκοπος Αστέριος. Όλα αυτά τα υπονοεί η έκφραση του Κυρίου: «Για κείνους που έχουν τα χρήματα πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού».
6. Ο Καπιταλισμός (το φιλόπλουτο πνεύμα) βρίσκεται σε τέλεια αντίθεση με τον Χριστιανισμό. Ο Καπιταλιστής (κεφαλαιοκράτης) είναι ένα συγχρονισμένο είδος του πλεονέκτη και του φιλόπλουτου, που καταλήγει να γίνει ο «άφρων πλούσιος». Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει πλεονέκτη «αυτόν που δεν παραμένει επίμονα στην αυτάρκεια» κι ο Γρηγόριος ο Παλαμάς «αυτόν που κάνει δικά του ότι ο Θεός εδημιούργησε για όλους». Ο Χρυσόστομος προβάλλει καθαρά την αντίθεση: «Ο Χριστός, λέει, δίνεται σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη, συγχώρησε αυτούς που σε αδικούν και σχεδιάζουν κακά εναντίον σου, να αγαπάς τους ανθρώπους και να είσαι ήμερος. Η φιλαργυρία (ο Καπιταλισμός) λέει, άρπαξε (κι απ’) αυτούς που έχουν ανάγκη, φτιάνε παγίδες (και) γι’ αυτούς που καθόλου δε σε αδίκησαν, να είσαι ωμός και σκληρός και να μην υπολογίζεις τα δάκρυα των φτωχών». Κι αλλού λέει ο ίδιος ο Χρυσόστομος: «Αυτός που με μανία αγαπά τα χρήματα όχι μόνο τους εχθρούς (του) δεν θα αγαπήσει, αλλά και τους φίλους του θα χρησιμοποιήσει σαν εχθρούς». ¨Κανείς , λέει ο Κύριος Ιησούς, δεν μπορεί  να δουλεύει σε δύο κυρίους… Δεν μπορείτε να υπηρετείτε (και) το Θεό και το Μαμωνά». Κι ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του «άφρονα πλουσίου» συμπεραίνει: «Αυτά παθαίνει εκείνος που θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν φροντίζει να γίνει πλούσιος ως προς το Θεό». Κι ο Παύλος λέει για τη διαστροφή των χριστιανών απ’ τη φιλαργυρία: «Η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Εξ’ αιτίας αυτού του πάθους, μερικοί (χριστιανοί) πλανήθηκαν απ’ την πίστη και εκάρφωσαν τον εαυτό τους με πολλά βάσανα.
7. Ο χριστιανός είναι διαχειριστής (οικονόμος) της περιουσίας του Θεού. Τα τάλαντα που μας δίνει ο Θεός πρέπει να τα καλλιεργούμε και να τα χρησιμοποιούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. «Η εντολή του Κυρίου, λέει ο Μέγας Βασίλειος, (μας συνιστά) όχι να πετάξεις (την περιουσία σου) σαν νάναι κάτι κακό και να φύγεις, αλλά (σε) εκπαίδευσε να την διαχειρισθείς (καλά), (γιατί ο πλούτος) δίνεται από τον Θεό για να τον διαχειριστείς (καλά)». Και ο προφήτης Αγγαίος χαρακτηριστικά λέει για τον χωρίς αφοσίωση στο Θεό πλούσιο, ότι «μαζεύει τα χρήματά του απ’ τους κόπους του και τα ρίχνει σ’ ένα τρύπιο πουγκί». Και ο τρόπος και το είδος της αποδόσεως στην καλλιέργεια των ταλάντων, που αναφέρει ο Κύριος στη σχετική παραβολή βρίσκεται στο συμπέρασμα της παραβολής του άφρονα πλουσίου. Δηλαδή «να γίνεις πλούσιος ως προς τον Θεόν», στις αρετές, στην αγιότητα, κι άσχετα από το χρηματικό κεφάλαιο, το χρήμα. (Κι όμως αντίθετα υποστηρίζει ο κεφαλαιοκράτης-αστός).
8. Κριτήριο για το χριστιανό είναι η πραγματική αρετή κι όχι ο πλούτος. Την πραγματική αρετή, λέει ο Χρυσόστομος δεν μπορεί να την διαστρέψει ο πλούτος, αφού «αυτός που έγινε δούλος του Χριστού, δεν είναι δούλος, αλλά απόλυτος κύριος του Μαμωνά». Και συμπεραίνει: Τα πλούτη «θέλω να τα έχετε αποκτήσει με (πνευματική) ασφάλεια, (και) με τον τρόπο που πρέπει (σε χριστιανούς). (Δηλαδή σεις να βρίσκεστε) στη θέση του απολύτου κύριου κι όχι στη θέση του δούλου (των χρημάτων), και να τα κυβερνάς και να μην σε κυβερνούν, να τα μεταχειρίζεσαι (καλά) και όχι κακά. «Χρήματα» λέγονται για να τα χρησιμοποιούμε στις απαραίτητες υπηρεσίες (κι) όχι να τα φυλάμε, γιατί τα φυλάνε οι υπηρέτες, ενώ το αφεντικό τα χρησιμοποιεί». «Τον φίλο (όμως) και τον εχθρό του Θεού να μη τους εξετάζεις απ’ την (υλική) ευημερία ή την δυστυχία, αλλά απ’ την συμπεριφορά και την ευσέβεια». Ακριβώς δηλαδή αντίθετα απ’ τον Καλβινισμό κατά τον Βέμπερ.
9. Ο χριστιανός με την εργατικότητά του, την πειθαρχημένη και οικονομική ζωή του δεν αποκτά πλούτη, γιατί πιστεύει πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος...» και τα προσφέρει σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη. «Αυτός, λέει ο Μέγας Βασίλειος, που βιάζεται να γίνει τέλειος (χριστιανός) εργάζεται ημέρα και νύχτα, για να έχει να προσφέρει σ’ αυτόν που έχει ανάγκη». Στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου ένας ασκητής, ο Δωρόθεος, έκτιζε κάθε χρόνο ένα σπιτάκι και το χάριζε σε πτωχό που δεν είχε σπίτι.
10. Τα χρήματα είναι όργανο (εργαλείο) που η χρήση του βαθμολογεί την αρετή του ανθρώπου. Ο πλούτος δεν έχει καμιά πραγματική (πνευματική) αξία, μόνον ο άνθρωπος με τη χρήση του μπορεί να τον αξιοποιήσει. Στην Αίγυπτο μια πλούσια πόρνη μετάνιωσε και θέλησε να μπεί στην εκκλησία, να εξομολογηθεί και να επικοινωνήσει με τη χριστιανική κοινότητα. Ο επίσκοπος της ζήτησε τότε να κάψει δημόσια τα χρήματα της, που είχε αποκτήσει απ’ την πορνεία κι έπειτα να μπεί στον ναό, γιατί τα πλούτη της ήταν ηθικά μολυσμένα (όχι να τα δωρίσει στους πτωχούς ή στο ναό). Εδώ φαίνεται καθαρά η χριστιανική αντίληψη για τον πλούτο. Ο οικονομολόγος ή ο Καπιταλιστής εκτιμά τον πλούτο απ’ την ποσότητα (λογιστικά - υλικά), ενώ ο χριστιανός τον εκτιμά απ’ την ποιότητα. Θυμηθείτε το δίλεπτο της χήρας, που γι’ αυτό ο Κύριος είπε «η χήρα αυτή η πτωχή, πλείον πάντων έβαλε».
11. Το μέγεθος της φιλαλληλίας είναι αντιστρόφως ανάλογο με το μέγεθος του πλούτου. Ο Μέγας Βασίλειος είπε: «Όσον πλεονάζεις τω πλούτω τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη». Δηλαδή ο πραγματικός χριστιανός δεν μπορεί να είναι πλούσιος όσον υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί.
12. Ο χριστιανός καπιταλιστής είναι χειρότερος από τον μη χριστιανό. «Για να μη σκοτιστεί και να λάμψει το Θείο (πνεύμα, μέσα στη) γαληνεμένη ψυχή μας και να μη ταράζεται από κανένα πάθος, πρέπει… να παύσεις να φροντίζεις για τα πλούτη», λέει ο Μέγας Βασίλειος. «Αυτοί (όμως) που εγκατέλειψαν τις κοσμικές φροντίδες (για να γίνουν τέλειοι-ασκηταί) και παράλληλα θέλουν να έχουν χρήματα κατασπαράσσεται (η ψυχή τους, γιατί) πολεμούνται απ’ τα δαιμονικά (πάθη της φιλοχρηματίας)», λέει ο Μέγας Αντώνιος. Ο λεγόμενος δηλαδή χριστιανός κεφαλαιοκράτης είναι πολύ χειρότερος στο πάθος του (έστω και αν νομίζει πως είναι εξαγιασμένο) απ’ τον άπιστο κεφαλαιοκράτη, κατά τον Μέγα Αντώνιο. Ο Χρυσόστομος προσέχει πως οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούν τους πτωχούς χωρικούς «σαν νάναι γαϊδούρια και μουλάρια, μάλλον δε σαν νάναι από πέτρα». Κι ο Απόστολος Ιάκωβος λέει: «Οι πλούσιοι δεν σας καταδυναστεύουν, κι αυτοί δεν είναι που σας σέρνουν στα δικαστήρια; (Οι πλούσιοι) δεν είναι αυτοί (που με τη ζωή τους) βλαστημούν το καλό σας όνομα (την καλή σας φήμη σαν χριστιανών) που έχετε αποκτήσει;… Να! Ο μισθός αυτών που θέρισαν τα χωράφια σας φωνάζει, (γιατί) εσείς τους τον στερήσατε [ή τους τον λιγοστέψατε], και οι φωνές των εργατών φθάσανε στ’ αυτιά του κυρίου (μας)… Καταδικάσατε (σεις οι πλούσιοι και) σκοτώσατε τον αθώο (που) δεν σας φέρνει αντίσταση».

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Η θεότης του Χριστού. Πως εσαρκώθη ο λόγος του Θεού.



Αποσπάσματα από το “Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας”  
του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

  ...Εκείνοι δε είπαν:


- Αλλά αυτό πες μας, πως τον Χριστό τον λέγετε Θεό, ενώ είναι άνθρωπος που γεννήθηκε ως άνθρωπος;
Και εκείνος απάντησε:
- Ο Θεός όχι μόνον είναι παντοκράτορας και παντοδύναμος, αλλά και δίκαιος, όπως λέγει ο προφήτης Δαυίδ: «Δίκαιος είναι ο Θεός μας και αγάπησε τις δικαιοσύνες» (Ιώβ 33,4)  «και δεν υπάρχει σε αυτόν αδικία» (Ψαλμ. 106, 20). Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα έργο του Θεού που δεν έχει μαζί του και τη δικαιοσύνη, και όπως η ακτίνα του ηλίου έχει μαζί της και τη ζωογόνο δύναμη και το φως έχει την θέρμη, έτσι και η ενέργεια του Θεού έχει μαζί της και την θεία δύναμη και την δικαιοσύνη. Αφού λοιπόν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με προορισμό τα αγαθά έργα και τον πρόσταξε να ζει σύμφωνα με την θεία εντολή του, επειδή ο άνθρωπος αυτός υποτάχθηκε στον διάβολο με εκούσια υπακοή και παραβαίνοντας την θεία εντολή αμάρτησε και καταδικάστηκε δίκαια σε θάνατο, δεν ήταν ταιριαστό στον Θεό να λυτρώσει τον άνθρωπο απ’ αυτόν κατά τρόπο δυναστικό. Διότι έτσι θα αδικούσε τον διάβολο, αποσπώντας με την βία από τα χέρια του τον άνθρωπο, τον οποίο εκείνος δεν έλαβε με τη βία. Αλλά αν ο Θεός ελευθέρωνε τον άνθρωπο με βία και καταναγκασμό, θα καταλυόταν και το αυτεξούσιο του ανθρώπου, και δεν ήταν άξιο του Θεού να καταλύσει το έργο του. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να γίνει ένας άνθρωπος αναμάρτητος και να ζήσει αναμάρτητα, ώστε έτσι να βοηθήσει τον άνθρωπο που αμάρτησε με την θέληση του. Διότι λέγει, «κανείς δεν είναι αναμάρτητος έστω και αν η ζωή του διαρκέσει μόνο μία ημέρα» (Ιώβ 14,4), και ο προφήτης Δαυίδ επίσης, «μέσα σε ανομίες έγινε η σύλληψή μου και σε αμαρτίες με κυοφόρησε η μητέρα μου» (Ψαλμ. 50,7).
Γι αυτό ο μόνος αναμάρτητος λόγος του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου. Γεννάται από παρθένο και μαρτυρείται από τους ουρανούς με την πατρική φωνή (Ματθ. 3,17), πειράζεται (Ματθ 4,1) και πολεμείται από τον διάβολο και νικά τον πειραστή. Με έργα και λόγια και θαύματα μεγάλα δείχνει και επιβεβαιώνει την πίστη και την διαγωγή της σωτηρίας. Και έτσι αυτός, που έζησε ανεύθυνα και αναμάρτητα, ανέλαβε μέχρι θανάτου τα πάθη ημών των ενόχων, ώστε καταβαίνοντας και στον Άδη να σώσει και εκείνους που πίστευσαν.
...Ενώ όμως ο Θεσσαλονίκης ήθελε πάλι εδώ να μιλήσει για την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου και να επικαλεσθεί τις μαρτυρίες από τους προφήτες, με τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι Θεός και μαρτυρείται ότι ο Θεός είναι ο ίδιος εκείνος που ενανθρώπησε από την παρθένο, που έπαθε για χάρη μας, που αναστήθηκε, και όλα τα άλλα, οι Τούρκοι με θόρυβο τον εκράτησαν λέγοντας:
- Πως λέγεις ότι ο Θεός γεννήθηκε και τον χώρεσε μήτρα γυναικός και πολλά παρόμοια άλλα; Απλώς είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Εκείνος είπε προς αυτούς :
- Ο Θεός δεν είναι μεγάλο σώμα, ώστε να μην μπορεί να χωρέσει σε λίγο μέρος λόγω του μεγέθους, αλλά επειδή είναι ασώματος, και παντού μπορεί να είναι και επάνω από το παν και μέσα στο ένα, και το μικρότερο αντικείμενο να σκεφθεί κανείς, και σ’ εκείνο μπορεί ολόκληρος να χωρέσει.
Εκείνοι πάλι με πολύν θόρυβο έλεγαν:
- Είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Ο δε Θεσσαλονίκης είπε πάλι:
- Εσείς λέγετε ότι ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού. Πως λοιπόν ο Λόγος γίνεται πάλι από άλλον λόγο; Έτσι θα συμβεί να μην είναι ο Λόγος του Θεού συνάναρχος με τον ίδιο τον Θεό. Εδείχθηκε όμως αυτό στην αρχή της συζητήσεως και συμφωνήσατε και εσείς ότι ο Θεός έχει συνάναρχό του και Λόγο και Πνεύμα, γι αυτό και λέγετε ότι ο Χριστός είναι όχι μόνο Λόγος αλλά και πνεύμα του Θεού. Είπε δε ο Θεός και έγινε και αυτή η πέτρα (κι έδειξε δίπλα του μία), και το βότανο (Γεν. 1, 11) και αυτά τα ερπετά (Γεν. 1, 24). Αν λοιπόν εξ αιτίας του ότι ο Χριστός έγινε με λόγο του Θεού είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα, τότε και η πέτρα και το βότανο και κάθε ερπετό είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα του, εφ’ όσον και γι’ αυτά είπε και έγιναν. Βλέπετε πόσο κακό είναι να λέγετε: - Είπεν ο Θεός και έγινε και ο Χριστός; Διότι ο προαιώνιος Λόγος του Θεού, που ενανθρώπησε και έγινε σάρξ (Ιω. 1, 14) χωρίς ανάμιξη είναι Πνεύμα και Λόγος του Θεού όχι κατά την σάρκα. Διότι αργότερα προσέλαβε από μας για χάρη μας την ανθρώπινη φύση, ήταν δε πάντοτε στον Θεό, ως συναΐδιος Λόγος του, με τον οποίον ο Θεός εποίησε και τους αιώνες. (Εβρ 1, 2).