Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Η προσευχή της μετανοίας.




                                                                Του Γέροντος Ιερομονάχου
(†) Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμάνικης 
Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους



«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου»
Η προσευχή αυτή, που λέγεται συνήθως την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι μια απλή, σύντομη, αλλά γεμάτη από δύναμη και πλούτο πνευματικό προσευχή, την οποία έγραψε ο μεγάλος πατήρ Εφραίμ ο Σύρος, «η κιθάρα του Πνεύματος».
Το τυπικό προβλέπει να απαγγέλλεται, με τα μάτια του σώματος και τα χέρια κατεβασμένα προς την γη, ενώ τα νοερά μάτια να είναι ανεβασμένα στον ουρανό. Να συνοδεύεται με ταπείνωση, δάκρυα, φόβο Θεού, μετάνοιες, προσκυνητές και εδαφιαίες. Όταν προσφέρεται με μία τέτοια αίσθηση και νοερά συμμετοχή, μεταποιεί και ανακαινίζει ολόκληρη την πνευματική ζωή της ψυχής. Εάν επιμείνουμε λίγο επάνω στο περιεχόμενό της, θα αποκαλύψουμε ένα θαυμαστό πλούτο μετανοίας, ώστε να δικαιώνουμε την ονομασία της ως προσευχής της μετανοίας.
Η προσευχή αυτή λέγεται σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες του ημερονυκτίου: στον εσπερινό, απόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρο, ώρες και τυπικά· συνολικά εννέα φορές, και οκτώ όταν τελείται η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Ο αριθμός οκτώ μας υπενθυμίζει τον μέλλοντα (όγδοον) αιώνα, ενώ το εννέα, τα αγγελικά τάγματα. Είναι ωσάν να μας λέγει ότι μόνη η μετάνοια μπορεί να μας αξιώσει της μακαρίας ζωής και κοινωνίας με τους αγγέλους.
Η προσευχή χωρίζεται σε τρία διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο μέρος προσευχόμεθα στον Θεό: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου! Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δός». Στο δεύτερο μέρος: «Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισαί μοι τω σω δούλω». Και στο τρίτο μέρος: «Ναι Κύριε βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν!».
Από το ένα μέρος προσευχόμεθα να μας φυλάξει ο Θεός από τα τέσσερα πνεύματα της κακίας, τα τέσσερα πάθη, ενώ από το άλλο μέρος ζητάμε να μας χαρίσει τα τέσσερα αγαθά πνεύματα, τις τέσσερις αρετές.
Εδώ παρατηρούμε ότι ο άγιος Εφραίμ, εκθέτοντας δύο προτάσεις με πάθη και αρετές, τα ονομάζει όλα εξ ίσου πνεύματα: «πνεύμα αργίας, πνεύμα σωφροσύνης..». Πώς να εννοήσουμε άραγε εδώ την λέξη «πνεύμα»;
Όσον αφορά τα κακά πνεύματα το πράγμα είναι απλό. Η κάθε πηγή κακίας είναι το πνεύμα της πλάνης, ο διάβολος, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινά καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5), οπότε την πάλη μας πρέπει να την στρέψουμε «προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» ( Εφεσ. 6,12).
Τα πάθη που υποδουλώνουν τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το σημείο της ήττας του ανθρώπου στον αγώνα του που είχε με τις δυνάμεις του εχθρού. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες συνηθίζουν να λέγουν «πνεύμα» όχι μόνον το πνεύμα της κακίας, τον διάβολο, αλλά και το έργο του, ονομάζοντας εξίσου πνεύμα της αργίας τον δαίμονα της αργίας, πνεύμα της γαστριμαργίας τον δαίμονα της γαστριμαργίας κλπ. Αυτός ο τρόπος εκφράσεως των Πατέρων είναι πολύ περιεκτικός και μας βοηθάει να καταλάβουμε πληρέστερα πως εκδηλώνονται τα έργα του διαβόλου, πως μας εξουσιάζουν. Ένα πάθος είναι βαρύτερο από μια ασθένεια της ψυχής, είναι η πτώση στην αιχμαλωσία μιας σατανικής εξουσίας, η οποία κυριαρχεί επάνω μας βίαια, μας πολιορκεί ανελέητα, έως ότου μας οδηγήσει στον αιώνιο θάνατο της ψυχής, διότι πίσω από κάθε πάθος κρύβεται η εχθρική δύναμη του εχθρού μας του διαβόλου.
Αλλά γιατί στο πρώτο μέρος της προσευχής αυτής παρακαλούμε τον Θεό να απομακρύνει τα τέσσερα πνεύματα της κακίας; Άραγε ο Θεός είναι που μας δίνει την ακηδία, την οργή και τα άλλα πάθη; Φυσικά όχι. Τα πάθη περιέχουν δαιμονική εξουσία και κανείς δεν θα μπορέσει να λυτρωθεί απ’ αυτά, εάν ο Θεός δεν τα καταπαύσει, αφού υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτρέψει να πολεμηθεί ο άνθρωπος περισσότερο από τις δυνάμεις του. Γι αυτό, όταν λέμε «Πνεύμα αργίας, περιεργείας… μη μοι δός», παρακαλούμε τον Θεό να μη μας αφήσει στην δουλεία του πάθους της ακηδίας, να μην αφήσει τον δαίμονα αυτόν να μας εξουσιάζει.
Εάν με τα πνεύματα των παθών εννοούμε τους δαίμονες τότε με τα πνεύματα των αρετών, της σωφροσύνης, ταπεινώσεως κλπ. πρέπει –θα έλεγε κάποιος– να εννοούμε τα αγαθά πνεύματα, τους αγγέλους. Είναι αλήθεια ότι οι άγγελοι μας βοηθούν αδιάκοπα στην επιτέλεση του αγαθού εάν εμείς δεν απομακρυνθούμε απ’ αυτούς με τις αμαρτίες μας, όπως ακούμε στον όρθρο της Δευτέρας της Τυροφάγου: «Οι φύλακες της ζωής ημών άγγελοι, φιλοπονώτερον παραμένουσι τοις διά νηστείας ημίν κεκαθαρμένοις». Επίσης οι άγιοι Πατέρες, όταν ομιλούν για τις αρετές, ποτέ δεν ομιλούν  όπως στην περίπτωση των παθών, δηλαδή δεν λέγουν «ο άγγελος της σωφροσύνης», «ο άγγελος της ταπεινώσεως» κλπ, όπως συμβαίνει με την άλλη κατηγορία των παθών όπου λέγομεν, «ο δαίμων της υπερηφάνειας», «ο δαίμων της ακηδίας ή γαστριμαργίας» κλπ. Οπότε λοιπόν αυτά τα τέσσερα πνεύματα δεν είναι άγγελοι αλλά κάτι άλλο.
Γνωρίζουμε ότι στο Άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος αρνείται τον σατανά και ενδύεται τον Χριστό, γίνεται κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και λαμβάνει δύναμη για να γίνει υιός του Θεού κατά χάριν. Έχει μέσα του όλα τα σπέρματα των αρετών, «τας δωρεάς του Βαπτίσματος και του Χρίσματος». Και στον άνθρωπο δεν απομένει τίποτε άλλο παρά να εργασθεί για την εκπλήρωση των θείων εντολών και να γίνει ο ανακαινισμένος εκ του αγίου Βαπτίσματος άνθρωπος. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες λέγουν για την πνευματική ζωή ότι είναι μια αξιοποίηση αυτών των δυνάμεων, μια δραστηριοποίηση των δωρεών του αγίου Βαπτίσματος και Χρίσματος. Οι αρετές λοιπόν, επειδή είναι έργο του Αγίου Πνεύματος και δίδονται στον άνθρωπο, ονομάζονται και αυτές «πνεύματα», όπως και η Πηγή από την οποία προέρχονται. Έτσι ονομάζει και ο Προφήτης Ησαΐας τις δωρεές του Θείου Πνεύματος λέγοντας: «Πνεύμα σοφίας, πνεύμα συνέσεως, πνεύμα βουλής...» (Ησαΐου 11, 2-3).
Λοιπόν αυτά τα τέσσερα αγαθά πνεύματα, δηλαδή το πνεύμα της σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, δεν είναι άγγελοι αλλά δωρεές του Αγίου Πνεύματος, και προσευχόμεθα στον Θεό για να μην παραμείνουν ανενέργητες.
Μια απλή ματιά επάνω σ’ αυτές τις δύο προτάσεις που αναφέρονται στα πνεύματα, μας βοηθάει να καταλάβουμε ένα πράγμα πολύ σημαντικό για την πνευματική μας ζωή. Τα πνεύματα της κακίας βρίσκονται έξω από εμάς συνεπώς και το κακό είναι εξωτερικό· τα πνεύματα των αρετών, οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος, η πηγή κάθε αγαθού, είναι μέσα στο εσωτερικό της ψυχής μας. Προς το κακό μας προτρέπουν εξωτερικές δυνάμεις, ενώ προς το αγαθό η θεία δύναμη και οι προσωπικές μας δυνάμεις που ευρίσκονται μέσα μας. Συνεπώς, είναι ευκολότερο να κάνουμε το αγαθό παρά το κακό. Από εδώ προέρχεται και η μεγάλη ευθύνη την οποία έχει ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού για την επιτέλεση του αγαθού, και για την σκληρή τιμωρία που θα υποστεί όταν επιτελεί το κακό.
Σκόπιμα έθεσε ο άγιος Εφραίμ πρώτα πρώτα τα πνεύματα της κακίας και κατόπιν τα πνεύματα των αρετών. Δεν μπορούμε να εργασθούμε την αρετή, αν δεν καθαρισθούμε πρώτα από τα πάθη. Όταν ομιλούν για πάθη οι άγιοι Πατέρες, Εφραίμ ο Σύρος, Ιωάννης της Κλίμακος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι, εννοούν ένα μεγάλο αριθμό αυτών. Επικεφαλής όλων αυτών είναι η παράλογη αγάπη του εαυτού μας, η λεγόμενη φιλαυτία, ενώ η άγνοια, η λήθη και η αδιαφορία είναι οι βάσεις όλων των παθών. Απ’ αυτά πηγάζουν τα επτά θανάσιμα πάθη από τα οποία πάλι ξεκινούν τα βαλτώδη νερά και δηλητήρια όλων των άλλων παθών. Είναι φυσικό λοιπόν να ερωτήσουμε, γιατί απ’ αυτό το μεγάλο πλήθος των παθών ο Άγιος επέλεξε μόνο τέσσερα πάθη και γιατί αυτά κι όχι άλλα; Μήπως και αυτά δεν ανήκουν ανάμεσα στα πλέον θανάσιμα; Την απάντηση σ’ αυτή την απορία θα την λάβουμε, αφού σταματήσουμε για λίγο σε καθένα απ’ αυτά τα τέσσερα της κακίας πνεύματα.
1. Το πνεύμα της αργίας
Ο άνθρωπος, δημιουργημένος από τον Θεόν κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Αυτού, προορίστηκε από την αρχή της ύπαρξής του να εργάζεται στον παράδεισο της τρυφής (Γεν. 2,15). Μετά την εκδίωξη του από τον παράδεισο, η εργασία του στράφηκε κυρίως στη απόκτηση των αναγκαίων της ζωής του: τροφής, ενδυμασίας, κατοικίας. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να ζήσει. Από ανάγκη έπρεπε να εργασθεί, δεν μπορούσε να ζήσει με τεμπελιά. Ο άγιος Εφραίμ όμως εδώ, παρακαλεί τον Θεό να λυτρωθεί όχι απ’ αυτή την αργία  αλλά από την αδιαφορία ως προς την εκτέλεση των εντολών του Θεού. Η εργασία αυτών, ως προϋπόθεση της πνευματικής προόδου του ανθρώπου, που πηγάζει από το Βάπτισμα, αποσκοπεί στην ομοίωση με τον Θεό.
Με το παράδειγμα των ταλάντων ο Σωτήρ μας διδάσκει ότι οι δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος που κατασκηνώνουν στον άνθρωπο είναι πολύ μεγάλες και μπορούν να τον οδηγήσουν σε υψηλότερη ανθρωπίνως βαθμίδα πνευματικής  τελειώσεως. Και εάν δεν φτάνουν όλοι στα ίδια μέτρα ή δεν προοδεύουν καθόλου, αυτό οφείλεται στην οκνηρία του ανθρώπου. Η αργία λοιπόν, είναι η άμεσος εχθρική προϋπόθεση για την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου, και τον αγκιστρώνει στα φθαρτά και ατελή αυτού του βίου. Ο Σολομών, όταν είχε κάποιον τεμπέλη κοντά του, τον έστελνε να πάρει παράδειγμα από την εργατικότητα του μυρμηγκιού (Παρ.6, 6) , ενώ ο Απόστολος Παύλος διατάζει : «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσ.3,10). Γι’ αυτό και ο άγιος Εφραίμ θέτει την αργία μπροστά από τα άλλα τέσσερα πνεύματα της κακίας ως ένα πάθος, το οποίο είναι εμπόδιο για όλα τα καλά έργα και αντίθετο στον ύψιστο προορισμό του ανθρώπου.
2. Το πνεύμα της περιεργείας
Οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι πνεύμα περιεργείας είναι το σημείο της εμπαθούς προσκολλήσεως στα υλικά πράγματα, είναι η κόλλα που μας ενώνει με τα επίγεια και τα μάταια. Αυτό ακολουθεί το πνεύμα της αργίας και είναι μεταξύ των σφικτά συνδεδεμένα. Πράγματι, όταν ο άνθρωπος δεν φροντίζει για τα πνευματικά έργα, ζητεί ο ίδιος μια ψεύτικη απασχόληση, εργαζόμενος με όλα τα εξωτερικά πράγματα και σκεπτόμενος μόνο το παρόν και το μέλλον του βίου του, προκειμένου να επιτύχει τα ευχάριστα και να λυτρωθεί από τα θλιβερά γεγονότα της ζωής. Αυτή η αναζήτηση των ιδεών του βίου και η αποφυγή των λυπηρών είναι, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η παντοτινή φροντίδα του εμπαθούς ανθρώπου. Τον πλούσιο του Ευαγγελίου, ο οποίος εφρόντιζε πώς να εξασφαλίσει τους καρπούς των κτημάτων του για πολλά χρόνια, ο Σωτήρ τον ονόμασε άφρονα (Λουκ. 12,20). «Προσέχετε δε εαυτοίς, μας λέγει ο Σωτήρ, μήποτε βαρυνθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μέριμναις βιοτικαίς» (Λουκ. 21,34).
Η ενασχόληση με τα εξωτερικά και πρόσκαιρα, αυτή η εμπαθής προσκόλληση, είναι εναντία στην πνευματική ζωή και μας απομακρύνει από τον Θεό. Ο Θεός είναι η μοναδική τελειότητα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να συναντήσει Αυτόν παρά μόνο όταν επιστρέψει στον εαυτό του και διά μετανοίας και προσευχής ενωθεί μαζί Του στον εσώτερο οίκο της ψυχής του, διότι η «βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστι» (Λουκ. 17,21). Ενώ ο συνεχής περισπασμός με τα επίγεια μας βοηθά να συναντηθούμε με τα πάθη και τον διάβολο, ο οποίος καταλύει τα πάντα και λέγεται «λεγεών». 
Οι πνευματικοί Πατέρες πάντοτε μας παρακινούν να αποκτήσουμε απροσπάθεια για όλα, και η μόνη φροντίδα που πρέπει να δεσπόζει και να μας κατευθύνει, λένε, να είναι ο φόβος της απολογίας μας κατά την Μέλλουσα Κρίση και ο πόθος για την σωτηρία μας.
Εάν η αργία κάνει ανενέργητη την χάρη στον άνθρωπο, η περιέργεια και η φροντίδα για τα υλικά κάνει τον άνθρωπο άχρηστο γι’ αυτό το πνευματικό έργο, εφ’ όσον τον οδηγεί στην αντίθετη από την σωτηρία οδό.
3. Το πνεύμα της φιλαρχίας
Η υποταγή στην εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δοσμένη από τον Θεό εντολή, όπως  αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω» (Ρωμ. 13,1). Είναι  όμως και ένα από τα πνεύματα της κακίας, όπως ένα βλοσυρό βλέμμα κατά του πλησίον, μια αυθαιρεσία εναντίον του, την οποία χρησιμοποιεί ο εξουσιαστής ως μέσον προσωπικής αισχροκέρδειας. Ο Σωτήρ μας αποκαλύπτει ότι αυτό το πνεύμα είναι ειδωλολατρικό και τελείως ξένο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου, διδάσκοντας τα εξής στους μαθητές Του: «Και ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος· ώσπερ ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20,27-28).  Αυτό το έδειξε με το έργο, όταν έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του και θυσίασε την ζωή Του για την σωτηρία μας. Από εδώ καταλαβαίνουμε ότι η αληθινή εξουσία δεν είναι για ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά για την διακονία των άλλων, για την βοήθεια του πλησίον με αγάπη, μέχρι προσφοράς και της ζωής μας ακόμη για την σωτηρία του.
Ο άνθρωπος έχει μεγάλη αξία, διότι είναι κατ’ εικόνα Θεού. Είναι εξαγορασμένος με το ανεκτίμητο Αίμα του Σωτήρος Χριστού και αξίζει όσο η τιμή αυτού του Αίματος. Γι’ αυτό η διακονία του ανθρώπου είναι υψίστης αξίας και τιμής, διότι γίνεται ως διακονία σ’ αυτό το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40), θα μας πει ο Κύριος στη φοβερά Κρίση. Η υπηρεσία του πλησίον είναι ευαγγελική αρετή, ανεκτίμητο έργο και τελεία οδός για την σωτηρία. Ενώ το πνεύμα της φιλαρχίας εξευτελίζει τον άνθρωπο και  τον καταβιβάζει στην τάξη των τα επίγεια φρονούντων και τον αποστερεί των αγαθών που πηγάζουν από τις αρετές. Αυτό το πνεύμα είναι στενά ενωμένο με το πνεύμα της άκρατης βιοτικής μέριμνας. Πράγματι, όταν κάθε φροντίδα του ανθρώπου κατευθύνεται μόνο προς τα υλικά αγαθά, είναι φυσικό να μεταβληθεί ο άνθρωπος σε όργανο για την απόκτηση αυτών των αγαθών που η αξία τους περιορίζεται μόνο στην μικρή ανθρώπινη ωφέλεια που του προσφέρουν.
4. Το πνεύμα της αργολογίας
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι αυτό το πνεύμα είναι ο θρόνος της κενοδοξίας, σημείο αγνωσίας, καρπός πολυφαγίας και ακαθαρσίας, απώλεια ταπεινώσεως και σκότος προσευχής. Είναι η σπατάλη του τιμιότερου δώρου που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, του δώρου της ομιλίας, που φθείρεται εξ αιτίας της αμαρτωλής του χρήσεως. Ο ανθρώπινος λόγος έχει μια μεγάλη και μυστική δύναμη, διότι προσφέρει με αυτό ο άνθρωπος κάτι από την ύπαρξή του το οποίον και αναγγέλλει. Εάν ο Λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός, τότε και ο λόγος του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι, «εάν θέλεις να γνωρίσεις τι υπάρχει στην καρδιά του ανθρώπου, πρόσεχε σ’ αυτά που λέγουν τα χείλη του». Η πολυλογία και η αστειότης φανερώνουν την εσωτερική ασυδοσία του ανθρώπου, η οποία οδηγεί στην φθορά και στην ψυχική βλάβη και άλλους ανθρώπους. Όταν ο λόγος στερείται πνευματικής χάριτος και δυνάμεως, είναι ανούσιος και επιβλαβής. Γι’ αυτό ο Σωτήρ μας λέγει: «Παν ρήμα αργόν, ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσιν περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως». (Ματθ. 12,36). Οι άγιοι Πατέρες φοβούμενοι τις μακρές συνομιλίες και συναντήσεις αγάπησαν και επαίνεσαν την σιωπή παρά την πολυλογία. «Οσάκις μιλούσα, έλεγε ο αββάς Αρσένιος, συχνά μετανοούσα, ενώ όταν σιωπούσα, ουδέποτε μετανοούσα». Ο όσιος Αγάθων επί τρία χρόνια έφερε στο στόμα του μια μικρή πέτρα για να επιβάλει στον εαυτό του την σιωπή, ενώ ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει ότι η σιωπή είναι η φωνή του μέλλοντος αιώνος. Ακόμη και η συζήτηση για τα πνευματικά είναι παγίδα πολυλογίας, όταν υπερβαίνει το κανονικό μέτρο. Λέγει επίσης και η σοφία του λαού: «Ο λόγος είναι άργυρος, ενώ η σιωπή χρυσός».
Εάν προσέξουμε τώρα σ’ αυτά τα τέσσερα πνεύματα της κακίας, παρατηρούμε δύο πράγματα μεγάλης σημασίας. Κατ’ αρχήν βλέπουμε ότι αυτά συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν ένα είδος βουνοπλαγιάς,  όπου ο άνθρωπος γλιστρά και παρασύρεται. Από την αργία και αδιαφορία για την σωτηρία του παραδίδεται στην πλεονεξία και επιμέλεια των υλικών πραγμάτων. Κατόπιν αιχμαλωτίζεται από το πνεύμα της φιλαρχίας αδιαφορώντας για τον πλησίον του, τον οποίο υποβιβάζει στην τάξη των πραγμάτων (res). Μετά από εδώ φθάνει στην έλλειψη ελέγχου του ίδιου του εαυτού του, που τον παρουσιάζει στους άλλους με τις αργολογίες του, και έτσι εξευτελίζεται. Αυτός ο δεσμός των τεσσάρων κακών πνευμάτων είναι πολύ οργανικός, καθώς θα ιδούμε ευθύς αμέσως.
Οι άγιοι  Πατέρες μας φανερώνουν ότι μια βασική προϋπόθεση για την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου είναι να φυλάξουμε την συνείδησή μας καθαρή ενώπιον τεσσάρων μαρτύρων: ενώπιον του Θεού, ο οποίος μας διατάζει πάντοτε να εκπληρώνουμε τις εντολές Του, ενώπιον του πλησίον μας φυλαγόμενοι από κάθε έργο που αντίκειται στην προς αυτόν αγάπη, ενώπιον του εαυτού μας χρησιμοποιώντας για αγαθούς σκοπούς τα χαριζόμενα δώρα του Θεού, και ενώπιον των έργων, τα οποία οφείλουμε να εκμεταλλευόμαστε μόνο για τον κατάλληλο σκοπό του δημιουργήθηκαν, δηλ για να μας εξυπηρετούν στις διάφορες ανάγκες μας.
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι αυτά τα τέσσερα πάθη μας πληγώνουν την συνείδηση. Η αργία μας ενοχοποιεί την συνείδηση ενώπιον του Θεού, διότι αντιστέκεται στο έργο της χάριτος, που κατοικεί μέσα μας και εξ αιτίας μας παραμένει ανενέργητη. Η  περιέργεια και η βιοτική μέριμνα πληγώνουν την συνείδησή μας εξ αιτίας των έργων μας, τα οποία τελικά χρησιμοποιούμε για την απώλεια και όχι για την σωτηρία της ψυχής μας. Η φιλαρχία, η οποία σκοτίζει τον άνθρωπο, ενοχοποιεί την συνείδησή μας ενώπιον του πλησίον μας, ενώ η αργολογία μας τραυματίζει την συνείδηση και την καθιστά υπόλογη ενώπιον του εαυτού μας, με την παράλογη χρήση του θείου δώρου της ομιλίας. Έτσι λοιπόν, τα τέσσερα αυτά πάθη παρουσιάζουν μια κατάσταση γενικής εξασθένησης της ψυχής, μια ανάρμοστη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι του Θεού, του συνανθρώπου, των υλικών έργων και του εαυτού του.
Ο άνθρωπος που αδιαφορεί για την σωτηρία του, είναι πολυάσχολος στα βιοτικά, καταπιεστής προς τον πλησίον του και ελευθερόστομος. Εκδηλώνει την φαυλότητα της ψυχής του και την άχαρη αμαρτωλότητά του. Η σωτηρία είναι προσωπικό έργο για τον καθένα μας, όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να την κατορθώσει μόνος του, παρά μόνο σε στενή συνεργασία με τον Θεό και τα λοιπά δημιουργήματα, τον συνάνθρωπο και τα κτίσματα. Η σωτηρία ή η καταδίκη μας εξαρτάται από τον τρόπο συμπεριφοράς μας προς τους άλλους. Τα τέσσερα αυτά πάθη που αναφέραμε χαρακτηρίζουν την εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου ενώπιον του κόσμου και αποκλείουν οποιαδήποτε δυνατότητα σωτηρίας. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε λοιπόν γιατί ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος μνημόνευσε και απαγόρευσε αυτά ακριβώς τα τέσσερα πνεύματα. Στο δεύτερο σκέλος της προσευχής του ο άγιος Εφραίμ αναφέρεται σ’ αυτούς που έχουν υγιή πνευματική κατάσταση. Ζητάμε λοιπόν εδώ να μας χαρίσει ο Θεός πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, με τα οποία θα ασχοληθούμε στην συνέχεια.
1. Το πνεύμα της σωφροσύνης
Με την λέξη σωφροσύνη δεν θα πρέπει να εννοήσουμε μια απλή σωματική καθαρότητα από τα αχαλίνωτα πάθη. Η καθαρότητα είναι κάτι πολύ ανώτερο. Είναι ο πρώτος βαθμός της απάθειας, είναι η κατάσταση της εξαγνισμένης από τα πάθη ψυχής, που γίνεται έτσι το κατάλληλο έδαφος για την απόκτηση των αρετών. «Πως άσομεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας;», έλεγαν οι Εβραίοι στην Βαβυλώνα ως αιχμάλωτοι. Κατά τους Πατέρες αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε καμία αρετή, ενόσω βρισκόμαστε στην αιχμαλωσία των παθών. Γι’ αυτό και ο άγιος Εφραίμ τοποθετεί την σωφροσύνη επί της κεφαλής όλων των άλλων αρετών, διότι αυτή αποτελεί την αφετηρία της ενάρετης και αγίας ζωής.
2. Το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης
Αυτός είναι ο πρώτος βλαστός που φυτρώνει στο έδαφος της σωφροσύνης. Από το ένα μέρος τα έργα μας είναι αδύνατα και μηδαμινά  («ως χόρτος και ως άνθος χόρτου», ψαλμ.102, και «η υπόστασίς μου ωσεί ουδέν ενώπιόν σου», ψαλμ. 38,6), από το άλλο μέρος τα πάντα, ακόμη και αυτή η ύπαρξής μας είναι φανερό ότι είναι δωρεές του Θεού. «Τι έχεις ο ουκ έλαβες;» μας ρωτά ο Απόστολος Παύλος (Α΄Κορ.4,7) για να καταλήξει: «Χάριτι δε Θεού είμι ο είμι» (Α΄ Κορ.15,10). Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες έλεγαν ότι ταπείνωση σημαίνει να θεωρεί ο άνθρωπος κατώτερο τον εαυτό του από τους άλλους ανθρώπους, ακόμη κι από τα ζώα, και να αποδίδει όλα τα αγαθά έργα στη χάρη του Θεού και όχι στις δυνάμεις του, όσο μεγάλες και να φαίνονται.
3.Το πνεύμα της υπομονής.
Είναι ο δεύτερος βλαστός που αναθάλλει από τον αγρό της καθαρότητος. Εάν ο άνθρωπος ταπεινωθεί και συναισθανθεί τις αμαρτίες του, τότε αντιλαμβάνεται ότι είναι άξιος μυρίων παιδεύσεων εκ μέρους του Θεού. Και όχι μόνον επιγείων, αλλά και αιωνίων βασάνων είναι άξιος, επειδή καταπάτησε τις εντολές του Θεού, ως οκνηρός δούλος. Έτσι με την ταπείνωση υπομένει όλες τις δοκιμασίες, τις συμφορές και στεναχώριες της ζωής με χαρά, διότι έχει  πιστέψει βαθιά τον λόγο του Κυρίου που λέγει: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε αλλά θαρσείτε» (Ιωάν. 16.33), και «ότι διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πραξ. 14,22), και ότι «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ.24,13). Οι άγιοι Πατέρες μας διαβεβαιώνουν με τα αποστολικά λόγια ότι «ουκ εισίν άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι, ην ητοίμασεν ο Κύριος τοις αγαπώσιν Αυτόν». Είναι δηλαδή σαν να μας λένε ότι «ολίγος είναι ο κόπος και αιωνία η ανάπαυσις» (Αββάς Μωυσής). Η υπομονή καθαρίζει, μεταμορφώνει και ανακαινίζει την ψυχή, καθώς λέγει κάποιος αββάς του Γεροντικού: «Το κερί, εάν δεν το πλησιάσουμε στην φωτιά για να μαλακώσει, δεν μπορούμε να χαράξουμε  την σφραγίδα που θέλουμε να κάνουμε· έτσι ακριβώς γίνεται και με τον άνθρωπο. Εάν δεν λειώσει από την δυνατή φλόγα των πειρασμών, κόπων, ασθενειών, συμφορών και πειρασμών, δεν μπορεί να χαραχθεί μέσα του η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος».
4. Το πνεύμα της αγάπης
Η αγάπη είναι το κορύφωμα και στεφάνωμα όλων των αρετών. Όποιος στολίσθηκε  με την αγνεία, με την ταπείνωση και με την υπομονή, αυτός γίνεται φιλόθεος και φιλάνθρωπος· έφθασε στην αγάπη, η οποία είναι το πλήρωμα όλων των αρετών, ουδέποτε εκπίπτει, και είναι η πηγή κάθε αγαθού. Σ’ όποιον άνθρωπο κατασκηνώσει η αγάπη ζει μέσα του ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος είναι Αγάπη. (Α΄ Ιωάν. 4,8). Γι’ αυτό ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, την τοποθετεί στη κορυφή των άλλων αρετών, όπως και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος την έχει στην τελευταία βαθμίδα της Κλίμακος του παραδείσου· διότι όντως είναι η μεγαλύτερη από όλες τις άλλες, τις περιέχει  όλες και είναι αναφαίρετο κτήμα αυτού που την έχει.
Εάν τα τέσσερα πάθη, που μνημονεύονται στην προσευχή του αγίου Εφραίμ, σχηματίζουν μια κλιμακωτή σειρά που αρχίζει από την αργία και συνεχίζεται προς τα κάτω, οι τέσσερις αρετές είναι οι βαθμίδες αναβάσεως, που αρχίζουν με την σωφροσύνη και καταλήγουν στον Θεό. Συγχρόνως αυτές είναι αντίθετες προς τα τέσσερα κακά πνεύματα και μας δείχνουν πως μπορούμε να θεραπεύσουμε την αρρωστημένη απ’ αυτά ψυχή μας.
Η σωφροσύνη θεραπεύει την ψυχή που ασθενεί από την αργολογία, η ταπείνωση εξυγιαίνει τις σχέσεις με τον πλησίον, η υπομονή μας λυτρώνει από την εμπαθή προσκόλληση στα υλικά αγαθά, ενώ η αγάπη γιατρεύει την ψυχή μας, που αναισθητεί για την σωτηρία της, με την συναίσθηση της κατάστασής  μας και της ευσπλαχνίας του Θεού. Στον καθαρό όλα είναι καθαρά, συνεπώς και η γλώσσα του, που δεν αργολογεί· στον ταπεινό ο κάθε συνάνθρωπός του είναι ανώτερος από τον εαυτό του· στον υπομονετικό η ελπίδα του δεν στηρίζεται στα έργα του ή στα αγαθά του, ενώ στον φιλόθεο δεν υπάρχει άλλος πόθος παρά πως θα μπορέσει συνεχώς να εφαρμόζει τις εντολές του Θεού.
 Έτσι λοιπόν, ο εγκρατής στην γλώσσα του άνθρωπος, που είναι και ταπεινός και υπομονετικός και φιλόθεος, μας παρουσιάζει την εξαγνισμένη από τα πάθη εικόνα του πνευματικού ανθρώπου.
Εάν δούμε την προσευχή του αγίου Εφραίμ υπό το φως και άλλων πνευματικών διδασκάλων, όπως του αγίου Μάξιμου του Ομολογητού, θα βρούμε μια κοινή ψυχολογική-πνευματική βάση και κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Η αμαρτία αλλοιώνει το επιθυμητικό και θυμικό μέρος της ψυχής, οπότε οι δυνάμεις αυτές, αντί να υπακούουν στον νου, τίθενται στην υπηρεσία των αισθήσεων. Η επιθυμία αντί να είναι φλογερός πόθος αγάπης για τον Θεό, μεταβάλλεται σε επιθυμία ερωτική του σώματος, σε φιλοκτημοσύνη και σε φιλοδοξία· ενώ ο θυμός αντί να είναι όπλο κατά της κοσμικής επιθυμίας, μετατρέπεται σε οργή και μανία κατά του πλησίον.
Τα τέσσερα πάθη της προσευχής του αγίου Εφραίμ δείχνουν αυτήν ακριβώς την αλλοίωση της επιθυμίας και του θυμού και τη διάθεση αυτών στην υπηρεσία των αισθήσεων. Η περιέργεια και η πλεονεξία είναι δηλωτική της εμπαθούς προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά, η φιλαρχία δείχνει την νόσο της υπερηφάνειας, η αργολογία είναι το σημείο της ψυχικής ακαθαρσίας, ενώ η αργία και η φιλαυτία είναι το θεμέλιο που στηρίζει όλα τα άλλα. Η απαλλαγή απ’ όλα αυτά πρέπει να ακολουθεί την αντίθετη πορεία: Έτσι, η σωφροσύνη θεραπεύει την σαρκική επιθυμία, η ταπείνωση λυτρώνει από την υπερηφάνεια, η υπομονή διώχνει τον δαίμονα της πλεονεξίας, ενώ η αγάπη επαναφέρει τον θυμό στην φυσική του κατάσταση.
Άλλη μια φορά ακόμη καταλαβαίνουμε πόσο βαθειά και θεμελιώδης είναι η πνευματική διδασκαλία του αγίου Εφραίμ, που εκτίθεται στις δύο προτάσεις περί κακών και αγαθών πνευμάτων της προσευχής του. Αυτές μας τοποθετούν ενώπιον δύο εικόνων: η μία είναι του διεφθαρμένου από την αμαρτία ανθρώπου και η άλλη του αναγεννημένου με την μετάνοια και τις αρετές ανθρώπου. Η πρώτη είναι αμαρτωλή κατάσταση, στην οποία βρισκόμαστε και παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει, και η δεύτερη είναι η πνευματική κατάσταση, την οποία επιδιώκουμε δια της προσευχής να μας χαρίσει ο Θεός.
Το τρίτο μέρος της προσευχής του αγίου Εφραίμ είναι: «Ναι, Κύριε Βασιλεύ, χάρισαί μοι του οράν τά εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου...». Αυτή αποτελεί μία ανακεφαλαίωση των αιτημάτων του δεύτερου μέρους της προσευχής. Πράγματι, η συναίσθηση των προσωπικών μας παραπτωμάτων είναι μια μορφή ταπείνωσης, διότι ο ταπεινός φροντίζει κυρίως για την αληθινή μετάνοιά του, και όποιος ενδιαφέρεται για την σωτηρία του, έχει αρκετό έργο να κάνει στον αγρό της ψυχής του. «Είναι μια τρέλα, λέγουν οι άγιοι Πατέρες μας, να αφήνει κάποιος τον δικό του νεκρό και να πηγαίνει να κλαύσει άλλον».  Έτσι λοιπόν, το «μη κατακρίνεις» τον πλησίον είναι ένα σημείον αγάπης, η οποία «μακροθυμεί, χρηστεύεται, ουκ ασχημονεί, ου λογίζεται το κακόν…» (Α΄ Κορ.13,4).
Είναι αλήθεια, ότι ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τις πραγματικές αιτίες των αμαρτημάτων μας. Είναι άραγε από σωματική αδυναμία, από πόλεμο του διαβόλου,  είναι δοκιμασία και παραχώρηση εκ Θεού; Οι άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να φυλαγόμαστε από την κατάκριση των άλλων και να τα αφήνουμε όλα στην κρίση του Θεού, ο οποίος γνωρίζει τα απόκρυφα.
Οι δύο μεγάλες αρετές που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν η μία την άλλη, τις οποίες ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ονομάζει αγιασμένη δυάδα, είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Η πρώτη υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει να πέσουν (Λόγος 25, 36). Με αυτές τις αρετές ο άνθρωπος φθάνει στην ομοίωση με τον Χριστό, ο οποίος μας αγάπησε με μια άπειρη αγάπη και ταπεινώθηκε για χάρη μας μέχρι θανάτου.
Μετά την απαγγελία της προσευχής με τις τρεις μετάνοιες, ακολουθούν δώδεκα προσκυνητές. Σε κάθε μία απ’ αυτές λέμε μυστικά τους επόμενους τέσσερις στίχους, που επαναλαμβάνονται ανά τρεις φορές:
1. Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
2. Ο Θεός καθάρισόν με τον αμαρτωλόν.
3. Ο Θεός, ο πλάσας με, σώσον με, και
4. Κύριε σύγχώρησον μοι, ημάρτηκα αμέτρως.
Ο πρώτος στίχος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσευχή του Τελώνου ο οποίος αφού στάθηκε λίγο μακριά, κτυπούσε τα στήθη του και έλεγε: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13). Είναι μία ικεσία γεμάτη από μετάνοια, η οποία εξύψωσε τον ταπεινό Τελώνη σε ασύγκριτο βαθμό υψηλότερα από τον υπερήφανο Φαρισαίο. Τον εξύψωσε διότι συναισθάνθηκε τα αμαρτήματά του, ταπεινώθηκε και δεν τόλμησε να ζητήσει τίποτε άλλο, παρά μόνο το έλεος του Θεού. Έτσι, κατά τον λόγο του Κυρίου, αυτός που ταπεινώθηκε, υπερυψώθηκε.
Στον δεύτερο στίχο διακρίνουμε καθαρά την προσευχή του λεπρού ο οποίος, βλέποντας τον Ιησού, έπεσε μπροστά του στο έδαφος και Τον παρεκάλεσε λέγοντας: «Κύριε, ει θέλεις δύνασαί με καθαρίσαι» (Λουκ. 5,12). Ακαθαρσία δεν είναι μόνο μία παράβαση της θείας εντολής, αλλά και ένας μικρός ψυχικός μολυσμός, γι’ αυτό και ο διάβολος, ο αρχηγός και το όργανο της αμαρτίας, ονομάζεται ακάθαρτος. Η αμαρτία λοιπόν, είναι μια λέπρα που καταδυναστεύει κυριολεκτικά τον άνθρωπο. Σε ποιον να προστρέξει, εάν όχι στον ιατρό και θεράποντα κάθε ασθενείας; «Κύριε, μόνο εσύ, εάν θέλεις μπορείς να καθαρίσεις εμένα τον αμαρτωλό!». Και ο Ιησούς απαντά: «Ναι, θέλω να καθαριστείς» (Λουκ. 5,13). 
Ο τρίτος στίχος μας υπενθυμίζει την προσευχή του ψαλμωδού: «Αι χειρές σου εποίησάν με και έπλασάν με...» (Ψαλμ. 118, 73). Είναι αλήθεια, αναγνωρίζω ότι είμαι αμαρτωλός, γεμάτος από την λέπρα της αμαρτίας, αλλά δεν σήκωσα τα χέρια μου σε ξένους Θεούς, δεν ξεχνώ ότι είμαι πλάσμα του αληθινού Θεού και προστρέχω σ’ Αυτόν που με δημιούργησε και μπορεί να με σώσει: «Συ γαρ ει ο Θεός ημών και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών Σου και όνομά σου επικεκλήμεθα». Εκτός από Σένα δεν γνωρίζω άλλον, είμαι δικός σου, σώσον με, Εσύ που μ’ έπλασες·  Θεέ μου, σώσον με!
Ο τέταρτος και τελευταίος στίχος πηγαίνει ακόμη μακρύτερα: Όχι μόνον αμάρτησα, αλλά οι αμαρτίες μου είναι πλήθος αμέτρητο. «Ουδείς εκ των ζώντων δίκαιος ενώπιόν Σου» (Ψαλμ. 142), λέγει ο ψαλμωδός, ενώ οι Πατέρες λέγουν ότι, εάν και μία μόνον ώρα ζήσει ο άνθρωπος επί της γης, πάλι θα αμαρτήσει. Ολόκληρη η ζωή μας είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα αμαρτιών και παραβάσεων των θείων εντολών. Γι’ αυτό ο Σωτήρ μεταξύ των πλέον αναγκαίων πνευματικών μας αιτημάτων, μας διδάσκει την εκζήτηση της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας. «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών». Όπως έχουμε ανάγκη από τον επιούσιο άρτο, τον οποίο ζητάμε έτσι έχουμε ανάγκη απ’ αυτή την άφεση των αμαρτιών μας. Να ζητάμε συγχώρηση, αφού συγχωρούμε κι εμείς τον πλησίον μας και έχουμε την μετάνοια του Ασώτου Υιού: «Ήμαρτον, Κύριε, εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» (Λουκ. 15,21). Επίσης να λέμε με συντριβή καρδίας: «Αμέτρητες φορές αμάρτησα και λυπάμαι, Κύριε, διότι σε παρώργισα· μετανοώ και Σε παρακαλώ συγχώρησέ με».
Παρατηρούμε ότι αυτοί οι τέσσερις στίχοι προκαλούν δύο αισθήματα. Το πρώτο είναι η ενοχή της συνειδήσεως για τις γενόμενες αμαρτίες: είμαι αμαρτωλός, πληγωμένος από τα πάθη μου, αναρίθμητες φορές έσφαλα· ενώ το δεύτερο είναι η εμπιστοσύνη στο έλεος και την φιλανθρωπία του Θεού: ελέησόν με, καθάρισόν με, συγχώρησόν με! Είναι δύο ψυχικές καταστάσεις, του φόβου και της ελπίδας για τις οποίες λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι πρέπει πάντοτε να συνοδεύουν τον άνθρωπο στην οδό της σωτηρίας. Αυτά τα συναισθήματα του φόβου και της ελπίδας ανόρθωσαν ψυχικά τον Τελώνη, επανέφεραν τον Άσωτο Υιό στο πατρικό σπίτι, άνοιξαν τις πύλες του παραδείσου στον ληστή. Οι στίχοι αυτοί επαναλαμβάνονται από τρεις φορές ο καθένας, διότι τους απευθύνουμε στον Τριαδικό Θεό. Στον Πατέρα, ο οποίος μας έπλασε, στον Υιό, ο οποίος  μας χάρισε την συγχώρηση δια του εκουσίου σταυρικού Του θανάτου, και στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας καθαρίζει από παντός μολυσμού. Λέγονται από τρεις φορές, για να εκφράσουν την σταθερότητα και την αποφασιστική συναρμόνιση των τριών πνευματικών δυνάμεων, δηλαδή του θυμικού, του επιθυμητικού και του λογιστικού, προς την οδό της σωτηρίας.
Αυτοί οι στίχοι λέγονται μυστικά, καθένας τους λέγει για τον εαυτό του, επειδή και η μετάνοια και διόρθωση είναι έργα προσωπικά, τα οποία γίνονται μυστικά στην καρδιά του καθενός.
Μετά τις δώδεκα προσκυνητές μετάνοιες ο ιερεύς ως επισφράγισμα απαγγέλλει μία φορά την προσευχή του τρίτου μέρους και την κλείνει με μία εδαφιαία μετάνοια.
Ρίχνοντας τώρα μία ματιά σ’ όλο το τυπικό αυτής της προσευχής του αγίου Εφραίμ, τι παρατηρούμε; Κατ’ αρχήν βλέπουμε στην μορφή του εμπαθούς ανθρώπου αυτά τα τέσσερα πάθη και παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει απ’ αυτά· βλέπουμε κατόπιν την εικόνα του αναγεννημένου ανθρώπου με τις τέσσερις αρετές και ζητάμε να μας τις χαρίσει, για να προοδεύσουμε σ’ αυτή την οδό. Μετά απ’ αυτά επιμένουμε στην μυστική προσευχή ταπεινούμενοι για τις αδυναμίες και αμαρτίες μας και έχοντας μεγάλη ελπίδα στην δύναμη και στη βοήθεια του Θεού. Όλα αυτά τα συναισθήματα τα συνοδεύουμε με μετάνοια και προσκυνητές μετάνοιες. Τι σημαίνει άραγε όλη αυτή η λειτουργία της προσευχής;
Η σωματική μετάνοια, η κλίσης της κεφαλής μέχρι του εδάφους, είναι το ορατό σημείο της μετάνοιας. Με την συμμετοχή του σώματος ομολογούμε την πτώση μας στην αμαρτία, στην κατάσταση που βρισκόμαστε, ενώ με την έγερση από το έδαφος, εκδηλώνουμε τον πόθο μας για την λύτρωση από την αμαρτία και την ψυχική μας μεταμόρφωση. Αλλά και η λέξη «μετάνοια» με την αρχική της έννοια αυτό σημαίνει: την μεταλλαγή, την αλλοίωση και αναγέννηση του νου. Το έργο της μεταβολής του παλαιού ανθρώπου σε νέο και πνευματικό τελειούται με την μετάνοια.
Ιδού ποιο θαυμαστό έργο περιέχεται σ’ αυτή την πρακτική εξάσκηση της προσευχής του αγίου Εφραίμ, που συνοδεύεται και με μετάνοιες. Αυτό που λέγουμε με το στόμα στην προσευχή, το φανερώνουμε συγχρόνως και με το σώμα. Αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας στην οποία βρισκόμαστε  και πέφτουμε με ταπείνωση στην γη, αλλά σηκωνόμαστε αμέσως δείχνοντας έτσι την σταθερά επιθυμία της ψυχικής μας αναπλάσεως.
Αυτό εδώ είναι περισσότερο από προσευχή, είναι το ίδιο το έργο της μετανοίας, το οποίο μεταμορφώνει και ανακαινίζει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Είναι μια πραγματική εσωτερική αλλαγή, η οποία μας μεταφέρει τον νου στην ευχαριστιακή μεταβολή των Θείων Δώρων επί της Αγίας Τράπεζας. Διότι, όπως στην Θεία Λειτουργία με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος υπό του ιερέως, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, έτσι ακριβώς και εδώ, με την προσευχή του ιερέως που ζητά τις δωρεές του θείου Πνεύματος - τα τέσσερα πνεύματα της προσευχής - ο εμπαθής γίνεται  άνθρωπος θεωμένος και θεοειδής. Εδώ η προσευχή του αγίου Εφραίμ είναι η επίκληση για την λειτουργία της μετανοίας. (Με τον όρο λειτουργία της μετανοίας εννοείται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί μέσα μας η μετάνοια.) Και καθώς η ευχαριστιακή επίκληση είναι η προσευχή την οποία ο Θεός εκπληρώνει αμέσως, μεταβάλλοντας τα προσφερόμενα δώρα, έτσι ακριβώς και η προσευχή της μετανοίας, η ικεσία προς τον Θεό με ταπείνωση, συντριβή και πίστη εισακούεται και εκπληρώνεται αμέσως. Αυτό μας το πιστοποιεί το ιερό Ευαγγέλιο. Ο Τελώνης στέναξε λέγοντας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και αμέσως δικαιώθηκε, ο ληστής επί του σταυρού έκραξε: «Μνήσθητί μου, Κύριε», και αμέσως άκουσε το «Σήμερον έση μετ’ εμού εν τω παραδείσω!».
Ιδού λοιπόν ότι οι αγώνες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι λειτουργία της μετανοίας, κατά την οποία προσφέρουμε ως θυσία την ίδια την ύπαρξη μας. Ο Θεός δέχεται αυτή τη θυσία της υπάρξεώς μας, την οποία θεραπεύει και πνευματοποιεί.
Η αναγέννησις του ανθρώπου, η οντολογική του μεταμόρφωσις δεν γίνεται σε τέλειο βαθμό απότομα, αλλά σταδιακά, και η λειτουργία της μετανοίας επαναλαμβάνεται πολλές φορές την ημέρα, εκ των οποίων η κάθε μία είναι και ένα βήμα προς την πληρότητα της θείας χάριτος, ένα ακόμη σκαλί προς την τελειότητα.
Εάν η ευχαριστιακή Λειτουργία είναι έκφρασις της αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, η λειτουργία της μετανοίας είναι  η απάντησις του ανθρώπου σ’ αυτήν την αγάπη, αφού με πλήρη εμπιστοσύνη και ταπείνωση αντιπροσφέρει συνολικά τα δώρα του στα χέρια του Θεού. Δεν είναι εδώ μια απλή ομοιότης. Την ύπαρξη και εκτέλεση της λειτουργίας της μετανοίας την μαρτυρεί η ίδια η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας.
Είναι γνωστό, ότι κατά την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο ίδιο ιερό Βήμα δεν γίνονται δύο Λειτουργίες την ίδια ημέρα. Έτσι βλέπουμε ότι όλες της ημέρες της Αγίας Τεσσαρακοστής, όταν τελείται η ακολουθία της μετανοίας, δεν τελείται η ευχαριστιακή Λειτουργία των Τιμίων Δώρων. Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, ως γνωστόν, δεν είναι πλήρης Λειτουργία, αλλά μια ιερά Ακολουθία για την συχνότερη συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία με προηγιασμένο Άρτο.
Η κατακλείς της προσευχής του αγίου Εφραίμ με τις ύψιστες έννοιες για την πνευματική τελειότητα, την ταπείνωση και αγάπη κάτι ακόμη έχει να μας ειπεί: ότι ο άνθρωπος, αν και καθαρίστηκε από την αμαρτία και αναγεννήθηκε με την μετάνοια, δεν παραμένει αμέριμνος, αλλά αγωνίζεται να προοδεύσει από δυνάμεως εις δύναμιν, μέχρις ότου να φθάσει στα μέτρα του τελείου εν Χριστώ Ιησού ανθρώπου. Η μετάνοια μας ανοίγει την ατελεύτητη οδό της θεώσεως.

Ο μυστηριώδης επισκέπτης




Διήγημα του π. Ιγνατίου Ι. Παπασπηλιώπουλου.
 Αναδημοσίευση από το περιοδικό
«Ακτίνες» Ιουνίου 1996



 Εις την υπήνεμον φάραγγα, την σχηματιζομένην μεταξύ των δύο άντικρυς υψουμένων λοφίσκων, εγγύς των υπωρειών του υπερκειμένου όπισθεν φαλακρού υψώματος, ένθα τα λείψανα του παλαιού κάστρου, εκείτο εξοχικός τις ναΐσκος μετά τινών κατηρειπωμένων προσκτισμάτων, περιβαλλόμενος υπό σεσαθρωμένου μανδρότοιχου. Τα παμπάλαια ταύτα κατάλοιπα, διαλαμψάσης ποτέ ανδρώας Μονής, ανθιστάμενα εις την ροήν του χρόνου, ώρθουν θαρραλέως το βραχύ αυτών ανάστημα επί αιώνας. Και εκδιηγούντο την ιστορίαν των εις την ερημίαν, ήτις σιωπώσα έδιδε την ευκαιρίαν εις τον σπάνιον επισκέπτην της όπως την ενωτισθή και αυτός, πλουτίζων τας γνώσεις του. Εκ του μακρόθεν, ο ναΐσκος ούτος, μετά των σωζομένων προσκτισμάτων του ορώμενος, ενεθύμιζε βρέφος καθεύδον εις μητρικήν αγκάλην. Οι σε περιβάλλοντες αυτόν υλώδεις εκ σχοίνων και μύρτων λοφίσκοι, ως ωλέναι βρεφοκρατούσης το τέκνον της μετά στοργής και τρυφερότητος.
Ο ναΐσκος ούτος, απολησμονημένος υπό πάντων, έζη λανθανόντως ως εν χειμερία νάρκη ευρισκόμενος. Ήρχισε δε αφυπνιζόμενος  και επανερχόμενος ολίγον κατ’ ολίγον εις την ενεργόν ζωήν, αφ’ ότου ανέλαβε να τον αναστήση ως νέον τετραήμερον Λάζαρον, ο συνώνυμος του πατήρ Λάζαρος ο εκ της πλησίον κειμένης κώμης φέρων και το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου, καίτοι προερχόμενος εκ του εγγάμου κλήρου. Έλαβε δε τούτο περισσότερον ως ηθικήν υποστήριξιν ή αμοιβήν μετά την πρόωρη χηρείαν του. Ούτως εστερήθη της συλλειτουργού πρεσβυτέρας του το πέμπτον από της χειροτονίας του έτος, μη καταλιπούσης αυτώ την παράκλησιν αλλά και την μέριμναν τέκνου τινός ως ούσα στείρα. Έκτοτε ούτος εβίωνε τον μοναχικόν βίον εν τω κόσμω, σχολάζων ανελλιπώς εις τας ιεράς ακολουθίας, την μελέτην και την ιεράν εξομολόγησιν. Επισκευάσας εξ ιδίων και τη συνδρομή και βοηθεία ευσεβών τινων κατοίκων της κώμης τον ναΐσκον, ήρχισε να τον λειτουργή κατ’ αρχήν την ημέραν της μνήμης του και εκτάκτως ότε τούτο εζητείτο υπό τινων χριστιανών. Αργότερον συνήθιζε να διαμένη περιοδικώς εκεί αφού ανεστήλωσεν ολίγον κατ’ ολίγον και το μερικώς διατηρούμενον μέρος των προσκτισμάτων. Κατοικήσας μονίμως πλέον αυτό διήγε μονήρη βίον, ευρών εκείσε την παράκλησιν και την γαλήνην, εγγύς της μητρός φύσεως, «ενώπιος ενωπίω» του κτίσαντος αυτήν. Τους πρώτους χρόνους διέμενεν εν αυτώ από των αρχών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής του Πάσχα έως τας αρχάς του Σαρανταημέρου των Χριστουγέννων. Δοθέντος κατ’ όρθρον υπό των δυόντων Πλειάδων του μηνύματος περί του επερχομένου χειμώνος, κατά την λαϊκήν αντίληψιν, κατήρχετο εις την κώμην όπως παραχειμάσει πλησίον των επιζώντων γονέων της εκλειπούσης συζύγου του. Ότε δε ανεχώρησαν και ούτοι προς συνάντησιν της πολυκλαύστου θυγατρός των, εγκατεστάθη μονίμως και δι’ όλου του έτους εις την ερημίαν εκείνην ην δεν αντήλλασεν, όπως έλεγεν, ουδέ με τα μυθώδη ανάκτορα του Σαρδανάπαλου. Εκεί ορών «εν εσόπτρω» τον ποιητήν του ουρανού και της γης, συνέψαλλεν συνδοξάζων νυχθημερόν αυτόν μετά των πολυπληθών αηδόνων, των κοσσύφων και των φιλοπαιγμόνων στρουθίων των «ευρόντων εαυτοίς οικίαν» εις τας εξωτερικάς οπάς του ναΐσκου και τους γρύλλους και τα νυκτόβια πτηνά εν τη εκτελέσει της συμφωνίας της ασκητικής χαρμολύπης. Συνανεστρέφετο δε λίαν ευχαρίστως τους αγαθοτάτους αιπόλους και ποιμένας οίτινες απομονωμένοι της κοινωνίας των ανθρώπων ανεζήτουν εν αυτώ την ανθρώπινην παρουσίαν και αναστροφήν. Ασμένως δε ήκουον τας γλαφυράς βιβλικάς διηγήσεις του και ενηχούντο την διδαχήν του ερημίτου προφήτου οικοδομούμενοι και παραμυθούμενοι.
Ο ναΐσκος επανηγύριζεν εξοχικήν πανήγυριν το Σάββατον του Λαζάρου. Όρθρου βαθέως, προσήρχοντο οι προσκυνηταί μετά των οικογενειών των και των υποζυγίων των εμφόρτων εμψύχου και αψύχου φορτίου. Το μεν εξ άρτι ζυμωθέντων σιτίνων άρτων, πλακούντων εν ελαίω εψημένων και ποικίλων άλλων νηστισίμων παρασκευασμάτων ων η γυναικεία τέχνη εφευρίσκει, έτι δε και οίνου αφθόνου, το δε εκ τρυφερών τεκναρίων κατά προτίμηση αρρένων «ως υπερεχόντων», άτινα εκαθέζοντο «μεσογόμι». Τινά εκ των υποζυγίων θα επέστρεφον περί την δείλην κατάφορτα μέχρις ώτων εκ κλάδων βαΐων. Ταύτα απέκοπτον αναρριχώμενοι ως αίλουροι επί των δύο φυλλομανών αειθαλών δαφνών του περιβόλου του ναΐσκου έφηβοι, εις ων το άνω χείλος υπέφωσκεν ήδη ο πρώτος μύσταξ. Εις τούτο επροθυμοποιούντο συναγωνιζόμενοι μάλιστα άπαντας, τούτο μεν παίζοντες τούτο δε επιδεικνύοντες την ανατέλλουσαν ανδροπρέπειαν των εις τα συλλέγοντα τους καταπίπτοντας κάτωθεν αυτών κλάδους συνομήλικα κοράσια. Τα κομιζόμενα εις των κώμην φορτία θα διενέμοντο εις τους τρείς ενοριακούς ναούς αυτής και είτα κοπτόμενα εις λεπτότερους κλαδίσκους θα ευλογούντο εις τον όρθρον της επομένης διανεμόμενα εις τους πιστούς, όπως υποδεχθώσι και ούτοι «ωσεί παίδες» τον αναστήσαντα τον πανηγυρίζοντα άγιον των. Πολλαί των προσκυνητριών, αι νεώτεραι, αι ευχερέστερον περιπατούσαι και κόπτουσαι, έφερον μεθ’ εαυτόν τα κάνιστρά των και τα μικρά των δισάκια προς συλλογήν αγρίων λαχάνων και κοχλιών ακόμη, εάν τας ορθρινάς ώρας είχε επέλθη λεπτός υετός, γνωρίζουσαι ότι θα εξήρχοντο ούτοι προς βοσκήν κρυπτόμενοι άμα τη εξόδω του ηλίου εκ των νεφών. Ουκ ολίγοι δε των ανδρών επεσκέπτοντο και τας μάνδρας των γειτονικών ποιμνίων όπως προμηθευθώσι τον πασχάλιον αμνόν κατόπιν προσεκτικής επιλογής και με τον σχετικόν «σκόντον». Τούτον ωδήγουν, επιστρέφοντες εις την κώμην «προ εξ ημερών του Πάσχα»  εις τους οίκους των «ως πρόβατον άφωνον επί σφαγήν». Και θα ετύγχανε μεν ιεροσολυμητικής υποδοχής αλλά θα είχεν εν τέλει την τύχην του αναστήσαντος τον Λάζαρον.
Λίαν πρωί της Εορτής ήρχιζεν η προσέλευσις των πανηγυριστών, ενώ «σκοτίας έτι ούσης» κατέφθανεν ασθμαίνων εκ της οδοιπορίας ο γεγηρακώς πλέον ιεροψάλτης του Μητροπολιτικού ναού της κώμης, όστις επ’ ουδενί παρέδιδε τα σκήπτρα εις τον συμψάλλοντα κατ’ αντιφωνίαν διάδοχόν του, καίτοι κυρταύχη πλέον, βαρήκοος και βραχνόφωνος. Η φωνή του ήτις μετά προσπαθείας εξήρχετο των στέρνων του συνηχείτω μετά της κλαγγής του αρρωγότος κώδωνος του ναΐσκου, δείγμα του γήρατος αμφοτέρων. Δεν ήθελεν επ’ ουδενί ο ευλογημένος όπως αποδεχθή ότι και αυτός εγήρασεν. Εξ άλλου ο ιερεύς ήτο και αρκούντος γενναιόδωρος περί την αμοιβήν του ιεροψάλτου του ένεκα της πανηγύρεως. Συνηλικιώτης του δε περίπου, ήτο και επιεικής προς αυτόν διά την απόδοσίν του. Προς τούτοις συνεδέετο άλλωστε και μετά τινος συγγενείας εξ αγχιστείας μετ’ αυτού.
Τα δύο τελευταία έτη ολίγον μετά την έναρξιν του Όρθρου, προσήρχετο εμβαίνων εκ της νοτίας θύρας του Ι. Βήματος και άγνωστος τις νέος ρασοφόρος κανονικού αναστήματος με υπόξανθον βραχύν πώγωνα και φωτεινόν πρόσωπον. Ούτος παρηκολούθει την θείαν λειτουργίαν σιωπηλός, εκτελών καθήκοντα υποδιακόνου εν τω ιερώ βήματι. Οι εγγύτερον προς το Άγιον Βήμα ιστάμενοι και διακρίνοντες αυτόν υπέθετον ότι θα ήτο διερχόμενος τις εκ μακράς διακονίας εν τω κόσμω μοναχός, όστις επέστρεφεν εν τη Μονή της μετανοίας του δια τας αγίας ημέρας των εορτών και το δρομολόγιον τον είχε οδηγήσει εκεί. Ούτος με το «Δι’ ευχών» απήρχετω ως ήλθεν. Ερωτηθείς ο ιερεύς υπό τινος, ηπήντησεν αυτώ αορίστως πως. Το τρίτον κατά σειράν έτος συνέβη όλως αιφνιδίως περί τα εξημερώματα της Εορτής να ασθενήση ο γέρων ιεροψάλτης και να μην προσέλθη εγκαίρως εις τον ναΐσκον, μη δυνηθείς και να μηνύσει το συμβάν εις τον ιερέα. Ούτος ηναγκάσθη «να βάλη Ευλογητόν» και είπη μόνος του τα προκαταρτικά. Αρχόμενος του εξαψάλμου, αντί του κωλυομένου ψάλτου του εδέχθη την επίσκεψιν ως συνήθως του μυστηριώδους επισκέπτου του όστις και ανέλαβεν το αναλόγιον. Η κατάπληξις των παρευρισκομένων πιστών εκ της διαυγείας και μελωδικότητος της φωνής του ήτο απερίγραπτος. Δι’ όλου του Όρθρου και της θείας λειτουργίας παρέμειναν όρθιοι εις τας θέσεις των μη καθίσαντες ουδαμώς ουδέ κουφίσαντες τον πόδα. Παραδόξως δε τον ηκολούθει εις τα «ειρηνικά» και τας «εκφωνήσεις» ο ιερεύς, ενθυμίζων εις τους γνωρίσαντας ποτέ αυτόν, τον καλλιφωνότατον λειτουργόν της νεοτητός του. Ότε δε ήρχισεν ο άγνωστος ιεροψάλτης να ψάλλη «Την αγνήν ενδόξως τιμήσωμεν» ψαλλόμενον εις την θέσιν του «την τιμιωτέραν» εις το «Άξιον εστίν», θα ενόμιζε τις ότι περιήλθον όλοι εις ουράνιαν έκστασιν. Ως και αι λαλίσταται ηδυμέλπως αηδόνες πέριξ του ναού και ακουόμεναι εντός αυτού, εσίγησαν ωσεί ακροώμεναι και αύται το εξαίσιον μέλος! Οι πιστοί παρέμεινον εις τας θέσεις των και μετά την Απόλυσιν, αναγκασθέντος του ιερέως να τους παρακινήσει όπως λάβωσι αντίδωρον. Εις μάτην ανεζήτησαν πολλοί όπως ίδωσι και συγχαρώσι τον ξένον. Είχεν πάραυτα απέλθει. Εν εκ των παιδαρίων άτινα φοιτώσι παρά τοις λειτουργοίς ένδον του Βήματος διακονούντα αυτούς, εβεβαίου κατόπιν τους γονείς του ότι άμα τη εισόδω του ιερέως εις το Ιερόν Βήμα όπως λάβη το κάνιστρον μετά του αντιδώρου, αντήλλαξεν ασπασμόν μετά του ξένου επισκέπτου όστις είπεν αυτώ χαμηλοφώνος: «πάτερ σε αναμένομεν μετά χαράς». Και πάραυτα εχάθη χωρίς να ανοίξη καν η θύρα του Ιερού.
Την Μεγάλην Πέμπτην του έτους εκείνου ο παπά-Λάζαρος ηδιαθέτησεν. Παρά ταύτα δεν παρέμεινεν κλινήρης υποχρεωμένος ων ίνα τελέση απάσας τας ιεράς Ακολουθίας χάριν του απλού ποιμνίου του. Το Μέγα Σάββατον ελειτούργησε μετά κόπου και μετέλαβεν τους ολίγους πιστούς. Μετά την κατάλυσιν υπ’ αυτού του εναπομείναντος πληρώματος του Αγίου Ποτηρίου εμπλησθείς «χαράς και ευφροσύνης» ως ηύξατο προ της Ιεράς Προθέσεως δια της ακροτελευτίου μυστικής ευχής, ουδαμώς ησθάνετο την ανάγκην όπως φάγη ή πίη τι παρά την επιμονήν ευσεβών τινων γυναικών αίτινες ητοίμασαν αυτώ ως εσυνήθιζον νηστήσιμον πρόγευμα διά τον ιερέα των. Ηρκέσθη  εις το επουράνιον εκείνο ακράτισμα και ουδέν τι γήινον επεθύμει. Κατόπιν δε φορτικής επιμονής των εγεύθη ημίσεως διπύρου όπερ ενεβάπτισεν εις το προσφερθέν αυτώ φασκόμηλον. Εφαίνετο δε μη μετέχων της συζητήσεως ήτις ηκολούθησεν ως άλλοτε αλλ’ ως εξεστηκώς. Ασπασάμενος μετ’ ολίγον την ομήγυριν απεσύρθη εις το κελλίον του.
Την μεσημβρίαν της ημέρας εκείνης, ως φαίνεται, απέστη των γήινων. Την πληροφορίαν έφερεν εις την κώμην νεαρός ποιμήν όστις τον επεσκέφθη ενωρίς το απόγευμα δια να τον φιλεύση ολίγον αρτίπηκτον άναλον τυρόν διά το Πάσχα. Τον εύρεν μετά τινα αναζήτησιν άπνουν και με εσταυρωμένας τας χείρας επί της κλίνης του. Εβεβαίου δε ότι είδεν το πρόσωπον αυτού λαμπρόν ωσεί πρόσωπον αγγέλου! Οι προστρέξαντες πρώτον εκ της κώμης εφρόντισαν τα εξόδια αυτού. Το επόμενον έτος καθ’ ο ελειτουργείτο ο ναΐσκος την ημέραν της εορτής του κατά το παλαιόν ειωθός, υπό τινος νέου εφημερίου της κώμης, ο καλλικέλαδος ανώνυμος επισκέπτης δεν έκαμεν την εμφάνισίν του. Αλλ’ ούτε και ο γέρων πρωτοψάλτης, ακολουθήσας τον φίλτατον Γέροντά του εις την αγήρων ζωήν.
Ερωτηθείς ο Μητροπολίτης της Επαρχίας όστις υπερηγάπα και ετίμα τον μεταστάντα Γέροντα, υπό τινος πνευματικού του τέκνου κατά το ετήσιον μνημόσυνον αυτού, περί του μυστηριώδους επισκέπτου εάν γνώριζε τι, σύννους γενόμενος υπήντησεν αυτώ: «Τέκνον μου, οι άγιοι άγγελοι συλλειτουργούσι μετά των ευσεβών ιερέων».
Και ποιήσας το σημείον του σταυρού εψιθύρισεν: «Ας έχομεν την ευχήν του μακαριστού νεωτέρου φίλου του Χριστού».

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

Περί απελπισίας




Από το βιβλίο «Ο Γέροντας Παΐσιος Ολάρου»  των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη»



Τι είναι η απελπισία; Η απελπισία είναι η μεγαλύτερη αμαρτία. Σου λέγει «εγώ δεν μπορώ να σωθώ  και μάταια προσεύχομαι». Όχι. Εσύ να λέγεις τα εξής: «Από πού προήλθε αυτός ο λογισμός; Όχι δεν είναι σωστός. Εγώ, με την βοήθεια της Μητερούλας του Κυρίου μου, ελπίζω να σωθώ». Η θύρα του Παραδείσου είναι ανοικτή, παιδιά μου, για όλους μας. Μόνο εμείς αρκεί να θέλουμε να μπούμε μέσα. Ο Θεός δεν υποχρεώνει κανέναν. Ενίοτε σπρώχνει κάποιον με την βία, στέλνοντας του μια αρρώστια, μια συμφορά, αλλά τον ενάρετο άνθρωπο τον αγαπά ο Θεός.
Κάπου είναι γραμμένο: «Κάθε αμαρτία είναι συγχωρεμένη, αλλά η αμαρτία κατά του αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται στον αιώνα»… Μετά από αυτό τι σου λέγει ο λογισμός σου; Όχι! Είναι βλασφημία του νοητού εχθρού. Ο διάβολος τα κάνει αυτά. Σου φέρνει λογισμούς βλασφημίας, για να σε οδηγήσει στην απελπισία και κατόπιν να σου υπενθυμίσει ότι η βλασφημία είναι εναντίον του αγίου Πνεύματος και ουδέποτε συγχωρείται. Όχι, παιδιά μου, αυτή η σκέψις είναι του διαβόλου. Εσείς όμως ελάτε στον Πνευματικό και πέστε του τι λογισμός ήλθε στο νου σας: «Πάτερ, έχω λογισμούς βλασφημίας, έχω ανήθικους λογισμούς για την Κυρία Θεοτόκο, για τον Δεσπότη μας Χριστό, για τις Εικόνες, για τους μοναχούς, για τους ιερείς...». Οι λογισμοί πρέπει να αποκαλύπτονται στον Πνευματικό ενωρίς. Τι σου κάνει η απελπισία; Έλα σου λέγει, να σε σηκώσω ψηλά. Η εξομολόγησις είναι το δεύτερο βάπτισμα. Με το μυστήριο της Εξομολογήσεως σηκώνεσαι ψηλότερα απ’ αυτούς τους λογισμούς. Και πάντοτε να κάνεις το ίδιο πράγμα: Όταν πέφτεις να σηκώνεσαι… Μην αφήνεις την ψυχή σου να προσβάλλεται από τους λογισμούς της απελπισίας.
Πως λέγεις ότι δεν αγαπάς τον Θεό; Αυτοί είναι λογισμοί του διαβόλου… Κλείσε το στόμα σου. Πως δεν πιστεύεις; Ποιος σε έφερε εδώ στο μοναστήρι; Γιατί υπακούεις σ’ αυτά που σου λέει ο νοητός εχθρός; Γιατί πιστεύεις ότι δεν θα σωθείς; Όχι παιδί μου… Άφησε όλη την ελπίδα σου στην Κυρία Θεοτόκο και Αυτή θα μας σώσει όλους δωρεάν.
Εάν ημπορούσαμε να τα κάνουμε όλα, σίγουρα θα υπερηφανευόμασταν· αλλά αυτό είναι πολύ κακό… Έχουμε νοερά προσευχή; Κάνουμε ελεημοσύνη;… Αλλά όταν βλέπεις ότι δεν ημπορείς να τα κάνεις όλα, ταπεινώσου. Η δύναμις του Θεού, όπως λέγει η Γραφή, αποτελειώνεται μέσα στις αδυναμίες μας. Συ κάνε αυτό που εξαρτάται από τον εαυτόν σου. Προσευχήσου συχνά, εξομολογήσου, πήγαινε στην εκκλησία, κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων, με την άδεια του Πνευματικού σου… Και μη φοβάσαι ότι θα πας στην κόλαση. Την Τετάρτη και Παρασκευή νήστευε, κι αν πεινάσεις φάγε κάτι. Διάβασε κάποιο ψυχωφελές βιβλίο. Λέγε την ευχή του Ιησού και μη ξεχνάς και την Κυρία μας Θεοτόκο. Κάνε ότι ημπορείς για την σωτηρία σου…
Άϊντε, παιδί μου, ας βάλουμε κι εμείς από τώρα αρχή μετανοίας. Να ζούμε με την ελπίδα της αιωνίου ζωής. Εγώ, όταν ήμουν παιδί, η μανούλα μου μου έλεγε: «Νηστεύουμε τώρα, καλό μου παιδί, κι όταν τελειώσει η νηστεία, θα ιδείς κόκκινα αυγά, και τσουρέκια και ντολμαδάκια...». Κι έτσι κρατούσαμε τη νηστεία και περιμέναμε.
Τι δικαιώματα έχεις εσύ επάνω στη ζωή σου; Δεν έχεις κανένα δικαίωμα και καμιά εξουσία. Θεός φυλάξοι…

Για την χαρά

Να χαιρώμεθα και να ευχαριστούμε πάντοτε τον Πολυέλεο και Πανάγαθο Θεό μας για όλα, όσα μας χαρίζει, είτε αυτά ενίοτε μας λυπούν, είτε μας χαροποιούν την καρδιά.

Για τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες

Χωρίς θλίψεις και πειρασμούς δεν ημπορούμε να σωθούμε.
Μην ξεχνάς ότι ο Θεός αυτόν που αγαπά, τον δοκιμάζει για να Τον πλησιάσει περισσότερο.
Είμεθα υποχρεωμένοι να υποδεχώμεθα με αγάπη τις διάφορες δοκιμασίες μας και να ευχαριστούμε τον Θεό για όλα.
Οι πειρασμοί που έρχονται , έρχονται με παραχώρηση του θελήματος του Θεού, για δοκιμασία και για να μείνουμε παντοτινά στην οδό της ταπεινώσεως. Μόνον έτσι  γνωρίζουμε την αδυναμία μας και ζητάμε βοήθεια: «Κύριε, μη με εγκαταλείπεις στους πειρασμούς μου...». Άλλοτε έρχονται και χωρίς την θέληση μας, είτε από τις κακές επιθυμίες του σώματος μας, είτε από τον κόσμο, είτε και από τον διάβολο.
Να δοξάζουμε τον Θεό, διότι μας δοκιμάζει με διάφορους πειρασμούς εδώ σ’ αυτή τη γη. Διότι, εάν ζούμε εδώ ανενόχλητοι από πειρασμούς, δεν σωζόμεθα. Ότι είναι η φωτιά για τον χρυσό έτσι είναι οι πειρασμοί της ζωής για εμάς. Μας δυναμώνουν, μας αναθερμαίνουν τον ζήλο, μας επαυξάνουν την πίστη, μας ταπεινώνουν και μας διδάσκουν να προσευχόμεθα και να ζητάμε συμβουλές.
Όταν έρχονται και σε περικυκλώνουν οι πειρασμοί, να καταφεύγεις στην προσευχή. Να διαβάζεις την Παράκληση της Παναγίας, να προσκυνάς τον Τίμιο Σταυρό, να διαβάζεις ένα ή δύο καθίσματα από το Ψαλτήριο, και όταν περάσει ο πειρασμός και η ψυχή σου είναι ειρηνική, πήγαινε πάλι στο διακόνημά σου και ευχαρίστησε τον Θεό για να σε σκεπάζει στις ώρες της δοκιμασίας σου.
Μη ξεχνάμε ότι κάθε τόπος έχει τους πειρασμούς του και οπουδήποτε είμεθα χρειάζεται υπομονή και ευχαριστία.
Ενίοτε αναρωτιέμαι: Άραγε ο πόνος μου και ο πόνος κάθε ανθρώπου δεν είναι ένας αρραβώνας της αιωνίου ζωής; Διότι η κάθε θλίψις μας ταπεινώνει και μας διδάσκει να επικαλούμεθα θερμά την βοήθεια του Θεού.
Είναι ακόμη ένας τρόπος να μας εξετάσει ο Θεός κατά πόσο αντέχουμε για να μας δώσει αργότερα και κάποιο χάρισμα, που Εκείνος έχει στην άπειρη θεϊκή βούληση Του.

Για τη λύπη.



Μοναχού Αντιόχου, Λόγος 25ος.

Το να κυριεύεται κανείς από λύπη σε μη κατάλληλο καιρό προέρχεται από τον φθονερό δαίμονα. Για να αποσπάσει δηλαδή κατά κάποιο τρόπο το νου από τη διάθεσή του για προσευχή και να καταστήσει άκαρπο τον άνθρωπο, γι’ αυτό προκαλεί σ’ αυτόν την άκαιρη λύπη. Δεν πρέπει λοιπόν να αποδεχόμαστε αυτήν και να κυριευόμαστε από άκαιρη λύπη και να ολοκληρώνομε τη χαρά του εχθρού, αλλά μάλλον να απομακρυνόμαστε από την επιβουλή αυτή του αλάστορα, του δαίμονα της λύπης. Γιατί, όταν το πονηρό αυτό πνεύμα περιτυλίξει την ψυχή κάποιου και την σκοτίσει ολόκληρη, δεν την αφήνει να κάμνει τις προσευχές με προθυμία, ούτε να δείχνει υπομονή στην ωφέλεια που προέρχεται από τα ιερά αναγνώσματα, ούτε τον αφήνει να είναι πράος και να έρχεται σε επικοινωνία με τους αδελφούς, αλλά και δημιουργεί μίσος για την υπόσχεση που δώσαμε για να ασκήσομε αυτόν τον τρόπο ζωής,  και γενικά, αφού προκαλέσει η λύπη σύγχυση σε όλες τις σωτηριώδεις αποφάσεις της ψυχής την καθιστά σαν ανόητη και παράφρονη, εμποδίζοντας κάθε αγαθή επικοινωνία.  Και δεν επιτρέπει ούτε από τους γνήσιους φίλους να δέχεται λόγο συμβουλευτικό, ούτε τον αφήνει να δώσει σ’ αυτούς ειρηνική απάντηση, αλλά, αφού κατακυριεύσει ολόκληρη την ψυχή, τη  γεμίζει με πικρία και αηδία, και την πείθει να αποφεύγει τους ανθρώπους, επειδή τάχα έγιναν αίτιοι της ταραχής της. Γιατί δεν την αφήνει να κατανοήσει, ότι δεν έχει την αρρώστια εξωτερικά αλλά αποκείμενη μέσα στο βάθος της. Και τότε φανερώνεται, όταν, αφού έρθουν οι πειρασμοί, την καταστήσουν φανερή με την άσκηση.
    Η λύπη λοιπόν είναι σκυθρωπότητα της ψυχής, στόμα λιονταριού που καταπίνει με ευκολία τον λυπούμενο.  Η λύπη είναι σκουλήκι της καρδιάς, που κατατρώει τη μητέρα της που την γέννησε.  Ο μοναχός που είναι κυριευμένος από τη λύπη δεν νοιώθει τη γλυκειά γεύση του μελιού, όπως εκείνος που υποφέρει από σφοδρό πυρετό. Ο κυριευμένος από λύπη μοναχός δεν κινεί τον νου του προς θεωρία, ούτε αναπέμπει ποτέ καθαρή προσευχή στον Θεό. Εκείνος που νίκησε τα πάθη, νίκησε τη λύπη, νικημένος όμως από την ηδονή, δεν θα ξεφύγει από τα δεσμά της. Εκείνος που είναι κυριευμένος συνεχώς από λύπη και προσποιείται απάθεια, είναι όμοιος με κάποιον που είναι ασθενής  και υποκρίνεται ότι είναι υγιής. Όπως δηλαδή ο ασθενής γίνεται φανερός από το χρώμα του σώματος, έτσι οι κυριευμένος από πάθος γίνεται φανερός από τη λύπη. Εκείνος που αγαπά τον κόσμο, θα δοκιμάσει πολλές λύπες ενώ όποιος περιφρονεί τα όσα υπάρχουν μέσα σ’ αυτόν, θα δοκιμάζει διαρκώς ευφροσύνη. Και όπως το χωνευτήρι καθαρίζει το μη καθαρό ασήμι, έτσι η κατά Θεόν λύπη καθαρίζει την καρδιά που περιέπεσε σε αμαρτία. Είναι λοιπόν πάρα πολύ καλό και ωφέλιμο στην ψυχή το να υπομένει με δύναμη κάθε θλίψη, είτε προξενείται από τους ανθρώπους, είτε από τους δαίμονες, και να γνωρίζει με ακρίβεια, ότι είμαστε χρεώστες της καταπονήσεως. Πρέπει λοιπόν με προσευχή και υπομονή να αντισταθούμε στον δαίμονα αυτόν. Γιατί εκείνος που θέλει να νικήσει τους πειρασμούς χωρίς προσευχή και υπομονή, δεν θα τους απομακρύνει, αλλά θα εμπλακεί περισσότερο σ’ αυτούς.
     Και εμείς λοιπόν με υπομονή ας ψάλλομε μαζί με τον Δαβίδ «Γιατί είσαι περίλυπη, ψυχή μου, και γιατί με συνταράσσεις; Στήριξε την ελπίδα σου στον Θεό, γιατί θα ‘ρθεί η ημέρα που θα του αναπέμψω τις ευχαριστίες μου, αφού αυτός είναι η σωτηρία μου και ο Θεός μου».  Γιατί είναι αδύνατο χωρίς λύπη να ξεπεράσει τους πειρασμούς αυτός που βαδίζει τον δρόμο της ασκήσεως. Αλλά στη συνέχεια γεμίζουν με πολλή χαρά (μάλιστα εάν οπλίσουν καλά τον εαυτό τους με την προσευχή  και την υπομονή) και δάκρυα γλυκά και θεία νοήματα, όσοι καλλιέργησαν μέσα στις καρδιές τους τον πόνο και τη θλίψη. Καθόσον τα στεφάνια ακολουθούν τις θλίψεις των αθλητών. Γιατί, εάν χαυνωθεί ο λογισμός από την προσευχή, αρχίζει η λύπη να κατατρώγει, όπως έχει λεχθεί, την καρδιά του ανθρώπου, όπως ο σκόρος το ένδυμα και το σκουλήκι το ξύλο, εκδηλούμενη στα κόκκαλα του, και παρουσιάζεται ο άνθρωπος σκυθρωπός, επειδή σκοτάδι περιέβαλε τους λογισμούς. Γι’ αυτό και η Γραφή συμβουλεύει  λέγοντας «Απομάκρυνε τη λύπη από σένα, γιατί η λύπη πολλούς κατέστρεψε, και δεν υπάρχει ωφέλεια σ’ αυτή». Και «Από λύπη προξενείται θάνατος και η λύπη της καρδιάς κάμπτει τη δύναμη του ανθρώπου».  Και προσθέτει «Μην αφήσεις τη λύπη να κυριέψει την καρδιά σου, αλλά απομάκρυνε την από αυτήν, σκεπτόμενος τα έσχατα αυτής». Φυγάδευσε λοιπόν από σένα τη λύπη αυτή, και μη λυπείς το Πνεύμα το Άγιο που κατοικεί μέσα σου, μήπως παρακαλέσει τον Θεό και απομακρυνθεί από σένα. Γιατί το Πνεύμα του Θεού, που δόθηκε στη σάρκα αυτή, δεν προξενεί λύπη ούτε στεναχώρια.
    Ντύσου  λοιπόν τη χαρά, η οποία πάντοτε έχει τη χάρη του Θεού, και εντρύφα μέσα σ’ αυτή. Γιατί ο χαρωπός άνθρωπος κάμνει αγαθά έργα και περιφρονεί τη λύπη, ενώ ο κυριευμένος από λύπη άνθρωπος πάντοτε κάμνει κακά έργα. Και πρώτο κακό που κάνει, είναι το ότι λυπεί το Πνεύμα το άγιο, το οποίο δόθηκε στον άνθρωπο χαρωπό. Και δεύτερο, ότι στο εξής διαπράττει ανομία, μη εξομολογούμενος στον Κύριο.  Γιατί του κυριευμένου από τη λύπη ανθρώπου η προσευχή δεν έχει τη δύναμη να ανεβεί στο θυσιαστήριο του Θεού. Καθόσον κάθεται πάνω στην καρδιά του η λύπη. Αναμιγμένη λοιπόν η λύπη μαζί με την προσευχή δεν αφήνει την προσευχή να ανεβεί καθαρή προς το θυσιαστήριο. Όπως δηλαδή αναμιγμένα ξύδι και κρασί σε ένα μίγμα δεν παρέχουν την ίδια ευχαρίστηση, έτσι και η λύπη αναμιγμένη μαζί με το Άγιο Πνεύμα δεν αφήνει να υψωθεί προς τον Θεό η ίδια προσευχή. Είναι καλό λοιπόν να διώξομε την λύπη από τον εαυτό μας και να ντυθούμε όλη τη χαρά.
    Ας απομακρυνθούμε λοιπόν από αυτή τη λύπη με κάθε βιασύνη,  γιατί είναι κοσμική λύπη, καθόσον «Η κατά Θεόν λύπη», όπως είπε ο Απόστολος Παύλος, «προξενεί μετάνοια που οδηγεί στη σωτηρία, για την οποία κανείς δεν μετανοεί, ενώ η λύπη του κόσμου προξενεί θάνατο». Και ο Παροιμιαστής «Ευλογία του Κυρίου κατεβαίνει στο κεφάλι του ενάρετου, αυτή τον κάνει πλούσιο, και δεν θα κυριεύσει λύπη στην καρδιά του». Και πάλι «Όταν η καρδιά ευφραίνεται κάνει τον άνθρωπο να νιώθει ευεξία, ενώ όταν ο άνθρωπος είναι κυριευμένος από λύπη νοιώθει  τα οστά του να ξηραίνονται». Και ο Παύλος «Γιατί δεν θέλομε να αγνοείτε, αδελφοί, για τη θλίψη που μας βρήκε στην Ασία, τόσο πολύ το βάρος της ξεπέρασε τις δυνάμεις μας, ώστε να χάσομε ακόμα και την ελπίδα μας για τη ζωή. Αλλά εκείνος που παρηγορεί τους ταπεινούς, ο Θεός μας παρηγόρησε».
    Και εμείς λοιπόν μαζί με τον Δαβίδ ας αναφωνήσομε «Ελέησέ με, Κύριε, γιατί θλίβομαι, εξαιτίας του θυμού σου θόλωσαν τα μάτια μου από τα δάκρυά μου, γιατί κακοπάθησα και ταπεινώθηκα πάρα πολύ και οι στεναγμοί της καρδιάς μας έβγαιναν σαν βρυχηθμοί λιονταριού». Και «Λύπη κυρίεψε την καρδιά μου από τη διαρκή σκέψη των δεινών μου και ένοιωσα ταραχή από τα εναντίον μου λόγια του εχθρού μου και από τη θλίψη που μου προκαλεί ο αμαρτωλός».  Αλλά, «Σώσε με, Θεέ μου, γιατί τα δάκρυα από τη θλίψη μου έφτασαν μέχρι τα βάθη της ψυχής μου, βυθίστηκα μέσα σε βαθύ βούρκο, και δεν υπάρχει μέρος να σταθώ». Και «Μη αποστρέψεις το πρόσωπό σου από τον δούλο σου, γιατί θλίβομαι. Άκουσε αμέσως την παράκλησή μου». «Γιατί συ είσαι η καταφυγή και η παρηγοριά από τη θλίψη που με διακατέχει». «Είθε να φτάσει μπροστά σου η προσευχή μου και να κλίνεις το αυτί σου για να ακούσεις την δέησή μου». Και όταν απαλλαχθείς από τη λύπη, ευχαριστώντας τον Θεό λέγε «Ο Κύριος έριξε το βλέμμα του από τον ουρανό για να ακούσει το στεναγμό των φυλακισμένων, για να λύσει τα δεσμά των παιδιών που είχαν θανατωθεί». Και «Τι να ανταποδώσω στον Κύριο για όλες τις ευεργεσίες προς εμένα;». Γιατί «Μέσα από τη θλίψη μου τον επικαλέσθηκα, και άκουσε την παράκλησή μου και μου πρόσφερε ανακούφιση μεγάλη». Και ο Κύριος έλεγε στους μαθητές του «Αλήθεια σας λέγω ότι σεις θα κλάψετε και θα θρηνήσετε, ενώ ο κόσμος θα χαρεί». Και μιλώντας στη συνέχεια παραβολικά για  τη γυναίκα που γεννάει και έχει λύπη, προσθέτει « Έτσι και σεις θα έχετε τώρα λύπη, αλλά πάλι θα σας επισκεφθώ και θα χαρεί η καρδιά σας και τη χαρά σας κανένας δεν θα σας την αφαιρέσει». Σ’ αυτόν πρέπει η δόξα, που δίνει χαρά σε όσους βρίσκονται σε θλίψη, στους αιώνες. Αμήν.

Διαφορά μεταξύ πνευματικού και ψυχολόγου



Από το βιβλίο «Ψυχική ασθένεια και υγεία του Μητρ. Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιεροθέου


Ο πνευματικός πατέρας που πρέπει να εξασκεί το έργο με βάση την Ορθόδοξη Παράδοση διαφέρει σαφώς από τον ψυχολόγο, που εργάζεται βάσει μιας ανθρωποκεντρικής θεωρήσεως του ανθρώπου και της ζωής του. Ο ψυχολόγος θέλει να ισορροπήσει ψυχολογικά τον άνθρωπο. Ο πνευματικός πατέρας αποβλέπει στην θέωση του ανθρώπου. Ο ψυχολόγος χρησιμοποιεί τις απόψεις της Σχολής που εκπροσωπεί. Ο πνευματικός πατέρας χρησιμοποιεί  τον αιώνιο λόγο του Θεού που φανερώθηκε στους Προφήτας , στους Αποστόλους και τους αγίους. Ο ψυχολόγος νομίζει ότι η ασθένεια οφείλεται μόνον σε τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος ή στα λεγόμενα απωθημένα βιώματα. Ο πνευματικός γνωρίζει καλά ότι δεν πρόκειται απλώς για μνήμες του παρελθόντος και απωθημένα βιώματα  που εναποθηκεύονται στο υποσυνείδητο, αλλά ότι ασθενεί μια συγκεκριμένη ενέργεια της ψυχής, που είναι ο νους, και, μάλιστα, αυτός είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Ο ψυχολόγος χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ερωτήσεως και της ακροάσεως και προσπαθεί να βοηθήσει τον άνθρωπο στο να συνειδητοποιήσει το πρόβλημα του, και τον βοηθά να ωριμάσει ψυχολογικά. Ο πνευματικός, φωτιζόμενος από την Χάρη του Θεού, εντοπίζει το πρόβλημα, που είναι ο σκοτασμός του νοός, οι φαντασίες, και με την  ορθόδοξη μέθοδο, που είναι η κάθαρση και ο φωτισμός, προσπαθεί να τον οδηγήσει στην θεωρία του Θεού. Ο ψυχολόγος κινείται ανθρώπινα με σκέψεις και ιδέες. Ο πνευματικός κινείται Θεανθρώπινα. Χρησιμοποιεί την θεραπευτική μέθοδο, αλλά και δια των Μυστηρίων στέλλει τη Χάρη του Θεού στη καρδιά του ασθενούς. Ο ψυχολόγος νομίζει ότι όλα κινούνται σε ανθρώπινο επίπεδο. Δεν γνωρίζει την ύπαρξη του διαβόλου και την ενέργεια της ακτίστου Χάριτος του Θεού. Ο πνευματικός γνωρίζει την διαφορά μεταξύ Χάριτος του Θεού, ενεργείας του διαβόλου και ασθενείας πνευματικής και σωματικής. Ο ψυχολόγος φθάνει στο να συνειδητοποιήσει ο ασθενής το πρόβλημα του και να το αντιμετωπίσει. Ο πνευματικός οδηγεί τον άνθρωπο στην μετάνοια που συνίσταται στην ολοκληρωτική μεταμόρφωση του. Δεν τον οδηγεί στην αποβολή μερικών καταστάσεων, αλλά στην μεταμόρφωση των παθών. Νομίζω  μπορεί κανείς να βρει και άλλα σημεία που δείχνουν την τεράστια διαφορά μεταξύ ψυχολόγου και πνευματικού. Και είναι κρίμα να έχουμε στην Εκκλησία μας τέτοια ολοκληρωμένη διδασκαλία περί της καθάρσεως και θεραπείας του ανθρώπου, και όμως να καταλήγουμε στην παραδοχή και χρησιμοποίηση ψυχολογικών θεωριών, που είναι δυτικών ανθρώπων και αποβλέπουν στην θεραπεία των δυτικών, οι οποίοι, φυσικά, έφθασαν εκεί γιατί αγνοούσαν την νηπτική παράδοση.