Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Το θαύμα της προσευχής


Απόσπασμα από το βιβλίο: «Αναμνήσεις από την Καμτσάτκα»,

 του Μητροπολίτου Νέστορος, Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού


 ...Ἀνεξίτηλη θά μείνει στή μνήμη μου ἡ συνάντηση , στά χρόνια ἐκεῖνα, μέ τόν πρωθιερέα π. Ἰωάννη Σέργιεφ, τόν πασίγνωστο π. Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης. Νά πῶς ἔγινε: 

Τά καλοκαίρια, στίς διακοπές τῶν σπουδῶν μου, πήγαινα πάντα στό πατρικό μου σπίτι, στή Βιάτκα. Ἕνα τέτοιο καλοκαίρι ἦταν θλιβερά χρωματισμένο ἀπό τή σοβαρή ἀσθένεια τῆς μητέρας μου. Σύμφωνα μέ τή γνωμάτευση τῶν γιατρῶν, ὁ θάνατος ἦταν ἀναπόφευκτος.

-Ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε.  Τώρα τήν ἀφήνουμε στά χέρια τοῦ Θεοῦ..., εἶπε συγκινημένος ὁ γιατρός, καθώς μᾶς εἶδε νά θρηνοῦμε.

Ἡ ἀγαπημένη μας μητέρα ἔλιωνε μπροστά στά μάτια μας. Ἡ βαρειά νεφροπάθειά της τήν ὁδήγησε σέ κατάσταση κώματος. Δέν μποροῦσε πιά οὔτε νά κινηθεῖ οὔτε νά μιλήσει. Ὅλοι περιμέναμε τό μοιραῖο…

Κι ἐγώ.... ὤ, πόσο ὑπέφερα!: Δέν μποροῦσα νά πιστέψω ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά στερηθῶ τή λατρευτή μου μητέρα.

Ἀκριβῶς ἐκεῖνες τίς ἠμέρες κυκλοφόρησε στή Βιάτκα ἡ εἴδηση ὅτι ἔρχεται ὁ π. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης. Εἶχα ἀκούσει τόσα πολλά γι’ αὐτόν τόν ἅγιο ἄνθρωπο, μέ τό θαυμαστό ποιμαντικό ἔργο καί τή θαυματουργική δύναμη τῆς προσευχῆς. Σφηνώθηκε στό μυαλό μου ἡ σκέψη νά τόν συναντήσω, νά τόν παρακαλέσω νά προσευχηθεῖ γιά τή σωτηρία τῆς μητέρας μου.

Ὁλόκληρη ἡ Βιάτκα ἦταν ἀναστατωμένη περιμένοντας τόν π. Ἰωάννη. Ἀλλά καί ἀπό τά περίχωρα, τίς κοντινές κωμοπόλεις καί τά χωριά, κατέφθαναν συνεχῶς πλήθη ἀνθρώπων, γιά ν’ ἀντικρύσουν τήν ἁγία μορφή του. Ὅσο ἔβλεπα τήν κοσμοσυρροή, τόσο ἀπογοητευόμουν, γιατί δέν θά εἶχα τή δυνατότητα νά τόν πλησιάσω. Ἔπρεπε ὅμως νά βρῶ μιά λύση. Τί νά ἔκανα;.....

Ἔτρεξα στόν ἐπίσκοπο τῆς Βιάτκα Φιλάρετο καί ζήτησα τή βοήθειά του. Ἐκεῖνος συναισθάνθηκε τόν πόνο μου καί μοῦ πρότεινε νά μεταφέρω τή μητέρα μου στό ναό τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θά πήγαινε κάποια στιγμή ὁ π. Ἰωάννης. Ὡστόσο ἐκείνη ἦταν τόσο ἀδύναμη, πού δέν μποροῦσε νά μετακινηθεῖ ἀπό τό κρεβάτι της. Καί τούτη ἡ προσπάθειά μου δέν ἀπέφερε καρπούς.

Μέ μαῦρες σκέψεις καί βαρειά καριδιά ἐπέστρεφα στό σπίτι, ὅταν μιά ἄλλη ξαφνική ἴδέα μέ γέμισε ἐλπίδες. Δέν ἦταν πολύς καιρός πού εἶχε ἔρθει στή πόλη μας ἔνας νέος ἀστυνομικός διιοκητής, ὁ Κ. Κορομπίτσιν, μέ φήμη καλοκάγαθου καί πιστοῦ ἀνθρώπου.

«Δέν ἀπευθύνομαι καί σ’ αὐτόν;» σκέφθηκα. «Στό κάτω- κάτω, τί ἔχω νά χάσω;» Καί κατευθύνθηκα μέ γρήγορα βήματα στό διοικητήριο τῆς ἀστυνομίας.

Ὁ Κορομπίτσιν μέ δέχθηκε μέ πολλή καλωσύνη. Ἄκουσε τό πρόβλημά μου μέ συμπάθεια καί προθυμοποιήθηκε νά μέ βοηθήσει. Ὁ π. Ἰωάννης μάλιστα, ὅπως μοῦ εἶπε, ἦταν συγχωριανός του, ἀπό τό Ἀργάγγελσκ.   Μοῦ ἔδωσε μιά προσωπική κάρτα του. Πάνω στή κάρτα ἔγραψε μέ τό χέρι ἕνα σημείωμα γιά τούς ἀστυνομικούς, ὥστε νά μοῦ ἐπιτρέψουν τήν εἴσοδο ὁπουδήποτε θά πήγαινε ὁ π. Ἰωάννης. Τί εὐλογία Θεέ μου! 

Τή μέρα πού ἔφθασε στή Βιάτκα ὁ π. Ἰωάννης, ἀμέτρητα πλήθη πιστῶν κατέκλυσαν τούς δρόμους καί σταμάτησαν κάθε κυκλοφορία στή πόλη. Πῆγε κατευθείαν στό σπίτι τῆς οἰκογένειας Ποσκρεμπίσεφ.  Μέ πολλή δυσκολία κατόρθωσα νά πλησιάσω μέχρις ἐκεῖ.

Ἔδειξα τήν κάρτα τοῦ Κορομπίτσιν καί μοῦ ἄνοιξαν τήν αὐλόπορτα. Χώθηκα μέσα καί ἀνέβηκα, ὅπως μοῦ ἔδειξαν, στό δεύτερο ὄροφο. Ἐκεῖ, σέ μιά μικρή αἴθουσα, μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, στεκόταν ὁ π. Ἰωάννης καί ἔψελνε τήν παράκληση.

Συγκλονίστηκα ἀπό τό θέαμα: Ἡ μορφή του οὐράνια. Τό βλέμμα του καθαρό καί ἀστραφτερό. Τό ὕφος μεγαλοπρεπές καί ταπεινό συνάμα. Ἡ φωνή σταθερή καί ὑποβλητική. Ἡ προφορά ἐξαίσια. Σέ καθήλωνε ἡ ἀπερίγραπτη πνευματική δύναμη, μέ τήν ὁποία ἔλεγε τίς εὐχές.  Ἀκουγόταν σά νά συνομιλοῦσε ἀπευθείας μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο.

Ὅταν τελείωσε τήν παράκληση, οἱ παρευρισκόμενοι πλησίασαν νά ἀσπαστοῦν τόν τίμιο Σταυρό. Ἔμεινα τελευταῖος. Πλησίασα, ἀσπάστηκα τό Σταυρό καί κοντοστάθηκα. Μέ σπασμένη φωνή καί δάκρυα πού δύσκολα συγκρατοῦσα, μίλησα βιαστικά-βιαστικά στόν π. Ἰωάννη γιά τήν ἀσθένεια τῆς μητέρας μου. Ἐκεῖνος μέ ρώτησε τ’ ὄνομά της, σταυροκοπήθηκε καί εἶπε σιγανά καί σταθερά:

-Ὁ Θεός θά τῆς χαρίσει τήν ὑγεία!

Μέ πῆρε λίγο παράμερα καί μοῦ ἔδωσε ἕνα μπουκαλάκι μέ ἁγιασμό γιά τήν ἄρρωστη μητέρα μου. Πρίν φύγω, ἔγραψα βιαστικά ἕνα σημείωμα μέ τά ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς μου καί τό ἔβαλα στό χέρι τῆς γερόντισσας Ματρώνας Μεντβέντεβας.

-Δῶσε το, σέ παρακαλῶ, στόν π. Ἰωάννη, γιά νά μᾶς μνημονεύσει, τῆς εἶπα κι ἔφυγα.

Ἡ μητέρα ὅμως δέν συνῆλθε. Ἡ νύκτα ἐκείνη μοῦ φάνηκε πιό μαύρη ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες.  Περίμενα πῶς καί πῶς νά ξημερώσει γιά νά τρέξω νά συναντήσω πάλι τόν ἄνθρωπο, στόν ὁποῖο εἶχα κρεμάσει ὅλες μου τίς ἐλπιδες.

Τό ἄλλο πρωί πῆρα τό δρόμο γιά τόν Οἷκο Φιλανθρωπίας τῆς Βιάτκα. Στό παρεκκλήσι του θά λειτουργοῦσε, κάθώς εἶχα πληροφορηθεῖ, ὁ π. Ἰωάννης. Πάλι οἱ χῶροι γύρω ἀπό τόν Οἷκο ἦταν κατάμεστοι ἀπό ἀνθρώπους πού τόν περίμεναν. Πέρασα πολύ δύσκολα τήν αὐλή κι ἔφτασα στό ναό. Ἦταν ἀσφυκτικά γεμάτος. Χώθηκα μέσα μέ χίλια ζόρια, ἀδιαφορώντας γιά τίς διαμαρτυρίες, καί στάθηκα σ’ ἕνα κεντρικό σημεῖο. Ἀπό κεῖ κάπου θά περνοῦσε ὁ παππούλης.

Σέ λίγο οἱ κωδωνοκρουσίες κι ἕνα μακρόσυρτο βουητό ἀνήγγειλαν τόν ἐρχομό του. Ἦταν ἀδύνατον ὅμως νά περάσει καί νά φτάσει ὥς τήν ἐκκλησία. Τό πλῆθος ἔπεφτε πάνω του σχεδον ὑστερικά. Μερικοί χεροδύναμοι ἄντρες τόν σήκωναν τότε στά χέρια καί παραμερίζοντας τό πλῆθος, διέσχισαν τήν αὐλή κι ἔφτασαν ὥς ἐμᾶς. Τόν ἄφησαν ἀκριβῶς μπροστά μου!

Τό βλέμμα του μέ συνέλαβε. Μέ ἀναγνώρισε ἀμέσως. Ἔριξε πάνω μιά πρόσχαρη ματιά καί εἶπε:

-Ἐδῶ κι ἐσύ; Πῶς εἶναι ἡ μητέρα σου;

Τά μάτια μου βούρκωσαν.

-Στήν ἴδια κατάσταση… χωρίς ἐλπίδες..., ἀποκρίθηκα μέ λυγμούς.

Τ’ ἀστραφτερά του μάτια καρφώθηκαν στά δικά μου. Ἡ φωνή του ἦταν δυνατή καί σταθερή, ὅταν εἶπε:

-Θά παρακαλέσουμε θερμά τό Θεό νά τῆς χαρίσει τήν ὑγεία. Καί Ἐκεῖνος θά εἰσακούσει τίς προσευχές μας καί θά τή σώσει!...

Τίς τελευταῖες λέξεις μόλις πού τίς ἄκουσα, γιατί τό πλῆθος εἶχε ἤδη ὠθήσει τόν π. Ἰωάννη μπροστά, πρός τό ἱερό βῆμα.

Σέ λίγο ἄρχισε ἡ θεία Λειτουργία.

Μέσα στό ἱερό ἔφταναν ἀδιάκοπα σημειώματα, ἐπιστολές καί τηλεγραφήματα. Περιεῖχαν ὀνόματα, γιά νά τά μνημονεύσει ὁ π. Ἰωάννης στήν ἁγία πρόθεση.

Εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψει κανείς μιά Λειτουργία τοῦ π. Ἰωάννου· τή μεταρσιωτική της δύναμη, τήν κατανυκτική της ἀτμόσφαιρα…

Μέσα σέ τόση λαοθάλασσα, ἡ τέλεση τῆς ἀναίμακτης θυσίας ἀπό τά χέρια τοῦ π. Ἰωάννου κατέβαζε τόν οὐρανό στή γῆ. Ἡ θεία Λειτουργία ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος μιά δυνατή φλόγα προσευχῆς, πού κατάκαιγε τίς καρδιές ὅλων τῶν πιστῶν.

Ἔφυγα συγκλονισμένος γιά τό σπίτι μου.

Τήν ἑπόμενη μέρα ὁ π. Ἰωάννης λειτούργησε στό ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Περιττό νά πῶ, πώς ἔτρεξα ἀπό τούς πρώτους ἐκεῖ. Εἶχαν φέρει πολλούς ἀρρώστους καί δαιμονισμένους. Κάτω ἀπό τούς θόλους τοῦ ναοῦ ἀκούγονταν σπαρακτικοί στεναγμοί, ἀνατριχιαστικές κραυγές, ἀλλά καί συγκινητικές ἱκεσίες τῶν ἀσθενῶν, πού προσδοκοῦσαν τή θεραπεία τους ἀπό τόν «μπάτσουσκα» (παππούλη).

Κι ἀνάμεσα σ’ ὅλες αὐτές τίς φωνές, ξεχώριζε δυνατή, σταθερή, κρυστάλλινη ἡ φωνή τοῦ λειτουργοῦ  π. Ἰωάννου. Ἔλεγε τίς εὐχές καί τίς ἐκφωνήσεις σά νά ἦταν «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», ἀπερίσπαστος ἀπό τίς κραυγές τοῦ πλήθους. Ἀπευθυνόταν στόν Κύριο μέ μιάν ἀμεσότητα καί μιά παρρησία, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων», πού σέ καθήλωναν. Θύμιζε προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μιλοῦσε ἀπευθείας στό φοβερό Θεό.

Πρίν τελειώσει ἡ ἀκολουθία, ἔφυγα γιά τό σπίτι. Μ’ ἔτρωγε ἡ ἀγωνία, πώς ἡ μητέρα μου μποροῦσε νά εἶχε ἤδη πεθάνει. Τή βρῆκα ὅμως στήν ἴδια κατάσταση... Τί νά ἔκανα; Καθόμουν σ’ ἀναμμένα κάρβουνα.  Στό τέλος δέν ἄντεξα. Πῆρα μιάν ἅμαξα μέ γρήγορα ἄλογα, καί ξεκίνησα γιά τό σπίτι πού ἔμενε ὁ π. Ἰωάννης. 

Δέν εἶχα προλάβει νά στρίψω στή γωνία τοῦ δρόμου μας, καί τί νά δῶ!  Μιά ἀτέλειωτη σειρά ἀπό ἅμαξες κατευθυνόταν πρός τό μέρος μου. Στήν πρώτη ἅμαξα καθόταν ἡ γρια-Ματρώνα Μεντβέντεβα μέ μερικούς ἱερεῖς.  Μέ εἶδε, κούνησε πέρα-δῶθε καί τά δύο της χέρια καί φώναξε:

-Ἀπό ποῦ θά πᾶμε στό σπίτι σου; Σέ σᾶς ἔρχεται ὁ π. Ἰωάννης!

Κέρωσα.... Ὁ π. Ἰωάννης στό σπίτι μου!  Ἀπίστευτο!... Δόξα Σοι, Κύριε!

Ξετρελαμένος, γύρισα σάν ἀστραπή στό σπίτι καί εἰδοποίησα τόν πατέρα καί τή γιαγιά μου γιά τή σπουδαία ἐπίσκεψη. Τούς εἶπα νά ὑποδεχθοῦν ὅπως ἔπρεπε τόν παππούλη, κι ἐγώ ἑτοίμασα γρήγορα στό σαλόνι ὅ,τι χρειαζόταν γιά νά τελεστεῖ ἁγιασμός: ἕνα τραπεζάκι μέ καθαρό κάλλυμμα, μιά ἀσημένια λεκάνη μέ νερό, δυό κεριά, ἕνα σταυρό κι ἕνα μικρό Εὐαγγέλιο.

Μεταφέραμε τή μητέρα μέ τό κρεβάτι μέσα στήν εὐρύχωρη σάλα. Στό μεταξύ πλήθη πιστῶν εἶχαν κατακλύσει ὄχι μόνο τό σπίτι καί τήν αὐλή, μά καί τούς γύρω δρόμους.

-Ποῦ εἶναι ἡ ἄρρωστή σας; ἀκούστηκε ξαφνικά ἡ φωνή του π. Ἰωάννου, καθώς ἔμπαινε μέσα.

-Νά, βλέπεις; Ἦρθα στή μητέρα σου. Θά προσευχηθοῦμε, καί ὁ Κύριος θά τή γιατρέψει.

Μ’ αὐτά τά λόγια πλησίασε στό κρεβάτι μέ τήν ἄρρωστη, πού δέν ἐποικοινωνοῦσε πιά, τή χάϊδεψε ἁπαλά στό μέτωπο καί ψιθύρισε:

-Καημένη μου, ἄρρωστη Ἀντωνίνα…

Ἔπειτα τή σταύρωσε στό κεφάλι μέ τό σταυρό πού εἶχε μαζί του, τῆς διάβασε μιά εὐχή καί ζήτησε ἀπ’ ὅλους μας νά προσευχηθοῦμε γιά τή θεραπεία της. Στάθηκε ὕστερα μπροστά στό τραπεζάκι, πού εἶχα ἑτοιμάσει, κι ἔκανε ἁγιασμό καί παράκληση.  Στό τέλος τῆς παρακλήσεως γονάτισε καί ἄρχισε νά παρακαλεῖ μεγαλόφωνα τό Θεό γιά τή θεραπεία τῆς μητέρας μου.

-Γιά χάρη τῶν παιδιῶν της, Κύριε, δεῖξε τό μέγα Σου ἔλεος. Λυπήσου τή δούλη σου Ἀντωνίνα. Δῶσε της ζωή καί δύναμη. Συγχώρησε ὅλα της τά ἁμαρτήματα, ὅλα της τά πταίσματα, ἑκούσια καί ἀκούσια. Ἐσύ, Κύριε, εἶπες «αἰτεῖτε καί δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καί εὑρήσετε». Εἰσάκουσε λοιπόν κι ἐμᾶς, πού καταφεύγουμε στήν εὐσπλαχνία Σου, καί χάρισε τήν ὑγεία στήν ἄρρωστη Ἀντωνίνα Σου!

Σηκώθηκε, πλησίασε τή μητέρα, τήν εὐλόγησε καί εἶπε μέ προστακτική φωνή:

-Νά φωνάξετε ἀμέσως ἕναν ἱερέα, γιά νά ἐξομολογήσει καί νά κοινωνήσει τήν ἄρρωστη!  Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά γίνει καλά!

Καθώς μᾶς ἀποχαιρετοῦσε, ἔκανε στόν πατέρα δυό-τρεῖς ἐρωτήσεις γύρω ἀπό τήν οἰκογένειά μας καί τή ζωή μας, μᾶς ἔδωσε τήν εὐχή του καί βγῆκε ἔξω. Διέσχισε μέ κόπο τήν κατάμεστη ἀπό κόσμο αὐλή καί ἀνέβηκε μέ δυσκολία στήν ἅμαξα, πού τόν περίμενε στήν αὐλόπορτα. Οἱ πιστοί τήν περικύκλωσαν καί τήν ἐμπόδισαν νά προχωρήσει. Μερικοί ἀγωνίζονταν ν’ ἀγγίξουν ἔστω καί μιάν ἀκρούλα τοῦ ράσου τοῦ χαρισματικοῦ παππούλη. Ἄλλοι πάλι ἔριχναν μέσα στήν ἅμαξα γράμματα, χρήματα, χαρτιά μέ ὀνόματα γιά μνημόνευση.

Ἐμεῖς ὅμως δέν εἴχαμε τήν ὑπομονή νά δοῦμε τί θ’ ἀπογίνει. Μόλις ξεπροβοδίσαμε τόν π. Ἰωάννη, ἐπιστρέψαμε μέσα γιά νά δοῦμε τήν κατάσταση τῆς μητέρας. 

Οἱ καρδιές ὅλων μας σπαρτάρησαν καί κραυγές χαρᾶς βρῆκαν ἀπ’ τά χείλη μας, καθώς τήν εἴδαμε νά ἔχει συνέλθει καί νά κάθεται στό κρεβάτι. Τό θαῦμα εἶχε γίνει!  Στό χλωμό καί σκελετωμένο πρόσωπό της εἶχε λάμψει μιά ἀκτίνα ζωῆς.

Ἔριξε πάνω μας ἕνα κουρασμένο βλέμμα, καί μέ φωνή πού μόλις ἀκουγόταν ψέλλισε παρακλητικά:

-Ἀφῆστε με μόνη…

Σεβαστήκαμε τήν ἐπιθυμία της καί βγήκαμε ἔξω. Καλέσαμε τόν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας, ὅπως μᾶς εἶχε πεῖ ὁ π. Ἰωάννης. Δέν ἄργησε νά ἔρθει. Τήν ἐξομολόγησε καί τήν κοινώνησε. Ὅταν ἐπιστρέψαμε στό δωμάτιο, ἦταν καθισμένη στό κρεβάτι, ἀλλ’ ἀμέσως σηκώθηκε ἀργά-ἀργά καί στάθηκε στά πόδια της. Ἦταν ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς δοκιμασίας της. Ἀπό τήν ἄλλη μέρα ἄρχισε νά συνέρχεται μέ γοργό ρυθμό. Σύντομα ἔγινε τελείως καλά. Καί ὁ Θεός εὐδόκησε νά ζήσει τριαντατέσσερα χρόνια ἀκόμα!

Ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς πίστεως καί τῆς προσευχῆς στή θεραπεία τῆς μητέρας  μου σημάδεψε ἀνεξίτηλα τήν ἐφηβική μου ψυχή. Ἐνίσχυσε τόν πόθο ν’ ἀφιερώσω τή ζωή μου στό Θεό καί στή διακονία τῶν συνανθρώπων μου, καί σταθεροποίησε τήν πορεία μου πρός τήν ἀπόκτηση τῆς μεγάλης ἱερατικῆς χάριτος.

Στήν περίπτωση τῆς μητέρας μου ἀποκαλύφθηκαν ὁλοφάνερα, γι’ ἄλλη μιά φορά, ἡ παντοδυναμία τοῦ Κυρίου, πού ἐπιμελεῖ πάντοτε πλῆθος θαυμάτων διαμέσου τῶν ὀργάνων Του, τῶν ἱερέων. Ἀποκαλύφθηκε ἀκόμα ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς, πού κεντρίζει τήν εὐσπλαχνία τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ καί προκαλεῖ τήν ἐπέμβασή Του στίς δυσκολίες μας.

Ποιός ἄπιστος καί μέ ποιά ὀρθολογιστικά ἐπιχειρήματα θά μποροῦσε ποτέ νά κλονίσει τήν πίστη μου, τήν στιγμή πού ἔζησα ἕνα τέτοιο ζωντανό θαῦμα; 


Δευτέρα 26 Ιουλίου 2021

Πολιτική…

...Πολλοί πιστεύουσιν ότι ο πολιτικός άνθρωπος απολαμβάνει του κόσμου τα αγαθά. Ο πολιτικός, λέγουσι, γίνεται εις τούτον τον κόσμον ευτυχής.

Γίνομαι δε πολιτικός, όταν μισώ και σχηματίζομαι  (προσποιούμαι) ότι αγαπώ.· όταν έχω την έχθραν εις την καρδίαν μου και τα γλυκά και φιλικά λόγια εις τα χείλη μου· όταν υπάρχω εχθρός θανατηφόρος και φαίνομαι φίλος ηγαπημένος.

Γίνομαι πολιτικός, όταν, ίνα αρέσω εις τους ανθρώπους, λέγω το πικρόν γλυκύ και το γλυκό πικρόν· όταν λέγω το σκότος φως και το φως σκότος. Όταν δια ψεύδους ή δόλου ή δι’ άλλων διαφόρων τρόπων πλανήσω τον αδελφόν μου και κερδίσω τους σκοπούς μου, τότε ειμί πολιτικός· όταν άλλα στοχάζομαι και άλλα λέγω, άλλο θέλω και άλλο ζητώ, τότε  ειμί πολιτικός. Ώστε, ίνα λαλήσωμεν την αλήθειαν φανερά, πολιτικός εστίν ο υποκριτής, ο κόλαξ, ο δόλιος, ο ψεύστης, ο πανούργος και πονηρός· η δε επιστήμη, η καλουμένη πολιτική και τοσούτον επαινουμένη υπό των ανθρώπων και θαυμαζομένη, εστί τέχνη διαβολική φανερά.


Νικηφόρος Θεοτόκης 

                                                               Αρχιεπίσκοπος Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως εν Ρωσία

Ο βασιλιάς των δέντρων.

 Τα δέντρα πήγαν να χρίσουν ένα βασιλέα να τους κυβερνά· και είπαν στη ελιά: Βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά η ελιά: Θα αφήσω το λάδι μου, με το οποίο δοξάζουν οι άνδρες τον Θεό, και θα πάω να κυβερνήσω τα δέντρα;”.

Και είπαν τα δέντρα στη συκιά: Έλα και βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά η συκιά: Θα αφήσω εγώ τη γλυκύτητα μου και τους καρπούς μου τους καλούς για να κυβερνήσω τα δέντρα;.

 Και είπαν τα δέντρα στο αμπέλι: Έλα βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά το αμπέλι: Θα αφήσω το κρασί μου, το οποίο ευχαριστεί Θεό και ανθρώπους, για να πάω να κυβερνήσω τα δέντρα;”.

Και είπαν όλα τα δέντρα στην αγκαθιά: Έλα εσύ και βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε δε η αγκαθιά στα δέντρα: Εάν πραγματικά εσείς με χρίετε για να βασιλεύω σε σας, ελάτε να καθίσετε κάτω από τη σκιά μου· αλλιώς να εξέλθει φωτιά από μένα και να καταφάει τις κέδρους του Λιβάνου!”.

 

Ερμηνεία

Όσοι έχουν πραγματικά να προσφέρουν (στον μύθο η ελιά, η συκιά και το αμπέλι) δεν έχουν καιρό να γίνουν βασιλείς· προτιμούν να συνεχίσουν την δική τους εργασία από την οποία προκύπτει πραγματικό όφελος. Έτσι συνήθως απομένει στους άχρηστους να αποδεχθούν τον ρόλο του μονάρχη, του αρχηγού. Το αγκάθι δεν έχει να προσφέρει τίποτα καλό παρά μόνο κακό, το τρύπημα των βελόνων του και την δι’ αυτού εύκολη μετάδοση πυρκαϊών. Το ίδιο συμβαίνει και με ορισμένους ανθρώπους. Οι οποίοι, παρά ταύτα, θέλουν να προσφέρουν την «σκιά» τους, την προστασία τους δηλαδή, παρά το ότι αυτή στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη.

(Κριταί 9, 8 - 15)

Ερμηνευτική απόδοση

  Ιερεμίου Φούντα Μητρ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

 

Έχει δίκαιον ο Θεός να μας τιμωρήσει.

Το έτος 1965 ο π. Δημήτριος (Γκαγκαστάθης) πραγματοποίησε ένα προσκύνημα εις την Αίγινα και επεσκέφθη την Μονήν του Δαφνίου. Ιδού οι εντυπώσεις του:

… Έγινε μουσείον ο οίκος του Θεού και οίκος εμπορίου και πηγαίνει όποιος θέλει να ιδεί και να βεβηλώσει… Δώσαμε οι Χριστιανοί τα όπλα εις τους αθέους να μας κτυπούν και να μας λέγουν: Τι! Πιστεύουν και αυτοί που εκμεταλλεύονται τους άγιους χώρους; Τίποτε δεν είναι θα λέγουν. Είμαι αυτόπτης μάρτυς. Μπήκα με πολλούς ξένους και έβλεπαν τον Παντοκράτορα και άλλους αγίους που ευρίσκονταν εις τους θόλους και τους τοίχους και γελούσαν. Τους περιέπαιζαν, σαν να τους έλεγαν: Βλέπετε πως σας κατάντησαν οι Χριστιανοί; Σας επούλησαν δια τον χρυσόν. Δεν βλέπουν τον Χριστόν, και όπου μπήκεν ο τουρισμός, έφυγεν ο Θεός και μπαίνουν δαίμονες, όλα τα αισχρά υποκείμενα και ακάθαρτα. Είναι να κλαίει κανείς. Όταν επήγαινα πόσον συγκινητικόν και περίλυπον μου εφάνη το προαύλιον και τα δωμάτια που έμεναν οι πατέρες του τότε καιρού, που σηκώνονταν και μακράν του θορύβου επιτελούσαν την Θ. Λειτουργία και κατέβαινε το Άγιο Πνεύμα. Τι χαρούμενος και ευλογημένος ήταν αυτός ο ιερός χώρος, και τώρα, μόλις μπαίνεις εις το προαύλιο έχουν το ταμείον με εισιτήριον 5 δραχμών. Χωρίς αυτό δεν σου επιτρέπουν να πηγαίνεις εις τον βυζαντινόν Ναόν. Μπαίνεις μέσα και βλέπεις έναν να σκουπίζει τα αποτσίγαρα και διάφορα που πετάζουν οι τουρίσται και οι θεαταί και οι άθρησκοι από διάφορα κράτη. Είναι δράμα η υπόθεσις. Δεν ημπορώ να ξεχάσω, όταν ευρισκόμουν κάτω από τον τρούλο και μου κοιτούσεν ο Παντοκράτωρ λυπημένος, ωσάν να μου έλεγε: Βλέπεις σε τι χάλια με κατάντησαν οι μεγάλοι, Πατριάρχαι, Αρχιεπίσκοποι, Αρχιερείς και ο λαός; Τι ήλθατε, να δείτε και να θαυμάσετε, ή να λυπηθείτε για την κατάντια του Ναού μου; Αυτή είναι η ευπρέπεια που με κάνετε; Και εγώ σύμφωνα με την εργασίαν σας θα σας δώσω την αξίαν.

… Έχει δίκαιον ο Θεός να μας τιμωρήσει, και πάλιν δεν ημπορώ να ξεχάσω τον Παντοκράτορα. Βαρύ πένθος μου επλάκωσε την ψυχήν μου. Ο Θεός να ελεήσει όλον τον κόσμον και να φωτίσει τους μεγάλους παράγοντας, για να επανέλθει και πάλιν ο έρημος οίκος του Θεού εις την προτέρα του θέσιν. Αμήν.

 

Τα γράφω δια ενθύμιον 16 Μαΐου 1965.

 

Από το βιβλίο «Παπά - Δημήτρης Γκαγκαστάθης 1902 - 1975»

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

 

Όταν ο Απόστολος λέει: ότι οι εξουσίες του κόσμου είναι ταγμένες από τον Θεό, άρα λοιπόν κάθε άρχοντας και βασιλιάς και επίσκοπος, αναδεικνύεται από τον Θεό;

Απάντηση

Όταν ο Θεός λέει στον Νόμο· θα σας δώσω άρχοντες, όπως τους θέλει η καρδία σας, είναι φανερό, ότι άλλοι μεν από τους άρχοντες και τους βασιλείς αναδεικνύονται από τον Θεό, και άλλοι πάλι, όντας ανάξιοι, αναδεικνύονται κατά παραχώρηση, ή θέληση του Θεού, αντίστοιχα προς τον ανάξιο λαό της δικής τους αναξιότητας. Και άκουσε για το θέμα αυτό μερικές διηγήσεις.

Όταν έγινε βασιλιάς ο Φωκάς, ο τύραννος και άρχισε να κάνει εκείνες τις αιματοχυσίες με εκείνον τον δήμιο Βονάσον, κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, άνθρωπος άγιος, που είχε μεγάλο θάρρος προς τον Θεό, αντιδικούσε μαζί Του, λέγοντάς Του με απλότητα. Κύριε, γιατί ανέδειξες τέτοιον βασιλιά;  Έπειτα , καθώς αυτό το έλεγε επί αρκετές ημέρες, ήρθε σ’ αυτόν μια φωνή από τον Θεό που έλεγε· Διότι δεν βρήκα χειρότερον!

Υπήρχε και άλλη πόλη παράνομη κατά τη Θηβαΐδα, η οποία έκανε πολλά στυγερά και απρεπή, στην οποία κάποιος δημότης διεφθαρμένος, αφού ξαφνικά απέκτησε κάποια κατάνυξη, πήγε και εκάρη, και φόρεσε το μοναχικό σχήμα, όμως δεν έπαυσε καθόλου να κάνει τις πονηρές πράξεις του. Συνέβη λοιπόν να πεθάνει ο επίσκοπος της πόλεως, οπότε εμφανίζεται σε κάποιον άγιο άνδρα άγγελος Κυρίου λέγοντάς του· Πήγαινε και προετοίμασε την πόλη, να χειροτονήσουν επίσκοπο έναν από την πόλη. Αφού λοιπόν έφυγε, έκανε αυτά που του διατάχθηκαν. Και αφού χειροτονήθηκε αυτός που προαναφέρθηκε από τους δημότες, ή μάλλον ο δημότης άρχισε με το νου του να φαντάζεται και να αλαζονεύεται. Και εμφανίστηκε σ’ αυτόν άγγελος του Κυρίου και είπε· Γιατί αλαζονεύεσαι άθλιε, που ενώ ήσουν ανάξιος της ιεροσύνης, έγινες επίσκοπος; Αλλά αυτή η πόλη τέτοιου επισκόπου είναι άξια.

Γι αυτό, όταν δεις κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλιά, ή άρχοντα, ή επίσκοπο, να μην απορήσεις, ούτε να κατηγορήσεις την πρόνοια του Θεού, αλλά μάλλον μάθε και πίστευε ότι ανάλογα προς τις αμαρτίες μας, σε τέτοιους τυράννους παραδινόμαστε και ούτε με τον τρόπο αυτόν απομακρυνόμαστε από τα κακά.

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου «Ερωταποκρίσεις

Ἡ συνείδηση τοῦ π. Ἐπιφανίου

 Ἕτος 1972. Ἔχω ἐπιστρέψη ἀπ’ τήν Ν. Ἀφρική – ὅπου ἐκείνη τήν ἐποχή οἱ φυλετικές διακρίσεις κυριαρχοῦν– μετά ἀπό δύο χρόνια παραμονῆς μου ἐκεῖ. Τήν περίοδο ἐκείνη, ἔχοντας ὁλοκληρωθῆ οἱ οἰκοδομικές ἐργασίες, προχωρᾶ ἡ ἁγιογράφιση στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγ. Ἐπιφανίου σέ κτήμα τῆς οἰκογενείας μας, στό Βουρνάζι Μεσσηνίας, μέ τή φροντίδα τοῦ π. Ἐπιφανίου. Ἐρχόμενος ἀπ’ τήν Ν. Ἀφρική ἔφερα μαζί μου καί ἀρκετά χρήματα. Σκέφθηκα κι ἐγώ, ἕνα μέρος τῶν χρημάτων νά τό διαθέσω γιά τήν ἁγιογράφιση τοῦ ναϋδρίου, καί τήν ἀνωτέρω σκέψη μου τή μοιράσθηκα μέ τόν π. Ἐπιφάνιο. 

Ἡ ἀπάντηση του σταθερή καί κρυστάλλινη: “Ὄχι Πολυνείκη μου, ν’ ἁγιογραφήσουμε τό ἐκκλησάκι μας μέ ‘χρήματα αἵματος’ κι ἐκμεταλεύσεως” καί συνέχισε, δέν φταῖς ἐσύ παιδάκι μου γιά τό καθεστώς πού κυβερνᾶ τή Ν. Ἀφρική, ἀλλά τά χρήματα τά ὁποῖα κέρδισες σ’ αὐτή τή χώρα προέρχονται ἀπό καταπίεση πού ἀσκοῦν οἱ λευκοί στούς μαύρους. Στήν ἐν λόγῳ χώρα πληρώνεται ‘τό χρῶμα’ κι ὄχι ἡ ἀξία. Συγχώρεσέ με ἄν σέ πίκρανα, ἀλλά αὐτό μαρτυρεῖ ἡ συνείδηση μου”.

 

            Πολυνείκης & Θεοφανία Θεοδωροπούλου 

στό περιοδικό  Ἐνοριακή Εὐλογία, τεῦχος 115

 

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

Για τον φόβο του Θεού.


Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

 «ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε» (Α΄ Πέτρου 1,7)

Αυτά είναι τα λόγια του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου· λόγια που έχουν διπλό θεμέλιο· ουράνια έμπνευση και προσωπική εμπειρία. Με θεία έμπνευση ο απλός αλιεύς Πέτρος έγινε διδάσκαλος των ανθρώπων, μέγιστος στύλος της Πίστεως και κραταιός θαυματουργός. Με την προσωπική εμπειρία του κατανόησε πως όλη η σοφία και δύναμή του προέρχεται απ’ τον Θεό και πως πρέπει να έχει τον φόβο του Θεού· κανέναν άλλον φόβο παρά μόνον του Θεού.
Ο άσοφος άνθρωπος φοβάται μόνον όταν λάμψει η αστραπή και κροτήσει η βροντή· αλλά ο σοφός φοβάται τον Θεό κάθε ημέρα, κάθε ώρα και στιγμή. Ο Δημιουργός της αστραπής και της βροντής είναι πιο φοβερός και από τα δύο αυτά φαινόμενα. Εκείνος δεν εμφανίζεται ενώπιόν σου περιστασιακά μόνον κατά καιρούς, όπως η αστραπή και η βροντή, αλλά είναι διαρκώς ενώπιόν σου και δεν σε εγκαταλείπει. Γι αυτό δεν αρκεί να έχει κάποιος φόβο Θεού από καιρού σε καιρό· χρειάζεται να αναπνέει τον φόβο του Θεού. Ο φόβος αυτός είναι το προστατευτικό όζον στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της ψυχής μας. Το όζον αυτό φέρνει καθαρότητα, μια ανάλαφρη αίσθηση, λεπτή ευωδία και αίσθηση υγείας.
Ο Πέτρος μέχρι να ενδυναμωθεί με τον φόβο του Θεού, ήταν απλώς ο Πέτρος και όχι ένας απόστολος, ένας ήρωας, ένας διδάσκαλος του λαού και θαυματουργός.
Ώ! αδελφοί μου, ας μην πανηγυρίζουμε πριν από το θερισμό. Η ζωή μας δεν είναι ο θερισμός· είναι ο καιρός της σποράς και της επίμοχθης καλλιέργειας με φόβο και ιδρώτα. Ο σπορέας ζει με τον φόβο, μέχρι να συλλέξει τους καρπούς απ’ το καλλιεργημένο χωράφι του. Ας αναβάλλουμε και εμείς την αγαλλίαση της ικανοποίησης μέχρι τη ημέρα του θερισμού· διότι τώρα είναι καιρός για εργασία εν φόβω.
Άραγε θα σωθώ; Η ερώτηση αυτή θα έπρεπε να βασανίζει τον καθένα μας με τον ίδιο τρόπο που βασανίζει τον σπορέα: θα δρέψω τον καρπό των κόπων μου στο χωράφι που καλλιέργησα; Ο σπορέας εργάζεται με φόβο Θεού κάθε ημέρα. Ας εργασθούμε κι εμείς αναστρεφόμενοι εν φόβω όλον τον της παροικίας ημών χρόνον επί της γης.
Ώ! Παντοδύναμε Κύριε, ως φοβερός ει εν πάση τη γη, συντήρησον ημάς εν τω φόβω Σου.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.