Παρασκευή 9 Αυγούστου 2024

Σχέσεις εγγάμων με τον Πνευματικό

Γέρων Γρηγόριος Παπασωτηρίου


Ερώτηση: «Μέχρι ποιου σημείου ο έγγαμος πρέπει να κάνει υπακοή στον Πνευματικό του; Να ζητάει ευλογία σε όλα; Σε όλες τις λεπτομέρειες; Ακόμη και όταν πρέπει να πάει την οικογένειά του  ένα ταξίδι για ξεκούραση; Και, όταν για όλες τις λεπτομέρειες δεν είναι δυνατόν να συναντά τον Πνευματικό, πώς να ενεργεί;».

Η ερώτηση αυτή, όπως βλέπετε, έχει σχέση με το πώς ένας έγγαμος θα κινείται στην καθημερινή του ζωή και ποια θα είναι η σχέση του με τον Πνευματικό. Η σχέση του έγγαμου με τον Πνευματικό. Και πρώτα-πρώτα θίγει το θέμα της υπακοής.

Είχαμε περάσει από το καλύβι κάποιου Καρουλιώτη    - εγώ και άλλοι δύο ήμασταν, αν ενθυμούμαι καλώς - και ανοίξαμε μία συζήτηση για το θέμα αυτό ακριβώς, την υπακοή. Και ένας εκ των εγγάμων που ευρίσκετο εκεί λέγει: «Πάτερ, μιλάς για τους αγάμους, για τους μοναχούς πως πρέπει να κάνουν υπακοή, ότι θα σωθούν μέσω της υπακοής». Νομίζω κάπως έτσι είπε «μέσω της υπακοής θα σωθούν». «Εμείς οι έγγαμοι πως θα σωθούμε;», λέει. Και του απαντάει: «Και εσείς με την υπακοή θα σωθείτε».

Και πραγματικά και μέσα στον γάμο είναι απαραίτητη η υπακοή στον Πνευματικό. Δεν θα μπορέσουμε να βαδίσουμε σωστά, εάν δεν υπακούσουμε, εάν θελήσουμε από μόνοι μας να αγωνιστούμε είτε διαβάζοντας, μελετώντας διάφορα βιβλία, ακόμη και αν είναι Πατερικά!

Ένας γιατρός βρισκόταν στα Άσπρα Σπίτια και πήρε να διαβάσει Φιλοκαλία. Διάβαζε Φιλοκαλία και φυσικά προσπάθησε να τα εφαρμόσει στην ζωή του τα φιλοκαλικά αυτά συγγράμματα. Και όταν πήγε στον Πνευματικό του στην Αθήνα, του λέγει ο Πνευματικός «παιδί μου, μην ξαναδιαβάσεις Φιλοκαλία». Καταλαβαίνετε, ε; Όχι μόνο δεν ωφελήθηκε, αλλά υπήρχε φόβος να ζημιωθεί, γιατί ανάποδα και στραβά τα έβλεπε και τα καταλάβαινε. Τα Πατερικά συγγράμματα και μάλιστα Φιλοκαλικά, τα ασκητικά αυτά, τα τόσο ευλογημένα, ήταν δυνατόν να ζημιώσουν εκείνον τον άνθρωπο. Και φανταστείτε τι θα γινόταν, εάν δεν είχε πνευματικό οδηγό. Άρα ο πνευματικός οδηγός είναι απαραίτητος για τον κάθε Χριστιανό.

Είναι αδύνατον, έτσι τουλάχιστον πιστεύω, -και αυτή είναι και η πίστη της Εκκλησίας - είναι αδύνατον να σωθεί Χριστιανός χωρίς Πνευματικό. Γιατί ο Πνευματικός έχει σχέση με το Μυστήριο που λέγεται εξομολόγηση. Είναι δυνατόν να σωθεί κανείς, χωρίς να ζει μυστηριακή ζωή; Χωρίς τα Μυστήρια είναι δυνατόν να σωθεί; Η Εκκλησία λέγει ότι δεν είναι δυνατόν. Όπως δεν είναι δυνατόν να ζήσει ένα σώμα, χωρίς να τρέφεται, χωρίς να πίνει νερό, έτσι δεν είναι δυνατόν να ζήσει η ψυχή, χωρίς και αυτή να τρέφεται. Πως θα τραφεί; Τα Μυστήρια τρέφουν την ψυχή.

Και όταν λέμε εξομολόγηση, δεν εννοούμε μόνο να πάει κάποιος να πει τα αμαρτήματα του · γιατί και αν ακόμα πει τα αμαρτήματα του, αλλά δεν κάνει υπακοή στον Πνευματικό, δεν έκανε τίποτα. Διότι δεν θα πει απλώς τα αμαρτήματα. Δεν κάνουμε σαν τους Ρωμαιοκαθολικούς, διότι σε αυτό το χάλι έφθασαν οι αιρετικοί, οι Ρωμαιοκαθολικοί. Οι Προτεστάντες δεν έχουν Μυστήρια, αλλά οι Ρωμαιοκαθολικοί λένε ότι μπορείς να εξομολογηθείς και με το τηλέφωνο. Ντρέπεσαι να πας στον Πνευματικό; Πάρε ένα τηλέφωνο και πες του τα. Σου διάβασε και μια ευχή, εντάξει, τακτοποιήθηκες. Ή στο εξομολογητήριο βάζει ένα παραβάν εκεί ο «Πνευματικός», δεν τον είδες ούτε αυτός σε είδε, είπες τα αμαρτήματά σου και εντάξει, τακτοποιήθηκες. Δεν είναι ορθόδοξα αυτά. Αυτά είναι γελοία για εμάς.

Γιατί ο Χριστιανός εάν θέλει την σωτηρία του, θα έχει πατέρα, πνευματικό πατέρα. Αυτός, που τον γεννάει και τον φέρνει σε αυτόν τον κόσμο, είναι ο σαρκικός πατέρας. Αλλά αυτός που θα τον αναγεννήσει είναι ο Πνευματικός πατέρας. Λέγει ο απόστολος Παύλος· μπορείτε να έχετε πολλούς δασκάλους, αλλά όχι πολλούς πατέρες, «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ' οὐ πολλοὺς πατέρας» (Α΄ Κορ. δ΄). Πνευματικός πατέρας των Κορινθίων ήταν ο απόστολος Παύλος. Αυτός τους αναγέννησε. Αυτός τους γέννησε εν Χριστώ. Και ο Πνευματικός θα γεννήσει τον Χριστιανό. Και ωδίνει πραγματικά και υποφέρει ο Πνευματικός πραγματικά και κάνει το παν ο Πνευματικός γι’ αυτόν που του κάνει υπακοή. Γιατί ο Πνευματικός αναλαμβάνει πια στους ώμους την ψυχή αυτού που του κάνει υπακοή, και κάνει το παν, για να σωθεί η ψυχή αυτή.

Ας αφήσουμε τις πλάνες και εμείς οι Χριστιανοί που λέμε: «Είπες μερικές αμαρτίες σε έναν Πνευματικό; Πήγαινε σε άλλον ύστερα. Μήπως γράφτηκες στον πρώτο; Κοίταξε να δεις κάποιον άλλο». Δημιουργείς ένα μπέρδεμα έτσι. Δύσκολα σώζεις την ψυχή σου. Η Εκκλησία λέγει ότι πρέπει να βρεις έναν Πνευματικό που σε αναπαύει, σε ξεκουράζει, και να δοθείς, να δώσεις το είναι σου σε αυτόν, να του πεις, όπως κάποιος Ισίδωρος - στην Κλίμακα -, που χαρακτηρίζεται σιδερένιος πνευματικά, είπε: «Γέροντά μου, να, είμαι εδώ σαν το σίδερο στη φωτιά. Κάνε με ότι εσύ θέλεις! Όπως ο σιδηρουργός παίρνει το σίδηρο και το βάζει στην φωτιά, για να το πλάσει όπως αυτός θέλει, έτσι και εγώ αφήνομαι στα χέρια σου. Να με πλάσεις, όπως θέλεις!». Όταν κανείς έχει διάθεση να κάνει τέτοια υπακοή, τότε δεν είναι δυνατό παρά να ωφεληθεί πάρα πολύ.

Όπως και άλλες φορές είπαμε, γι’ αυτή την ψυχή που λαχταράει σωτηρία, θα φωτίσει ο ίδιος ο Θεός τον Πνευματικό και θα της πει τα πρέποντα, για να μπορέσει να σωθεί.

Τώρα τι γίνεται; Πάμε και λέμε τα αμαρτήματα μας και, αν μας λέει κάτι ο Πνευματικός - το έχω προσέξει - εμείς δεν ακούμε τι λέει ο  Πνευματικός, αλλά μένουμε σε αυτό που σκεφτήκαμε εμείς. Και αν απαντάμε στον Πνευματικό, δεν απαντάμε σε αυτά που μας λέει, αλλά λέμε αυτά που έχουμε εμείς στο μυαλό μας. Κυρίως οι γυναίκες βάζουν κάτι στο μυαλό τους, και ότι και να λέει ο Πνευματικός πάει «στο βρόντο». Δεν ακούν. Αυτά που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας, μέσα στην σκέψη μας, αυτά μόνο μας ενδιαφέρουν. Δεν λέω για εσάς. Λέγω τι συμβαίνει συνήθως. Και έπειτα πώς να κάνουμε υπακοή! Όχι υπακοή, ούτε ακοή δεν υπάρχει!

 Ρώτησα μερικές φορές: «Βρε παιδάκι μου, τι σου είπα;». Γιατί φαινόταν ότι δεν άκουγε. Δεν ήξερε τι είπα. Ήξερε τα δικά της. Εκείνα που κράτησε μέσα στην σκέψη της. Όταν δεν υπάρχει ακοή, πώς να υπάρχει υπακοή; Πώς να υπάρχει σωτηρία; Βλέπετε πόσο μπέρδεμα δημιουργείται.

Αλλά η υπακοή στον Πνευματικό είναι απαραίτητη. Και αν ο Πνευματικός σαν άνθρωπος σφάλλει, εσύ δεν έχεις ευθύνη. Εσύ κάνεις υπακοή, δεν έχεις ευθύνη. Μη σας φαίνεται παράξενο. Δεν θα σε αφήσει ο Θεός εσένα, που θέλεις να κάνεις υπακοή, δεν θα σε αφήσει να χαθείς.

Οι Πατέρες δεν λένε ψέματα. Εμείς οι άνθρωποι μπορεί να λέμε, αλλά οι Πατέρες δεν λένε ψέματα. Στα Πατερικά διαβάζουμε το εξής. Κάποιος νέος θέλησε να γίνει μοναχός. Και είπε: «Θεέ μου, θα βγω έξω από την πόλη, θα βαδίσω και στο πρώτο σπίτι που θα βρω, το πρώτο ησυχαστήριο, θα πάω μέσα και θα γίνω υποτακτικός σ’ αυτόν τον Γέροντα. Θα κάνω τέλεια υπακοή σ’ αυτόν τον Γέροντα. Εκεί θα μείνω. Μέσω αυτού θα σωθώ». Βγαίνει πραγματικά. Προχωράει, βρίσκει το «σπίτι», χτυπάει την πόρτα, βγαίνει ο μοναχός. «Γέροντα», λέει, «θα μείνω εδώ σε εσένα». «Όχι, παιδάκι μου, δεν μπορείς», του λέει εκείνος. «Όχι», λέει ο νέος, «εδώ θα μείνω». «Δεν μπορείς», του λέει ο άλλος. «Όχι, θα γίνω υποτακτικός σου», επιμένει, «δεν φεύγω· υποτακτικός σου θα γίνω».

Επειδή και ο Γέροντας επέμενε πολύ και ο μέλλων υποτακτικός επέμενε, του λέγει ο Γέροντας. «Άκουσε παιδάκι μου. Με βλέπεις καλόγερο, αλλά δεν είμαι καλόγερος. Εγώ ζω αμαρτωλά. Έχω συνδεθεί και με γυναίκα». «Δεν ξέρω τι κάνεις εσύ», του λέει ο νέος, «εγώ θα καθίσω να γίνω υποτακτικός σε σένα. Εσύ κάνε ότι θέλεις». Και κάθισε. Και κάνει υπακοή σ’ αυτόν τον πόρνο. Και σώζεται. Και κατανύσσεται εκείνος ο αμαρτωλός με την υπακοή του υποτακτικού και ελεεινολογεί τον εαυτό του και έρχεται σε συναίσθηση, διώχνει την γυναίκα και σώθηκε και ο μοναχός εκείνος. Βέβαια που αυτή η υπακοή! Που αυτή η υπακοή!

Εμείς αν δούμε κάτι στον Πνευματικό μας, αρχίζουμε την κρίση και την κατάκριση· και «τώρα εγώ πως θα πάω να του εξομολογηθώ, αυτός έκανε εκείνο, έκανε το άλλο». Δεν λέω να πηγαίνουμε στον τυχαίο Πνευματικό, όπως δεν πάμε στον τυχαίο γιατρό. Πρέπει να ερευνήσει κανείς, να εξετάσει και, αφού βρει τον Πνευματικό που τον αναπαύει, να κάνει απόλυτη υπακοή πια από εκεί και πέρα. Σε ότι πει ο Πνευματικός να λέγει «να ναι ευλογημένο». Όχι αντιρρήσεις. «Μα... ξέρεις, μα δεν μπορώ. Δεν είναι δυνατόν...». Και όταν λες «δεν μπορώ», επειδή νοιώθεις ότι δεν μπορείς, και τότε φυσικά παρακοή κάνεις. Όταν λέει κάτι ο Πνευματικός, να λέμε «να ναι ευλογημένο. Θα προσπαθήσω». Μα δεν μπορείς; «Θα προσπαθήσω και πάλι». Οπωσδήποτε, λέγω, για τον αγιασμό, για την σωτηρία είναι απαραίτητη η υπακοή σε Πνευματικό.

Επίσης αυτός που έθεσε την ερώτηση ρωτάει αν πρέπει να ζητάει ευλογία για όλα. Τώρα δεν ξέρω αυτός ή αυτή (αυτή, ίσως να είναι) που γράφει την ερώτηση, πως εννοεί το να ζητάει ευλογία σε όλα. Και μέσα στο Μοναστήρι η μοναχή, ο μοναχός δεν θα ζητήσει ευλογία για όλα. Όταν θα πάει να πιεί νερό, όταν θα εργαστεί στο διακόνημα, δεν θα πάρει ευλογία. Ξέρει πως πρέπει να εργαστεί στο διακόνημα και θα το κάνει· ξέρει τι και πως το θέλει η Γερόντισσα και ο Γέροντας. Ή, όταν κάτι είναι ολοφάνερο, δηλαδή να βοηθήσει π.χ. έναν αδελφό, μια αδελφή, δεν πρέπει να ρωτήσει τον Γέροντα αν πρέπει να κάνει αυτή την πράξη αγάπης. Για παράδειγμα μια μοναχή δεν θα πάει να πάρει ευλογία από την Γερόντισσα, για να βοηθήσει μια άλλη μοναχή που δυσκολεύεται στο διακόνημα. Θα πάει να την βοηθήσει. Είναι μια πράξη αγάπης αυτή.

Αλλά όμως, αν μπορούν περισσότερο να συμβουλεύονται τον Πνευματικό τους και να του κάνουν περισσότερη υπακοή, αυτό είναι το ιδανικό. Λέμε ποιο είναι το ιδανικό, το άριστο, γιατί αυτό είναι και το πολύ - πολύ ωφέλιμο για την ψυχή μας.

Και τέλος ρωτάει, όταν για όλες τις λεπτομέρειες δεν είναι δυνατόν να συναντά τον Πνευματικό, πώς να ενεργεί. Και είναι πολύ φυσικό αυτό, να μη μπορεί για τις λεπτομέρειες να συναντάει τον Πνευματικό. Λέγω, θα σκέφτεται, θα αναλογίζεται ποια περίπου είναι η γνώμη του Πνευματικού πάνω σε αυτές τις λεπτομέρειες. Εάν όμως δεν μπορεί να ξέρει ποια είναι η γνώμη του Πνευματικού, θα σας πω κάτι. Μη σας φανεί παράξενο. Εμένα αυτό το πράγμα μου φαίνεται καλό. Αν θέλει κανείς να το εφαρμόσει, ας το εφαρμόσει. Προσοχή όμως, να μη το εφαρμόζει σε όλα! Μόνο σε μια λεπτομέρεια και τότε μόνο, όταν είναι αδύνατο να ρωτήσει τον Πνευματικό. Μην το κάνουμε νόμο αυτό, γιατί θα είναι αμαρτία.

Να. Θα ήθελες να ρωτήσεις τον Πνευματικό για κάτι, για μια λεπτομέρεια, αλλά δεν μπορείς να τον βρεις. Τότε γράφεις σε δύο χαρτάκια «να το κάνω» ή «να μην το κάνω», τα βάζεις στην εικόνα της Παναγίας, κάνεις τρείς μετάνοιες και λες «Παναγία μου, πες μου τι να κάνω;». Με την καρδιά σου το κάνεις όμως, έ; Με την καρδιά σου θα πεις «Παναγία μου, τι να κάνω; Ναι ή όχι;». Πάρε ένα χαρτάκι. Έ, αυτό το χαρτάκι που θα πάρεις αυτό θα είναι. Αλλά προσοχή, μην το κάνετε νόμο αυτό το πράγμα! Μόνο όταν είναι αδύνατον να συναντήσεις τον Πνευματικό και όταν πρόκειται για μια λεπτομέρεια, τότε κάνε το. Στα άλλα να προσπαθούμε να συναντούμε τον Πνευματικό και να κάνουμε υπακοή σε αυτό που θα μας πει ο Πνευματικός.

 

 

Περί των εσχάτων

Γέρων Γρηγόριος Παπασωτηρίου

 

Οι Πατέρες τονίζουν ότι οι καιροί μας είναι δύσκολοι, από πνευματικής πλευράς φυσικά είναι δύσκολοι, ότι είναι έσχατοι, ότι είναι κρίσιμοι και άλλα σχετικά με αυτά. Βέβαια δεν πρέπει κανείς να έχει προφητικό πνεύμα ή να είναι πολύ σοφός ή άγιος πολύ, για να το καταλάβει αυτό, να καταλάβει δηλαδή ποιοι είναι οι καιροί μας. Λίγο μυαλό να έχει, μπορεί να καταλάβει ότι πραγματικά η εποχή μας είναι δύσκολη, οι καιροί μας είναι δύσκολοι.

Τώρα από τα «δύσκολα» μέχρι το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, όπως λένε μερικοί… Γιατί ο όσιος Παΐσιος είπε κάτι στην Σουρωτή και οι γυναίκες… η κάθε μια το πήρε, όπως ήθελε και άρχισε να «ψάλλει το δικό της τροπάριο». Και βγήκαν και ακούστηκαν πάρα πολλά. Εγώ π.χ. άκουσα ότι δήθεν είπε ο όσιος Παΐσιος ότι στον Σεπτέμβριο θα γίνει πόλεμος. Άλλοι είπαν ότι τον Σεπτέμβριο θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Άλλοι είπαν ότι οι Τούρκοι θα μπουν μέσα στην Ελλάδα και θα φτάσουν μέχρι την Θεσσαλονίκη και ότι δεν θα αφήσουν κανέναν, θα τους σφάξουν όλους. Έτσι είπε δήθεν ο όσιος Παΐσιος. Φυσικά δεν είπε τίποτα από αυτά ο όσιος Παΐσιος! Είμαι σίγουρος ότι τίποτε από αυτά δεν είπε. Απλούστατα είπε ότι είναι δύσκολες οι ημέρες, η εποχή μας είναι πολύ δύσκολη και όλοι πρέπει να προσέχουμε, πρέπει να ζούμε εν μετανοία. Οπωσδήποτε αυτό θα τόνισε ο όσιος Παΐσιος, γιατί αυτό τονίζει συνεχώς και πολύ περισσότερο τελευταία αυτό τονίζει.

Τώρα πως βγήκαν όλα αυτά… Είναι πολύ εύκολο γιατί συνήθως δημιουργείται ένα παραμύθι… το «πιάνει» κάποιος, όπως το «έπιασε», από εκεί που το άκουσε, βάζει λίγο την φαντασία, αν είναι και γυναικεία η φαντασία τα μεγαλώνει περισσότερο, έ, στο τέλος θα φτιάξει κάτι δικό της… αυτή θα τα βγάλει αλλιώς, η άλλη θα τα ακούσει αλλιώς… και έτσι μεγαλώνει και βγαίνουν πράγματα τελείως διαφορετικά από αυτά, τα οποία ελέχθησαν. Αυτά τα λέγω, γιατί εγώ ο ίδιος προσωπικά άκουσα πάρα πολλά σχετικά με αυτά που είπε ο όσιος  Παΐσιος. Και ο ίδιος φυσικά τα ακούει όλα αυτά και στεναχωριέται. Φτάνουν στα αυτιά του και στεναχωριέται, γιατί δεν είπε κάτι τέτοιο. Δεν είπε ότι θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία ή θα γίνει τον Σεπτέμβριο ο πόλεμος ή κάτι άλλο.

Αντιθέτως και ο όσιος Παΐσιος και άλλοι Πατέρες του Αγίου Όρους, πνευματικοί άνθρωποι, και στα Ιεροσόλυμα που πήγαμε και συναντήσαμε μία αγία ψυχή, Ρώσο Πνευματικό, αυτό μας τόνισε και εκείνος, ότι δηλαδή είμαστε στους καιρούς των εσχάτων. Αυτό το τονίζουν όλοι. Άλλο είναι να πει κάποιος ότι είναι εσχατολογική η εποχή μας, άλλο ότι θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Διαφέρει πάρα πολύ το ένα από το άλλο.

Ή, όπως λένε άλλοι Πατέρες του Αγίου Όρους, εμείς είμαστε ογδοήτες. Είτε άνθρωπος των εσχάτων θα πεις είτε ογδοήτης θα πεις, είναι ένα και το αυτό, το ίδιο είναι. Ναι, ογδοήτης σημαίνει ο άνθρωπος των εσχάτων. Η εποχή μας είναι εσχατολογική. Οπωσδήποτε. Αλλά, πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, η Αγία Γραφή μας λέγει ότι «οὐδεὶς οἶδεν...» (Ματθ. κδ΄36), «ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» (Α΄ Θεσ. ε΄2). Και τι λέγει ο Κύριος; Ότι μπορεί αύριο να γίνει η Δευτέρα Παρουσία, αυτή την στιγμή, τώρα που μιλάμε, αυτή την στιγμή μπορεί να γίνει η Δευτέρα Παρουσία. Ναι όταν λέγει «ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ...»… Ο κλέφτης δεν ειδοποιεί πότε θα έρθει. Ξαφνικά έρχεται. Η Δευτέρα Παρουσία πολύ ξαφνικά θα γίνει.

Βέβαια μας είπε ο Κύριος ορισμένα σημάδια που, όταν τα δούμε αυτά, πρέπει να ξέρουμε ότι «ἐγγύς ἐστι» (Αποκ. α΄ 3), ότι το τέλος είναι κοντά. Αυτά τα σημάδια τα βλέπουμε. Άρα μπορούμε να πούμε ότι κοντά είναι το τέλος. Αυτό μπορούμε να το πούμε μετά βεβαιότητος. Όπως σας έλεγα και μια άλλη φορά… είναι λόγια του Χριστού, του Κυρίου το «καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν» (Λουκ. κα΄ 24). Και πραγματικά τα Ιεροσόλυμα κυριεύθηκαν επί Τίτου, καταπατήθηκαν από τους Ρωμαίους· και από τότε, από το 70 μ. Χ. μόνον το 1967 τα παίρνουν οι Εβραίοι. Από το 70 μ. Χ. μέχρι το 1967 μ. Χ. δηλαδή 1900 χρόνια καταπατούνται από τους εχθρούς τα Ιεροσόλυμα. 1900 χρόνια! Και τα παίρνουν για πρώτη φορά το 1967. Άρα αυτό είναι το τρανότατο δείγμα ότι «οι καιροί των εθνών επληρώθησαν». Είναι δηλαδή στο τέλος οι καιροί των εθνών. Η εποχή μας αυτή είναι από τις τελευταίες εποχές. Μα πότε θα γίνει; Σεπτέμβριο; Οκτώβριο; Δεκέμβριο θα γίνει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι η εποχή μας είναι από τις τελευταίες εποχές, από τις έσχατες εποχές. Αυτό το συμπεραίνουμε από τα λόγια του ίδιου του Χριστού.

Φυσικά ο Θεός θέλει από εμάς να είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι. «Γρηγορεῖτε», λέγει. «Νήφετε», λέγει. Όταν μας τονίζει ότι πρέπει να γρηγορούμε, να νήφουμε, σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε  ξύπνιοι, να είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή. Γιατί αυτός, ο οποίος δεν θα ζήσει έτσι, αυτός ποτέ δεν θα είναι έτοιμος, ποτέ δεν θα δει τον Κύριο. Αυτό που μας χρειάζεται αδελφοί μου, περισσότερο δεν είναι να γνωρίζουμε πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία ή πότε θα γίνει πόλεμος. Αυτό που χρειάζεται να προσέξουμε περισσότερο είναι «Είμαι έτοιμος εγώ αυτή τη στιγμή; Έχω μετανοήσει; Ζω την ζωή της μετανοίας;». Εάν δεν είμαι, να προετοιμαστώ, να αγωνιστώ. Γιατί , εάν περιμένω να μάθω πότε θα γίνει η  Δευτέρα Παρουσία, πότε θα γίνει πόλεμος, για να μετανοήσω, δεν θα μετανοήσω. Πιστέψατέ μου, ποτέ δεν θα μετανοήσω. Θα κυριευθώ από φόβο…

Γιατί οι άγιοι μπορεί να ξέρουν ακριβώς πότε θα γίνει κάτι, ακόμη και την ημέρα. Δεν το λένε, γιατί καλό δεν θα βγει. Ζημία θα γίνει. Τι θα γίνει; Να, άλλοι θα αρχίσουν να γλεντάνε, να διασκεδάζουν, «α, να τα φάμε όλα, αφού θα χαθεί ο κόσμος. Τελείωσε».  Άλλοι θα αρχίσουν να κλαψουρίζουν και να κλαίνε «πάει, χάλασε ο κόσμος, θα χαλάσει ο κόσμος...». Απελπισία, απόγνωση. Έ, καθένας θα ακολουθήσει τον δρόμο του. Λίγοι, πολύ λίγοι θα ωφεληθούν. Αυτοί, που ήδη ζουν εν μετανοία, αυτοί θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να ζήσουν με περισσότερη εγρήγορση, με περισσότερη νήψη.

Αυτό που μας χρειάζεται είναι να ευρισκόμαστε σε εγρήγορση! Να ρωτάμε όχι πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και πότε θα γίνει πόλεμος, αλλά «βρίσκομαι σε εγρήγορση εγώ;» Και αν όχι, αν κοιμάμαι, να ξυπνήσω. Αυτό θέλει ο Κύριος. Γιατί εντάξει δεν έγινε η Δευτέρα Παρουσία ούτε πόλεμος έγινε… Αλλά πηγαίνοντας στο σπίτι σου συγκρούστηκες με ένα αυτοκίνητο και σκοτώθηκες. Για σένα έγινε. Τελείωσε.  Ή επίσης με μια ξαφνική αρρώστια, καρδιακή πάθηση ή οτιδήποτε άλλο… Για σένα τελείωσε. Πόσους και πόσους δεν βλέπουμε ότι είναι καλά, υγιείς και ξαφνικά τους πιάνει κάτι και πεθαίνουν αμέσως.

«Ε, δεν έχω κανένα πρόβλημα, δεν έχω τίποτα το οργανικό, είμαι καλά, εντάξει, ωραία, θα γλεντήσω, θα διασκεδάσω, περνάει ο χρόνος...» Ναι, δεν ξέρεις αύριο τι θα έρθει. Άρα πρέπει αυτό να σκεφτόμαστε, το αβέβαιον αύριο! Αυτό να σκεφτόμαστε και να προσπαθούμε να εκμεταλλευόμαστε την κάθε ημέρα. Αυτός που εκμεταλλεύεται τις στιγμές, τις ώρες, τις ημέρες, αυτός θα κερδίσει την αιωνιότητα. Γιατί, αν σκέφτομαι το τι θα κάνω π.χ. τα Χριστούγεννα και πως θα κινηθώ τα Χριστούγεννα ή μετά τα Χριστούγεννα, τότε δεν κάνω τίποτε. Σήμερα τι θα κάνω! Αν κερδίσω την σημερινή ημέρα, θα κερδίσω και την αυριανή. Όταν κάτι κάθε ημέρα κερδίζω, κερδίζω όλο τον χρόνο, κερδίζω όλη τη ζωή μου. Και εξαγιάζω τον βίο μου και είμαι έτοιμος.

Αυτό που πρέπει, τονίζω, να μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι να είμαστε έτοιμοι. Ο ίδιος ο Κύριος είπε «γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν» (Ματθ. κστ΄). Αυτός, ο οποίος γρηγορεί και προσεύχεται, αυτός δεν μπαίνει σε πειρασμό.

Τώρα, επαναλαμβάνω, το ότι είμαστε στα έσχατα είμαστε. Τελείωσε. Ότι θα γίνουν πολλά, θα γίνουν. Και πόλεμοι και καταστροφές θα γίνουν και αιματοχυσίες θα γίνουν… Σαν την θάλασσα, η οποία βρίσκεται σε μια κίνηση, μια τέτοια αγωνία δεν υπάρχει σήμερα σε όλον τον κόσμο; Μια αβεβαιότητα, μια αστάθεια παντού. Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο. Παγκόσμια υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα. Ναι. Το πότε θα γίνουν; Αυτά είναι στα χέρια του Θεού. Αυτά τα γνωρίζει ο Θεός.

Ε, έβγαλε αίμα η εικόνα της Παναγίας. Και είπαν οι Πατέρες και ο όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης ότι θα γίνει μάλλον αιματοχυσία. Δεν είπε τίποτε περισσότερο. Δεν είπε πότε θα γίνει πόλεμος. Είπε και ο όσιος Παΐσιος ότι είναι δύσκολη η εποχή μας· ακόμη είπε: «Όταν θα αρχίσουν τα δεινά, αν θα αρχίσουν, να είστε παλληκάρια· θα μας οικονομήσει ο Θεός». Όταν θα έρθουν. Αυτό τόνισε. Και εδώ αυτό είπε. Τουλάχιστον αυτό άκουσα εγώ. Και στην Σουρωτή αυτό είπε στις γυναίκες, οι οποίες φοβούνται περισσότερο να μην πάθουν κάτι. Γιατί κάτι θα γίνει. Τώρα πότε θα γίνει… Ναι, θα γίνει. Ε, λοιπόν μη φοβάστε. Θα στηριχθείτε στον Θεό. Αυτό ετόνισε. Μα το πότε θα γίνει ο Θεός το ξέρει.

Οι Πατέρες του Αγίου Όρους έτσι θέτουν τα πράγματα. Μάλιστα, όταν είχα περάσει από τον όσιο Πορφύριο      -σας το είπα και άλλη φορά-, τον ρώτησα σχετικά με αυτά που ρωτήσατε εσείς τώρα και σχετικά με αυτά που λένε οι Αγιορείτες «τι λέτε εσείς Γέροντα;». «Εμένα», λέγει πολύ σωστά ο παππούλης, «αυτό που με ενδιαφέρει είναι να αγαπώ τον Κύριο». Και αυτό προσπαθούμε. Να αγαπούμε τον Κύριο!

Ε, όταν αγαπούμε τον Κύριο, όλα θα πάνε καλά. Αυτός, που εσύ αγαπάς, δεν θα σε τακτοποιήσει; Καταστροφή να γίνει, η γη να αναποδογυρίσει, όταν εσύ Τον αγαπάς με την καρδιά σου, θα σε φυλάξει. Τελείωσε. Αν χρειαστεί να σε πάρει κοντά Του, εντάξει, κοντά Του θα πας!Μάρτυρας  θα γίνεις! Θα τελειώσει το πρόβλημά σου εδώ πέρα, αν χρειαστεί να φύγεις. Μα, αν χρειαστεί αν παραμείνεις εδώ, θα σε φυλάξει.

Από τα χρονικά της Ιστορίας της Εκκλησιαστικής έχουμε καταπληκτικά θαύματα. Βλέπουμε στην εποχή των διωγμών τον άγιο Αντώνιο φανερά να προκαλεί να τον πιάσουν, για να μαρτυρήσει. Βγάζουν διαταγή και λένε ότι όποιος μοναχός φαίνεται έξω στον κόσμο, θα συλλαμβάνεται αμέσως και θα υποβάλλεται σε μαρτύρια. Και αυτός πηγαίνει εκεί, που γίνονταν τα δικαστήρια και απεφασίζετο το μαρτύριο για κάποιους, και στέκεται σε ένα μέρος να τον βλέπουν όλοι και προκαλεί να τον συλλάβουν. Και δεν τον πιάνει κανείς. Τρεις φορές το κάνει αυτό το πράγμα και κανείς δεν τον πιάνει. Γιατί; Γιατί δεν θέλει ο Θεός. Όταν δεν θέλει ο Θεός, δεν γίνεται τίποτε. Και μου έλεγαν για δύο ασκήτριες στη Ρωσία, άγιες ψυχές. Είχε αλλάξει το καθεστώς τότε με την Επανάσταση. Όπως ξέρετε είχαν γεμίσει βαγόνια με μοναχές, μοναχούς, ιερείς και τους είχαν στείλει στη Σιβηρία. Πήγαν να τις συλλάβουν και αυτές. Πλησίασαν στα εκατό μέτρα και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν από εκεί και πέρα οι στρατιώτες. Δεν μπορούσαν να βαδίσουν. Έμειναν εκεί ακίνητοι. Και τις άφησαν. Ο Θεός τις φύλαξε.

Ναι. Λοιπόν να μη μας απασχολεί πότε θα γίνει καταστροφή και πότε θα γίνει πόλεμος. Αλλά να με απασχολεί εγώ να μην καταστρέψω τον εσωτερικό μου άνθρωπο, να μην γκρεμίσω αυτόν που είναι ναός του Θεού. Τον πνευματικό ναό να τον στολίσω, να τον ευπρεπίσω  και να τον τακτοποιήσω. Και, όταν θα έρθει η ώρα, θα έρθει ο Κύριος, αν χρειαστεί, να με παραλάβει ή να γίνει οτιδήποτε άλλο.

 

 

Περί βασκανίας

Γέρων Γρηγόριος Παπασωτηρίου

 

Είναι μερικοί που δεν παραδέχονται την βασκανία και λένε «ε, ανόητα πράγματα, χαζά· τίποτε δεν είναι». Η Εκκλησία όμως την παραδέχεται την βασκανία και μάλιστα έχει και ευχές στο Ευχολόγιο για την βασκανία. Όχι μόνο η Εκκλησία την παραδέχεται, αλλά και από τους αρχαιοτάτους χρόνους, όπως διάβαζα, ακόμη και οι αρχαίοι, οι παλαιοί προσπαθούσαν να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο της βασκανίας. Οι φιλόσοφοι, οι σοφοί, ο Δημόκριτος, ο Πλούταρχος, ο Αριστοτέλης έδιναν ψυχολογική ερμηνεία στο φαινόμενο αυτό.

Μάλιστα ο Βιργίλιος σε μια ιστορία του - μου έκανε εντύπωση- γράφει ότι κάποιος βοσκός του παραπονείτο ότι πέθαιναν τα αρνιά του, γιατί λέγει κάποιο βάσκανο μάτι οπωσδήποτε τα εβάσκαινε αλλά δεν ήξεραν ποιο είναι αυτό το μάτι.

Και η αλήθεια είναι ότι η βασκανία οδηγεί μέχρι τον θάνατο. Έχω πείρα προσωπική. Είχαμε ένα καλό αλογάκι, όταν ήμουν παιδί ακόμη, και κάποια ψυχή καημένη, όταν το είδε, είπε «α, δικό σου είναι αυτό;». Δεν πρόλαβε το αλογάκι να πάει τριακόσια μέτρα στο σπίτι και έπεσε κάτω και ψόφησε. Έφυγε από βασκανία.

Τι είναι αυτή η βασκανία;

Ο απόστολος Παύλος στην Προς Γαλάτας Επιστολή γεμάτος παράπονο λέγει «Ὦ ἀνόητοι Γαλάται, τίς ὑμᾶς ἐβάσκανε…;» (Γαλ. γ΄1). Ποιος σας βάσκανε; Βαδίζατε καλά, προχωρούσατε καλά· τώρα σας βλέπω ότι πήρατε τον στραβό τον δρόμο, τον αντίθετο. Ποιος σας βάσκανε και πήρατε αυτή την στροφή;

Η βασκανία είναι επίδραση και επήρεια πνευμάτων πονηρών στον άνθρωπο, ο οποίος βασκαίνεται. Και υποφέρει όντως.

Επειδή συνέπεσε ο υποφαινόμενος να υποφέρει πάρα πολύ από βασκανία - όταν ήταν μικρό παιδί, θυμάμαι, στο Δημοτικό Σχολείο -, γνωρίζω ότι αυτό που θα νιώσει, που θα καταλάβει αυτός, ο οποίος υποφέρει από βασκανία, δεν είναι απλή αδιαθεσία, αλλά είναι ένας πόνος βαθύς στο κεφάλι που ξεκινάει από το μέτωπο μέχρι τους κροτάφους. Είναι χαρακτηριστικός ο πόνος αυτός. Χτυπάει μέσα και σε κάνει να μην μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου. Μερικές φορές είναι δυνατός, είναι πολύ δυνατός ο πόνος. Ε, δεν είναι απλώς μια αδιαθεσία, αλλά ένας πονοκέφαλος. Λέγω, ξεκινάει από το μέτωπο, το κέντρο και φτάνει μέχρι τους κροτάφους. Σε όλους κατ’ αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται.

Οι άγιοι Πατέρες έχουν ασχοληθεί με την βασκανία, αναφέρονται στην βασκανία, παραδέχονται την βασκανία. Η Εκκλησία την παραδέχεται. Γι’ αυτό, όπως είπα προηγουμένως, έχουμε και ευχές για την βασκανία και δεν χρειάζεται να τρέχουμε σε αυτές τις γυναίκες που ρίχνουν λάδια και αλάτια και ...δεν ξέρω τι άλλα κάνουν. Δεν χρειάζεται εκεί να τρέχουμε. Απλούστατα να πηγαίνουμε στον ιερέα. Έχουμε Ποιμένα, έχουμε Πνευματικό πατέρα, έχουμε ιερέα, σε ενορίες είμαστε. Θα πάμε εκεί. Όταν πονάει το κεφάλι, τρέχουμε στον γιατρό. Και αν δεν έχουμε γιατρό κοντά, πάμε και λίγο πιο μακριά, στην Θεσσαλονίκη. «Που θα βρεις τον παππά;», ρωτούν. Που θα τον βρεις; Μέσα στο χωριό σου είναι. Κάπου θα τον βρεις.  Στην ενορία σου, στην πόλη σου είναι. Πήγαινε, πες του «Πάτερ, μια ευχή διάβασέ μου».

Θυμάμαι ότι ένας καθηγητής στον Πολύγυρο, που συχνά το πάθαινε αυτό, μόλις γύριζε από το σχολείο, «Πάτερ», έλεγε στον π. Αγαθάγγελο, «μια ευχή». Μόλις του διάβαζε την ευχή, τελείωνε.

Ναι, αυτός, ο οποίος βασκαίνεται και έχει αυτόν τον πόνο, πρέπει να καταφύγει στον ιερέα. Είναι αμαρτία να καταφεύγουμε κάπου αλλού. Διότι είναι δυνατόν να πας σε κάποια, που ξεβασκαίνει, και να περάσει ο πόνος. Αλλά δεν είναι ο ιερεύς αυτή, δεν έχει την Χάρη. Γιατί ο διάβολος έχει την δύναμη να διώχνει έναν άλλο διάβολο.

Ο μακαρίτης ο Τρεμπέλας γράφει κάπου, ασχολούμενος με αυτά, ότι αυτά είναι μικρά πονηρά πνεύματα, που υπεισέρχονται και ενοχλούν τον άνθρωπο. Τώρα ένα μεγάλο αφεντικό μπορεί να διώξει τα μικρά, και να τα πει «φύγετε» και να απαλλάξει τον άνθρωπο. Έκανε υπακοή και έφυγε. Ο διάβολος κάνει υπακοή. Εμείς δεν κάνουμε υπακοή. Εμείς δυσκολευόμαστε. Τα δαιμόνια στο αφεντικό τους κάνουν τυφλή υπακοή. Ναι, μόλις είπε λοιπόν ο μεγαλύτερος διάβολος «φύγε», ο μικρότερος έφυγε. Ελευθερώθηκε ο άνθρωπος. Αλλά έγινες καλά;

Αργότερα, όταν θα έχεις ένα άλλο πρόβλημα, θα σε στείλει στο μέντιουμ. Και τότε θα πεις «μα αυτή η γυναίκα με έκανε καλά, μα έγινα καλά· πονούσε το κεφάλι, πήγαινε να σκάσει το παιδί μου, το αλογάκι μου, το ζώο μου -αν είναι στο χωριό- και γίναμε καλά. Τώρα πως όχι; Θα πάω». Έτσι θα σε στείλει κάπου αλλού. Κατάλαβες; Η πονηριά του διαβόλου! Σε απάλλαξε. Δεν έπαθες τίποτε άλλο. Θα σε στείλει στο μέντιουμ έπειτα, θα σε στείλει στην χαρτορίχτρα, στην μάγισσα, στον μάγο θα σε στείλει. Και μπορεί να βγήκες από έναν μικρό λάκκο, αλλά χαντακώθηκες. Σε χαντάκωσε κυριολεκτικά, σε βούλιαξε. Και έτσι δημιούργησε ένα μεγάλο μπέρδεμα.

Γιατί σήμερα, το ξέρετε και, αν δεν το ξέρετε, πρέπει να το πούμε, να το τονίσουμε, σήμερα που οι σχέσεις του ανθρώπου, του Χριστιανού με τον Θεό έχουν χαλαρώσει, σήμερα που ο άνθρωπος δεν σκέφτεται και τόσο τον Θεό, δεν Τον φοβάται και πολύ περισσότερο που δεν αγαπάει τον Θεό, έχει προσκολληθεί κάπου αλλού. Και ήτο πολύ φυσικό αυτό να γίνει, γιατί ο άνθρωπος πάντοτε είναι αδύνατος. Ακόμη και αυτός που κάνει το «παλληκάρι», τον άθεο, τον ήρωα, και αυτός θέλει ένα στήριγμα, μια βακτηρία. Και, αφού άφησε τον Θεό, στηρίζεται στον μάγο, στην μάγισσα, στηρίζεται στα μέντιουμ. Αυτά τα πιστεύουν.

Στον Λαγκαδά που γίνονται τα αναστενάρια (Ειδωλολατρικό έθιμο, για το οποίο ο άγιος Παΐσιος είπε: «Και δαιμονικό είναι και απατεωνιά».) και έρχονται από το εξωτερικό να τα παρακολουθήσουν… ε, στις χαρτορίχτρες, στους νεκρομάντεις πάνε εκεί και τους κάνουν (νούμερα), τους παρουσιάζουν πρόσωπα που έχουν φύγει στον άλλο κόσμο και συνομιλούν μαζί τους... Αυτά τα κάνουν.

Και μάλιστα μου έκανε εντύπωση όταν προ ετών διάβασα ότι στην Γαλλία τότε ανά οχτώ χιλιάδες αντιστοιχούσε και ένας μάγος και μια μάγισσα. Η αναλογία αυτή δεν ήταν για τους ιερείς. Ναι, μάγους και μάγισσες έχουμε περισσότερους. Τώρα αυτό συμβαίνει και στον τόπο μας. Πόσοι και πόσοι δεν έρχονται και λένε «πήγα στον τάδε..» είτε ο Χρήστος είναι από τις Σέρρες που τον κάνουν και Χριστό, είτε κάτι άλλες γυναίκες στην Θεσσαλονίκη, που έχουν και εικόνες και φαίνονται ευλαβέστατες και σου λένε να κάνεις και ευχέλαιο, να πας στην Εκκλησία, να ανοίξεις και Εκκλησίες, να κάνεις και αγιασμούς... Γιατί ο διάβολος τα μπερδεύει.  Ο διάβολος δεν είναι ευθύς, δεν είναι ειλικρινής. Ο διάβολος είναι μπέρδεμα, ανακάτωμα είναι. Και φυσικά θέλει να σε μπερδέψει και εσένα. Εάν πιστέψεις αυτό το πράγμα, θα σε στείλει εκεί. Και έπειτα πια θα σε απομακρύνει και από την Θεία Κοινωνία και από τα Μυστήρια, και μετά χάθηκες. Πραγματικά χάθηκες!

Λέγω ότι ο άνθρωπος σήμερα τα προσέχει αυτά, γιατί χαλάρωσαν οι σχέσεις του με τον Θεό ή πολλές φορές έχει απομακρυνθεί τελείως από τον Θεό και καθότι αδύναμος ων θέλει να στηριχθεί κάπου και στηρίζεται σε αυτά.

Πόσο μου έκανε κατάπληξη και σκέφτηκα «για κοίταξε, πόσο ανόητοι γινόμαστε, πόσο χαμηλά πέφτουμε, πόσο ελεεινοί, πόσο τιποτένιοι!». Τότε παλιά… στην τηλεόραση είχαν δει κάποιοι γνωστοί μου κάτι και μου έλεγαν: «Ξέρεις, η τηλεόραση είπε ότι το “Απόλλων 13” είχε πάθει μία βλάβη. Και κοίταξε τι κάναμε!, είπαν οι επιστήμονες. Πήγαμε -και το έλεγαν σοβαρά- και τον βάλαμε αυτόν τον κακό αριθμό, το δεκατρία… Έπειτα από το  δώδεκα έπρεπε να βάλουμε το δεκατέσσερα, όχι το δεκατρία. Γι’ αυτό έπαθε την βλάβη». Αν θυμάστε αυτό έγινε παλιά, πάνε χρόνια. Άνθρωποι σοβαροί ασχολούνται με τέτοια ασόβαρα πράγματα και βάζουν και στα αυτοκίνητά τους πέταλα και κάνουν χίλια δυό πράγματα… Αυτά τα ευλαβούνται και τα σέβονται. Πιστεύουν σε αυτά, στα χαζά, στα ανόητα, στα σατανικά, στα ευτελή, στα τιποτένια, γιατί έχουν αφήσει κάτι άλλο, έχουν αφήσει την αλήθεια. Και όποιος φεύγει από την αλήθεια πάει στο σκοτάδι, πάει στο ψέμα.

Λέγω, στη βασκανία ενεργούν μικρά πονηρά πνεύματα. Γιατί υπάρχουν τάξεις ως προς τα πνεύματα· μικρά, μεγαλύτερα, ακόμη μεγαλύτερα και φθάνουμε στον Βεελζεβούλ, στον αρχισατανά. Απλούστατα τα πνεύματα αυτά έχουν την δύναμη να ενοχλούν τους ανθρώπους. Και όταν θα πάει ο άνθρωπος κάτω από το πετραχήλι οιουδήποτε ιερέως και θα του διαβάσει αυτή την ευχή, φεύγει το πονηρό πνεύμα, και απαλλάσσεται ο άνθρωπος.

Τώρα αυτός, ο οποίος έχει την «ικανότητα», όπως θέλετε πείτε το, να βασκαίνει, αυτός δεν πάει καλά πνευματικά. Αυτός που «έχει κακό μάτι», όπως λένε, δεν πάει καλά στα πνευματικά. Έχει επικοινωνία όχι με τον Χριστό αλλά με τους δαίμονες. Ακόμα και αν εξομολογείται, δεν πάει καλά. Γιατί μπορεί και να υπάρξει μια τέτοια περίπτωση, δηλαδή ακόμη και να εξομολογείται. Αυτός ο άνθρωπος είναι να τον κλαίμε λίγο-πολύ. Γιατί, ενώ είναι Ορθόδοξος, ενώ είναι Χριστιανός, ενώ είναι βαπτισμένος και ενώ θα έπρεπε να έχει κοινωνία και επικοινωνία με τον Κύριο, παρ’ όλα αυτά έχει με τον διάβολο. Πρέπει να εξετάσει καλά τον εαυτό του και να κάνει μια καλή εξομολόγηση.

Και αυτό το βλέπουμε, το διαπιστώνουμε… Η βασκανία είναι αποτέλεσμα φθόνου και ζήλειας. Είναι αποτέλεσμα της ζήλειας. Όταν κάποιος βλέπει κάτι και το ζηλεύει, τότε κατά έναν τρόπο, που δεν ξέρουμε, το πονηρό πνεύμα μεταφέρεται και πάει στον φθονούμενον, πάει εκεί και τον καταλαμβάνει.

Αλλά μπορεί ο βάσκανος άνθρωπος οποιονδήποτε να βασκάνει; Τον οποιονδήποτε μπορεί; Νομίζω πως όχι. Νομίζω ότι ένας, ο οποίος ζει αυστηρά μυστηριακή ζωή, δεν είναι εύκολο να βασκαθεί.

Μπορεί κάποιος να είναι αγωνιζόμενος Χριστιανός, να εξομολογείται, να κοινωνεί, να ζει μυστηριακή ζωή, και όμως να βασκαθεί και να πονάει το κεφάλι του και να υποφέρει. Δεν σημαίνει ότι είναι για την Κόλαση όποιος βασκαίνεται. Αλλά αυτόν, ο οποίος έχει φτάσει σε ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο, έχει αγωνισθεί και αγωνίζεται συνεχώς, έχει συχνή συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία (οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν, μη σας φαίνεται παράξενο, ίσως μερικοί να το ξέρετε, τρείς και τέσσερις φορές την εβδομάδα), αυτόν δεν τον πιάνει η βασκανία. Πώς να πιάσει η βασκανία έναν που κοινωνεί τόσο συχνά; Δεν γίνεται. Δεν μπορεί. Είναι αδύνατον να τον βασκάνει ο άλλος, όσο μεγάλο πνεύμα και να έχει, όση δύναμη και να έχει η βασκανία. Η δύναμη αυτή που έχει μέσα του ο πιστός δεν αφήνει το δαιμονικό πνεύμα να του κάνει κακό.

 Όταν όμως χαλαρώσουν λίγο οι σχέσεις μας με τον Θεό, όταν ατονήσει η μυστηριακή ζωή μας, όταν έχουμε μήνες να εξομολογηθούμε, να κοινωνήσουμε…, τότε είμαστε ευάλωτοι.

 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει το Γεροντικό για μια Χριστιανή. Γι’ αυτό τα Πατερικά βιβλία είναι καλά και πρέπει να τα διαβάζουμε. Στην Αλεξάνδρεια ένας μάγος έκανε κάποια γυναίκα να φαίνεται στα μάτια του συζύγου της και των άλλων σαν άλογο. Να φαίνεται, δεν ήταν. Έτσι την έβλεπαν οι άλλοι σαν άλογο. Και όταν την πήγαν στον Άγιο είπε «εγώ την βλέπω γυναίκα· εσείς την βλέπετε έτσι». Και αφού την διάβασε, ευχήθηκε να γίνει καλά. Και τότε την είδαν πάλι όπως ήταν, δηλαδή ως γυναίκα. Και της λέει ο Άγιος «ξέρεις γιατί το έπαθες αυτό; Είχες ένα μήνα να κοινωνήσεις». Σαν να της έλεγε «αν κοινωνούσες συχνότερα, δεν θα το πάθαινες». Δεν ήταν για την Κόλαση η γυναίκα, αλλά επειδή είχε περάσει ένας μήνας να κοινωνήσει, γι’ αυτό έπαθε αυτό. Πολύ περισσότερο μπορεί να πάθει και την βασκανία κανείς.

Μην αρχίσουμε, κυρίως οι γυναίκες, αλλά και εμείς οι άνδρες, τους λογισμούς και λέμε «πάει, κολάσθηκα εγώ, που παθαίνω αυτό. Τελείωσε. Δεν είμαι ούτε Χριστιανός ούτε τίποτε». Όχι, όχι. Μαθητής είσαι, του Χριστού είσαι, στον δρόμο Του βαδίζεις, αγωνίζεσαι, αλλά μάλλον λίγο καθυστερημένος πρέπει να είναι ο αγώνας μου, τουλάχιστον αυτή την περίοδο που παθαίνω αυτό. Ας εντείνω τις δυνάμεις μου να προχωρήσω λίγο περισσότερο.

Φυσικά δεν είμαι υπέρ της συνεχούς Θείας Μεταλήψεως χωρίς την άδεια του Πνευματικού. Το πότε θα κοινωνούμε ο Πνευματικός θα μας το κανονίσει, γιατί πολλές φορές δεν πρέπει ούτε μια φορά τον χρόνο να κοινωνήσουμε.

Εξηγούμαι. Έπειτα από αυτά που ακούσατε, ενώ δεν κοινωνούσες ούτε μια φορά τον μήνα, τώρα μη θέλεις να πηγαίνεις στην Θεία Κοινωνία συνεχώς. Τότε θα ακούσουμε τον απόστολο Παύλο να μας λέγει «ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει». (Α΄ Κορ. ια΄ 29) Ναι, πάντοτε με την συμβουλή του Πνευματικού και με την υπακοή στον Πνευματικό θα κάνουμε ότι κάνουμε.

Ο βάσκανος άνθρωπος λοιπόν οπωσδήποτε δημιουργεί κακό. Προκαλεί ζημιά πρώτα στον εαυτό του, στην ψυχή την δικιά του, και έπειτα σε άλλες υπάρξεις που τις κάνει να υποφέρουν. Αυτό που θα πρέπει να κάνει, αν είναι Χριστιανός ή αν θέλει να είναι σωστός Χριστιανός, είναι να αγωνιστεί να πάει στον Πνευματικό και να του πει τι πρέπει να κάνει, να εξετάσει καλά τον εαυτό του από παιδί τι έκανε, να κάνει μια καθαρή, πολύ καλή εξομολόγηση. Και αν δεν μπορεί να βρει τίποτε στον εαυτό του, να προσεύχεται, να παρακαλεί τον Θεό, να μελετάει. Και τελικά ο Θεός θα του αποκαλύψει τα εσωτερικά του. Θα δει τι έχει και θα απαλλαγεί από αυτά.

 

Περί προσευχής

 

Γέρων Γρηγόριος Παπασωτηρίου

 

Τι είναι η προσευχή; Είναι πραγματικά ενέργεια καταπληκτική, δύναμη μεγάλη η προσευχή… Και επιπλέον είναι ο καθρέφτης της χριστιανικής μας ζωής, του πνευματικού μας αγώνα. Από το πόσο προσεύχεται και πως προσεύχεται ο Χριστιανός δείχνει, φανερώνει πόσο πνευματικά εργάζεται ή δεν εργάζεται.

*

Προσευχή είναι να αποκοπείς από όλα τα άλλα. Ούτε τα παιδιά σου να σκέφτεσαι την στιγμή εκείνη, ούτε τα προβλήματα των παιδιών σου. Γιατί διαφορετικά δεν θα μπορέσεις να προσευχηθείς. Έχεις ένα παιδί που ξεστράτισε. Δεν θα το σκέφτεσαι την στιγμή εκείνη. Τι θα σκέφτεσαι; «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Εμάς όλους. Τα παιδιά μου, εμένα, τον κόσμο όλο. Και πραγματικά τη στιγμή εκείνη κάνεις την πιο ζωντανή προσευχή για το παιδί σου. Εάν σκεφτείς «Θεέ μου, το παιδί μου, Θεέ μου το παιδί μου», εάν η σκέψη σου είναι στο παιδί σου, εάν είναι στην αμαρτωλή ζωή του παιδιού σου, τότε δεν κάνεις για προσευχή. Δεν μπορείς να νοιώσεις την παρουσία του Θεού.

Γι αυτό και οι άγιοι Πατέρες, όταν μας διδάσκουν την προσευχή, λένε «μη σκέφτεσθε· όχι εικόνες στην προσευχή, καμμία εικόνα ούτε για το Θεό ούτε για τους ανθρώπους· τίποτε». Γι αυτό και λένε μια απλή προσευχή, με την οποία μπορούν όλοι να προσευχηθούν, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Ελέησον ημάς. Και εμένα και όλο τον κόσμο. Ελέησέ μας.

Να το πούμε με την καρδιά μας αυτό. Στην αρχή να σκεφτώ τον πατέρα μου, τα παιδιά μου, τους γνωστούς μου, τους αδελφούς μου, όλους τους οικείους. Αυτούς όλους, Θεέ μου, και όλον τον κόσμο. Ειδικά αυτούς και μετά όλον τον κόσμο. Και αρχίζω και προσεύχομαι γι αυτούς. Ο Θεός ξέρει για ποιους προσεύχομαι. Το ξέρει καλά ο Θεός. Δεν είναι ανάγκη να ονοματίζω, αυτόν, Θεέ μου, εκείνον, Θεέ μου. Αφού τους σκεφτώ για μια στιγμή στην αρχή, έπειτα να φύγει η σκέψη μου από αυτούς και να καταφύγει στο έλεος του Θεού, να παρακαλέσω, να ζητήσω το έλεος του Θεού. Έτσι θα μπορέσω να προσευχηθώ.

*

Όταν είμαστε μέσα στην Εκκλησία τις Κυριακές, τις γιορτές, που πάμε να προσευχηθούμε, όταν στεκόμαστε λιγάκι στο σπίτι να προσευχηθούμε, να κάνουμε το Απόδειπνο το βράδυ, να κάνουμε κάποια  άλλη προσευχή, πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση. Γιατί όσο θα μας πολεμήσει ο σατανάς στην προσευχή, πουθενά αλλού δεν θα μας πολεμήσει. Είναι πείρα όλων αυτό, το ότι δηλαδή στην προσευχή πάρα πολύ μας πολεμάει.

*

Και κάτι άλλο να αναφέρουμε. Εάν μέχρι που να μπεις στην Εκκλησία έχεις διάφορους λογισμούς, σκέπτεσαι τις δουλειές σου, σκέπτεσαι τα προβλήματα σου,  σκέπτεσαι τι σου είπε ο άλλος η άλλη, τι σου συνέβη όλη την ημέρα ή εάν, μέχρι προ ολίγου, πριν μπεις στην Εκκλησία, συζητούσες διάφορα περί ανέμων και υδάτων, δεν μπορείς να προσευχηθείς. Αν πας το βράδυ να κάνεις το Απόδειπνό σου, να προσευχηθείς, και αν μέχρι προ ολίγου έβλεπες τηλεόραση (δεν καταφέρομαι κατά της τηλεοράσεως· μπορεί να είναι και καλό το έργο που βλέπεις) ή έκανες συζητήσεις άσχετες, όχι πνευματικές, και έπειτα διακόπτεις και πας να προσευχηθείς, δεν μπορείς να προσευχηθείς. Θα σου έρχονται οι παραστάσεις, αυτά που προηγουμένως είδες στην τηλεόραση, οι συζητήσεις που έκανες. Αυτά θα σου έρχονται στο μυαλό. Δεν μπορείς να προσευχηθείς.

Θέλεις να προσευχηθείς; Πρέπει να υπάρξει κάποιο προοίμιο. Εντάξει· βέβαια άνθρωποι είμαστε και θα συζητήσουμε και τα προβλήματά μας θα πούμε και θα γελάσουμε και οτιδήποτε άλλο θα πούμε. Σταμάτησες. Θέλεις να προσευχηθείς. Μη πας αμέσως στην προσευχή. Κάθισε ένα τέταρτο τουλάχιστον. Διάβασε ένα πνευματικό βιβλίο. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου, μείνε εσύ και ο Θεός σου. Να φύγουν όλα από δίπλα σου, να εξαφανιστούν όλα, να πεθάνουν όλα, και γυναίκα και παιδιά και γνωστοί και προβλήματα. Δύο να υπάρχουν. Ναι, εσύ και ο Θεός. Αφού ηρέμησες έτσι, κάθισες έτσι λίγη ώρα, αφού τα ξέχασες όλα, αφού προσπάθησες να τα ξεχάσεις - και αν δυσκολεύεσαι να τα ξεχάσεις, διάβασε ένα πνευματικό βιβλίο, να μείνουν τα τελευταία μέσα στη σκέψη σου, τα πνευματικά να μείνουν - έπειτα πήγαινε να προσευχηθείς. Να δεις… θα την ευχαριστηθείς την προσευχή!

Εάν όμως μέχρι την πόρτα συζητάμε και αμέσως πάμε να προσευχηθούμε, δεν μπορούμε να προσευχηθούμε. Οπωσδήποτε χρειάζεται μια κάποια προετοιμασία.

*

Πρόσεξε πως θα περάσεις τη μέρα σου! Και αλήθεια έχει μεγάλη σημασία το πως περνάμε την ημέρα μας. Αν είμαστε απρόσεκτοι καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας και θέλουμε το βράδυ να προσευχηθούμε, πάρα πολύ θα δυσκολευτούμε. Γιατί η προσευχή δεν είναι κάτι που έρχεται κατά παραγγελία. Άντε τώρα θα προσευχηθώ και εντάξει προσεύχομαι. Όχι. Όχι. Βέβαια είναι δύναμη καταπληκτική, όπως είπαμε, η προσευχή. Η σωστή προσευχή, η καθαρά προσευχή εξαρτάται από την όλη μας ζωή. Πρέπει να προσέξουμε ολόκληρη την ζωή μας, για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε σωστά.

*

Ο Θεός είναι δίπλα σου! Ή στην Εκκλησία ή στο σπίτι σου ή στον δρόμο, οπουδήποτε θέλεις να προσευχηθείς, ο Θεός είναι δίπλα σου. Αυτή η πίστη, αυτή η συναίσθηση είναι το πρώτο, το απαραίτητο που πρέπει να σκεφτόμαστε. Έπειτα μια προετοιμασία είναι η μελέτη, είναι η ανάγνωση και η στροφή στον εαυτό μας. Να στρεφόμαστε στον εαυτό μας. Να φύγουμε από όλα τα άλλα.

*

Όταν πάμε στον ναό, πάμε να αγωνιστούμε, μπαίνουμε μέσα σε ένα στάδιο. Μπήκες στον ναό; Μπήκες μέσα στο στάδιο. Και πρέπει συνεχώς να αγωνιζόμαστε. Μέχρι να τελειώσει η  Ακολουθία, χρειάζεται αγώνας συνεχής, συγκέντρωση, στροφή στον εαυτό μας. Γιατί, χωρίς να το καταλάβεις, φεύγει η σκέψη σου. Μα έφυγε; Μη στενοχωριέσαι. Δεν το λέω εγώ. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος το λέγει. Μην απελπίζεσαι. Ξανάφερε την πίσω. Ξανά έφυγε; Πάλι φέρ’ την. Μα όσες φορές φεύγει, συνέχεια να την ξαναφέρνεις πίσω. Ναι, όσο περισσότερο την φέρνεις, όσο αγωνίζεσαι περισσότερο, τόσο θα συνηθίσεις στο να προσεύχεσαι και θα μπορείς να προσκολλάσαι στην προσευχή, να νοιώθεις, να ζεις την προσευχή. Βλέπει ο Θεός την θέλησή σου, βλέπει τον αγώνα σου, την επιθυμία σου και βοηθάει ο Θεός.

Μόνο να μην υπάρχει η ραθυμία, η τεμπελιά, και να μην αφηνόμαστε και τρέχει η σκέψη μας δεξιά και αριστερά, οπότε είμαστε εκεί πέρα μόνο σωματικά, ενώ η σκέψη μας είναι οπουδήποτε αλλού. Και αυτό δυστυχώς όχι μόνο δεν μας πειράζει, αλλά κάποιες φορές λέμε κιόλας «να, πήγαμε στην Εκκλησία, κάναμε το καθήκον μας, γυρίσαμε. Τελείωσε. Πάει και αυτό το καθήκον». Είναι ένα καθήκον; Δεν είναι καθήκον. Ούτε υποχρέωση είναι. Η προσευχή είναι ζωή! Μέσα στον ναό η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής, είναι η ζωή της ψυχής. Καθήκον είναι το να φας; Τρώμε από καθήκον; Όχι. Είναι ανάγκη σωματική, βιολογική ανάγκη είναι. Αλλιώς θα πεθάνεις. Έτσι και η προσευχή είναι μια ανάγκη ψυχής. Απαραίτητη. Είναι η ζωή της ψυχής η προσευχή.

*

Δεν χρειάζεται πολυλογία στην προσευχή. Γι’ αυτό και οι άγιοι Πατέρες λένε ότι η καλύτερη προσευχή είναι να λες μερικές λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με». Να τις λες και στον δρόμο και στην δουλειά σου. Αν εσύ, γυναίκα, είσαι στο σπίτι μέσα και σκουπίζεις, πλένεις πιάτα, τα μεν χέρια δουλεύουν, αλλά η σκέψη να είναι σε αυτές τις λέξεις, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Όταν η σκέψη μας είναι στο νόημα αυτών των λέξεων και συμμετέχει και η καρδιά μας, το λέμε, όπως είπαμε, με πόνο, κάνουμε την καλύτερη προσευχή. Μπορεί να βαδίζεις στον δρόμο και να κάνεις την ζωντανότερη προσευχή. Μπορεί να δουλεύεις και να κάνεις την καλύτερη προσευχή.

Βλέπετε η προσευχή δεν είναι μόνο να σταθείς στην Εκκλησία μέσα. Είναι απαραίτητη η κοινή προσευχή. Εάν δεν πας να προσευχηθείς την Κυριακή με όλους τους αδελφούς ή δεν καθίσεις το βράδυ να κάνεις ένα Απόδειπνο, μη ζητάς να κάνεις την ευχή. Δεν μπορείς. Είναι αδύνατο. Για να φτάσεις στην ευχή πρέπει να περάσεις από αυτά τα στάδια, της κοινής λατρείας, και έπειτα να φτάσεις εκεί στην ευχή. Αν πεις ότι εγώ δεν θα πάω, ή θα καθίσω στο σπίτι μου και θα λέω την ευχή ή θα κάνω την δουλειά μου και θα λέω την ευχή, δεν κάνεις τίποτε. Ματαιοπονείς.

*

Στα βιβλία τα σχολικά τα παλιά έγραφαν ότι είναι καθήκον η προσευχή, υποχρέωση είναι. Κάτι τέτοιο διαβάζαμε. Δεν είναι ούτε καθήκον ούτε υποχρέωση. Είναι μια τιμή που γίνεται σε αυτό το αδύνατο πλάσμα, στον άνθρωπο, στον τιποτένιο, να συναντήσει τον Θεό Του και να συζητήσει μαζί Του. Είναι μια μεγάλη τιμή, μεγάλη τιμή να θέλει ο Θεός να συζητάμε μαζί Του. Αυτό είναι προσευχή! Είναι συζήτηση, συνδιάλεξη με τον Θεό!

*

Όταν δεν προσέχουμε την ζωή μας και προσπαθούμε μόνο «Να, να κάνουμε προσευχή», τότε μας κοροϊδεύει ο διάβολος, μας εγκαταλείπει η Χάρις του Θεού. Ενώ ο Θεός είπε ρητά «σε αυτόν, ο οποίος τηρεί, φυλάγει τις εντολές μου, σε αυτόν εγώ θα έρθω και θα κατοικήσω» (Ιωάν. ιδ΄ 23). Φυλάμε τις εντολές του Κυρίου, του Ευαγγελίου; Αγωνιζόμαστε τουλάχιστον να τις φυλάξουμε; Όταν αυτός είναι ο αγώνας μας εντάξει, θα βρούμε την προσευχή. Αλλά πρώτα λέγω να προσπαθήσουμε να φυλάξουμε τις εντολές του Κυρίου.

Προσέξτε, μην παρεξηγηθώ! Όχι ότι το βράδυ το Απόδειπνο δεν θα το κάνουμε, τις προσευχές που λέγει η Εκκλησία δεν θα τις κάνουμε. Και αυτά θα μας βοηθήσουν. Το να διαβάζεις τους Χαιρετισμούς της Παναγίας, το να διαβάζεις μια Παράκληση, να διαβάζεις το Απόδειπνο θα σε βοηθήσουν να μπορέσεις να εργαστείς σωστά κατά την διάρκεια της ημέρας. Δεν λέγω «θα προσέχουμε μόνο την ζωή μας και θα τα βγάλουμε πέρα, και το Απόδειπνο και λοιπά, και δεν θα κάνουμε τίποτα». Όχι. Θα κάνεις ότι καταλαβαίνεις, όσο καταλαβαίνεις. Διάβασες μια Παράκληση, διάβασες τους Χαιρετισμούς και δεν κατάλαβες τίποτε. Το ότι κάνεις υπομονή και τα διαβάζεις έχεις μισθό. Τίποτα δεν κατάλαβες, δεν ένοιωσες τίποτε, δεν αισθάνθηκες την προσευχή. Κάνε τα. Επίμενε. Και ο Θεός, που βλέπει την επιμονή και την υπομονή σου εκεί, θα σε βοηθήσει. Αλλά, επαναλαμβάνω, μη μένουμε σε αυτά. Μη μένουμε σε αυτά, στο τι θα διαβάσουμε, ποιόν τρόπο θα ακολουθήσουμε, για να προσευχόμαστε. Αυτό που χρειάζεται είναι να προσέξουμε πάρα πολύ την πρακτική ζωή μας.