Σελίδες

Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Γερόντισσα Ξένη της Αιγίνης



Η γερόντισσα Ξένη - κατά κόσμον Χρυσάνθη Στρογγυλού - είδε το φως του ήλιου το 1867 στα Χανιά της Κρήτης, την εποχή που έβραζε η Κρητική επανάσταση για να απαλλαγεί το νησί από τον Τουρκικό ζυγό. Οι ευσεβείς γονείς της Νικόλαος και Μαρία φρόντισαν να μεγαλώσει η μικρή Χρυσάνθη με τα νάματα της Εκκλησίας και να γνωρίσει από μικρή την αλήθεια του Χριστού. Στα εννιά της χρόνια η μηνιγγίτιδα της στερεί το φως της αλλά ουδόλως επηρεάζει την μειλιχιότητα και την σεμνότητα του χαρακτήρα της.
Χρόνια αργότερα θα βρεθεί στην Αθήνα. Αρχίζει να εκκλησιάζεται στον ναό των Ταξιαρχών στο Πολύγωνο. Εκεί θα γνωρίσει ευσεβείς πιστούς, όπως η Αικατερίνη Ματθαιοπούλου. Στην οικία Ματθαιοπούλου η Χρυσάνθη θα γνωρίσει τον Άγιο Νεκτάριο, μετά από ένα μνημόσυνο. Μπαίνει σε μια ομάδα νεαρών κοριτσιών που ολόψυχα ποθούν να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στο Θεό. Ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο πνευματικός τους πατέρας που τις νουθετεί και τις καθοδηγεί.

Η ίδρυση της Μονής στην Αίγινα
Ο Άγιος Νεκτάριος ως διευθυντής στη Ριζάρειο Σχολή επιτέλεσε μέγιστο ποιμαντικό και εξομολογητικό έργο στην Αθήνα. Ήταν ο αληθινός Ιεράρχης που τον είχαν προστάτη, οδηγό και συμπαραστάτη όσοι δοκιμάζονταν και αγωνίζονταν για την πνευματική τους ανύψωση. Ανάμεσα στους πιστούς και η Χρυσάνθη με την άτυπη συνοδεία της, με βαθιά πίστη, ευσέβεια, αγάπη και φόβο Θεού. Αγωνίζονταν για μια πνευματικότητα που δεν απέρρεε από πτυχία Πανεπιστημίου και ειδικές σπουδές. Μόνη τους επιθυμία να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια και να αποσυρθούν σε ένα μοναστήρι μόνο με το Νυμφίο της ψυχής τους.
Ο ασκητής επίσκοπος τότε Νεκτάριος, αποδέχθηκε το αίτημά τους γιατί ήταν και δική του βαθιά επιθυμία να αποσυρθεί στην έρημο και να απολαύσει τα αγαθά της νηπτικής ζωής. Η επιμονή και η σταθερότητα του αιτήματος της Χρυσάνθης και των υπολοίπων κοριτσιών έκαναν τον Άγιο να θεωρήσει με έναν τρόπο διορατικό, ότι ήταν θέλημα Θεού να ιδρύσει γυναικείο μοναστήρι.
Άρχισε λοιπόν να αναζητά μαζί τους κατάλληλο τόπο για να μονάσουν. Επισκέφθηκαν το Λαύριο, την Τήνο και την Αίγινα. Στον τελευταίο προορισμό ξεχώρισαν την παλαιά μονή της Ιεράς Ζωοδόχου Πηγής στην τοποθεσία «Ξάντος», που απέχει περίπου έξι χιλιόμετρα από την πόλη της Αίγινας.
Ο Άγιος επισκέφθηκε τη μονή το καλοκαίρι του 1904. Η ιερότητα του τόπου - Επισκοπή του Αγίου Διονυσίου - τα κατανυκτικά παρεκκλήσια της περιοχής, η γαλήνη του τοπίου αλλά και το γεγονός ότι σύμφωνα με την παράδοση ασκήτευσε στη μονή επί Τουρκοκρατίας η Αγία Αθανασία - πριν αναγκασθεί από τους πειρατές να καταφύγει στη Θεσσαλονίκη μαζί με τις Αγίες Θεοδώρα και Θεοπίστη τις Αιγινίτισσες - όλα αυτά τον έκαναν να αποφασίσει να εγκαταστήσει στην Αίγινα το ησυχαστήριο.
Ο Άγιος Νεκτάριος με τις κατάλληλες ενέργειες φρόντισε να εξασφαλίσει την συγκατάθεση του οικείου ιεράρχη, του Δήμου Αίγινας και των αστυνομικών αρχών.
Έτσι, το φθινόπωρο του 1904, με τις ευχές και τη στήριξη του Αγίου Νεκταρίου, εγκαθίστανται στο μισοερειπωμένο μοναστήρι, στην περιοχή Ξάντος, μια συνοδεία από νέες γυναίκες που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν μοναχικό βίο. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πραγματικά δύσκολες. Ο Άγιος ενίσχυε την μικρή αυτή συνοδεία με κάθε τρόπο, στέλνοντας χρήματα και τρόφιμα για την στοιχειώδη συντήρησή τους. Τους έστελνε και επιστολές πατρικές, που φανερώνουν το ενδιαφέρον και την ευαισθησία του, για κάθε πτυχή της νέας ζωής των αδελφών.

Ηγουμένη Ξένη
Με την πνευματική διαύγεια που διέκρινε τον Άγιο, όρισε για ηγουμένη την τυφλή Χρυσάνθη που ονομάστηκε Ξένη μοναχή. Οι πιστοί της Αίγινας εκτίμησαν τον χαρακτήρα της, το προφητικό και προορατικό χάρισμα της γερόντισσας, αλλά και την βαθιά εμπιστοσύνη και αφοσίωση που της έδειχναν οι υπόλοιπες αδελφές της Μονής.
Στις αδελφές που αρχικά συνόδευαν την Χρυσάνθη και μετέπειτα ηγουμένη τους, ενσωματώθηκαν και τρείς ασκήτριες που διέμεναν από πριν στη Μονή και σύντομα η αδελφότητα αυξήθηκε στις δέκα αδελφές. Η ηγουμένη Ξένη είχε και θαυμάσιο ποιητικό τάλαντο. Έγραφε ύμνους στο Χριστό, στην Παναγία, στους Αγίους. Μοναχή η οποία έβλεπε με τα μάτια της ψυχής. Αντιλαμβανόταν ποιος ήταν απέναντι της κι ας μην είχε τη δυνατότητα να τον διακρίνει. Δεν έβλεπε καθόλου. Αλλά τα πάντα «έβλεπε».
Όταν έμπαινε στο Ναό έλεγε: «Γιατί παιδιά μου έχουν σκόνη οι εικόνες;». Μια μέρα είπε σε μια δόκιμη: «Γιατί φοράς τόσο κοντό φουστανάκι, αφού θα γίνεις μοναχή;».
Από το 1904 έως το 1908, ο Άγιος Νεκτάριος κατευθύνει πνευματικά με επιστολές του την αδελφότητα και θέτει τα θεμέλια του μοναστηριού ως κοινόβιο. Διδάσκει για τον μοναχισμό με απλότητα και αναφέρεται από τις νηπτικές θεωρίες μέχρι της πρακτικές λεπτομέρειες της ζωής της μοναχής.
Από τις 136 επιστολές του Αγίου που διασώζονται, περίπου οι 110 απευθύνονται προς την «οσιωτάτην εν Κυρίω αγαπητήν οσίαν Ξένην».
Η γερόντισσα παρά την ασθενική κράση της, διαρκώς προσεύχονταν και νήστευε, σε τέτοιο βαθμό που ανάγκαζε τον Άγιο Νεκτάριο να της θυμίζει ότι οφείλει να μην εκθέτει την υγεία της σε κίνδυνο. Από την ίδια ανησυχία ορμώμενος της έγραφε να λιγοστέψει τα «κομποσχοίνια». Η γερόντισσα πειθαρχούσε στις νουθεσίες του γιατί ήταν άνθρωπος της υπακοής.
Η ηγουμένη Ξένη είχε φόβο Θεού και ποτέ δεν μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, αν πρώτα δεν έπαιρνε την ευλογία του Αγίου. Με την βαθιά ταπείνωση που την διέκρινε απέφευγε να φορά καινούρια ράσα. Γι’ αυτό και όταν της έδιναν καινούργιο, το έκοβε σε ορισμένα σημεία και στη θέση τους τοποθετούσε μπαλώματα για να φαίνεται παλιό.
Ο Άγιος Νεκτάριος βασιζόμενος στη σοφία και στη σύνεση της, την παρότρυνε στις επιστολές του να γνωρίσει στις αδελφές «ότι οφείλουσιν άπασαι να εξαγορεύονται τους λογισμούς των σε αυτήν» ενώ της διευκρίνιζε: «επιθυμώ ουδεμία των αδελφών πλην σου να διατάσση».
Η γερόντισσα Ξένη αγωνιζόταν να δουλεύει για τον Θεό και να έχει το νου της στο Θεό. Αυτό προσπαθούσε να εμφυσήσει και στις αδελφές της Μονής συνιστώντας καθημερινά σε όλες προσευχή και προσοχή. Μάλιστα, για να μην το ξεχνούν, τις παρακινούσε κάθε μέρα να γράφουν τις δύο τόσο σημαντικές εντολές στην παλάμη τους: προσοχή και προσευχή.
Ο Άγιος Νεκτάριος εκτιμούσε βαθύτατα την κρίση της ηγουμένης, γι αυτό της ανέθεσε εν λευκώ το πρόγραμμα της Μονής. Ακόμη και το κελλί του, το έκτισε τελικά εκεί που η γερόντισσα είχε την άποψη ότι έπρεπε να κτισθεί.
Σε επιστολή του προς την γερόντισσα τον Δεκέμβριο του 1907, της γράφει: «Ο νους μου και ο πόθος μου εισίν αλλαχού, εις τον Πρόδρομον της Σκοπέλου, αλλά μια φωνή ενδόμυχος μοι λέγει, ότι ανέλαβες καθήκοντα εις την Αίγιναν και οφείλεις να εκπληροίς αυτά μένων εις την Αίγιναν».
Έτσι ο Άγιος Νεκτάριος παραιτείται από την διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής και εγκαθίστανται μόνιμα στη νεοσύστατη Μονή, την οποία και αφιέρωσε στην Παναγία Τριάδα.
Η μόνη που δεν χάρηκε με την επιστολή που ήρθε από το Αρεταίειο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ο Άγιος και σύμφωνα με την οποία η κατάσταση της υγείας του βελτιωνόταν, ήταν η γερόντισσα Ξένη. Τον είχε δει στην αυλή του μοναστηριού και της είπε: «Ήρθα να σας χαιρετήσω. Αναχωρώ». Και βέβαια δικαιώθηκε γιατί δεν άργησε να φτάσει η είδηση ότι ο Δεσπότης κοιμήθηκε. Πλήθος κόσμος κατέκλυσε το μοναστήρι για να τον ξενυχτήσει και να τον αποχαιρετήσει. Η ηγουμένη Ξένη δεν έπαψε στιγμή να προσφέρει παρηγοριά και ελπίδα στους απελπισμένους πιστούς που έκλαιγαν.
Η μοναχή Ξένη είχε πηγαία ποιητική φλέβα. Την ευαίσθητη ψυχή της, την λέπτυναν ακόμη περισσότερο ο πόνος και η πίστη. Αισθανόταν την ανάγκη να εκφράζει σε στίχους τα συναισθήματα που την πλημμύριζαν, την αγάπη της για τον Χριστό, την Παναγία, το δέος μπροστά στη Δευτέρα Παρουσία, το φόβο για τις αμαρτίες της και τον κρυμμένο πόνο, για το βαθύ σκοτάδι που την έζωνε.
Η γερόντισσα Ξένη κοιμήθηκε την 1η Νοεμβρίου του 1923.


Αναδημοσίευση από αφιέρωμα της εφημερίδος «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου