Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

 

Περὶ τοῦ τόπου τῆς διαμονῆς τῶν ψυχῶν τῶν ἁγίων καὶ δικαίων πρὸ τῆς τελείας κρίσεως.

Ἁγίου Νεκταρίου

Αἱ ψυχαὶ τῶν ἁγίων καὶ δικαίων κατὰ τὴν Ἁγίαν Γραφὴν μεταβαίνουσιν εἰς χεῖρας Θεοῦ· «Δικαίων ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ καὶ οὗ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος» (Σόφ. Σολομ. γ΄1). Διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης δηλοῦται ὁ τόπος τῆς μακαριότητος. Ὁ τόπος οὗτος ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ ὀνομάζεται Παράδεισος. «Ἀμὴν λέγω σοι· σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ Παραδείσω» (Λούκ. κγ΄43). λέγεται καὶ κόλπος τοῦ Ἀβραὰμ· «Ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Ἀβραὰμ» (Λούκ. ις΄22) καὶ Βασιλεία οὐρανῶν, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου εἰπόντος· «Λέγω ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπ’ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἤξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ Βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Μάτθ. 8:11). Ἐπίσης ὀνομάζεται καὶ οἶκος Θεοῦ. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἀναφέρει τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου εἰπόντος «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαὶ εἰσὶν» (Ἴωαν. ιδ΄ 2). Διὰ ταύτης τῆς ρήσεως ὁ Σωτὴρ ὑποδηλοῖ καὶ τὸν βαθμὸς τῆς δόξης καὶ μακαριότητος τῶν ἐν Χριστῷ κεκοιμημένων κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀρετῆς καὶ τελειότητος ἑκάστου.

 

 Γιά τόν Παράδεισο

Διήγημα τοῦ Χρήστου Χρηστοβασίλη 

               (γράφτηκε τό 1903)

 Στὴν ἐποχὴν ποὺ ἤμουν ἐγὼ παιδὶ μικρό,* ἡ ἀγραμματοσύνη στὴν ἐπαρχία μας, κι ἂς ἦταν λίγες μόνον ὧρες μακριὰ ἀπὸ τὰ Γιάννινα, ἦταν στὸν κολοφώνα τῆς δόξας της. Οἱ μόνοι ἄνθρωποι ποὺ γνώριζαν τότε λίγη γραφὴ καὶ λίγη ἀνάγνωση ἦταν οἱ παπᾶδες κι ἂν τύχαινε νά ’χει κανένα χωριὸ δάσκαλο, αὐτὸς χωρὶς ἄλλο, θὰ ἦταν παπᾶς ἢ ὑποψήφιος παπᾶς, δηλαδὴ «ἀναγνώστης». Ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος ἔπλεε στὸ σκοτάδι της ἀγραμματοσύνης, μὴν γνωρίζοντας οὔτε την ἄλφα. Μέσα στὰ ὀγδοήντα τέσσερα χωριά, ὅλα Ἑλληνικά, ποὺ εἶχε ἡ ἐπαρχία μας, τρία ἢ τέσσερα μόνον σκολειὰ ὑπῆρχαν. Ἂλλ’ ἂς μὴν νομιστεῖ ὅτι ἡ ἐπαρχία μας ἦταν ἡ χειρότερη ὡς πρὸς τὴν παιδεία τότε. Δύο ἄλλες ἐπαρχίες, ποὺ εἶναι κολλητὰ στὴν ἐπαρχία μας, πρὸς τὸ μέρος τοῦ νότου, αὐτὲς δὲν εἶχαν οὔτε ἕνα σκολειό! Ἀλήθεια, οὔτ’ ἕνα! Σὲ κάποιο ὅμως μοναστήρι, ποὺ εἶχε τὴν τύχη νά ’χει ἕναν ἡγούμενον γραμματισμένον – ἄγνωστο πὼς εἶχε κατορθώσει αὐτὸς ὁ χριστιανὸς νὰ σπουδάσει «Ἑλληνικά» - κι αὐτὸς ὁ ἡγούμενος, ἅμα εὕρισκε κανένα ἔξυπνο παιδί, τὸ συμμάζευε στὸ μοναστήρι, καὶ τὸ μάθαινε γράμματα, γράμματα «Ἑλληνικὰ» κι ὄχι «πινακίδια»**, «Χτωήχι» καὶ «Ψαλτήρι», τὰ παπαδίστικα γράμματα.

Σ’ αὐτὸν τὸν ἅγιον Ἡγούμενο χρωστάει ἡ ἐπαρχία ποὺ βρίσκεται αὐτὸ τὸ μοναστήρι, δύο γραμματισμένους μητροπολῖτες ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοῦ δύο μάλιστα ἔφτασε νὰ γένει καὶ τοποτηρητὴς τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κι ἂν ἦταν κομμάτι φιλόδοξος, ὅπως τόσοι ἄλλοι, μποροῦσε νὰ γένει καὶ πατριάρχης ἀκόμα.

Γιὰ νὰ εἶμαι ὅμως ἱστορικότερος, πρέπει ν’ ἀναφέρω κι ἕνα ἄλλο εἶδος σκολειό, ποὺ «λάνθανε» μέσα στὴν ἀγράμματη Χώρα, σ’ ὅλην τὴν Ἤπειρο, ἀπὸ τὴ μιὰ τὴν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη, καὶ τὸ σκολειὸ αὐτό, χωρὶς   νά ’ναι καθαυτὸ σκολειό, ἀποτελόνταν ἀπὸ τὸν δάσκαλο κι ἕναν μαθητὴ μοναχά. Θὰ ἰδεῖτε πώς:

Σ’ ἐκείνη τὴν σκοτεινὴ ἐποχή, ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, ὅποιος πατέρας εἶχε κανένα ἐξυπνούλικο παιδί, κι ἤθελε κι εἶχε τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ τὸ μάθει γράμματα, τὸ πήγαινε σ΄ ἕναν παπᾶ ἢ σ’ ἕναν «ἀναγνώστη» καὶ συμφωνοῦσε τόσα ταγάρια γέννημα γιὰ δασκαλικὴ ἀμοιβή, κι ἕνα ταγάρι τὸν μῆνα γιὰ τὴν τροφὴ τοῦ παιδιοῦ, γιὰ ὅσον καιρὸ θὰ διαρκοῦσε ἡ διδασκαλία, γιὰ νὰ τὸ μάθει τὰ γράμματα, δηλαδὴ γραφὴ κι ἀνάγνωση ἢ τὸ σωστότερο κακογραφὴ καὶ κακοανάγνωση καὶ λογαριασμούς. Ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας δὲν προσδιορίζονταν, γιατί αὐτὸς θὰ ἐξαρτόνταν ἀπὸ τὴν ἐξυπνάδα τοῦ μαθητῆ. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ὁ μαθητὴς ἔπρεπε νὰ πάγει καὶ νὰ καθίσει στὸ χωριὸ καὶ στὸ σπίτι τοῦ δασκάλου γιὰ νὰ δουλεύει καὶ γιὰ νὰ διδάσκεται. Δὲν θὰ ἦταν μόνο μαθητής, ἀλλὰ κι ὑπηρέτης τοῦ δασκάλου, καὶ θὰ τὸν βοηθοῦσε σ’ ὅτι δουλειά του: χωράφι, ἁλώνι, ἀμπέλι, θέρο, κόψιμο καὶ κουβάλημα ξύλων ἀπὸ τὸν λόγγο καὶ τὰ λοιπά. Κοντὰ σ’ αὐτά, δὲν ἀπόλειπαν κι οἱ συνηθισμένοι δασκαλικοὶ δαρμοὶ καὶ τὰ συνηθισμένα δασκαλικὰ μαλώματα, γιατί δὲν μποροῦσε νὰ νοηθεῖ διδασκαλία σ’ ἐκεῖνον τὸν καιρό, χωρὶς μαλώματα καὶ χωρὶς ξύλο, πού ’χε κι ἔχει ἀκόμα τὴν ἰδέα ὁ ἁπλὸς λαὸς ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ γ’ αὐτὸ τὸ δασκαλικὸ ξύλο λέγεται εἰδικότερα «ξύλο τῆς γνώσεως».

Σὲ τέτοια, λοιπόν, ἐποχή, τυφλὴ καὶ σκονταμένη, ὀφειλόμενη στὴν τουρκικὴ σκλαβιὰ καὶ στὴν ἀγραμματοσύνην ἢ καὶ τὴν ἀσυνειδησία τῶν ἀρχιερέων - ἐπισκόπων, ἀρχιεπισκόπων καὶ μητροπολιτῶν ἐκείνου τοῦ καιροῦ, ποὺ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ σκεφτοῦν πλατύτερα γιὰ τὸ σκλαβωμένο Γένος - , οἱ παπᾶδες, μ’ ὅλη τους την ἀγραμματοσύνη, εἶχαν στὰ χέρια τους ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ τοῦ Ἔθνους. Αὐτοὶ ἦταν οἱ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτοὶ οἱ πνευματικοὶ (ἐξομολογητάδες), αὐτοὶ οἱ δάσκαλοι, αὐτοὶ ἔγραφαν τὰ γράμματα τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς ξενιτεμένους του, αὐτοὶ διάβαζαν τὰ γράμματα τῶν ξενιτεμένων πρὸς τοὺς δικοὺς τούς, αὐτοὶ ἦταν οἱ γιατροί, γιατί ἐπιστήμονες γιατροὶ καλὰ καλὰ οὔτε στὰ Γιάννινα δὲν ὑπῆρχαν τότε, αὐτοὶ ἦταν τὸ πᾶν στὴν ἑλληνοχριστιανικὴ κοινωνία.

Ἀρρωστοῦσε ἕνα παιδί;

- Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ διαβάσει στὸ βασκανοχάρτι.

Ἀρρωστοῦσε μιὰ γυναῖκα;

- Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τὴν «σταυρώσει»!

Ἀρρωστοῦσε ἕνας ἄνδρας;

- Φέρτε τὸν παπᾶ νὰ τοῦ διαβάσει παράκληση!

Ἔτσι, ὁ παπᾶς εἶχε γίνει τὸ κλειδὶ τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς κοινωνίας. Αὐτὸς ἦταν τὸ ταμεῖο κάθε σοφίας καὶ κάθε γνώσης. Αὐτὸς βάφτιζε τὰ νεογνὰ καὶ τὰ προχείριζε σὲ Χριστιανοὺς καὶ Ἕλληνες, αὐτὸς στεφάνωνε τ΄ ἀντρόγυνα, αὐτὸς ἐξομολογοῦσε τὸν λαό, αὐτὸς τὸν «κοινωνοῦσε», αὐτὸς τὸν «ἁγίαζε», αὐτὸς τὸν συμβούλευε, αὐτὸς τὸν νουθετοῦσε, αὐτὸς τὸν μάθαινε γράμματα, αὐτὸς τὸν δίδασκε ἠθική, μὲ τὰ θρησκευτικά, αὐτὸς τὸν προετοίμαζε γιὰ τὸν Παράδεισο, τὸν μεγάλον καὶ τελικὸν σκοπὸ τοῦ Χριστιανοῦ, αὐτὸς τέλος τον ἔθαφτε! Τίποτε δὲν ἤξερε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὁ παπᾶς καὶ δὲν ἦταν ἄλλο, παρὰ ἕνας ἀσυνείδητος ἐργάτης ὅλων αὐτῶν τῶν καλῶν ἰδιοτήτων τοῦ παπᾶ, τοῦ γιατροῦ, τοῦ δασκάλου, τοῦ θεολόγου, τοῦ ἠθικολόγου. Δὲν ἦταν κατ’ οὐσίαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτά, κι ὅμως ἦταν τὸ πᾶν! Τὸν πίστευαν ὅτι ἦταν καὶ πίστευε ὅτι ἦταν. Πίστευε εἰλικρινῶς, χωρὶς νὰ ἀγυρτεύεται. Βλέποντας τὸν ἄρρωστο, ποὺ τοῦ ’χὲ διαβάσει τὴν εὐχὴ νὰ γίνεται καλὰ, ἔλεγε:

- Τὸν βοήθησε ἡ χάρη τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Χριστοῦ κι ἔγινε καλά. Ἐγὼ μεσίτης μονάχα εἴμαι κι ἄλλοτε εἰσακούομαι κι ἄλλοτε ὄχι.

Βλέποντας τὸν νὰ πεθαίνει ἔλεγε:

- Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ! Δὲν εἰσακούστηκε ἡ μεσιτεία μου.

Ὅταν κατόρθωνε νὰ μάθει ἕνα παιδὶ γράμματα ἔλεγε:

- Εἶχε φώτιση ἀπὸ τὸ Θεὸν καὶ ἔμαθε.

Ὅταν δὲν κατόρθωνε νὰ τὸ μάθει πάλε ἔλεγε:

- Δὲν τά ‘παιρνε ὁ νοῦς του καὶ δὲν ἔμαθε.

Παρουσιάζονταν πάντα ὡς ἕνα ἀσυνείδητο ὄργανο τῆς Θείας Πρόνοιας ὅπως καὶ πραγματικῶς ἦταν.

Ὁ παπᾶς ἦταν ὁ τίμιος θεματοφύλακας τῆς θρησκευτικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Στὸν παπᾶ καὶ μόνο χρωστοῦμε ὅτι εἴμαστε σήμερα Χριστιανοὶ καὶ Ἕλληνες. Αὐτὸς στάθηκε ὁ καλὸς ποιμένας, πόβαλε τὴν ψυχή του γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ μᾶς γλίτωσε ἀπὸ τοὺς λύκους του Μωαμέτη τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἀρβανῖτες!

Ὁ κόσμος πίστευε ὅτι ὁ παπᾶς μιλοῦσε μὲ τὸν Θεό, κι αὐτὸ ἀκριβῶς ἔσωσε καὶ τὴ Θρησκεία μας καὶ τὸν Ἐθνισμό μας, ποὺ ἦταν ἀλληλένδετα. Ὁ παπᾶς εἶχε δημιουργήσει μιὰ κατάσταση πραγμάτων, ὥστε ἔκανε τὸν κόσμο θρησκευτικότερον, ἐθνικότερον, καὶ ἠθικότερον. Οἱ ἐκκλησιὲς ἦταν γεμᾶτες κόσμο, καὶ καθένας εὔχονταν νὰ ἰδεῖ πρῶτα τὸ Ρωμαίϊκο, τὸ «Ἑλληνικό», κι ὕστερα νὰ πεθάνει. Καθένας εὐχόταν νὰ ἰδεῖ μὲ τὰ μάτια του ἀνοιχτὰ τὸ χρυσὸ εἴνορο: Τὴν Πόλη καὶ τὴν Ἀγιὰ Σοφιὰ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τοῦ ἑλληνικοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς ἑλληνικῆς Λευθεριάς!

Κάτω ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀτμόσφαιρα, ἀτμόσφαιρα ποὺ δὲν ὑπάρχει πλιὰ σήμερα δυστυχῶς, ὁ πρωτόπαπας ἑνὸς χωριοῦ, λευίτης θεόπνευστος, μιλοῦσε σ’ ἐπήκοο τριάντα – σαράντα ἀντρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν πὼς πηγαίνει ὁ καλὸς Χριστιανὸς στὸν Παράδεισο. Τί γλυκιὰ λέξη καὶ τί χαρμόσυνη ἰδέα ὁ Παράδεισος!

- Ὁ Παράδεισος, Χριστιανοί μου, εἶναι ἕνα ἀπέραντο περιβόλι μὲ ἄνθια, μὲ δέντρα λουλουδιασμένα, ποὺ καταλήγουν σὲ σταυρὸ οἱ κορφές τους, μὲ χόρτα, μὲ βρῦσες, μ’ ἀκύμαντες καὶ καταγάλαζιες λίμνες, μὲ ποτάμια γαργαρόνερα, μ’ ἥλιον κατάλαμπρον, θαλπερὸν μόνον καὶ ὄχι καυτερόν, μ’ ἄπειρα λαλούμενα καὶ μὴ λαλούμενα πουλιὰ ἀπάνω στὰ δέντρα, ἢ κάτω στὴν χλόη, ἢ στὲς ἄκρες τῶν ποταμῶν, μὲ καταγάλαζιον καί  κατακάθαρον οὐρανό, μὲ δροσιὰ εὐχάριστη καὶ παντοτινὸ μαγιάπριλο. Στὴ μέση τοῦ Παραδείσου ποὺ εἶναι καὶ τὸ ψηλότερο μέρος, ὑψώνεται μιὰ ἀπέραντη Ἐκκλησιά, χίλιες φορὲς πλατύτερη καὶ ψηλότερη ἀπὸ τὴν Ἀγιὰ Σοφιά. Αὐτὴ ἡ ἐκκλησιὰ εἶναι τὸ παλάτι τοῦ Θεοῦ, χτισμένη μὲ χρυσὲς τεσσεράγκωνες πέτρες, στολισμένες μὲ διαμάντια. Σὲ κάθε παράθυρο αὐτῆς τῆς χρυσαφένιας Ἐκκλησιᾶς στέκονται ἀνάεροι δεξιὰ καὶ ζερβιὰ ἀπὸ δυὸ ἄγγελοι, καὶ σὲ κάθε θύρα ἀπὸ δυὸ ἀρχάγγελοι. Χίλια ὑπέρψηλα καμπαναριὰ ὀρθώνονται γύρα γύρα στὴν Ἐκκλησιά, μὲ σαράντα καμπάνες τὸ καθένα. Ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι μπαινοβγαίνουν ἀνάεροι μ’ ἀνοιγμένα ἄσπρα φτερά, πηγαινοφέρνοντας διαταγὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μουσικὲς χαρμόσυνες ἀκούονται ἀπὸ κάθε γωνιά. Χερουβεὶμ καὶ Σεραφείμ, χιλιάδες φτερουγίζουν ἀπάνω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ παλάτι, σὰν περίχαρα χελιδόνια καὶ ψάλλουν εὐχαριστήριους ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν. Κι οἱ Προφῆτες, κι οἱ Ἅγιοι, κι οἱ Δίκαιοι, κι οἱ Ἐλεήμονες, χωρὶς νά ’χουν ἀνάγκη ἀπὸ φαγητό, ἀπὸ πιοτό, ἀπὸ ὕπνο κι ἀπὸ τίποτε, ἄλλοι κάθονται ἀπάνω στὲς χλωρασιές, ἄλλοι κάνουν περιπάτους, ἀνάμεσα στὰ δέντρα, στὲς τριανταφυλλιὲς καὶ στὲς λουλουδιές, κι ἄλλοι καθισμένοι μέσα σὲ κάτασπρες βάρκες, ξανοίγονται ἀπάνω σὲ καταγάλαζιες ἀκύμαντες λίμνες, ἐνῷ ἕνα ψιλὸ ἀγεράκι σκορπίζει μικρὰ ἄσπρα συννεφάκια ἀπὸ μοσκοθυμίαμα καὶ ἄλλα πολύτιμα ἀρώματα. Ὅσο εἶναι ὄμορφη ἡ μέρα στὸν Παράδεισο, ἄλλο τόσο εἶν’ ὄμορφη κι ἡ νύχτα. Τὸ θεϊκὸ παλάτι ἀστράφτει καὶ λάμπει ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, τ’ ἀστέρια φεγγοβολοὺν ὅλα, ἄλλα σὰν μονοί, ἄλλα σὰν διπλοί, κι ἄλλα σὰν τριπλοὶ αὐγερινοί. Τὸ φεγγάρι, πάντα γιομᾶτο καὶ λαμπρό, τρεὶς φορὲς μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ δικό μας, βγαίνει ταχτικὰ δυό – τρεὶς ὧρες μόνον, γιὰ νὰ δίνει ὕστερα καιρὸ στ’ ἀστέρια νὰ λάμπουν πλιότερο, κι οἱ μουσικὲς κι οἱ ὕμνοι τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀρχαγγέλων δὲν παύουν καθόλου νὰ διασκεδάζουν τοὺς ἄπειρους εὐτυχισμένους Παραδεισίτες...!

«Χαρὰ στόν, ποὺ εἶναι μέσα ἐκεῖ,

χαρὰ στὸν κι ὅπου πάγει».

Ὁ ἀγράμματος παπᾶς, περιγράφοντας τὸν Παράδεισο μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας του καὶ τῆς βαθιᾶς πίστης του, δὲν ψεύδονταν. Ὁραματίζονταν!

Σ’ αὐτὸ ἀπάνω ἀκούστηκε μιὰ φωνή, ποὺ ρωτοῦσε:

- Καὶ πὼς πρωτόπαπα, μπορεῖ νὰ πάει κανεὶς στὸν Παράδεισο;

Μὲ τὰ καλὰ ἔργα παιδιά μου! (Ἀπάντησε ὁ πρωτόπαπας). «Πίστευε τὸν ἕνα τρισυπόστατον Θεόν, τίμα τὴ μάνα σου καὶ τὸν πατέρα σου, μὴν κλέψεις, μὴν πορνέψεις, μὴν φονέψεις, μὴν ψευδομαρτυρήσεις». Αὐτὰ διέταξε ὁ Θεός – προσκυνοῦμε τ’ ὄνομά του! – Κι εἶναι τόσο εὔκολο νὰ ἐκτελέσει κανεὶς τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ! Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος - προσκυνοῦμε τη χάρη του! κάθισε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς στὴν ἔρημο γιὰ νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο καὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ! Ξέρετε ποὺ εἶναι ἡ ἔρημο; Ἐνενῆντα ἐννιὰ μέρες μέσα βαθιά, πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα, μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὴν κοινωνία! Ἐκεῖ κάθισε σαράντα ἀκέρια χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Προσεύχοταν κι ὅλο προσεύχοταν νύχτα - μέρα, πρωὶ καὶ βράδυ, μεσημέρι καὶ μεσάνυχτα, γιὰ νὰ τοῦ σχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες... Ο Θεός - προσκυνοῦμε τὸ μέγα του ἔλεος- τοῦ σχώρεσε τὲς ἁμαρτίες καὶ τόδωκε τὴν ἄδεια νὰ ξαναγυρίσει στὴν κοινωνία, ἀλλ’ ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος      - προσκυνοῦμε τη χάρη του - δὲν θέλησε νὰ φύγει ἀπὸ τ’ ἀσκηταριό του, γιατί φοβόταν τὴν ἁμαρτία, ἂν ξαναγύριζε, κι ἐκεῖ ἀναπαύτηκε «ἐν Κυρίῳ».

Δεύτερη φωνή τον ἀνάκοψε:

- Καὶ τί ἔτρωγε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος στὴν ἔρημο, πρωτόπαπα;

- Στὴν ἀρχή, παιδιά μου, ἔμεινε τρία μερόνυχτα νηστικὸς καὶ διψασμένος, ὕστερα ὅμως ἀπὸ τὰ τρία μερόνυχτα, ἕνας ἄγγελος τοῦ Θεοῦ τόφερνε μιὰ «προσφορὰ» κάθε πρωὶ κι ἕνα λαγήνι νερὸ καὶ μ’ αὐτὰ ἔζησε σαράντα χρόνια ἀσκητὴς καὶ πέθανε ἐνενῆντα χρονῶν.

Ἡ προσφορά, δηλαδὴ ὁ «ἄρτος» τῆς Ἐκκλησίας, ἦταν τότε τὸ ἰδανικὸ τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ προσφαγιοῦ ἀκόμα, γιατί ὁ κόσμος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πίστευε ὅτι τὸ σιτάρι εἶχε δοθεῖ μόνον γιὰ νὰ λειτουργάει ὁ παπᾶς στὴν Ἐκκλησιά, γιὰ τὰ κόλλυβα, γιὰ τὲς μπογάτσες των κανισκιὼν τῶν γάμων καὶ τῶν γεννητουριών, γιὰ τὲς κανίστρες τῶν κηδειῶν καὶ τῶν μνημοσύνων καὶ γιὰ νὰ τὸ τρὼν οἱ Τοῦρκοι, κι ὅτι τὸ φυσικὸ ψωμί του Τουρκοραγιὰ ἦταν ἀπὸ ἀραποσίτι! 

Τελειώνοντας ἡ διδαχή του πρωτόπαπα, τρεὶς ἀγαπημένοι φίλοι, βλάμηδες στὸν Σταυρὸ καὶ στὸ Βαγγέλιο, ἀποχώρησαν μαζὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ συνάθροιση. Ἦταν τὰ καλύτερα καὶ τὰ ἐναρετότερα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ: ὁ γραμματισμένος Δημήτρης, ὁ Πάσκος, ὁ μισογραμματισμένος Γιούλιας, ὁ Λάππας, κι ὁ ἀγράμματος Γιώργης , ὁ Κολλήσης.

Ὁ Δημήτρης ρώτησε τοῦ ἄλλους δύο:

- Πὼς σᾶς φαίνεται τ’ ἀσκηταριό;

- Πὼς νὰ μᾶς φανεῖ; Ἅγια δουλειά.

Τοῦ ἀπάντησαν καὶ οἱ δύο μ’ ἕνα στόμα.

Θέλετε (ἐξακολούθησε ὁ Δημήτρης) νὰ σώσετε τὴν ψυχή σας καὶ νὰ πᾶτε στὸν Παράδεισο, νὰ εὐφραίνεστε, νὰ σᾶς φέρει κάθε μέρα ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» κι ἕνα λαγήνι νερό, νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε, ἀντὶ νὰ κάθεστε ἐδῶ νὰ τρῶτε ἀραποσιτόψωμο, ν’ ἁμαρτάνετε κάθε λίγο καὶ λιγάκι, καὶ νὰ πᾶτε στὴν Κόλαση, νὰ χωθεῖτε μέσα στὶς φλόγες, στὲς χουχλαστὲς πίσσες καὶ στὰ χουχλαστὰ κατράνια, συντροφιὰ μὲ τὰ ἰσκιώματα, τοὺς καλικαντζάρους τους κατσικοποδαραίους, τοὺς πειρασμούς, τοὺς διαόλους καὶ τὸν Ζερζεβούλ; 

- Ἀκοῦς, θέλομε; (Ἀπάντησαν ἐκεῖνοι μὲ προθυμία). Καὶ θέλει ρώτημα αὐτό; Ἀλλὰ πὼς νὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο;

- Πὼς νὰ πᾶτε; (Τοὺς ἀνταπάντησε ὁ Δημήτρης). Δὲν ἀκούσαταν τί εἶπε ὁ πρωτόπαπας; Τρεὶς μέρες ἔμεινε νηστικὸς καὶ διψασμένος ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, κι ὕστερα τόστελνε ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἄγγελό του μὲ μιὰ προσφορὰ κι ἕνα λαγήνι νερό...

- Καὶ τί θὲλ’ς νὰ πεῖς μ’ αὐτό;

- Τί θέλω νὰ πῶ; Ν’ ἀνεβοῦμε ἀπάνω στὸ βουνὸ καὶ ν’ ἀσκητέψομε. Τρεὶς μέρες θὰ μείνομε νηστικοὶ κι ὕστερα φροντίζει ὁ Θεός. Θὰ μᾶς στείλει μιὰ προσφορὰ τὴν ἡμέρα στὸν καθένα μας. Νερὸ δὲν μᾶς χρειάζεται... Εἶναι βρῦσες στὸ βουνό... Τι συλλογιέστε; Πᾶμε ἀσκητάδες, βλάμηδές μου;

Πᾶμε, ἀλλὰ γιὰ καλὸ καὶ γιὰ κακὸ (ἀπάντησε ὁ Γιούλας μὲ σταθερότητα) νὰ πάρομε, λέω, ψωμὶ γιὰ τρεὶς μέρες, ὥσπου νὰ βροῦμε τ’ ἀσκηταριό μας. Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν βροῦμε ἀμέσως κατάλληλο ἀσκηταριὸ στὸ βουνό μας, καὶ ν’ ἀναγκαστοῦμε νὰ πᾶμε σ’ ἄλλο βουνό...

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ἔμαθε ὅλο τὸ χωριό, καθὼς καὶ τὰ περίχωρα, ὅτι οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες, ὁ Δημήτρης, ὁ Γιούλας κι ὁ Γιώργης, τα ὀμορφότερα καὶ τὰ τιμιότερα παλικάρια τοῦ χωριοῦ, βγῆκαν στὸ βουνὸ ν’ ἀσκητέψουν!

Ὁ πρωτόπαπας χτύπησε τὴν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ μαζεύτηκε ὅλο τὸ χωριό: ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ τοὺς ἔβγαλε λόγο καὶ μακάρισε τοὺς τρεὶς βλάμηδες, ποὺ τάχτηκαν στὸν Θεό, γιὰ νὰ σώσουν τὴν ψυχή τους καὶ νὰ πᾶν στὸν Παράδεισο. Οἱ μάνες τῶν ἀσκητάδων ἔκλαιγαν ὄχι μόνον ἀπὸ ἱερὴ συγκίνηση, ἀλλὰ κι ἀπὸ μητρικὸν πόνο, ποὺ θά ’χαναν γιὰ πάντα ζωντανὰ τὰ παιδιά τους καὶ δὲν θὰ τὰ ξανάβλεπαν! Τόσο μεγάλος ἦταν ὁ μακαρισμὸς τῶν ὑποψηφίων ἁγίων βλάμηδων, ὥστε ζήλεψαν κι ἄλλα παιδιὰ κι ἄρχισαν νὰ ἑτοιμάζονται νὰ πᾶν κι αὐτὰ ν’ ἀσκητέψουν!

Μιὰ ὁλόκληρη μέρα ἔκαναν οἱ τρεὶς νέοι ἀσκητάδες, οἱ πρῶτοι ἀσκητάδες τοῦ τόπου μας, ὥσπου νά ’βροῦν κατάλληλη σπηλιὰ γι’ ἀσκηταριό. Τὸ πρῶτο βράδυ, ἀφοῦ ἔφαγαν καὶ προσευχήθηκαν, ἄρχισαν νὰ σκέφτονται ἂν ἔπρεπε νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς σὲ μιὰ σπηλιά, ἢ νά ’χεῖ , ὁ καθένας χώρια τὴ σπηλιά του καί, μὲ τὰ πολλὰ ἀποφάσισαν νά ’χοῦν τὸ ἴδιο ἀσκηταριό. Πάντα τοὺς ἔρχονταν καλύτερα νά ’ναὶ καὶ οἱ τρεὶς μαζί. Τὸ ψωμὶ ποὺ εἶχαν πάρει τοὺς βάσταξε τὲς τρεὶς πρῶτες μέρες καὶ τὴν τέταρτη μέρα ἄρχισε ἡ νηστεία. Χαρὰ ποὺ τὴν εἶχαν, ἐπειδὴ θὰ παίδευαν τὸ σῶμα τους καὶ θὰ ὑπέφεραν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Παραδείσου! Τὴν πέμπτη μέρα τὴν πέρασαν μὲ τὸν ἴδιον ἐνθουσιασμό, τὸ ἴδιο καὶ τὴν ἕκτη. Τὴν νύχτα τῆς ἕκτης ἡμέρας, ὕστερα ἀπὸ ἑκατοντάδες μετάνοιες, χιλιάδες σταυροὺς κι ἀδιάκοπες προσευχές, ἔγειραν νὰ κοιμηθοῦν μὲ τὴν εὐχάριστη ἐλπίδα ὅτι, τὸ πρωὶ ποὺ θὰ ξημέρωνε, θὰ τοὺς ἔφερνε ἀπὸ μιὰ «προσφορὰ» τοῦ καθενὸς ὁ Ἄγγελος Κυρίου.

Τότε εἶπε ὁ Γιώργης στὸν Δημήτρη:

- Σὰν πόσο μεγάλη νά ’ναί, βλάμη, ἡ «προσφορὰ» ποὺ θὰ μᾶς φέρει ὁ Ἄγγελος Κυρίου, αὔριο πρωί; Νά ’ναί, λές, καμιὰ ὀκά;

- Ξέρω κι ἐγώ, τί νὰ σοῦ εἰπῶ; Μὴν ἀσκήτεψα κι ἄλλοτε γιὰ νὰ ξέρω; Πιστεύω νά ’ναὶ σὰν τὲς «προσφορὲς» ποὺ πᾶν τοῦ παπᾶ στὴν Ἐκκλησιὰ γιὰ νὰ λειτουργήσει. Ἐγώ, βλάμη, εἶμαι πλιὸ περίεργος νὰ ἰδῶ ὄχι πόσο θά ’ναὶ μεγάλη ἡ «προσφορά», ἀλλὰ τὸν Ἄγγελο Κυρίου, κατὰ πρόσωπο. (Κι ἔκανε τὸν σταυρό του). Τί ὄμορφος καὶ τί ὡραῖος ποὺ θά ’ναί; Ἔ;

- Ἀλήθεια, καλὰ λές! Νὰ δοῦμε πὼς εἶναι ὁ Ἄγγελος Κυρίου!... Πὼς θὰ πετάει, σὰν ἀϊτός! Τί εὐτυχισμένοι ποὺ θὰ εἴμαστε αὔριο, καλημέρα μας! Τί εὐτυχισμένοι!

Κι ἔτσι, πὲ ὁ ἕνας καὶ πὲ ὁ ἄλλος γιὰ τὸν Ἄγγελο Κυρίου καὶ γιὰ τὸν Παράδεισο, μόλις κατὰ τὰ ξημερώματα τοὺς πῆρε ὁ ὕπνος, κι ὅταν ξύπνησαν, εἶχε πάει ὁ ἥλιος γιόμα!

- Μωρέ, τί πάθαμαν! (εἶπε ὁ Γιώργης, σὰν τρομαγμένος). Ξυπνᾶτε ὠρέ! Ξυπνᾶτε!

- Τί εἶναι; Τί εἶναι! (εἶπε ὁ Γιούλας ξυπνῶντας). Ἦρθε ὁ Ἄγγελος Κυρίου;

- Ἦρθε καὶ δὲν τὸν νιώσαμαν! Ὤχ, τί πάθαμαν οἱ καημένοι!

- Σωπάτε καημένοι καὶ μὴ χολοσκᾶτε! (Τοὺς ἀπάντησε ὁ Δημήτρης στωικά). Ἂν δὲν τὸν εἴδαμαν τὸν Ἄγγελον Κυρίου σήμερα, τὸν βλέπομε αὔριο. Κι αὔριο μέρα ξημερώνει. Κάθε μέρα θά ’ρχεται ἀνέλλιπα ὁ Ἄγγελος Κυρίου. Μὴν στενοχωριέστε! Πᾶμε ὄξω τώρα νὰ πάρομε τὲς προσφορές μας νὰ φᾶμε... Ἔχω μιὰ πεῖνα, ποὺ δὲν γλέπω μπροστά μου!

Πετάζονται ἔξω ἀπὸ τὴ σπηλιά, ψάχνουν γύρα γύρα νὰ βροῦν τὲς «προσφορές», ἀλλὰ τίποτε «προσφορές»!

- Τί νὰ τρέχει τάχα; Μήπως λησμόνησε Κύριος ὁ Θεὸς νὰ μᾶς στείλει τὸν Ἄγγελὸ τοῦ μὲ τὲς «προσφορές»;

- Μήπως τὸν στείλει τὴν πέμπτη μέρα καὶ ὄχι τὴν τέταρτη;

Εἶπε ὁ Γιώργης τοῦ Δημήτρη.

- Μὴν βλαστημᾶς! (εἶπε ὁ Δημήτρης) εἶναι ἁμαρτία. Ὁ Θεὸς δὲν λησμονάει ποτέ! Κάτι ἄλλο ὅμως θὰ συμβαίνει. Ἂς περιμένουμε κι αὔριο. Αὔριο, χωρὶς ἄλλο, θά ’ρθεῖ ὁ Ἄγγελος Κυρίου...

Ἦρθε κι ἡ ἄλλη μέρα, ἡ πέμπτη, δηλαδὴ ἡ ὄγδοη ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὸ χωριό. Ξύπνησαν πρωὶ πρωὶ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦν τὸν Ἄγγελο Κυρίου μὲ τὲς «προσφορὲς» καὶ μάλιστα συζήτησαν ἂν θά ’ρχονταν ἕνας Ἄγγελος γιὰ τοὺς τρεὶς μὲ τρεὶς «προσφορές», ἢ τρεὶς ἄγγελοι ἀπὸ ἕνας γιὰ τὸν καθένα. Ἂλλ’ ἔδωκε ὁ ἥλιος καὶ δὲν φάνηκε ἄγγελος, οὔτε μονὸς οὔτε τριπλός!

Οἱ τρεὶς ἀσκητάδες ἄρχισαν νὰ σκέφτονται σοβαρὰ γιὰ τὴ θέση τους, παρακινούμενοι πλιότερο ἀπὸ τὴν ἄγρια πεῖνα ποὺ τοὺς θέριζε τ’ ἄντερα.

- Θὰ περιμένουμε κι αὔριο (εἶπε ὁ Γιώργης μὲ πεποίθηση). Αὔριο θά ’ρθεῖ, χωρὶς ἄλλο, ὁ Ἄγγελος Κυρίου!

- Καλά, (εἶπε ὁ Δημήτρης). Ἂς περιμείνομε κι αὔριο, ἀλλ’ ἂν δὲν φανιστεὶ ὁ Ἄγγελος Κυρίου οὔτε αὔριο, οὔτε μεθαύριο, οὔτε παραμεθαύριο, τί θὰ κάνομε; Θὰ πεθάνομε τῆς πείνας κι ἐμεῖς οἱ νηστικοὶ θὰ χορτάσομε μὲ τὲς σάρκες μας τὴν ἡμέρα τὰ κοράκια καὶ τοὺς ἀϊτοὺς καὶ τὴν νύχτα τοὺς λύκους καὶ τὰ τσακάλια. 

- Ἀλλὰ γιατί νὰ μὴν ἔρχεται ὁ Ἄγγελος Κυρίου; Ἂν δὲν ἔρθει κι αὔριο;

Πρόσθεσε ὁ Γιώργης.

- Ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ μένομε μαζί. Θά ’πρεπε νὰ εἴμαστε χώρια. Ἴσως γιατί μένομε μαζί, νὰ χάλασε ἡ ἀσκητεία μας. (Ἀπάντησε ὁ Δημήτρης). Πρέπει νὰ χωρίσομε...

- Νὰ χωρίσομε! (εἶπαν κι οἱ ἄλλοι ἀποφασιστικά). Φεύγομε ἐμεῖς οἱ δυὸ καὶ μεῖνε ἐσύ, βλάμη Δημήτρη, ἐδῶ! Ἔτσι, οἱ Ἄγγελοι Κυρίου θὰ μᾶς παρουσιαστοῦν αὔριο.

Καὶ σηκώθηκαν νὰ φύγουν λέγοντας:

- Ἔχε γειά, βλάμη!

- Στὸ καλό! (τοὺς ἀπάντησε ὁ Δημήτρης). Καλὸν Ἄγγελο καὶ καλὴν ἀντάμωση στὸν Παράδεισο, ὅταν μᾶς καλέσει ὁ Ἅγιος Θεός!

Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἀκούστηκαν γοερὲς γυναικεῖες φωνὲς ἀπὸ μακριά:

- Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη!

- Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη!

- Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα!

- Ὠωωωωωωρέ Δημήτρηηηηηηηηηη!

- Ὠωωωωωωρέ Γιώργηηηηηηηηηηη!

- Ὠωωωωωωρέ Γιούλααααααααααα!

Καμιὰ ἀπάντηση!

Οἱ φωνὲς ἐξακολούθησαν πολλὲς φορές, ἀλλὰ καὶ πάλε καμιὰ ἀπάντηση!

Κατὰ τὸ μεσημέρι, οἱ μάνες των ἀσκητάδων κι ἄλλοι καμιὰ δεκαριὰ δικοί τους, ἄντρες καὶ γυναῖκες, φωνάζοντας, φωνάζοντας τὰ ὀνόματα τοῦ Δημήτρη, τοῦ Γιούλα καὶ τοῦ Γιώργη, ἔφτασαν στὴ σπηλιὰ καὶ βρῆκαν τοὺς τρεὶς ἀσκητάδες λιποθυμισμένους, τὸν ἕνα κοντὰ στὸν ἄλλο!

Δὲν περιγράφεται ἡ λαχτάρα κι ὁ πόνος τῶν μανάδων, πόβλεπαν τὰ παιδιά τους σὰν πεθαμένα! Κλάματα, φωνές, μοιρολόγια! Τέλος, κατορθώθηκε νὰ τοὺς φέρουν στὴν ζωή, δίνοντάς τους ἀπὸ λίγη – λίγη προσφορά, ποὺ εἶχαν φέρει ἀπὸ τὸ χωριό.

Ὅταν ἄρχισαν νὰ συνέρχονται στὸν ἑαυτό τους, οἱ ἀσκητάδες, νιώθοντας ὅτι ἔτρωγαν «προσφορά», ξεφώνισαν καὶ οἱ τρεὶς μὲ τὴν ἴδια φράση:

- Ὁ Ἄγγελος Κυρίου! Ὁ Ἄγγελος Κυρίου!

Σὲ λίγο ὅμως ἀντὶ νὰ ἰδοῦν τὸν Ἄγγελο τοῦ Κυρίου, ἀνεγνώρισαν τὲς μάνες τους καὶ τοὺς ἄλλους δικούς τους, καὶ κατὰ τὸ δειλινὸ κατορθώθηκε νὰ καταπειστοῦν καὶ νὰ μεταφερθοῦν στὸ χωριὸ γκότσι, στὲς πλάτες τῶν γερότερων ἀντρῶν, γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ κινηθοῦν.

Κι ὁ πρωτόπαπας εἶπε τὴν ἴδια γνώμη, ὅτι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς δὲν δέχτηκε τὴν ἀσκητεία τους, γιατί πῆγαν μαζὶ στὸ ἴδιο ἀσκηταριό, καὶ σχημάτισαν κοινωνία, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἔστειλε τοὺς Ἀγγέλους του μὲ τὲς «προσφορές». Τοὺς ἐπαίνεσε ὅμως γιὰ τὴν πίστη τους καὶ τὴν ἀφοσίωση τοὺς πρὸς τὸν «Τρισυπόστατον» μεγάλον Θεὸν καὶ τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι ἀξιεπαινότεροι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ παλεύουν ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας μέσα στὴν κοινωνία, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φεύγουν ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ πᾶν στὲς ἐρημιὲς κι ἀσκητεύουν μακριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπὸ τὲς ἁμαρτίες!

Οἱ μάνες τῶν δύο ἀσκητάδων, Δημήτρη καὶ Γιώργη, ὄντας χῆρες κι οἱ δυό, καὶ χωρὶς ἄλλα ἀρσενικὰ παιδιά, τοὺς πάντρεψαν ὕστερα ἀπὸ λίγες ἑβδομάδες, κι ὁ μὲν Δημήτρης πῆρε τὴ θυγατέρα του Πρωτόπαπα, ὁ δὲ Γιώργης τὴν ἀδελφὴ τοῦ Δημήτρη, ὁ Γιούλας παντρεύτηκε ἀργότερα στὴν ξενιτιά, ὁ Δημήτρης ἔγινε δάσκαλος κι ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια χειροτονήθηκε παπᾶς κι ἔλαβε τὸν τίτλο τοῦ Οἰκονόμου, ὁ Γιούλας ξενιτεύτηκε στὴν Ἀλεξάντρεια, ὁ δὲ Γιώργης μὴν γνωρίζοντας καθόλου γράμματα καὶ μὴ μπορῶντας νὰ γένει παπᾶς, φλεγόμενος ὅμως ἀπὸ τὸν ἱερὸν ζῆλον τοῦ Παραδείσου, παράτησε τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἄφησε τὸ «τροπαιοφόρο» ὄνομά του καὶ προσέλαβε τὸ ἀγγελικὸ «Γαβριήλ».

Τελευταῖα – δὲν εἶναι ἑφτά-ὀχτὼ χρόνια – ἀπέθανε ὁ Παπᾶ-Δημήτρης χιλιοτιμημένος, ἀπέθανε κι ὁ Γαβριήλης, ποὺ ἠγουμένευε στὸ μοναστήρι τοῦ χωριοῦ του, ἑτοιμασμένος νὰ πάει νὰ βρεῖ τὸν συνασκητὴ τοῦ Παπᾶ-Δημήτρη στόν... Παράδεισο, ἀπέθανε κι ὁ Γιούλας στὴν ξενιτιά.

Τάχα θ’ ἀνταμωθοῦν στὸν ἄλλον κόσμο οἱ τρεὶς ἀγαπημένοι βλάμηδες;

Τάχα θ’ ἀξιωθοῦν νὰ μποῦν στὸν ὡραῖον Παράδεισο, ποὺ τοὺς εἶχε ζωγραφίσει μὲ λόγια ὁ ἅγιος ἐκεῖνος Πρωτόπαπας;

Ἂς εἶναι μακαρία ἡ ψυχή τους!


* γύρω στὸ 1870.                                                                         

** συνήθως ξύλινη ὀστέϊνη μικρὴ πινακίδα ποὺ ἦταν χαραγμένα ἐπάνω της τὰ γράμματα καὶ οἱ συλλαβές.

 

Σάββατο 9 Αυγούστου 2025

Αἰτία εἶναι ἡ ἁμαρτία.


...Πῶς νὰ χαρῶμεν καὶ νὰ εὐφρανθῶμεν εἰς τὸν καιρὸν ὅπου τὸ αἷμα τῶν ἀδελφῶν μας χύνεται ποταμηδόν; Ἡμεῖς κατὰ πάντα ὠμοιωθῆμεν μὲ τοὺς ἀγνώμονας καὶ ἀχαρίστους Ἰουδαίους. Διὰ τὰς ἁμαρτίας των ἐκεῖνοι ἔχασαν τὴν ἁγίαν πόλιν Ἱερουσαλήμ. Κατεσφάγησαν ὑπὸ τῶν Ρωμαϊκῶν στρατευμάτων, ἐξανδραποδίσθησαν, ἐξουδενώθη-σαν, ἐξευτελίσθησαν. Διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ ἡμεῖς ἐχάσαμεν τὴν Κωνσταντινούπολιν, κατεσφάγημεν, ἐξανδραποδίσθημεν, ἐξευτελίσθημεν καὶ ἐξουδενώθημεν παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, ὑπὸ βαρβάρων Ἀγαρηνῶν.

Ἔλαβον οἱ Ἰουδαῖοι ἐπαγγελίας νὰ εἰσέλθουν μετὰ τὴν φυγὴν τῆς Αἰγύπτου εἰς τὴν γῆν Χαναάν, τὴν γῆν ρέουσαν μέλι καὶ γάλα, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσέλθουν μετὰ 40 ἡμέρας, ἔφθασαν μετὰ 40 ἔτη ἀφίσαντες τὰ κόκαλά αὐτῶν ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς ἐπαγγελίας νὰ ἐπανακτήσωμεν τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν ἁγίαν Σοφίαν, ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀπιστία πρὸς τὸν Θεὸν δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ εἰσέλθωμεν. Δυστυχῶς Ἕλληνες Ρωμαῖοι ἡμεῖς, διὰ τὰς ἁμαρτίας μας ἐγκαταλειφθέντες ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, δικαίως ὑπεδουλώθημεν εἰς τοὺς βαρβάρους Ἀγαρηνούς. Ἐταπεινώθημεν, ἐσμικρύνθημεν καὶ ἐξουδενώθημεν ὑπὲρ πάντα τὰ ἔθνη.

Ἡμεῖς ἐλάβομεν ἐπαγγελίας, ὅτι μὲ χρόνους καὶ καιροὺς πάλιν θὰ ἐπανακτήσωμεν τὰ μέρη τὰ ὁποῖα κατέλαβαν οἱ Ἀγαρηνοί. Καὶ θὰ τὰ εἴχομεν λάβει πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ δὲν θὰ εἶχε μείνει Τοῦρκος εἰς Ἑλληνικὴν γῆν. Τὸ αἴτιον εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Πόλιν καὶ τὴν ἁγίαν Σοφίαν, ὅπως δὲν ἄφηνε τοὺς ἀχαρίστους Ἰουδαίους νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν γῆν τῆς Ἐπαγγελίας. Τότε μόνον νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ νικήσωμεν, ὅταν ἀφήσωμεν τὴν ἁμαρτίαν, τὸν φθόνον, τὴν μνησικακίαν καὶ τὴν διαίρεσιν τοῦ Ἔθνους.

 

Περί συντελείας

...Περὶ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τῆς συντελείας ὁ Κύριος εἶπεν ὅτι «οὐδεὶς οἶδεν». Εἶπε νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, διότι δὲν γνωρίζομεν, τὴν ὥραν καὶ τὴ στιγμὴν τοῦ θανάτου, οὔτε καὶ ποίαν στιγμὴν ἀκριβῶς θὰ ἔλθη ὁ Κύριος. «Γρηγορεῖτε», εἶπεν, «ὅτι οὐκ οἴδατε ποία ὥρα ἔρχεται ὁ Κύριος». Ἀπὸ μερικὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἀκολουθήσουν εἰς τοὺς ἐσχάτους χρόνους θὰ ἐννοήσωμεν ὅτι πλησιάζει, ἀλλὰ πότε ἀκριβῶς, οὐδεὶς γνωρίζει... Τὸ νὰ ἐρευνῶμεν καὶ νὰ ἐξετάζωμεν πότε θὰ ἔλθη ἡ ἡμέρα ἐκείνη δὲν μᾶς ὠφελεῖ, ἀλλὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν ὥραν τοῦ θανάτου...

...Στὶς μέρες αὐτὲς τὶς ἔσχατες, θὰ μεγαλώσει ἐπικίνδυνα ὁ φόβος καὶ ἡ ἀνασφάλεια. Ἔτσι θὰ παραλύσουν τὰ πάντα ἀπὸ μιὰ ἀδιαφορία, θὰ μεγαλώσει ἡ ἐπιθετικότητα μὲ ὁμαδικὴ μορφὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος θὰ ξεχάσει πὼς εἶναι ἄνθρωπος, πλάσμα Θεοῦ...

 

Περὶ ἐσχάτων ἡμερῶν

 

...Ὡς πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ἥν ἔχετε νὰ σᾶς πληροφορήσω τίνα γνώμην ἔχω ὡς πρὸς τὴν ἔκβασιν τῆς σημερινῆς διεθνοῦς κρίσεως, ἡ γνώμη μου εἶναι σύμφωνος μὲ ὅσα πάντες οἱ Προφῆται καὶ Ἅγιοι Ἀπόστολοι προεφήτευσαν περὶ τῆς παρούσης διεθνοῦς καταστάσεως τῶν πονηρῶν ἡμερῶν καὶ χαλεπῶν χρόνων, καὶ περισσότερον μὲ ὅσα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν Εὐαγγελίοις προεῖπεν περὶ τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν καὶ καιρῶν. Καὶ ἐκεῖνο ὅπερ πρέπει καὶ ἐμὲ καὶ σᾶς καὶ πάντας πιστούς, καὶ μᾶς πείθει νὰ πιστεύωμεν εἶναι οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ Κυρίου: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.»

Ἀπὸ ὅσα εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον ἄλλα ἔγιναν, ἄλλα γίνονται καὶ ἄλλα θὰ γίνουν. Περὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀκριβῶς δὲν ὥρισεν τὴν ἡμέραν, εἶπε μόνον, ὅταν εἴδετε τοὺς πολέμους, τοὺς σεισμούς, τοὺς καταποντισμούς, τὴν ἀπιστίαν, τὴν ἀσέβειαν, τὴν παρανομίαν, τὴν ἔλλειψιν ἀγάπης, τοὺς ψευδοπροφήτας, τοὺς ψευδοχριστοὺς καὶ τοὺς πλάνους τότε νὰ στοχασθῆτε ὅτι πλησιάζει τὸ τέλος.

Εἰς ἕνα ἀρχαῖον βιβλίον εὑρῆκα καὶ ἔγραφε ὅτι, ὅταν ἠρώτησαν οἱ μαθηταὶ τὸν Διδάσκαλον πότε ταῦτα θὰ γίνουν καὶ τοὺς εἶπε τὰ ἀνωτέρω, τοὺς εἶπε καὶ ὅταν γίνουν οἱ ἄνδρες γυναῖκες καὶ οἱ γυναῖκες ἄνδρες, τότε θὰ γίνει τὸ τέλος. Καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει, ὅτι ὁ Κύριος εἶπε καὶ ταῦτα, ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία θὰ γίνη ὅταν ἐκλείψη ἡ ἐντροπὴ ἀπὸ τὰς γυναίκας. Ἐξ ὅλων τούτων ἡ γνώμη μου εἶναι νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν ὥραν οὐδὲ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου...

 

Νουθεσίες τοῦ Ὁσίου πατρὸς Φιλοθέου

 

...Σήμερον καὶ οἱ δυνατοὶ καὶ ἐκλεκτοὶ σαλευθήσονται. Ἂς μένωμεν στερεοὶ καὶ ἀσάλευτοι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ τὰς παραδόσεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ Πατέρων. Ἂς φυλάξωμεν ἀγάπην ὁλόψυχον πρὸς τὸν οὐράνιον μᾶς Πατέρα Θεόν, διὰ νὰ μᾶς φυλάξη καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τῆς ἐπερχομένης ὀργῆς καὶ θλίψεως· διότι φυλάσσει Κύριος πάντας τους ἀγαπῶντας Αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξωλοθρεύει. Ἂς ἔχωμεν δὲ καὶ ὑπομονὴν ἕως τέλους, διότι ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος σωθήσεται. Ἔχετε θάρρος, ἀνδρείαν καὶ ὑπομονήν...

***

...Εἰς τὴν Ἀθήναν ὑπάρχει καὶ πολλὴ δυσωδία ἀλλὰ καὶ πολλὴ εὐωδία. Μιμήσου τὴν μέλισσαν ἡ ὁποία διέρχεται πολλοὺς ἀκαθάρτους τόπους, ἀλλὰ δὲν κάθεται· τρέχει εἰς τὰ εὐώδη ἄνθη καὶ συλλέγει τὸ μέλι. Ἔτσι καὶ ἐσύ, θὰ συναντᾶς βρωμερούς, αἰσχρούς, ἀσεβεῖς, βλασφήμους, μὴ τοὺς συναναστρέφεσαι, διότι θὰ γίνεις ὅμοιος. Συναναστρέφου μὲ καλούς, χρηστούς, ἠθικούς, εὐσεβεῖς, θεοφοβούμενους ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλὰ ἔχεις νὰ ὠφεληθῇς. Οἱ κακοὶ πάντοτε πλεονάζουν, οἱ ἐνάρετοι εἶναι ὀλίγοι. Φρόντισε νὰ γίνεις ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἐκλεκτούς.

***

...Θέλω νὰ ἔχετε ἀγάπην ἀναμεταξύ σας, νὰ μὴν φιλονικῆτε καὶ θυμώνετε, διότι δοῦλον Θεοῦ οὐ δεῖ μάχεσθαι. Ἄλλωστε ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει καὶ οὐδέποτε ἐκπίπτει. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν φιλονικήσετε ἢ θυμώσετε νὰ λέγετε εἰς τὸν ἑαυτόν σας, τί θὰ κερδίσουμε μὲ τὸν θυμὸν καὶ τὴν φιλονικείαν, καὶ ἀμέσως νὰ εἰρηνεύετε. Ὅταν ὁ ἕνας θυμώνει νὰ μὴ θυμώνει καὶ ὁ ἄλλος, ἀλλὰ νὰ ταπεινώνεται νὰ ὑποχωρῇ, νὰ μὴ ὁμιλῇ, καὶ ἔτσι μὲ τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν πραότητα νὰ καθησυχάζη καὶ τὸν ἄλλον. Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ χάρις, τὸ ἔλεος, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ εὐλογία νὰ εἶναι μαζί σας καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους...

***

...Πάντοτε πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ἀλλ’ ὅσον ὅμως καὶ νὰ εἴμεθα δὲν ἠμποροῦμε, γιατί ὁ ἄνθρωπος ἔχει πολλὰς ἀδυναμίας. Εἶναι καὶ ὁ ἐχθρὸς ὁ παμπόνηρος καὶ δὲν τὸν ἀφήνει, ἀλλὰ τὸν πολεμᾶ καὶ πολλὲς φορὲς τὸν πηγαίνει ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ τὸν ἀνεβάζει στὰ ὑψηλὰ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὸν κρημνίζει, ὅπως ἐκρημνίσθη καὶ ὁ ἑαυτός του. Δι’ αὐτὸ προσοχὴ μεγάλη χρειάζεται, καὶ προσευχὴ ἀδιάλειπτος καὶ ταπείνωσις· διότι ὅπου ὑπάρχει ταπείνωσις ἐκεῖ δὲν ἠμπορεῖ ὁ Σατανᾶς, ὅσας τέχνας καὶ νὰ μεταχειρισθῇ. Τὰς συντρίβει ἡ ταπείνωσις...

Δύο πτέρυγες εἶναι διὰ νὰ πετάξη κανείς, ὅπως ἔλεγεν ὁ προφητάναξ Δαβὶδ· Ποιός θὰ μοῦ δώσει πτέρυγας διὰ νὰ πετάξω, ὅπως ἡ περιστερὰ καὶ φθάσω εἰς τὴν ἀνάπαυσιν! Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ταπείνωσις. Μόνον αὐτὰ τὰ δύο νὰ παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Θεός, ποὺ εἶναι φιλάγαθος καὶ οἰκτίρμων, θὰ μᾶς σώση. Ὄχι κατὰ τὰ ἔργα μας, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔλεός Του τὸ ἀμέτρητον...

***

...Βοήθεια διὰ τὸν σαρκικὸν πόλεμον δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀναγκαιοτέρα, ὠφελιμοτέρα, καὶ μεγαλυτέρα, ὅσον ἡ ἀδειάλειπτος προσευχή, ἡ νοερά, ἡ λεγομένη μετ’ εὐλαβείας, πίστεως καὶ κατανύξεως. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ θεῖος Παῦλος παραγγέλει· «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε», διὰ νὰ μᾶς προφυλάξη ἀβλαβεῖς ἀπὸ τὰ πυρφόρα βέλη τοῦ πονηροῦ, τὰ καθ’ ἡμῶν διαρκῶς κινούμενα. Ὅποιος ἀδιαλείπτως προσεύχεται καὶ αἰσθάνεται μὲ ποῖον ὁμιλεῖ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, δὲν πλησιάζει ὁ ἐχθρὸς· φοβεῖται…

***

 ...Ἡμεῖς τὰ ἔχουμε καλὰ μὲ ὅλους, ἀκόμη καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ μᾶς μισοῦν καὶ ἐχθρεύονται, ποὺ μᾶς ὑβρίζουν, κατηγοροῦν καὶ ἀδικοῦν. Μόνο μὲ τὸν διάβολον δὲν τὰ ἔχομε καλά, ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ ἀγαπήσωμε ποτέ, διότι, καὶ ἐὰν εὑρίσκωνται ἄνθρωποι τυχὸν νὰ μᾶς μισοῦν, ἢ ἀδικοῦν ἢ ψευδῶς κατηγοροῦν, δὲν πταίουν αὐτοί, πταίει ὁ διάβολος ποὺ τοὺς παρακινεῖ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ρίπτωμεν ὅλο τὸ βάρος καὶ τὴν αἰτίαν εἰς τὸν διάβολον, πταίουν καὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀκοῦν, ἀλλ’ ἡμεῖς ὀφείλομεν πάντας νὰ ἀγαπῶμεν, μόνον τὸν διάβολον νὰ μισῶμεν, ὡς αἴτιον καὶ ἀφορμὴν πάντων τῶν κακῶν...

***

...Ἡ αἰτία ποὺ ἁμαρτάνουν οἱ ἄνθρωποι εἶναι, διότι δὲν ἐνθυμοῦνται τὸν θάνατον καθὼς πρέπει. Ὁ σοφὸς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος λέγει ὅτι ὁ διάβολος προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπον νὰ βγάλη ἀπὸ τὸν νοὺν τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἔννοιαν τοῦ θανάτου· γεμίζει τὸν νοὺν τοῦ ἀνθρώπου μὲ ἐνθυμήσεις ἀνωφελεῖς καὶ βλαβερὰς· ὅλον τὸν κόσμον δίδει εἰς τὸν ἄνθρωπον μόνον νὰ μὴ σκέπτεται, νὰ μὴ ἐνθυμῆται τὸν θάνατον καὶ νὰ μὴ τὸν στοχάζεται κατὰ βάθος. Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πὼς θὰ ἀποθάνωμεν, καλῶς ἢ κακῶς; Ἕτοιμοι ἢ ἀνέτοιμοι; Ὅσοι φοβούμεθα τὸν θάνατον εἶναι διότι δὲν ἀγαπήσαμεν τὸν Θεὸν καθὼς πρέπει καὶ διότι δὲν ἔτρωσεν τὴν καρδίαν μας ὁ πόθος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Οὐρανίων καὶ αἰωνίων ἀγαθῶν. Τὸν φοβούμεθα, διότι δὲν ἐπιστεύσαμεν ὅτι ἀποθνήσκοντες μεταβαίνομεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, τὴν παντοτινὴν καὶ ἀνώλεθρον Οὐράνιον πατρίδα.

***

...Μεταξὺ τῶν πολλῶν πληγῶν καὶ μαστίγων, αἱ ὁποῖαι μαστίζουν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, μία μάστιξ εἶναι καὶ ὁ πνευματικὸς λιμός... Ὅτι κάμνει εἰς τὸ σῶμα ὁ ὑλικὸς ἄρτος, τὸ ὅμοιον καμνει εἰς τὴν ψυχὴν ὁ πνευματικὸς ἄρτος. Τὸ σῶμα χωρὶς τὸν ἄρτον ἀποθνήσκει. Τὸν πνευματικὸν ἄνθρωπον οἱ πλεῖστοι τῶν σημερινῶν διδασκάλων καὶ κηρύκων ὀν διαστρέφουν. Καὶ ἐξ ὑμῶν προεῖπεν ὁ Θεοκήρυξ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα· ἐξ ὑμῶν των διαδόχων ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων. Εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, τὴν διδασκαλίαν οἱ πλεῖστοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, χύνουν τὸ δηλητήριον καὶ δηλητηριάζουν πολλῶν πιστῶν τὰς ψυχὰς μὲ τὰς νεωτέρας διδασκαλίας, τὰς ὁποίας εἰσαγάγουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ... Προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν σημερινῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων. Μὴ σαλευθῆτε, ἀλλ’ ἐμένετε στέρεοι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, διὰ νὰ λάβετε ὡς μισθὸν τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τοὺς λαλοῦντας διεστραμμένα καὶ πολεμοῦντας τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, ἐναντιουμένους δὲ εἰς τὰς Ἀποστολικὰς καὶ Πατερικὰς παραδόσεις, ὁ Κύριος θὰ διασκορπίσει καὶ θὰ συντρίψει ὡς σκεύη κεραμέως.

***

Ἡ πίστις ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸν φόβον. Εἰς ποῖον φόβον! Νὰ φοβᾶται τὴν ἁμαρτίαν. Νὰ φοβᾶται νὰ μὴ λυπήσει τὸν Θεόν. Ὁ φοβούμενος ταπεινοῦται. Γίνεται ταπεινός, καὶ ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ταπεινός, σ’ αὐτὸν κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. «Ἐπὶ τίνα, γάρ, ἐπιβλέψω, ἀλλ’ ἢ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ταπεινόν, καὶ ἡσύχιον, καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;». Ὅταν ταπεινούμεθα, τότε θὰ κατοικήσει ὁ Θεὸς μέσα μας. Ὁ ταπεινούμενος πραύνεται. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ταπείνωσιν αὐτὸς γίνεται πρᾶος, ἄκακος, μιμεῖται τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος λέγει· «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν».

***

Ἐπειδὴ ἔχουμε ἔλλειψη ἀπὸ τὴν καθαρὴ ἀγάπη, ἀπὸ τὴ θερμὴ πίστη, ἀπὸ τὴν προθυμία καὶ τὶς λοιπὲς ἀρετές, στερούμεθα ἀπὸ τὰ οὐράνια χαρίσματα. Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς γίνουμε μιμηταὶ τῶν ἀξιομακαρίστων Ἁγίων καὶ Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας.

***

Ἡ ἀγάπη ἔχει ὀφθαλμοὺς καὶ διαπερνᾶ βουνὰ καὶ πελάγη καὶ ἠπείρους καὶ φθάνει ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό. Ὅποιος ἔχει ὀφθαλμοὺς πνευματικούς, ἐκεῖνος βλέπει καλὰ καὶ καθαρά. Ὅποιος ἔχει μόνο σωματικούς, βλέπει μόνο μὲ τὸ σῶμα καὶ κοντά.

***

Πολλὴ καὶ μεγάλη ἀκαθαρσία εἰς τοὺς δρόμους, εἰς τὴν ἀγοράν, εἰς τὴν γῆν, εἰς τὴν θάλασσαν, ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς Ναοὺς ἀπὸ μερικοὺς κληρικοὺς βλέπει κανεὶς καὶ δὲν ὑπάρχει τόπος καθαρός. Μόνον εἰς ὀλίγους ἐκλεκτοὺς λαϊκοὺς καὶ κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔμειναν καθαροί, διότι ἀγάπησαν τὸν Θεὸν καὶ ἐφύλαξαν τὰς ἐντολάς Του. Αὐτοὺς ὁ Κύριος, κατὰ τὸν Προφητάνακτα Δαβίδ, θὰ φυλάξη. «Φυλάσσει Κύριος πάντας τους ἀγαπῶντας Αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐξολοθρεύσει» (Ψάλμ. 144,20)...

***

Ἐὰν οἱ Χριστιανοὶ διάβαζαν τὸ Εὐαγγέλιον θὰ εἶχαν ἀναμεταξύ τους ἀγάπη, δὲν θὰ γίνονταν ἀδελφοκτόνοι, δὲν θὰ ἦσαν προσηλωμένοι στὰ γήινα, δὲν θὰ ἦσαν ἅρπαγες καὶ πλεονέκτες, ἀλλὰ θὰ ἐθησαύριζαν στοὺς οὐρανούς. Θὰ ἦσαν ἐλεήμονες, συμπαθεῖς, ἐπιεικεῖς, πρᾶοι, ἀνεξίκακοι. Δὲν θὰ ἐφρόντιζαν μόνον γιὰ τὸ ἴδιο συμφέρον, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀδελφῶν τους.

Ἐὰν οἱ γυναῖκες διάβαζαν τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, τοὺς θείους Διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι παραγγέλουν, ὅτι οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ἐνδύωνται σεμνὰ καὶ τὴν κεφαλὴ νὰ ἔχουν σκεπασμένη, δὲν θὰ ντύνονταν μὲ τὴν ἄσεμνη, σατανικὴ καὶ σκανδαλωδέστατη ἐνδυμασία μὲ τὴν ὁποία σήμερα ντύνονται ξεγυμνωμένες τελείως τὰ χέρια καὶ τὰ στήθη, χωρὶς νὰ ντρέπωνται τοὺς ἀνθρώπους, καὶ τὸν Θεὸ μὴ φοβούμενες.

Ἐὰν διάβαζαν τὶς Γραφὲς οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ βλασφημοῦσαν τὸν Θεόν, ἀλλὰ θὰ Τὸν δοξολογοῦσαν. Οἱ μικροὶ θὰ σέβονταν τοὺς μεγάλους καὶ οἱ μεγάλοι θὰ ἀγαποῦσαν τους μικρότερους. Ἐὰν διάβαζαν οἱ ἄνθρωποι τὶς Γραφὲς οἱ γονεῖς θὰ παιδαγωγοῦσαν καὶ θὰ δίδασκαν τὰ παιδιά τους· τὰ δὲ παιδιά τους θὰ ὑπάκουαν τοὺς γονεῖς.

Ἐὰν ἐγὼ δὲν ἀνεγίνωσκον, ἔλεγε ἕνας φιλόσοφος, θὰ ἤμουν ὁ κάκιστος τῶν ἀνθρώπων. Καὶ ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ χριστιανοί, ἐπειδὴ δὲν διαβάζουμε τὶς θεῖες Γραφές, γίναμε κακοῦργοι, ἀδελφοκτόνοι, παράφρονες. Καὶ πῶς δὲν εἶναι παράφρονες οἱ γυναῖκες ποὺ περπατοῦν στοὺς δρόμους καὶ μπαίνουν καὶ μέσα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ σχεδὸν γυμνές...; Ὄχι μόνον αὐτὲς εἶναι παράφρονες, ἀλλὰ καὶ οἱ γονεῖς καὶ οἱ συγγενεῖς ποὺ τὶς ἐπιτρέπουν ἔτσι νὰ ντύνωνται. Πῶς δὲν εἶναι παράφρονες ἐκεῖνοι ποὺ βλασφημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ποιητοῦ καὶ Πλάστου καὶ Χορηγοῦ ὅλων τῶν ἀγαθῶν, Ἐκείνου ὁ Ὁποῖος τὸ αἷμα Του ἔχυσε γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγόραση;

***

Ἐνόμισαν οἱ μάταιοι σαρκικοὶ ἄνθρωποι ὅτι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὰ καλὰ ἤθη καὶ τὶς ἀρετές, μόνο μὲ τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιδείξεις, μὲ τὶς ἀνωφελεῖς τελετὲς στὶς ὁποῖες γίνεται κακὴ σπατάλη ἑκατομμυρίων, καὶ μὲ κούφια λόγια, πὼς θὰ ἀνώρθωναν τὸ ἔθνος, ἀλλὰ πλανήθηκαν. Δὲν μελέτησαν, δὲν ἄκουσαν ὅτι· οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀπολοῦνται. Ξεριζώθηκαν διότι δὲν ἦταν φυτεία τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἔθνος γιὰ νὰ ἀνορθωθεῖ πρέπει νὰ ἀναγεννηθεῖ ἠθικά, νὰ παύση ἡ διαφθορὰ καὶ ἡ παραλυσία τῶν ἠθῶν, νὰ παύση ἡ κακοήθεια καὶ ἡ ἁμαρτία, νὰ παύση ἡ ἀδικία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἀσέβεια καὶ ἡ βλασφημία.

***

Ἡ πραγματική, παιδιά μου εὐτυχία δὲν εἶναι οὔτε τὰ ἀξιώματα οὔτε αἱ ἀναπαύσεις τοῦ σώματος. Ἡ πραγματικὴ εὐτυχία εἶναι ἡ ἀρετή. Καὶ ὅσοι ἀγωνίζονται νὰ ἀποκτήσουν τὰς ἀρετάς, νὰ ποιήσουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικῶς εὐτυχεῖς.

***

Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ριζώση εἰς τὰς καρδίας μας καὶ θὰ ριζώση ὅταν ἐνθυμούμεθα πάντοτε τὸν Θεὸν εἴτε περιπατοῦμεν εἴτε ἐργαζόμεθα εἴτε εὑρισκόμεθα ἐπὶ τῆς κλίνης πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ὕπνον, νὰ μὴν λείπη ἡ ἐνθύμησις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐχή. Ἔτσι θὰ εἶναι ὁ Θεὸς μαζί μας πάντοτε καὶ ἐδῶ εἰς τὴν πρόσκαιρον ζωὴν καὶ εἰς τὴν αἰώνιον θὰ μᾶς πάρη μαζί Του.

***

Κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν θὰ μᾶς ἐξετάση ὁ Κύριος ἐὰν ἐποιήσαμεν ἔργα τῆς πίστεως, τῆς πρὸς Αὐτὸν καὶ τὸν πλησίον ἀγάπης, ἐὰν δηλαδὴ ἠγαπήσαμεν τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἐλεήσαμεν. Δὲν θὰ μᾶς ἐρωτήση ποῖον ἡμερολόγιον ἐφυλάξαμεν. Οἱ Ἅγιοι Πάντες δὲν ἡγίασαν διότι ἐφύλαξαν τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἀλλὰ διότι ἐπίστευσαν καὶ ἠγάπησαν τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον των ὡς ἑαυτούς.

***

Μὲ τὸ «πετραχήλι», μὲ τοὺς ἐξορκισμούς, μὲ τὸ νὰ κρατῆτε τὰ ἅγια Μυστήρια, μὲ σταυρούς, μὲ εὐαγγέλια, μὲ προσευχάς, δὲν φοβεῖται ὁ σατανᾶς. Ἐκεῖνο ποὺ τὸν φοβεῖ, τὸν καίει, τὸν ἀπομακρύνει, τὸν διώκει, εἶναι ἡ ταπείνωσις.

***

Ἡ αἰτία ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν ἁμαρτίαν εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Ἐὰν εἶχον ταπείνωσιν, δὲ θὰ ἡμάρτανον.

***

...Ὅπως ὁ Θεὸς σὲ ὑπομένει, σὲ ἀνέχεται, νὰ ὑπομένεις καὶ σὺ τὸ παιδί σου. Ἔχεις καθῆκον νὰ τὸ συμβουλεύης, ὄχι ὅμως μὲ ταραχὴν καὶ μὲ θυμόν, ἀλλὰ μὲ τρόπον ἤρεμον καὶ γαλήνιον. Ἐὰν δὲν σὲ ἀκούη ἐκεῖνο ἔχει ὅλην τὴν εὐθύνην. Σὺ τότε νὰ παρακαλῇς τὸν Θεὸν νὰ τὸ φωτίση καὶ ὀδηγήση εἰς τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν του.

***

..Λοιπὸν οὔτε ἐγώ, οὔτε σύ, οὔτε ἄλλος τὶς ἔχομεν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν βασιλεῖς, ἀρχιερεῖς, κληρικούς, λαϊκούς, μικρούς, μεγάλους, ἄνδρας, γυναίκας. Ἐὰν παρεκτρέπονται νὰ τοὺς ἐλέγχομεν, ὄχι μὲ ὕβρεις, μὲ θυμὸν ἢ ταραχήν, ἀλλὰ μὲ πραότητα, ἀγάπην καὶ τρόπον εὐγενικόν, νὰ τοὺς ὑποδεικνύωμε τὸ ὀρθόν, τὸ δίκαιον, τὸ καλόν, καὶ νὰ εὐχώμεθα νὰ τοὺς δώση ὁ Θεὸς φώτισιν καὶ μετάνοιαν. Αὐτὸ δὲν εἶναι κατάκρισις, ἀλλ’ εἶναι συμβουλή, νουθεσία, εἶναι ἐνδιαφέρον καὶ ἀγάπη διὰ νὰ τοὺς ὠφελήσωμεν. Ὅταν ὅμως ξεσπῶμεν εἰς θυμόν, ὀργήν, ταραχήν, ὕβρεις, κατάρας, ἀναθέματα, κακίαν, φανερώνουμε τὰ ἁμαρτήματά των καὶ εἰς ἄλλους ποὺ δὲν τὰ γνωρίζουν, τὰ διασαλπίζουμε, τὰ δημοσιεύουμε μὲ πάθος καὶ κακίαν, τότε ὄχι μόνον κατάκρισις εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἔλλειψις ἀγάπης καὶ μνησικακία. Τὸ καλὸν οὐκ ἔστι καλόν, ἐὰν μὴ καλῶς γένηται... Ὁ καλὸς τρόπος πολλὲς φορὲς καὶ τὸν κακὸν τὸν κάμνει καλόν, ἐνῷ ὁ κακὸς τρόπος καὶ τὸν καλὸν τὸν κάμνει κακόν.

***

...Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων ὀφθαλμοὺς ἔχουν καὶ δὲν βλέπουν, αὐτιὰ ἔχουν καὶ δὲν ἀκούουν. Σήμερον ἐκπληροῦται τὸ τῆς Ἱερᾶς Ἀποκαλύψεως προφητικὸν λόγιον· «ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι, καὶ ὁ ρυπαρὸς ρυπαρευθήτω ἔτι, καὶ ὁ δίκαιος δικαιοσύνην ποιησάτω ἔτι, καὶ ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι» Ἄποκαλ. 22,11). Καιροὶ χαλεποὶ καὶ ἡμέραι πονηραί. Ὁ σώζων σωζέτω ἑαυτόν, καὶ μέγας κληθήσεται. Ἐὰν σώση καὶ ἄλλους κληθήσεται μέγιστος...

***

Ἡ γνώμη μου ὡς πρὸς τὰ τῆς συντελείας εἶναι οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου· «Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν οὐδὲ οἱ Ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν εἰ μὴ ὁ Πατήρ μου μόνος... Καὶ οὐχὶ ὑμῶν ἐστὶ γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὕς ὁ Πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ...». Εἰς ταῦτα βασιζόμενοι οἱ θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν δὲν ἐπεχείρουν νὰ ἑρμηνεύσουν ἢ νὰ γράψουν πότε θὰ γίνη ἡ συντέλεια τοῦ αἰῶνος· ὅσοι δὲ ἐπεχείρησαν (καὶ ὀρθόδοξοι ὄντες ἐπλανήθησαν) εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ εἰς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἡμέρας τῆς συντελείας. Τὸ ἀσφαλέστερον ἀπὸ ὅλα εἶναι νὰ φροντίζωμεν νὰ μὴν ἁμαρτάνωμεν, καί, ἐὰν ὡς ἄνθρωποι ἁμαρτάνωμεν, εὐθὺς νὰ μετανοῶμεν καὶ ἐξομολογούμεθα τὰς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, διότι δὲν γνωρίζομεν τὴν στιγμὴν οὐδὲ τὴν ὥραν τοῦ θανάτου...

***

...Ἀποφεύγετε ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν κατάκρισιν. Νὰ ἐνθυμῆσθε πάντοτε, τὸ «μὴ κρίνετε καὶ οὐ μὴ κριθῆτε»· ὠσαύτως τὰς ψευδολογίας, διότι ἀπολεῖ Κύριος πάντας τους λαλοῦντας τὸ ψεῦδος· ἐπίσης τὸν θυμόν, ἐπειδὴ ἐν καρδίαις πραέων ἀναπαύσεται πνεῦμα Κυρίου, καρδία δὲ θυμώδους καθέδρα διαβόλου· ὁμοίως νὰ ἀποφεύγετε καὶ τὸν φθόνον, διότι ὁ ἔχων ἴχνος φθόνου ἀλλότριος θὰ εἶναι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Νὰ περιορίζης τὰς αἰσθήσεις σου καὶ ἰδίως τὴν ὅρασιν ἀπὸ περιέργειαν, τὴν δὲ γαστέρα νὰ μὴ τῆς δίδης ὅτι ζητᾶ καὶ θέλη, ἀλλ’ ὅτι εἶναι χρεία. Εἰς τὰς προσευχὰς νῆφε καὶ ἀναλογίζου ὅτι τὴν ὥραν ἐκείνην παρίστασαι ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Θεοῦ καὶ συνομιλεῖς μετ’ αὐτοῦ...

***

Τὰς ἀσθενείας τοῦ σώματος δὲν τὰς θεραπεύει ὅλας ὁ ἰατρός, διότι ὑπάρχουν καὶ ἀσθένειαι ἀθεράπευτοι, ἐνῷ τὰς ἀσθενείας τῆς ψυχῆς ὅλας τὰς θεραπεύει ὁ πνευματικὸς ἰατρὸς εὐκόλως, συντόμως καὶ χωρὶς χρήματα, ἀρκεῖ νὰ τὰς ὁμολογήση ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ νὰ μετανοήση. Τότε αὐτοστιγμεὶ θεραπεύεται καὶ ἀπὸ ἁμαρτωλὸς γίνεται δίκαιος... Σὲ συμβουλεύω ὅπως διὰ τὸν ἰατρὸν τοῦ σώματος φροντίζης νὰ εὔρης τον καταλληλότερον, τοῦτον ποίησον καὶ διὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ πνευματικοῦ...

***

...Τρία πράγματα ἀναγκαῖα καὶ ψυχωφελῆ σᾶς νουθετῶ, ὡς τέκνα μου ἀγαπητά, νὰ προσέξετε καὶ νὰ φυλάξετε. Πρῶτον ὑπομονὴν μεγάλην· δεύτερον πίστιν ὀρθόδοξον, θερμὴν καὶ ἀκλόνητον, μὲ θάρρος ἀνδρείαν καὶ μεγαλοψυχίαν, καὶ τρίτον, περισσότερον ἀπὸ ὅλα ἀγάπην ὁλόψυχον καὶ ὁλοκάρδιον πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον, ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς.

 ***

..Δὲν εἶναι ἁμαρτία νὰ παρακαλῇ κανεὶς τὸν Θεὸν νὰ ἀποθάνη, νὰ τὸν πάρη ὁ Θεὸς μαζί του εἰς τὸν Παράδεισον. Ἁμαρτία εἶναι, ὅταν δὲν ἔχη κανεὶς ὑπομονὴν καὶ γογγύζη καὶ παραπονεῖται κατὰ τοῦ Θεοῦ.

***

...Ὡς φαίνεται ὁ μυστικὸς καὶ ὕπουλος πόλεμος τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τῶν ὑπηρετῶν αὐτοῦ Ἐβραιο-μασώνων σήμερον καθίσταται ἐμφανὴς κατὰ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἰδίως κατὰ τοῦ τελευταίου τείχους τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἁγίου Ὅρους. Πλησιάζει, ἔφθασε ἡ συντέλεια τοῦ παρόντος ἀπατεῶνος αἰῶνος. Ἂς μετανοήσωμεν καὶ ἂς εἴμεθα ἕτοιμοι, ὅτι οὐ γινώσκομεν ποίαν ὥραν ὁ Κύριος καὶ ὁ θάνατος ἔρχεται. Ἔρχεται ὁ Βασιλεὺς ὁ κραταιὸς ὁ ἰσχυρὸς καὶ δυνατὸς ἐν πολέμοις, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης νὰ συντρίψη καὶ ἐπωλέση τὸν ἀνίσχυρον ἄρχοντα τοῦ σκότους καὶ τοὺς δούλους καὶ ὑπηρέτας αὐτοῦ. Θαρσεῖτε!

***

Νὰ προσέχετε, ὅταν κάνετε κάποιο καλὸ ἢ κάποια ἀρετή, νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία, ἐλεημοσύνη, νὰ μὴν ὑπερηφανεύσεστε σὰν τὸν Φαρισαῖο, ὅτι τὸ ἐκάματε μόνοι σας, μὲ τὴν δύναμή σας, μὲ τὴν θέλησή σας... Νὰ λέγετε: Ὄχι ἐμεῖς, ἀλλὰ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ!

***

Ὁ Πανυπεράγαθος Θεός καί Οὐράνιος Πατέρας μας, μεταξύ τῶν ἀπείρων καί μεγάλων δωρεῶν πού ἀξίωσε ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, μᾶς ἀξίωσε καί αὐτῆς τῆς μεγίστης Χάριτος, τό νά ἔχουμε τήν Παναγίαν Θεοτόκον, τήν Μητέρα Αυτοῦ, βοήθεια καί σκέπη, προστασία καί μεσίτρια πρός Αὐτόν.

Νά τήν ἔχουμε βοηθό στίς θλίψεις, τίς ἀσθένειες, τίς ἀνάγκες, τίς στενοχώριες καί στούς κινδύνους. Νά τήν ἔχουμε ὡς μητέρα μας φιλόστοργο πνευματική· καί εἶναι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἀληθῶς καί μητέρα ὄλων μας καί ὅλων τῶν Χριστιανῶν…

Μᾶς ἔδωσε τήν Παναγίαν Μητέρα Του, τήν ἁγνήν καί ἄμωμον, τήν ἁγιωτέραν καί ἀνωτέραν πάντων, γιά νά τήν ἔχουμε ὡς μητέρα μας καί ὡς βοηθό σέ ὅλες τίς θλίψεις, ἀνάγκες καί περιστάσεις, διότι ἔχει τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

– Ἴσως ὅμως μοῦ πεῖτε, ὅτι ἐμεῖς ζητοῦμε ἀπό τήν Παναγίαν βοήθεια καί δέν παίρνουμε, κάνουμε παρακλήσεις γιά τήν εἰρήνη καί δέν μᾶς ἀκούει, τήν παρακαλοῦμε νά μᾶς θεραπεύση τούς πόνους, τίς ἀσθένειές μας καί μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τούς κινδύνους, τίς στερήσεις τίς θλίψεις, ἀλλά καμία βοήθεια δέν βλέπουμε. Ποιά ἡ αἰτία, πού δέν μᾶς ἀκούει ἡ Παναγία καί δέν μᾶς βοηθεῖ;

– Ἡ αἰτία προέρχεται ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους, διότι τήν βλασφημοῦμε. Τήν ἐπικαλούμεθα μόνον σέ καιρό ἀνάγκης καί κινδύνου καί κατόπιν τήν βλασφημοῦμε. Ὅπου καί νά σταματήση κανείς ἀκούει νά βλασφημοῦν τήν Παναγία, τόν Χριστόν, τόν Σταυρόν…

Πηγαίνω στή θάλασσα ἀκούω τούς πλοιάρχους καί τούς ναῦτες, ἐπειδή ὁ καιρός δέν εἶναι καλός, νά βλασφημοῦν Ἀκούω τούς ψαράδες καί τούς βοηθούς τους, ὅταν δέν πιάνουν ψάρια ἤ καί γιά παραμικρή αἰτία, νά βλασφημοῦν τήν Παναγία.
Πηγαίνω στά χωράφια καί ἐκεῖ ἀκοῦς, τούς χωρικούς, τούς βοσκούς, νά βλασφημοῦν τήν Παναγία.
Πηγαίνω στίς πόλεις καί ἐκεῖ ἀκούω ἀπό τήν κατώτερη τάξη μέχρι τήν ἀνώτερη τάξη τῶν διανοουμένων καί ἐπιστημόνων καί ἀπό τόν κατώτερο στρατιωτῶν μέχρι τόν ἀνώτερον στρατηγόν νά βλασφημοῦν τήν Παναγία.
Ἄρχισαν νά μαθαίνουν νά βλασφημοῦν ἀκόμη καί γυναῖκες καί μικρά παιδιά τήν Παναγία…

***

Σᾶς συμβουλεύω, ὡς πνευματικὸς πατήρ, νὰ ἐνθυμεῖσθε πάντοτε τὸν Θεό, τὴν Παναγία, νὰ φυλᾶτε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποφεύγετε κάθε κακό, κάθε ἁμαρτία, καὶ νὰ πράττετε κάθε ἀγαθὸ καὶ κάθε ἀρετή. Καὶ ὅταν πράττετε τὸ ἀγαθὸ καὶ ἀγαπᾶτε τὸ Θεὸ θὰ σᾶς φυλάττει καὶ ὁ Θεὸς καὶ θὰ σᾶς προστατεύει. Μείνετε εἰς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μένει καὶ ὁ Θεὸς μαζί σας.

***

Σωθῆτε ἀπὸ τῆς σημερινῆς γενεᾶς τῆς σκολιὰς καὶ διεστραμμένης, τῆς διεφθαρμένης καὶ πονηρᾶς.