Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Για τον φόβο του Θεού.


Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

 «ἐν φόβῳ τὸν τῆς παροικίας ὑμῶν χρόνον ἀναστράφητε» (Α΄ Πέτρου 1,7)

Αυτά είναι τα λόγια του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου· λόγια που έχουν διπλό θεμέλιο· ουράνια έμπνευση και προσωπική εμπειρία. Με θεία έμπνευση ο απλός αλιεύς Πέτρος έγινε διδάσκαλος των ανθρώπων, μέγιστος στύλος της Πίστεως και κραταιός θαυματουργός. Με την προσωπική εμπειρία του κατανόησε πως όλη η σοφία και δύναμή του προέρχεται απ’ τον Θεό και πως πρέπει να έχει τον φόβο του Θεού· κανέναν άλλον φόβο παρά μόνον του Θεού.
Ο άσοφος άνθρωπος φοβάται μόνον όταν λάμψει η αστραπή και κροτήσει η βροντή· αλλά ο σοφός φοβάται τον Θεό κάθε ημέρα, κάθε ώρα και στιγμή. Ο Δημιουργός της αστραπής και της βροντής είναι πιο φοβερός και από τα δύο αυτά φαινόμενα. Εκείνος δεν εμφανίζεται ενώπιόν σου περιστασιακά μόνον κατά καιρούς, όπως η αστραπή και η βροντή, αλλά είναι διαρκώς ενώπιόν σου και δεν σε εγκαταλείπει. Γι αυτό δεν αρκεί να έχει κάποιος φόβο Θεού από καιρού σε καιρό· χρειάζεται να αναπνέει τον φόβο του Θεού. Ο φόβος αυτός είναι το προστατευτικό όζον στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της ψυχής μας. Το όζον αυτό φέρνει καθαρότητα, μια ανάλαφρη αίσθηση, λεπτή ευωδία και αίσθηση υγείας.
Ο Πέτρος μέχρι να ενδυναμωθεί με τον φόβο του Θεού, ήταν απλώς ο Πέτρος και όχι ένας απόστολος, ένας ήρωας, ένας διδάσκαλος του λαού και θαυματουργός.
Ώ! αδελφοί μου, ας μην πανηγυρίζουμε πριν από το θερισμό. Η ζωή μας δεν είναι ο θερισμός· είναι ο καιρός της σποράς και της επίμοχθης καλλιέργειας με φόβο και ιδρώτα. Ο σπορέας ζει με τον φόβο, μέχρι να συλλέξει τους καρπούς απ’ το καλλιεργημένο χωράφι του. Ας αναβάλλουμε και εμείς την αγαλλίαση της ικανοποίησης μέχρι τη ημέρα του θερισμού· διότι τώρα είναι καιρός για εργασία εν φόβω.
Άραγε θα σωθώ; Η ερώτηση αυτή θα έπρεπε να βασανίζει τον καθένα μας με τον ίδιο τρόπο που βασανίζει τον σπορέα: θα δρέψω τον καρπό των κόπων μου στο χωράφι που καλλιέργησα; Ο σπορέας εργάζεται με φόβο Θεού κάθε ημέρα. Ας εργασθούμε κι εμείς αναστρεφόμενοι εν φόβω όλον τον της παροικίας ημών χρόνον επί της γης.
Ώ! Παντοδύναμε Κύριε, ως φοβερός ει εν πάση τη γη, συντήρησον ημάς εν τω φόβω Σου.
Σοι πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


Τρίτη, 7 Απριλίου 2020

Τον ανθρακέα…



Από το βίο του Αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του θαυματουργού

...Πλησίον της Νεοκαισαρείας υπήρχεν η πόλις Κόμανα. Οι δε προεστώτες της πόλεως ταύτης παρεκάλεσαν τον Άγιον να λάβη τον κόπον να έλθη έως εκεί, δια να διδάξη τον λαόν με την μελίρρυτον και πάνσοφον γλώσσαν του, και να τους χειροτονήση Αρχιερέα τινά ενάρετον. Απήλθε λοιπόν ο Άγιος με τους Κληρικούς και διδάξαντες αυτούς ικανών εστερεώθησαν εις την πίστιν έτι περισσότερον βλέποντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τας θαυματουργίας ας ειργάζετο. Θέλων δε να χειροτονήση τον Αρχιερέα, του έδωσαν ψήφους και δια να μη λανθασθή και χειροτονήση ανάξιόν τινα, ανέμενε να ίδη ουρανόθεν καμμίαν όρασιν και ηρώτα εάν ήτο κανείς από τους εψηφισμένους ενάρετος και έκαστος επήνει τον ιδικόν του. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Δεν πρέπει να βλέπετε μόνον τους ενδεδυμένους λαμπρά και πολύτιμα ιμάτια, διότι δυνατόν είναι και μεταξύ των ευτελών κατά το σχήμα να ευρεθή τις εναρετώτερος εις τον βίον και την ψυχήν υψηλότερος». Ταύτα ακούσας εις πρόκριτος πλούσιος, τον οποίον είχον οι περισσότεροι εψηφισμένον και ενόμιζεν, ότι εκείνος μέλλει να χειροτονηθή ως περιφανέστερος, εσκανδαλίσθη εις την δικαίαν του Αγίου απόκρισιν και λέγει ταύτα ειρωνευόμενος· «Λοιπόν, εάν προκρίνης ένα ευτελέστατον υπέρ τους εκλεκτούς της πόλεως, καλώς θα πράξης να χειροτονήσης τον ανθρακέα Αλέξανδρον». Τότε ο Άγιος, φωτισθείς εξ Αγίου Πνεύματος, προσέταξε να φέρωσι τον Αλέξανδρον, όστις ήτο μεν κρυφίως ενάρετος και φρόνιμος άνθρωπος και όντως φιλόσοφος, καθώς ύστερον εγνωρίσθη και ετελείωσε την ζωήν με μαρτύριον, έξωθεν δε εις το φαινόμενον ήτο ευτελής και άσημος, ερρυπωμένος τας χείρας και το πρόσωπον από τα κάρβουνα, τα οποία έκαμνε και παρημέλει εαυτόν επιταυτού ο αείμνηστος, διότι ήτο νέος την ηλικίαν και εύμορφος, τούτο δε έκαμνε δια να μη του τύχη από τινα πειρασμός και κινδυνεύση εις ψυχικόν θάνατον. Τούτον τον έσωθεν μεν περικαλλή και επιφανέστατον, έξωθεν δε ησβολωμένον και άσχημον, ιδόντες οι παρεστώτες εγέλασαν. Ο δε Άγιος εξετάσας αυτόν μυστικά, εγνώρισε την αλήθειαν και προστάσσει τους Κληρικούς να τον πλύνουν επιμελώς, να τον ενδύσουν την αρχιερατικήν στολήν αυτού και να τον φέρουν εις το συνέδριον, έπειτα έκαμε διδαχήν περί Ιερωσύνης προς τον λαόν, να υποτάσσωνται εις τον Αρχιερέα εις άπαντα. Τότε έφεραν εις το μέσον τον Αλέξανδρον και λέγει προς τον δήμον ο Άγιος· «Ιδού έχετε Αρχιερέα πανάριστον και δεν εσφάλατε ουδόλως εις την δικαίαν ταύτην κρίσιν, την οποίαν εκάματε, διότι με τους οφθαλμούς ελανθάνεσθε και με την γλώσσαν άκοντες ωμολογήσατε την αλήθειαν». Τότε εχειροτόνησεν αυτόν κατά τάξιν Αρχιερέα, προστάσσων αυτόν να κάμη και διδαχήν εις κοινήν ωφέλειαν. Ο δε Αλέξανδρος υπακούσας εδίδαξε με τόσην σοφίαν και σύνεσιν, ώστε εθαύμασαν άπαντες και επήνεσαν την δικαίαν ψήφον την οποίαν ετέλεσεν ο Άγιος.

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Κατά μίμηση...


«...Όταν εμείς εισερχόμαστε στον οίκο του Θεού, ας μη στρέφεται ο νους μας σε άλλα πράγματα, αλλά ας προσηλώνεται ο εσωτερικός μας άνθρωπος στη θεωρία και στην προσευχή... Και αν ακόμη ο αδελφός που στέκεται κοντά σου είναι άρρωστος, και συμβεί να βήχει ή να φτύνει πολύ μην ταράζεσαι και απομακρύνεσαι από αυτόν, αλλά θυμήσου ότι πολλοί θυσίασαν τον εαυτό τους στο να υπηρετούν αρρώστους και αναπήρους.»

Όσιος Εφραίμ ο Σύρος
Έργα Τόμος Α
(σελ. 194 - 195)
Εκδόσεις το Περιβόλι της Παναγίας

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Ἀκόμη καὶ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας μὲ τὸ πόδι τὴν ἄνοιγε...

 (Για τα μικρόβια...)

 

Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης



Θυμᾶμαι, καὶ στὸ Κοινόβιο εἴχαμε ἕναν μοναχὸ ποὺ ὡς λαϊκὸς ἦταν νωματάρχης. Τὸν εἶχαν βάλει διαβαστή, γιατὶ ἦταν μορφωμένος. Τόσα χρόνια ἦταν στὸ μοναστήρι καὶ σιχαινόταν. Ποῦ νὰ ἀγγίξη πόμολο! Μὲ τὸ πόδι ἄνοιγε τὴν πόρτα ἢ σκουντοῦσε τὸ μάνταλο μὲ τὸν ἀγκώνα καὶ μετὰ καθάριζε μὲ οἰνόπνευμα τὸ μανίκι ποὺ τὸ ἀκούμπησε! Ἀκόμη καὶ τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας μὲ τὸ πόδι τὴν ἄνοιγε. Καὶ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ὅταν γέρασε, νὰ σκουληκιάσουν τὰ πόδια του, ἰδίως τὸ ἕνα μὲ τὸ ὁποῖο ἄνοιγε τὶς πόρτες. Ἤμουν παρανοσοκόμος, ὅταν ἦρθε γιὰ πρώτη φορὰ στὸ νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς μὲ δεμένο τὸ πόδι. Μοῦ εἶπε ὁ νοσοκόμος νὰ τὸ λύσω καὶ ἐκεῖνος πῆγε νὰ φέρη κάτι γάζες. Ὅταν τὸ ἄνοιξα, τί νὰ δῶ! Πώ, πώ, ἦταν γεμάτο σκουλήκια! Πήγαινε στὴν θάλασσα, τοῦ λέω, πλύν’ το, νὰ φύγουν τὰ σκουλήκια, καὶ ἔλα νὰ κάνουμε ἀλλαγή. Ποῦ εἶχε φθάσει! Τί τιμωρία! Ἐγὼ τὰ ἔχασα. Μοῦ λέει ὁ νοσοκόμος: Κατάλαβες ἀπὸ τί εἶναι αὐτό; Κατάλαβα, τοῦ λέω, ἐπειδὴ ἀνοίγει τὴν πόρτα μὲ τὸ πόδι!



– Καὶ σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, Γέροντα, συνέχιζε νὰ ἀνοίγη τὴν πόρτα μὲ τὸ πόδι;




– Ναί, μὲ τὸ πόδι! Καὶ εἶχε γεράσει καλόγερος!




– Δὲν τὸ κατάλαβε;




– Δὲν ξέρω. Μετὰ πῆγα στὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα. Τί θάνατο εἶχε ποιὸς ξέρει! Καὶ ἔβλεπες, ἐκεῖ στὸ Κοινόβιο μερικοὶ νέοι μοναχοὶ πήγαιναν καὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὸ περίσσευμα πού ἄφηναν στὰ πιάτα τους τὰ γεροντάκια, γιὰ νὰ πάρουν εὐλογία! Μάζευαν τὰ περισσεύματα τῶν κλασμάτων. Ἢ ἄλλοι ἀσπάζονταν τὸ πόμολο, γιατὶ τὸ ἀκούμπησαν οἱ Πατέρες, καὶ αὐτός, ὅταν προσκυνοῦσε τὶς εἰκόνες, μόλις ποὺ ...ἀκουμποῦσε τὸ μουστάκι του στὴν εἰκόνα. Καὶ τὸ μουστάκι τί θὰ τραβοῦσε μετὰ μὲ τὸ οἰνόπνευμα!




– Ὅταν, Γέροντα, κάτι τέτοιο γίνεται σὲ ἱερὰ πράγματα, δὲν εἶναι ἀνευλάβεια;




– Μὰ ἀπὸ ‘κεῖ ξεκινάει κανεὶς καὶ φθάνει πιὸ πέρα. Ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ μὴν προσκυνάη, γιατὶ φοβόταν μήπως ἐκεῖνος ποὺ προσκύνησε πρὶν ἀπὸ αὐτὸν τὴν εἰκόνα εἶχε καμμιὰ ἀρρώστια!




– Δηλαδή, γιὰ νὰ μὴ σιχαίνεται κανείς, δὲν πρέπει νὰ δίνη σημασία;




-Τὶς σαβοῦρες πού τρῶνε οἱ ἄνθρωποι δὲν τὶς βλέπουν! Ἅμα κάνη κανεὶς τὸν σταυρό του, εἴτε φοβία ἔχει εἴτε νοσοφοβία, βοηθάει μετὰ ὁ Χριστὸς. Ἐκεῖ στὸ Καλύβι πόσοι περνᾶνε ποὺ ἔχουν διάφορες ἀρρώστιες! Καὶ μερικοὶ ἁπλοὶ κάνουν τὸν σταυρό τους, οἱ καημένοι, παίρνουν τὸ κύπελλο ποὺ ἔχω ἐκεῖ καὶ πίνουν νερό. Οἱ ἄλλοι ποὺ φοβοῦνται δὲν τὸ ἀγγίζουν.




Ἦρθε πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες κάποιος ποὺ εἶχε πολὺ μεγάλη θέση σὲ κάποια ὑπηρεσία. Τόσο φοβᾶται ὁ καημένος τὰ μικρόβια, ποὺ ἔχει ἀσπρίσει τὰ χέρια του, γιὰ νὰ τὰ καθαρίζη μὲ τὸ οἰνόπνευμα. Ἀκόμη καὶ τὸ αὐτοκίνητό του τὸ τρίβει μὲ οἰνόπνευμα! Τὸν λυπήθηκα! Ξέρεις τί εἶναι νὰ ἔχη τέτοια θέση καὶ νὰ κινῆται ἔτσι; Τοῦ ἔδωσα λουκούμι, καὶ δὲν τὸ πῆρε, ἐπειδὴ τὸ ἔπιασα. Ἀλλὰ καὶ στὸ κουτὶ νὰ ἦταν, πάλι δὲν θὰ τὸ ἔπαιρνε, γιατὶ θὰ σκεφτόταν ὅτι καὶ στὸ κουτὶ θὰ τὸ ἔβαλε κάποιος ἄλλος μὲ τὰ χέρια του. Παίρνω τὸ λουκούμι, τὸ τρίβω στὰ παπούτσια του καὶ τὸ τρώω. Τοῦ ἔκανα κάμποσα τέτοια καὶ τρόμαξα νὰ τὸν κάνω νὰ ἐλευθερωθῆ λίγο ἀπὸ αὐτό. Νά, καὶ σήμερα ἦρθε ἐδῶ μιὰ κοπέλα πού εἶχε νοσοφοβία. Καὶ ὅταν μπῆκε μέσα δὲν πῆρε εὐχή, γιατὶ φοβόταν μὴν κολλήση μικρόβια, καὶ ὅταν ἔφυγε, ἔπειτα ἀπὸ τόσα ποὺ τῆς εἶπα, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσω, πάλι δὲν πῆρε εὐχή. Δὲν σοῦ φιλῶ τὸ χέρι, μοῦ λέει, γιατὶ φοβᾶμαι μὴν κολλήσω μικρόβια! Τί νὰ πῆς; Κάνουν ἔτσι μαύρη τὴν ζωή τους.