Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Πολιτική…

...Πολλοί πιστεύουσιν ότι ο πολιτικός άνθρωπος απολαμβάνει του κόσμου τα αγαθά. Ο πολιτικός, λέγουσι, γίνεται εις τούτον τον κόσμον ευτυχής.

Γίνομαι δε πολιτικός, όταν μισώ και σχηματίζομαι  (προσποιούμαι) ότι αγαπώ.· όταν έχω την έχθραν εις την καρδίαν μου και τα γλυκά και φιλικά λόγια εις τα χείλη μου· όταν υπάρχω εχθρός θανατηφόρος και φαίνομαι φίλος ηγαπημένος.

Γίνομαι πολιτικός, όταν, ίνα αρέσω εις τους ανθρώπους, λέγω το πικρόν γλυκύ και το γλυκό πικρόν· όταν λέγω το σκότος φως και το φως σκότος. Όταν δια ψεύδους ή δόλου ή δι’ άλλων διαφόρων τρόπων πλανήσω τον αδελφόν μου και κερδίσω τους σκοπούς μου, τότε ειμί πολιτικός· όταν άλλα στοχάζομαι και άλλα λέγω, άλλο θέλω και άλλο ζητώ, τότε  ειμί πολιτικός. Ώστε, ίνα λαλήσωμεν την αλήθειαν φανερά, πολιτικός εστίν ο υποκριτής, ο κόλαξ, ο δόλιος, ο ψεύστης, ο πανούργος και πονηρός· η δε επιστήμη, η καλουμένη πολιτική και τοσούτον επαινουμένη υπό των ανθρώπων και θαυμαζομένη, εστί τέχνη διαβολική φανερά.


Νικηφόρος Θεοτόκης 

                                                               Αρχιεπίσκοπος Αστραχανίου και Σταυρουπόλεως εν Ρωσία

Ο βασιλιάς των δέντρων.

 Τα δέντρα πήγαν να χρίσουν ένα βασιλέα να τους κυβερνά· και είπαν στη ελιά: Βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά η ελιά: Θα αφήσω το λάδι μου, με το οποίο δοξάζουν οι άνδρες τον Θεό, και θα πάω να κυβερνήσω τα δέντρα;”.

Και είπαν τα δέντρα στη συκιά: Έλα και βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά η συκιά: Θα αφήσω εγώ τη γλυκύτητα μου και τους καρπούς μου τους καλούς για να κυβερνήσω τα δέντρα;.

 Και είπαν τα δέντρα στο αμπέλι: Έλα βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε όμως σ’ αυτά το αμπέλι: Θα αφήσω το κρασί μου, το οποίο ευχαριστεί Θεό και ανθρώπους, για να πάω να κυβερνήσω τα δέντρα;”.

Και είπαν όλα τα δέντρα στην αγκαθιά: Έλα εσύ και βασίλευσε σ’ εμάς!”.

Απάντησε δε η αγκαθιά στα δέντρα: Εάν πραγματικά εσείς με χρίετε για να βασιλεύω σε σας, ελάτε να καθίσετε κάτω από τη σκιά μου· αλλιώς να εξέλθει φωτιά από μένα και να καταφάει τις κέδρους του Λιβάνου!”.

 

Ερμηνεία

Όσοι έχουν πραγματικά να προσφέρουν (στον μύθο η ελιά, η συκιά και το αμπέλι) δεν έχουν καιρό να γίνουν βασιλείς· προτιμούν να συνεχίσουν την δική τους εργασία από την οποία προκύπτει πραγματικό όφελος. Έτσι συνήθως απομένει στους άχρηστους να αποδεχθούν τον ρόλο του μονάρχη, του αρχηγού. Το αγκάθι δεν έχει να προσφέρει τίποτα καλό παρά μόνο κακό, το τρύπημα των βελόνων του και την δι’ αυτού εύκολη μετάδοση πυρκαϊών. Το ίδιο συμβαίνει και με ορισμένους ανθρώπους. Οι οποίοι, παρά ταύτα, θέλουν να προσφέρουν την «σκιά» τους, την προστασία τους δηλαδή, παρά το ότι αυτή στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτη.

(Κριταί 9, 8 - 15)

Ερμηνευτική απόδοση

  Ιερεμίου Φούντα Μητρ. Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως

 

Έχει δίκαιον ο Θεός να μας τιμωρήσει.

Το έτος 1965 ο π. Δημήτριος (Γκαγκαστάθης) πραγματοποίησε ένα προσκύνημα εις την Αίγινα και επεσκέφθη την Μονήν του Δαφνίου. Ιδού οι εντυπώσεις του:

… Έγινε μουσείον ο οίκος του Θεού και οίκος εμπορίου και πηγαίνει όποιος θέλει να ιδεί και να βεβηλώσει… Δώσαμε οι Χριστιανοί τα όπλα εις τους αθέους να μας κτυπούν και να μας λέγουν: Τι! Πιστεύουν και αυτοί που εκμεταλλεύονται τους άγιους χώρους; Τίποτε δεν είναι θα λέγουν. Είμαι αυτόπτης μάρτυς. Μπήκα με πολλούς ξένους και έβλεπαν τον Παντοκράτορα και άλλους αγίους που ευρίσκονταν εις τους θόλους και τους τοίχους και γελούσαν. Τους περιέπαιζαν, σαν να τους έλεγαν: Βλέπετε πως σας κατάντησαν οι Χριστιανοί; Σας επούλησαν δια τον χρυσόν. Δεν βλέπουν τον Χριστόν, και όπου μπήκεν ο τουρισμός, έφυγεν ο Θεός και μπαίνουν δαίμονες, όλα τα αισχρά υποκείμενα και ακάθαρτα. Είναι να κλαίει κανείς. Όταν επήγαινα πόσον συγκινητικόν και περίλυπον μου εφάνη το προαύλιον και τα δωμάτια που έμεναν οι πατέρες του τότε καιρού, που σηκώνονταν και μακράν του θορύβου επιτελούσαν την Θ. Λειτουργία και κατέβαινε το Άγιο Πνεύμα. Τι χαρούμενος και ευλογημένος ήταν αυτός ο ιερός χώρος, και τώρα, μόλις μπαίνεις εις το προαύλιο έχουν το ταμείον με εισιτήριον 5 δραχμών. Χωρίς αυτό δεν σου επιτρέπουν να πηγαίνεις εις τον βυζαντινόν Ναόν. Μπαίνεις μέσα και βλέπεις έναν να σκουπίζει τα αποτσίγαρα και διάφορα που πετάζουν οι τουρίσται και οι θεαταί και οι άθρησκοι από διάφορα κράτη. Είναι δράμα η υπόθεσις. Δεν ημπορώ να ξεχάσω, όταν ευρισκόμουν κάτω από τον τρούλο και μου κοιτούσεν ο Παντοκράτωρ λυπημένος, ωσάν να μου έλεγε: Βλέπεις σε τι χάλια με κατάντησαν οι μεγάλοι, Πατριάρχαι, Αρχιεπίσκοποι, Αρχιερείς και ο λαός; Τι ήλθατε, να δείτε και να θαυμάσετε, ή να λυπηθείτε για την κατάντια του Ναού μου; Αυτή είναι η ευπρέπεια που με κάνετε; Και εγώ σύμφωνα με την εργασίαν σας θα σας δώσω την αξίαν.

… Έχει δίκαιον ο Θεός να μας τιμωρήσει, και πάλιν δεν ημπορώ να ξεχάσω τον Παντοκράτορα. Βαρύ πένθος μου επλάκωσε την ψυχήν μου. Ο Θεός να ελεήσει όλον τον κόσμον και να φωτίσει τους μεγάλους παράγοντας, για να επανέλθει και πάλιν ο έρημος οίκος του Θεού εις την προτέρα του θέσιν. Αμήν.

 

Τα γράφω δια ενθύμιον 16 Μαΐου 1965.

 

Από το βιβλίο «Παπά - Δημήτρης Γκαγκαστάθης 1902 - 1975»

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»

 

Όταν ο Απόστολος λέει: ότι οι εξουσίες του κόσμου είναι ταγμένες από τον Θεό, άρα λοιπόν κάθε άρχοντας και βασιλιάς και επίσκοπος, αναδεικνύεται από τον Θεό;

Απάντηση

Όταν ο Θεός λέει στον Νόμο· θα σας δώσω άρχοντες, όπως τους θέλει η καρδία σας, είναι φανερό, ότι άλλοι μεν από τους άρχοντες και τους βασιλείς αναδεικνύονται από τον Θεό, και άλλοι πάλι, όντας ανάξιοι, αναδεικνύονται κατά παραχώρηση, ή θέληση του Θεού, αντίστοιχα προς τον ανάξιο λαό της δικής τους αναξιότητας. Και άκουσε για το θέμα αυτό μερικές διηγήσεις.

Όταν έγινε βασιλιάς ο Φωκάς, ο τύραννος και άρχισε να κάνει εκείνες τις αιματοχυσίες με εκείνον τον δήμιο Βονάσον, κάποιος μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, άνθρωπος άγιος, που είχε μεγάλο θάρρος προς τον Θεό, αντιδικούσε μαζί Του, λέγοντάς Του με απλότητα. Κύριε, γιατί ανέδειξες τέτοιον βασιλιά;  Έπειτα , καθώς αυτό το έλεγε επί αρκετές ημέρες, ήρθε σ’ αυτόν μια φωνή από τον Θεό που έλεγε· Διότι δεν βρήκα χειρότερον!

Υπήρχε και άλλη πόλη παράνομη κατά τη Θηβαΐδα, η οποία έκανε πολλά στυγερά και απρεπή, στην οποία κάποιος δημότης διεφθαρμένος, αφού ξαφνικά απέκτησε κάποια κατάνυξη, πήγε και εκάρη, και φόρεσε το μοναχικό σχήμα, όμως δεν έπαυσε καθόλου να κάνει τις πονηρές πράξεις του. Συνέβη λοιπόν να πεθάνει ο επίσκοπος της πόλεως, οπότε εμφανίζεται σε κάποιον άγιο άνδρα άγγελος Κυρίου λέγοντάς του· Πήγαινε και προετοίμασε την πόλη, να χειροτονήσουν επίσκοπο έναν από την πόλη. Αφού λοιπόν έφυγε, έκανε αυτά που του διατάχθηκαν. Και αφού χειροτονήθηκε αυτός που προαναφέρθηκε από τους δημότες, ή μάλλον ο δημότης άρχισε με το νου του να φαντάζεται και να αλαζονεύεται. Και εμφανίστηκε σ’ αυτόν άγγελος του Κυρίου και είπε· Γιατί αλαζονεύεσαι άθλιε, που ενώ ήσουν ανάξιος της ιεροσύνης, έγινες επίσκοπος; Αλλά αυτή η πόλη τέτοιου επισκόπου είναι άξια.

Γι αυτό, όταν δεις κάποιον ανάξιο και πονηρό βασιλιά, ή άρχοντα, ή επίσκοπο, να μην απορήσεις, ούτε να κατηγορήσεις την πρόνοια του Θεού, αλλά μάλλον μάθε και πίστευε ότι ανάλογα προς τις αμαρτίες μας, σε τέτοιους τυράννους παραδινόμαστε και ούτε με τον τρόπο αυτόν απομακρυνόμαστε από τα κακά.

Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου «Ερωταποκρίσεις

Ἡ συνείδηση τοῦ π. Ἐπιφανίου

 Ἕτος 1972. Ἔχω ἐπιστρέψη ἀπ’ τήν Ν. Ἀφρική – ὅπου ἐκείνη τήν ἐποχή οἱ φυλετικές διακρίσεις κυριαρχοῦν– μετά ἀπό δύο χρόνια παραμονῆς μου ἐκεῖ. Τήν περίοδο ἐκείνη, ἔχοντας ὁλοκληρωθῆ οἱ οἰκοδομικές ἐργασίες, προχωρᾶ ἡ ἁγιογράφιση στό ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγ. Ἐπιφανίου σέ κτήμα τῆς οἰκογενείας μας, στό Βουρνάζι Μεσσηνίας, μέ τή φροντίδα τοῦ π. Ἐπιφανίου. Ἐρχόμενος ἀπ’ τήν Ν. Ἀφρική ἔφερα μαζί μου καί ἀρκετά χρήματα. Σκέφθηκα κι ἐγώ, ἕνα μέρος τῶν χρημάτων νά τό διαθέσω γιά τήν ἁγιογράφιση τοῦ ναϋδρίου, καί τήν ἀνωτέρω σκέψη μου τή μοιράσθηκα μέ τόν π. Ἐπιφάνιο. 

Ἡ ἀπάντηση του σταθερή καί κρυστάλλινη: “Ὄχι Πολυνείκη μου, ν’ ἁγιογραφήσουμε τό ἐκκλησάκι μας μέ ‘χρήματα αἵματος’ κι ἐκμεταλεύσεως” καί συνέχισε, δέν φταῖς ἐσύ παιδάκι μου γιά τό καθεστώς πού κυβερνᾶ τή Ν. Ἀφρική, ἀλλά τά χρήματα τά ὁποῖα κέρδισες σ’ αὐτή τή χώρα προέρχονται ἀπό καταπίεση πού ἀσκοῦν οἱ λευκοί στούς μαύρους. Στήν ἐν λόγῳ χώρα πληρώνεται ‘τό χρῶμα’ κι ὄχι ἡ ἀξία. Συγχώρεσέ με ἄν σέ πίκρανα, ἀλλά αὐτό μαρτυρεῖ ἡ συνείδηση μου”.

 

            Πολυνείκης & Θεοφανία Θεοδωροπούλου 

στό περιοδικό  Ἐνοριακή Εὐλογία, τεῦχος 115