Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Καιρός για μετάνοια.

Αδελφοί, ο τωρινός καιρός είναι καιρός για μετάνοια.

Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος, που δεν έπεσε καθόλου στα δίχτυα του εχθρού.

Μακάριος είναι για μένα και εκείνος που έπεσε στα δίχτυα του, αλλά κατόρθωσε να τα σκίσει και να του ξεφύγει όσο βρίσκεται στην παρούσα ζωή. Αυτός, ζώντας ακόμα σωματικά, μπόρεσε να ξεφύγει από τον πόλεμο και να σωθεί, όπως ξεγλιστράει το ψάρι από το δίχτυ. Γιατί το ψάρι και να πιαστεί, αν σκίσει το δίχτυ και ορμήσει προς το βυθό, όσο βέβαια είναι ακόμα στο νερό, σώζεται. Αν όμως το τραβήξουν στη στεριά, τότε πια δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του.

Έτσι και εμείς. Όσο είμαστε σε αυτή τη ζωή, έχουμε πάρει τη δύναμη και την εξουσία από το Θεό να σπάσουμε μόνοι μας τις αλυσίδες των θελημάτων του εχθρού, να πετάξουμε το φορτίο των αμαρτιών μας με τη μετάνοια και να σωθούμε, κερδίζοντας την βασιλεία των ουρανών. Αν όμως μας προφτάσει το φοβερό εκείνο πρόσταγμα, αν η ψυχή χωριστεί από το σώμα και το σώμα μπει στον τάφο, τότε δεν μπορούμε πια να βοηθήσουμε τον εαυτό μας (όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ψάρι), που το τράβηξαν από το νερό και το έκλεισαν μέσα σε δοχείο.

Αδελφέ, μην πεις «Σήμερα αμαρτάνω και αύριο μετανοώ», γιατί δεν έχεις σιγουριά.

Στον Κύριο ανήκει η φροντίδα για το αύριο.


Άγιος Εφραίμ.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Η Αγιότητα

Στο Λευΐτικόν (ιθ 1-37) μας δίδεται από τον ίδιο τον Θεό μια καταπληκτική ερμηνεία στο ερώτημα «Ποιος είναι άγιος;». Ένα ερώτημα που δυστυχώς στις μέρες μας αναφέρεται και συναντάται με ειρωνική χροιά εκφερόμενο… Αυτά που γράφονται εκεί δεν ισχύουν μόνον για την Παλαιά Διαθήκη, αλλά είναι ρήματα του Θεού Πατέρα προς τον Μωϋσή με ανθρωπολογική και σωτηριολογική διαχρονικότητα. Εκεί λοιπόν γράφει πως ο άγιος: φοβείται (σέβεται) τον πατέρα του και τη μητέρα του, τηρεί τα Σάββατα, δεν προσκυνάει τα είδωλα, αγαπά τον πλησίον του, δεν λέει ψέματα, δεν απατά και δεν αδικεί. Δεν κακολογεί, δεν κρίνει άδικα, δεν συκοφαντεί, δεν μισεί, δεν κλέβει δεν ψεύδεται. Δεν ακολουθεί τους ανθρώπους με πνεύμα μαντείας, σέβεται τους γεροντότερους και τους έχοντες άσπρα μαλλιά, αγαπά τους ξένους και τους φέρεται όπως στους ομοεθνείς του. Και τέλος ο άγιος φυλάττει τον Νόμο του Θεού και τα Προστάγματα Αυτού. Σκοπός μας εδώ στη γη είναι να αγιάσουμε. Να γίνουμε πολίτες της Άνω Ιερουσαλήμ. Να πάρουμε την πόλη.
Την Άνω Πόλη…
Ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσουμε, ακόμα και ένα λεπτό πριν το τέλος. Το τέλος που όμως δεν ξέρουμε πότε θα έλθει. Το τωρινό λεπτό μπορεί να είναι και το τελευταίο μας. Οι Άγιοί μας το προσπάθησαν αυτό και το πέτυχαν με θείο ζήλο, με θείο έρωτα με κλαμένα μάτια, με υπομονή και προσμονή για την σωτηρία. Και τώρα αυτούς τους πρώην μονομάχους της φρικτής αρένας τους παρακαλούμε εμείς να μεσιτεύσουν για την δική μας σωτηρία.

Σ.Σ.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Στην καλύβα του Γέροντος Γρηγορίου.

Βαδίσαμε προς την καλύβα του γέροντα Γρηγορίου του Δικαίου της Νέας Σκήτης για εκείνη τη χρονιά, να ζητήσουμε φιλοξενία ως είθισται. Ανοίξαμε την παλαιά ξύλινη εξώπορτα και προχωρήσαμε μέσα σε κηπάκο από λαχανικά. Ο Γέροντας μαγείρευε στην κουζίνα και ήρθε να μας κάνει παρέα ένας Γερμανός που φιλοξενούταν στην καλύβα.
Ο Χανς μιλούσε πολύ καλά ελληνικά και η συζήτηση ήταν ευχάριστη. Το φαγητό έγινε. Σαλάτα με ντομάτα, αγγούρι, άνηθο. Ομελέτα με πατάτες. Περιττό να πω, οι γεύσεις από τη σαλάτα ήταν απίστευτες. Την βούτα στο ζουμί με το ψωμί, την ευχαριστήθηκα όσο ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν ήταν ζουμί, ήταν Αμβροσία. Ε, και πώς να μην είναι αφού τα προϊόντα ήταν από το κήπο του, μακριά από συντηρητικά και λίπασμα μόνο κοπριά. Και για όσους πιστεύουνε, ήταν ακόμα πιο νόστιμα γιατί κατά την περιποίηση του κήπου, λέγεται αδιάλειπτα η ευχή ``Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με``, όπως και σε κάθε εργασία, ο μοναχός δεν σταματά να λέει την ευχή. Πάνω και πέρα από όλα βάζεις το Θεό να νοιαστεί ακόμα και για τα πιο απλά. Ούτε φύλλο δέντρου δεν πέφτει αν δεν αποφασίσει ο Θεός.
Ο Γέροντας, παρατήρησα, δεν έβαλε ούτε μισή μερίδα στο πιάτο του. Εμάς μας σέρβιρε παραπάνω από το κανονικό και επέμενε και μας έβαλε και το περίσσευμα και δεν έμεινε τίποτα. Ενώ αυτός έφαγε πολύ λίγο. Πως άντεχε; Από το πρωί στο πόδι στο Κυριακό, μετά να κάνει τις δουλειές στο κελί του, είναι και αγιογράφος και είχε και κάτι παραγγελίες που έπρεπε να κάνει για να βγάλει τα προς το ζην.
Μετά το φαγητό, ξεκουραστήκαμε λίγο στο κοιτώνα της Σκήτης και ανηφορίσαμε πάλι για την καλύβα του γέροντα για τον εσπερινό. Μας έψησε καφεδάκια και έπειτα μπήκαμε στο κελί του. Διώροφο, στο ισόγειο η κουζίνα και η τουαλέτα και στον πάνω όροφο το δωμάτιο του και το εκκλησάκι. Μικρό, ίσα που χωρούσε στριμωγμένους δέκα άτομα. Αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Διαβάσαμε τον εσπερινό, εναλλάξ όλοι μας, ενώ ο Γερμανός παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Πρωτόγνωρη εμπειρία. Τέσσερα άτομα σε ένα εκκλησάκι να κάνουμε την ακολουθία, μόνοι μας. Ο ήλιος ίσα που έμπαινε από το μοναδικό παράθυρο που το αγκάλιαζε μια κληματαριά.
Κατηφορίσαμε προς το Κυριακό της Σκήτης, όλοι μαζί αυτή τη φορά. Στο δρόμο, ο Γέροντας Γρηγόριος σταματάει και με την μαγκούρα πιάνει και κόβει ένα κλαδί δάφνης. Δίπλα στο Κυριακό ήταν το κοιμητήριο της Σκήτης και το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων που γιόρταζε αύριο. Έπρεπε να το ετοιμάσουμε για την αυριανή γιορτή. Ο εξωτερικός περίβολος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Λόγω κάποιων εργασιών που είχαν γίνει πριν από κάποια χρόνια, ο εργολάβος είχε αφήσει γύρω από κοιμητήριο ξύλα και σίδερα πολλά και αμετακίνητα. Ίσα ίσα που φαινόταν οι τρείς ξύλινοι σταυροί, το μόνο σημείο που υποδηλώνει ότι εκεί είναι νεκροταφείο. Ούτε μάρμαρα, ούτε πολυτέλειες, ούτε υπόλοιπες εκδηλώσεις ματαιοδοξίας. Ένας απλός ξύλινος σταυρός και περίφραξη από πέτρες. Και σε τρία χρόνια ανακομιδή του λειψάνου και πια δεν υπάρχει τάφος, σταυρός. Δεν υπάρχει πια μετά θάνατον γήινη κατοικία. Μόνο ένας από τους τρείς σταυρούς ήταν μαρμάρινος και αυτό επειδή, λαϊκοί, από έξω από τον κόσμο προς τιμή του κεκοιμημένου γέροντα που αγάπησαν θέλανε να βάλουν. Όταν η κοσμικότητα μπαίνει στο Άγιο Όρος...
Με τσάπες βγάλαμε τα αγριόχορτα, ισιώσαμε το χώμα, κουβαλήσαμε πάγκους από την Τράπεζα του αρχονταρικιού για να καθίσουν όσοι θα ερχόντουσαν καθώς το εκκλησάκι ήταν μικρό. Το δάπεδο του το γεμίσαμε με τα φύλλα της δάφνης.
Η ώρα πήγε οκτώ. Πήγαμε ξανά στο κελί του Γέροντα και καθίσαμε στην αυλή μέχρι να μαγειρέψει το φαί. Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Δεν το περιγράφω. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται.. Αλλά, όποιο ηλιοβασίλεμα και να δω, το συγκεκριμένο θα είναι το καλύτερο. Γιατί πουθενά αλλού στον κόσμο η ομορφιά δεν συμπλέκεται με τον μυστικισμό του τόπου. Πιάσαμε συζήτηση με τον Χανς. Το ρώτησα πως ήρθε στο Άγιον Όρος.
-Έρχομαι συνέχεια από τη δεκαετία του εξήντα. Η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα. Σε μια εφημερίδα διάβασα για το Άγιο Όρος και από εκείνη τη στιγμή μου καρφώθηκε η ιδέα να πάω. Το ήθελα πολύ. Η γυναίκα μου δεν ήθελε. Κάλεσε τα αδέλφια και με απειλήσανε να μην πάω. Μάλιστα με περάσανε και για ομοφυλόφιλο. Όμως εγώ επέμενα και με αφήσανε με συνοδεία δύο αδελφών. Από τότε έρχομαι κάθε χρόνο και τώρα που πήρα σύνταξη τρείς φορές τον χρόνο. Ύστερα από δυό τρείς φορές πείστηκε και η οικογένεια μου, ότι όχι κακό, αλλά καλό μου κάνει και με αφήνουν. Και συνέχισε.
-`Εδώ, εμείς τα βλέπουμε ρομαντικά, θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα, λέμε τι ωραία να μέναμε, αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Ιδίως το χειμώνα. Μες στην μοναξιά. Για φαντάσου τι δύσκολα που είναι. Ο Γέροντας Γρηγόριος είναι ψυχούλα, ας μη φάει αυτός, αρκεί να φάει όλος ο άλλος κόσμος. Και έχει τόσες ανάγκες. Να, βλέπεις το κελί. Το μισό ετοιμόρροπο είναι.
Ο Γέροντας τηγάνισε σκουμπριά. Και σαλάτα. Ένα αυτός και από δύο με το ζόρι εμείς. Οι γάτες γύρω από το τραπέζι έσκουζαν και ήθελαν μεζέ.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό. Η ώρα είχε πάει δέκα. Υπό το αμυδρό φως των κινητών μας κατηφορίσαμε τα σκαλοπάτια της Σκήτης. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Από κάποιες καλύβες έβλεπες φώτα. Από κάποιες άλλες όχι. Πέσαμε ξεροί για ύπνο....

Ηλίας Βουτσινάς

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Η προσευχή του παπά-Τύχωνα


«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού.»
Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χριστού! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χριστού, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαριστήσει, έστω κι αν είχε Αγγελικό νούν; Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα. Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγιά Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψει τις πληγές σας! Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξιώσει με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνομε τα πανάχραντά Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήσει να πλύνει τις αμαρτίες μας και θα μας ανοίξει τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.
Ιερομόναχος Τύχων - Άγιον Όρος

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Μνημόσυνα

Τελικά, καταλαβαίνουμε τι είναι τα μνημόσυνα ;

Είναι για να καθίσουμε άλλα δέκα λεπτά στην εκκλησία αδημονώντας να πάρουμε το αντίδωρο; Είναι μια αναγκαία αγγαρεία; Είναι μία ευκαιρία να συναντηθούμε με παλαιούς γνώριμους και συγγενείς; Είναι ακόμη ένα κόλπο των παπάδων για να “τα παίρνουν” από ζωντανούς και πεθαμένους; Τι είναι τελικά;

Στο Άγιον Όρος όταν γίνεται μνημόσυνο, οι παρευρισκόμενοι εύχονται “και στα δικά μας”. Εύχονται να υπάρξει και για αυτούς μνημόνευση, να υπάρξουν και για αυτούς άνθρωποι που θα τους σκέπτονται και που θα προσευχηθούν για την σωτηρία και της δικής τους ψυχής. Μιας ψυχής που μετά τον θάνατο μένει στάσιμη και δεν μπορεί να έχει καμία ροπή ούτε προς το καλό, ούτε προς το κακό. Μιας ψυχής που περιμένει από εμάς να κάνουμε κάτι για αυτήν. Να προσευχηθούμε, για την σωτηρία της, να την μνημονεύσουμε, να κάνουμε Σαρανταλείτουργα, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες. Γιατί αυτή η ίδια δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον. Και καλά για τις ψυχές που λαμβάνουν θαλπωρή Παραδείσου. Αυτές είναι μάλλον καλά. Για τις άλλες, που ακούν τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων; Γι’ αυτές τις ψυχές που μας παρακαλάνε να κάνουμε εμείς οι ζωντανοί κάτι;

Το μνημόσυνο δεν κρατάει πάνω από δέκα λεπτά . Όσο να προσευχηθούμε με ένα εκατοστάρι κομποσχοίνι “Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου…. τάδε”, έχει τελειώσει. Ας μην αγανακτούμε, ας μην συζητούμε και ας μην αδημονούμε για το τελείωμά του. Ας προσευχόμαστε για την σωτηρία του κεκοιμημένου. Στο κάθε μνημόσυνο ο άγγελος κατεβάζει την ψυχή του μεταστάντος εκεί μαζί με μας. Εκείνη την στιγμή, όπως έλεγε και ο γέροντας Παίσιος, δίνουμε στην ψυχή αυτή μια δροσιστική πορτοκαλάδα. Οι ψυχές των κεκοιμημένων έχουν ανάγκη την μνημόνευση. Την περιμένουν με αγωνία βρισκόμενες πιο κοντά στην τελική Κρίση απ’ ότι εμείς. Ας το θυμόμαστε πάντα αυτό.

Άντε και στα δικά μας…

Σ. Σ.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Θεοσεβές πνεύμα

Όταν δεν έχεις χρόνο να ασκηθείς στην προσευχή, τότε όσο το δυνατόν περισσότερο, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε ασχολίας, απέκτησε ένα θεοσεβές πνεύμα, δηλαδή έχε τον Θεό στην ενθύμηση σου και ασκήσου με κάθε τρόπο, με τα πνευματικά σου μάτια, να τον δεις ενώπιον σου με σεβασμό και αγάπη. Και αισθανόμενος τον Θεόν σαν να ήταν πραγματικά ενώπιον σου, με υπάκουη ευλάβεια σε όλες τις πράξεις σου, δεσμεύσου στην Παντοδυναμία Του, Πανταχού Παρουσία Του και Παντογνωσία Του, με τέτοιο τρόπο, που σε κάθε σου πράξη, λέξη και σκέψη, να θυμάσαι τον Θεό και το Άγιο θέλημα Του. Αυτό εν ολίγοις, είναι τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα πνεύμα προσευχής. Για έναν που αγαπά την προσευχή πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, με σταθερή βαθειά προσοχή, να τοποθετήσει την δική του αντίληψη κάτω από την αντίληψη του Θεού, και ταπεινά και με ευλάβεια να υποτάξει τον εαυτό του στον Θεό.


Γέρων Αγάπιος ο τυφλός

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Μέρρυ Κρίστμασ...

Οι βιτρίνες στολίστηκαν, και οι λογής διαφημίσεις μας βομβαρδίζουν για το που θα χαλάσουμε τον δέκατο τρίτο μισθό μας. Τα πρόσωπα άρχισαν να γίνονται πιο χαρωπά και ευδιάθετα. Ένας κύριος με άσπρα μούσια και κόκκινη φορεσιά, βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας. Έλατα, έλκηθρα, κάλτσες, γαλότσες, και λοιπά μπιχλιμπίδια, παντού στο οπτικό μας πεδίο. Θα φάμε τα γλυκά μας, τα χοιρινά μας και τη γαλοπούλα μας. Θα πιούμε, θα μεθύσουμε, θα διασκεδάσουμε, θα ξενυχτήσουμε, θα παίξουμε χαρτιά και ρουλέτες για το καλό”, θα πάμε στα ρεβεγιόν, θα κάνουμε και καμιά τσαχπινιά”… Και τελικά, γιατί τα κάνουμε όλα αυτά ; Καταλαβαίνουμε τι ακριβώς γιορτάζουμε…;


Σ. Σ.