Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Για αυτούς που γνώρισαν το Άγιον Όρος από τις τηλεοράσεις...

Άγιον Όρος. Μεγάλο Σάββατο. Ίσως 1994…
Ο ουρανός με μια μουντή συννεφιά , που πότε-πότε, μας χαιρετά με ψιχάλες.
Φύγαμε από την Μέγιστη Λαύρα και βαδίσαμε για τη σκήτη των Ρουμάνων. Το μικρό μονοπάτι μέσα από τα χαμόδεντρα μας έβγαλε στον χωμάτινο δρόμο. Αριστερά μας τα κτήματα της μονής με τις λιγοστές καλλιέργειες, πλάι στα ορθόχτιστα τείχη. Μια μαυροφορεμένη σκιά, σκυφτή στην πράσινη θάλασσα, ξεχορτάριαζε. Δεξιά μας τα πόδια του Άθωνα κατέβαιναν να ακουμπήσουν την θάλασσα. Τα βήματά μας αντηχούσαν
βαριά πάνω στα χαλίκια. Το τοπίο άγριο και ερημικό. Χωρίς δέντρα μεγάλα. Μονάχα χαμηλοί θάμνοι, άγριοι και αναμαλλιασμένοι από τα χτυπήματα του ανέμου.
Η ματιά μου, τραυματιζόταν από σταχτί της τραχιάς πέτρας και το βαθύ σκούρο γαλάζιο του πελάγους. Μικρές πράσινες πινελιές συστρέφονταν στο χώρο ολόγυρα σε διάφορες αποχρώσεις, σαν από χρωστήρα ζωγράφου. Μια ησυχία παντού, μια υπενθύμιση για το
ιερό του τόπου. Ένα μήνυμα, επιλογής μοναξιάς και απομόνωσης με συντροφιά την τραχιά πέτρα και το φθαρτό του κόσμου τούτου απέναντι στο Άφθαρτο.
Ένα παράξενο συναίσθημα με κατέλαβε. Ένα συναίσθημα μικρότητας και ασημαντότητας. Σημάδι πάνω στον ανθρώπινο χάρτη, εκεί στην άκρη του βράχου. Μικρός και ασήμαντος μπροστά στο Θεϊκό μεγαλείο. Σκόνη του συμπαντικού δημιουργήματος.
Φθάσαμε στη σκήτη. Αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο. Στην άκρη του γερο-Άθωνα. Με τη θάλασσα να χτυπά αλύπητα τον αρχέγονο βράχο, με μια απόκοσμη και υποβλητική βροντή. Σαν γαντζωμένο λίγο πριν το τέλος του κόσμου τούτο το μοναστήρι. Γκρίζα πέτρινα
οικοδομήματα γύρω από το κέντρο της μοναστικής ζωής. Τα σημάδια από τα ξεσπάσματα της γης, ορατά στους τοίχους. Σημειώσεις, για το προσωρινό και το πεπερασμένο. Ψηλά κυπαρίσσια, άλλα σεβάσμια και ρασοφορεμένα και άλλα αναμαλλιασμένα μας υποδέ-
χτηκαν. Ένα λιπόσαρκο γεροντάκι, σαν γεννημένο μέσα από παλιά αναχωρητικά συναξάρια, μας οδήγησε στον ναό. Λιγοστά τα λόγια του και πιο πολλά τα νοήματά του από τα καλαμένια χεράκια του, μας διηγήθηκε την ιστορία του ιερού χώρου. Βγήκαμε στην αυλή. Μολυβένιος θόλος από σύννεφα πάνω μας. Μας οδήγησε στο απέναντι κτίριο. Βαδίζο-
ντας σε σκοτεινούς διαδρόμους αλλοτινών χρόνων, μπήκαμε σε ένα καμαράκι με μεγάλο παράθυρο. Ο χώρος μικρός, γεμάτος με τα εργόχειρά τους. Κομποσχοίνια, σταυρουδάκια, εικόνες, μικρά ξυλόγλυπτα. Τα άγγιζα ένα-ένα και προσπαθούσα να δω μέσα από τα
φθαρτά υλικά, τα δάκρυα και τις προσευχές. Τις γονυκλισίες και τις μετάνοιες. Την αγρύπνια και τον αγώνα. Πήρα μερικά κομποσχοίνια με κεντημένο σχέδιο πάνω τους αντί για χάντρα. Ένα ροζ μικρό και ταπεινό σχεδιάκι. Τα έβαλα στην τσέπη μου ακούγοντας τις ευχαριστίες από τους ερημίτες να αντηχούν στα Αθωνικά σπήλαια. Κοίταξα τις εικόνες. Βαλμένες πλάι-πλάι, πάνω στο μικρό τραπέζι. Ζωγραφισμένες άλλες με τα ανατολικά πρότυπα, άλλες με τα ρουμάνικα. Τι σημασία είχε; Αραδιασμένες Παναγιές με το λυπημένο βλέμμα, κρατώντας τον μονάκριβο στην αγκαλιά. Παντοκράτορες να ευλογούν και γέροντες Άγιοι να στέλνουν ευλαβικά τις προσευχές τους στον Ύψιστο. Ψωνίσαμε έλεος και κατευθυνθήκαμε προς την τράπεζα. Ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι με πάγκους. Καθίσαμε αντικριστά. Εμείς και τα μαυροπούλια. Λιγοστοί γέροντες με έκδηλα τα σημάδια πάνω τους από την αγρύπνια. Μάτια φωλιασμένα βαθιά μέσα σε δασύτριχα κουρασμένα πρόσωπα. Χαμογελούν και μας μιλούν ρουμάνικα. Τους απαντούμε στα ελληνικά. Οι ψυχές κατάλαβαν. Συνεννοήθηκαν στην γλώσσα που είναι πλασμένες. Το φαγητό λιτό. Αλάδωτο. Ένα ζουμί με κριθαράκι και κομμάτια από διάφορα λαχανικά και φρούτα. Ελάχιστη συμπαράσταση στο Θεϊκό μαρτύριο.
Κυλά μέσα μας σαν μέλι. Σαν αμβροσία θεϊκή. Σαν ευλογία. Σηκωθήκαμε. Η προσευχή στα ρουμάνικα, ευχαρίστησε τον Πλάστη. Φιλήσαμε τα διάφανα χεράκια του γέροντα και πήραμε το μονοπάτι μαζί με την ευλογία του, για το τέλος του κόσμου. Εκεί, που με ένα απότομο κόψιμο σαν μαχαιριά , η γη δίνει την θέση της στην θάλασσα. Σταμάτησα στην άκρη του βράχου. Πίσω μου το μοναστήρι. Μπροστά μου το πέλαγος. Η βοή των κυμάτων στ’ αυτιά μου απόμακρη. Σαν ισοκράτημα βγαλμένο από γήινα έγκατα. Κοίταξα κάτω. Το έρεβος. Το Απέραντο γαλάζιο, να σπάει δυνατά πάνω στο γκρίζο, σε μια ατέλειωτη πορεία γέννησης και θανάτου. Ο άνεμος έφερνε μυρωδιές θαλασσινές. Έκλεισα τα μάτια. Πού βρισκόμουν; Ήμουν κομμάτι της ύλης; Είχα σάρκα και οστά; Ήμουν πλάσμα του κόσμου τούτου ή όχι; Εάν εκείνη την στιγμή άφηνα τον βράχο, θα πετούσα; Τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το νοητό, είχαν καταργηθεί. Η λογική προσπαθούσε να οδηγήσει, να συμμορφώσει. Μάταια. Δεν ήταν το Βασίλειο της εδώ. Άγγιξα τον άνεμο και τον άφησα να μου μιλήσει. Δεν ήμουν όμως ακόμα έτοιμος να τον ακούσω. Μπερδεμένα τα λόγια του, έπεφταν από τα χαμόκλαδα και κρύβονταν στα χορτάρια. Έστριψα δεξιά και άρχισα να κατηφορίζω σε ένα βραχόφρυδο, που πότε γινόταν σκάλα, πότε χανόταν σε αρχέγονη πέτρα, για να καταλήξει σε ένα μικρό πλάτωμα. Ένα ερειπωμένο κελί, με το παλιό εκκλησάκι δίπλα στην σπηλιά. Μια χαραμάδα του βράχου, μια κόχη, που ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης μόναζε τα καλοκαίρια. Κρανία μοναχών βαλμένα με τάξη, το ένα επάνω στο άλλο, υπενθύμιζαν το προσωρινό. Το προσωρινό και όμως σκληρά καθοριστικό για την όποια μέλλουσα πορεία. Κόκαλα ξασπρισμένα από τον αγέρα, που μιλούσαν για αυτούς που πέθαναν στην ζωή για να γεννηθούν με τον θάνατο. Ανεβήκαμε τα λιγοστά σκαλοπάτια. Μια μικρή καμπάνα κρέμονταν από ένα ξύλινο δοκάρι. Ο άνεμος έμπαινε σφυρίζοντας από τα σκελετωμένα παράθυρα. Μεγάλες χαραμάδες έχασκαν στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Τοίχοι νοτισμένοι από την υγρασία και μαυρισμένοι από τα κεριά. Γωνιές σκεπασμένες από αραχνοΰφαντα πέπλα. Μπήκαμε στο εκκλησάκι. Αυτά τα αμέτρητα εκκλησάκια σε κάθε γωνιά και σχισμή του Όρους. Ένας ολάκερος ναός σε λίγα μέτρα. Με εικόνες, ιερό, στασίδια, καντήλια. Σ ένα μικρό τραπέζι, παλιά βιβλία. Το ψαλτήρι, οι χαιρετισμοί, η Καινή Διαθήκη. Παραδίπλα, το καρβουνάκι σε σκόνη με το μυρωδάτο λιβάνι. Ανάψαμε. Μια ευωδία σαν χάδι μας τύλιξε. Μια άυλη ζεστασιά. Μια ευχαριστιακή προσευχή προς τον Πλάστη. Ανοίξαμε τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Τα φύλλα λεπτά σαν τσιγαρόχαρτο. Λεκέδες από λάδι και κερί στις σελίδες του. Σημάδια πίστης και αναμονής. Σημάδια ελέους και ευλογίας. Το λιγοστό φως του κεριού χρύσωνε τα γράμματα. Αρχίσαμε να διαβάζουμε, με τις ψαλμωδίες του ανέμου να μας συνοδεύουν. Αγγελικά φτερουγίσματα στον μαυρισμένο τοίχο.
Τα λόγια μας αντηχούσαν στον μικρό χώρο και όλοι εκεί είχαμε γίνει με μιας, αρχαίοι μοναχοί, αναχωρητές, γέροντες αλλοτινών χρόνων. Όλος ο κόσμος ένας μικρός
κόκκος άμμου, ένα ξωκλήσι μεταξύ ουρανού και γης, ένα φύλλο ριγμένο στο πέλαγος της Δημιουργίας. Τα ταλαιπωρημένα μας πρόσωπα είχαν δανειστεί μια λάμψη από το μαλάκωμα της ψυχής μας. Το άγριο του Άθωνα μας έτριψε και μας γυάλισε. Κοίταξα το κερί που κρατούσα. Τα χέρια μου μύριζαν μέλι από το άγγιγμά του. Στη σκέψη μου ήλθαν τα λόγια ενός γέροντα, που έλεγε για την απέραντη αγάπη του Θεού, που δίνοντάς σε μας το μέλι για να γλυκαινόμαστε αυτός δέχεται με ευχαρίστηση το κατακάθι που του καίμε και μας ευλογεί.
Βγήκα έξω. Ο δροσερός αγέρας πήρε την ζεστασιά του κεριού από πάνω μου. Ο ουρανός πέρα στο βάθος ξάνοιγε. Κάτω το χάος. Ο κοφτός απότομος βράχος, που σε κάθε παραπάτημα ετοιμάζεται να μας καταπιεί. Γύρω μου οι νεροφαγωμένες πέτρες με το
άγριο καφέ πάνω τους. Ο κόσμος μεγάλωσε ξανά. Μάκρυνε. Η απεραντοσύνη του αρχιπελάγους με συνεπήρε. Κοίταξα την τρύπα του γέροντα πίσω μου. Τον ένοιωσα ότι μας ευλογούσε. Πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Βαδίσαμε πάνω στα ίδια χνάρια, αντάμα με το χάος. Τα σύννεφα διωγμένα από χέρι παντοδύναμο άφηναν τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου να χρυσώνουν τον τόπο. Μια υπερκόσμια ηρεμία μαλάκωσε την αγριάδα του βράχου και βγαίνοντας στο ίσωμα ένοιωσα ότι βαδίζω σε περιβόλι καλλιεργημένο από ανθρώπινο χέρι. Η θάλασσα άρχισε να παίρνει τα χρώματα του αποκαμωμένου δειλινού. Περάσαμε πάλι από το πλάι της σκήτης που είχε πάρει μια μελένια απόχρωση και βγήκαμε στον χωμάτινο δρόμο. Επιστροφή στη Λαύρα. Επιστροφή για ξεκούραση και προετοιμασία ψυχής , για το βράδυ της Αναστάσεως. Ο δρόμος τραχύς και γεμάτος πέτρες. Βαδίζουμε πλάι-πλάι συνεπαρμένοι από την φύση και την πληθώρα των εμπειριών. Μιλάμε χωρίς να ακουγόμαστε και ακούμε χωρίς να μιλάμε. Ένα μακρινό θρόισμα πίσω μας φανερώνει ότι κάποιοι μας ακολουθούν. Δυό γέροντες. Δυό μαυροντυμένες σκιές, στο πέρασμα για τον Παράδεισο. Έφθασαν γρήγορα κοντά μας. Χαιρετηθήκαμε. Νέοι μοναχοί, γέροντες από κάποια σκήτη στην άκρη του Άθωνα, με προορισμό την Λαύρα για την Αναστάσιμη λειτουργία. Πορευτήκαμε μαζί. Βαδίζουν και αυτοί πλάι-πλάι. Μορφές εξαϋλωμένες, πρόσωπα που εκπέμπουν ταπεινότητα, νηστεία και προσευχή. Ξαφνικά λέει ο ένας στον άλλον “έλα από εδώ να περπατάς και να έρθω εγώ από την άλλη μεριά γιατί οι πέτρες εδώ είναι πιο στρωτές και εκεί κουράζεσαι”. Στάθηκα συγκλονισμένος. Ζούσα μια εμπειρία ανεπανάληπτη. Η έμπρακτη αγάπη των λόγων του Χριστού, οι γραφές του Αποστόλου Παύλου, των συναξαριών και των βίων των Αγίων, μπροστά μου ολοζώντανες. Κοίταξα κάτω. Πράγματι ο δρόμος ήταν πιο άγριος απ την μια μεριά. Κάτι που δεν το είχα δει, κάτι που δεν του είχα δώσει καμιά σημασία. Κι όμως ο γέροντας το είδε, το πρόσεξε και σκεφτόμενος με αγάπη για τον αδελφό του είπε αυτά τα λόγια. Αυτά τα λόγια που εγώ δεν θα τα έλεγα ποτέ. Είχα σταθεί εκεί στην μέση του δρόμου και προσπαθούσα να κατανοήσω αλλά και να αφομοιώσω αυτό το γεγονός, ένα γεγονός που με έκανε να ζήσω για δευτερόλεπτα στις Συριακές Λαύρες των πρώτων χρόνων. Ένα γεγονός που συντελείται καθημερινά στο Περιβόλι τούτο. Ένα γεγονός που θα έπρεπε να το ζουν κάθε μέρα και κάθε στιγμή, όλοι όσοι θέλουν να λέγονται χριστιανοί .
Συνέχισα να περπατώ. Η ψυχή μου είχε αναταραχτεί όμως. Φτερούγιζε. Δεν ήταν η καρδιά μου. Όχι. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που είχε γίνει, αυτό που είχα ζήσει. Μια τόσο ασήμαντη κουβέντα για τα ανθρώπινα δεδομένα και όμως με τέτοιο πνευματικό βάρος,
που ήταν τρομερά ασήκωτο για την ψυχική μου απαιδευσιά. Οι γέροντες συνέχισαν να βαδίζουν σκυφτοί και αμίλητοι. Ακολουθούσα προσέχοντας και την παραμικρή τους κίνηση και την παραμικρή τους ανάσα και το παραμικρό ανέμισμα του ράσου τους. Προσπαθούσα να διακρίνω τα φτερά στους ώμους τους. Με συνεπήραν οι ιστορίες των συναξαριών και των βιβλίων.
Έφθασα πνευματικά κατάκοπος στην Λαύρα .

Σ.Σ.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Αθωνικά...

Και ξαφνικά, οι τηλεοράσεις μας γεμίσανε με πλάνα από μοναστήρια, Αθωνικά τοπία, μοναχούς, ιερείς, εικόνες, σταυρούς, κομποσχοίνια!...
Τι έγινε; Αποφάσισαν σύσσωμα τα ΜΜΕ να κάνουν στροφή προς τον ορθόδοξο μυστικισμό; Ένοιωσαν ξαφνικά οι τηλεοπτικοί άρχοντες την αμαρτωλότητα τους, και σε μια κίνηση βαθιάς μεταμέλειας, αποφάσισαν να αλλάξουν τρόπο ζωής και παρουσιάσεως;
Δυστυχώς, τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Για ακόμη μια φορά βιώνουμε μια δήθεν λαϊκόφιλη επίθεση κατά της πίστεώς μας.
Αυτόκλητοι σωτήρες εμφανίστηκαν στην τηλεόραση, που κόπτονται και ενδιαφέρονται να φωτίσουν κάποιες «σκοτεινές» δοσοληψίες μεταξύ μοναχών και κρατικών υπαλλήλων. Ακούμε για συμβόλαια, λογαριασμούς, ανταλλαγές, αξίες, κόμματα, κυβερνήσεις, ονόματα.
Ακούμε για ρασοφόρους που εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα της φτωχολογιάς.
Για Θεό μόνο δεν ακούμε. Αλλά ποιος δίνει σημασία σε αυτό. Εδώ έχουμε σημαντικότερες υποθέσεις να διελευκάνουμε…
Οι αναμάρτητοι ρίχνουν τον λίθο στους αμαρτωλούς που τρώνε τα λεφτά του ελληνικού λαού, και ζητούν την παραδειγματική τους τιμωρία..
Και ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα σε όλη αυτή την υπόθεση;
Είναι ότι οι παπάδες «τα παίρνουνε», οι μοναχοί «αράζουν και περνάνε καλά εις υγείαν των κορόϊδων» και ο πιστός που δίδει από το υστέρημά του στις εκκλησίες είναι με τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό «αφελής».
Ο μισόκαλος θα βρει πολλούς τρόπους να σκανδαλίσει και να διαιρέσει το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Εμείς ως άνθρωποι αμαρτωλοί δεν θα κρίνουμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Αυτό είναι στο κριτήριο του Θεού. Εμείς υποχρέωση έχουμε προς την ψυχή μας για τη σωτηρία μας, να προσευχηθούμε και για μας και για τους άλλους.
Ας μην επισύρουμε κριτική σε ανθρώπους και μάλιστα μοναχούς που πολεμούνται περισσότερο από τον δαίμονα. Γιατί θα κριθούμε κι εμείς με τις ίδιες παραμέτρους.
Τελειώνω με τον μεστό λόγο του γέροντας Παύλου της Μονής Κωνσταμονίτου στο Άγιον Όρος :
«Ο Θεός εσάς τους λαϊκούς θα σας κρίνει κρατώντας ξύλινη ράβδο, εμάς τους μοναχούς με σιδερένια…»


Σ.Σ.

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Καιρός για μετάνοια.

Αδελφοί, ο τωρινός καιρός είναι καιρός για μετάνοια.

Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος, που δεν έπεσε καθόλου στα δίχτυα του εχθρού.

Μακάριος είναι για μένα και εκείνος που έπεσε στα δίχτυα του, αλλά κατόρθωσε να τα σκίσει και να του ξεφύγει όσο βρίσκεται στην παρούσα ζωή. Αυτός, ζώντας ακόμα σωματικά, μπόρεσε να ξεφύγει από τον πόλεμο και να σωθεί, όπως ξεγλιστράει το ψάρι από το δίχτυ. Γιατί το ψάρι και να πιαστεί, αν σκίσει το δίχτυ και ορμήσει προς το βυθό, όσο βέβαια είναι ακόμα στο νερό, σώζεται. Αν όμως το τραβήξουν στη στεριά, τότε πια δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του.

Έτσι και εμείς. Όσο είμαστε σε αυτή τη ζωή, έχουμε πάρει τη δύναμη και την εξουσία από το Θεό να σπάσουμε μόνοι μας τις αλυσίδες των θελημάτων του εχθρού, να πετάξουμε το φορτίο των αμαρτιών μας με τη μετάνοια και να σωθούμε, κερδίζοντας την βασιλεία των ουρανών. Αν όμως μας προφτάσει το φοβερό εκείνο πρόσταγμα, αν η ψυχή χωριστεί από το σώμα και το σώμα μπει στον τάφο, τότε δεν μπορούμε πια να βοηθήσουμε τον εαυτό μας (όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ψάρι), που το τράβηξαν από το νερό και το έκλεισαν μέσα σε δοχείο.

Αδελφέ, μην πεις «Σήμερα αμαρτάνω και αύριο μετανοώ», γιατί δεν έχεις σιγουριά.

Στον Κύριο ανήκει η φροντίδα για το αύριο.


Άγιος Εφραίμ.

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2008

Η Αγιότητα

Στο Λευΐτικόν (ιθ 1-37) μας δίδεται από τον ίδιο τον Θεό μια καταπληκτική ερμηνεία στο ερώτημα «Ποιος είναι άγιος;». Ένα ερώτημα που δυστυχώς στις μέρες μας αναφέρεται και συναντάται με ειρωνική χροιά εκφερόμενο… Αυτά που γράφονται εκεί δεν ισχύουν μόνον για την Παλαιά Διαθήκη, αλλά είναι ρήματα του Θεού Πατέρα προς τον Μωϋσή με ανθρωπολογική και σωτηριολογική διαχρονικότητα. Εκεί λοιπόν γράφει πως ο άγιος: φοβείται (σέβεται) τον πατέρα του και τη μητέρα του, τηρεί τα Σάββατα, δεν προσκυνάει τα είδωλα, αγαπά τον πλησίον του, δεν λέει ψέματα, δεν απατά και δεν αδικεί. Δεν κακολογεί, δεν κρίνει άδικα, δεν συκοφαντεί, δεν μισεί, δεν κλέβει δεν ψεύδεται. Δεν ακολουθεί τους ανθρώπους με πνεύμα μαντείας, σέβεται τους γεροντότερους και τους έχοντες άσπρα μαλλιά, αγαπά τους ξένους και τους φέρεται όπως στους ομοεθνείς του. Και τέλος ο άγιος φυλάττει τον Νόμο του Θεού και τα Προστάγματα Αυτού. Σκοπός μας εδώ στη γη είναι να αγιάσουμε. Να γίνουμε πολίτες της Άνω Ιερουσαλήμ. Να πάρουμε την πόλη.
Την Άνω Πόλη…
Ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσουμε, ακόμα και ένα λεπτό πριν το τέλος. Το τέλος που όμως δεν ξέρουμε πότε θα έλθει. Το τωρινό λεπτό μπορεί να είναι και το τελευταίο μας. Οι Άγιοί μας το προσπάθησαν αυτό και το πέτυχαν με θείο ζήλο, με θείο έρωτα με κλαμένα μάτια, με υπομονή και προσμονή για την σωτηρία. Και τώρα αυτούς τους πρώην μονομάχους της φρικτής αρένας τους παρακαλούμε εμείς να μεσιτεύσουν για την δική μας σωτηρία.

Σ.Σ.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Στην καλύβα του Γέροντος Γρηγορίου.

Βαδίσαμε προς την καλύβα του γέροντα Γρηγορίου του Δικαίου της Νέας Σκήτης για εκείνη τη χρονιά, να ζητήσουμε φιλοξενία ως είθισται. Ανοίξαμε την παλαιά ξύλινη εξώπορτα και προχωρήσαμε μέσα σε κηπάκο από λαχανικά. Ο Γέροντας μαγείρευε στην κουζίνα και ήρθε να μας κάνει παρέα ένας Γερμανός που φιλοξενούταν στην καλύβα.
Ο Χανς μιλούσε πολύ καλά ελληνικά και η συζήτηση ήταν ευχάριστη. Το φαγητό έγινε. Σαλάτα με ντομάτα, αγγούρι, άνηθο. Ομελέτα με πατάτες. Περιττό να πω, οι γεύσεις από τη σαλάτα ήταν απίστευτες. Την βούτα στο ζουμί με το ψωμί, την ευχαριστήθηκα όσο ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν ήταν ζουμί, ήταν Αμβροσία. Ε, και πώς να μην είναι αφού τα προϊόντα ήταν από το κήπο του, μακριά από συντηρητικά και λίπασμα μόνο κοπριά. Και για όσους πιστεύουνε, ήταν ακόμα πιο νόστιμα γιατί κατά την περιποίηση του κήπου, λέγεται αδιάλειπτα η ευχή ``Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με``, όπως και σε κάθε εργασία, ο μοναχός δεν σταματά να λέει την ευχή. Πάνω και πέρα από όλα βάζεις το Θεό να νοιαστεί ακόμα και για τα πιο απλά. Ούτε φύλλο δέντρου δεν πέφτει αν δεν αποφασίσει ο Θεός.
Ο Γέροντας, παρατήρησα, δεν έβαλε ούτε μισή μερίδα στο πιάτο του. Εμάς μας σέρβιρε παραπάνω από το κανονικό και επέμενε και μας έβαλε και το περίσσευμα και δεν έμεινε τίποτα. Ενώ αυτός έφαγε πολύ λίγο. Πως άντεχε; Από το πρωί στο πόδι στο Κυριακό, μετά να κάνει τις δουλειές στο κελί του, είναι και αγιογράφος και είχε και κάτι παραγγελίες που έπρεπε να κάνει για να βγάλει τα προς το ζην.
Μετά το φαγητό, ξεκουραστήκαμε λίγο στο κοιτώνα της Σκήτης και ανηφορίσαμε πάλι για την καλύβα του γέροντα για τον εσπερινό. Μας έψησε καφεδάκια και έπειτα μπήκαμε στο κελί του. Διώροφο, στο ισόγειο η κουζίνα και η τουαλέτα και στον πάνω όροφο το δωμάτιο του και το εκκλησάκι. Μικρό, ίσα που χωρούσε στριμωγμένους δέκα άτομα. Αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Διαβάσαμε τον εσπερινό, εναλλάξ όλοι μας, ενώ ο Γερμανός παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Πρωτόγνωρη εμπειρία. Τέσσερα άτομα σε ένα εκκλησάκι να κάνουμε την ακολουθία, μόνοι μας. Ο ήλιος ίσα που έμπαινε από το μοναδικό παράθυρο που το αγκάλιαζε μια κληματαριά.
Κατηφορίσαμε προς το Κυριακό της Σκήτης, όλοι μαζί αυτή τη φορά. Στο δρόμο, ο Γέροντας Γρηγόριος σταματάει και με την μαγκούρα πιάνει και κόβει ένα κλαδί δάφνης. Δίπλα στο Κυριακό ήταν το κοιμητήριο της Σκήτης και το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων που γιόρταζε αύριο. Έπρεπε να το ετοιμάσουμε για την αυριανή γιορτή. Ο εξωτερικός περίβολος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Λόγω κάποιων εργασιών που είχαν γίνει πριν από κάποια χρόνια, ο εργολάβος είχε αφήσει γύρω από κοιμητήριο ξύλα και σίδερα πολλά και αμετακίνητα. Ίσα ίσα που φαινόταν οι τρείς ξύλινοι σταυροί, το μόνο σημείο που υποδηλώνει ότι εκεί είναι νεκροταφείο. Ούτε μάρμαρα, ούτε πολυτέλειες, ούτε υπόλοιπες εκδηλώσεις ματαιοδοξίας. Ένας απλός ξύλινος σταυρός και περίφραξη από πέτρες. Και σε τρία χρόνια ανακομιδή του λειψάνου και πια δεν υπάρχει τάφος, σταυρός. Δεν υπάρχει πια μετά θάνατον γήινη κατοικία. Μόνο ένας από τους τρείς σταυρούς ήταν μαρμάρινος και αυτό επειδή, λαϊκοί, από έξω από τον κόσμο προς τιμή του κεκοιμημένου γέροντα που αγάπησαν θέλανε να βάλουν. Όταν η κοσμικότητα μπαίνει στο Άγιο Όρος...
Με τσάπες βγάλαμε τα αγριόχορτα, ισιώσαμε το χώμα, κουβαλήσαμε πάγκους από την Τράπεζα του αρχονταρικιού για να καθίσουν όσοι θα ερχόντουσαν καθώς το εκκλησάκι ήταν μικρό. Το δάπεδο του το γεμίσαμε με τα φύλλα της δάφνης.
Η ώρα πήγε οκτώ. Πήγαμε ξανά στο κελί του Γέροντα και καθίσαμε στην αυλή μέχρι να μαγειρέψει το φαί. Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Δεν το περιγράφω. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται.. Αλλά, όποιο ηλιοβασίλεμα και να δω, το συγκεκριμένο θα είναι το καλύτερο. Γιατί πουθενά αλλού στον κόσμο η ομορφιά δεν συμπλέκεται με τον μυστικισμό του τόπου. Πιάσαμε συζήτηση με τον Χανς. Το ρώτησα πως ήρθε στο Άγιον Όρος.
-Έρχομαι συνέχεια από τη δεκαετία του εξήντα. Η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα. Σε μια εφημερίδα διάβασα για το Άγιο Όρος και από εκείνη τη στιγμή μου καρφώθηκε η ιδέα να πάω. Το ήθελα πολύ. Η γυναίκα μου δεν ήθελε. Κάλεσε τα αδέλφια και με απειλήσανε να μην πάω. Μάλιστα με περάσανε και για ομοφυλόφιλο. Όμως εγώ επέμενα και με αφήσανε με συνοδεία δύο αδελφών. Από τότε έρχομαι κάθε χρόνο και τώρα που πήρα σύνταξη τρείς φορές τον χρόνο. Ύστερα από δυό τρείς φορές πείστηκε και η οικογένεια μου, ότι όχι κακό, αλλά καλό μου κάνει και με αφήνουν. Και συνέχισε.
-`Εδώ, εμείς τα βλέπουμε ρομαντικά, θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα, λέμε τι ωραία να μέναμε, αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Ιδίως το χειμώνα. Μες στην μοναξιά. Για φαντάσου τι δύσκολα που είναι. Ο Γέροντας Γρηγόριος είναι ψυχούλα, ας μη φάει αυτός, αρκεί να φάει όλος ο άλλος κόσμος. Και έχει τόσες ανάγκες. Να, βλέπεις το κελί. Το μισό ετοιμόρροπο είναι.
Ο Γέροντας τηγάνισε σκουμπριά. Και σαλάτα. Ένα αυτός και από δύο με το ζόρι εμείς. Οι γάτες γύρω από το τραπέζι έσκουζαν και ήθελαν μεζέ.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό. Η ώρα είχε πάει δέκα. Υπό το αμυδρό φως των κινητών μας κατηφορίσαμε τα σκαλοπάτια της Σκήτης. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Από κάποιες καλύβες έβλεπες φώτα. Από κάποιες άλλες όχι. Πέσαμε ξεροί για ύπνο....

Ηλίας Βουτσινάς

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Η προσευχή του παπά-Τύχωνα


«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού.»
Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χριστού! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χριστού, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαριστήσει, έστω κι αν είχε Αγγελικό νούν; Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα. Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγιά Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψει τις πληγές σας! Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξιώσει με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνομε τα πανάχραντά Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήσει να πλύνει τις αμαρτίες μας και θα μας ανοίξει τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.
Ιερομόναχος Τύχων - Άγιον Όρος

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Μνημόσυνα

Τελικά, καταλαβαίνουμε τι είναι τα μνημόσυνα ;

Είναι για να καθίσουμε άλλα δέκα λεπτά στην εκκλησία αδημονώντας να πάρουμε το αντίδωρο; Είναι μια αναγκαία αγγαρεία; Είναι μία ευκαιρία να συναντηθούμε με παλαιούς γνώριμους και συγγενείς; Είναι ακόμη ένα κόλπο των παπάδων για να “τα παίρνουν” από ζωντανούς και πεθαμένους; Τι είναι τελικά;

Στο Άγιον Όρος όταν γίνεται μνημόσυνο, οι παρευρισκόμενοι εύχονται “και στα δικά μας”. Εύχονται να υπάρξει και για αυτούς μνημόνευση, να υπάρξουν και για αυτούς άνθρωποι που θα τους σκέπτονται και που θα προσευχηθούν για την σωτηρία και της δικής τους ψυχής. Μιας ψυχής που μετά τον θάνατο μένει στάσιμη και δεν μπορεί να έχει καμία ροπή ούτε προς το καλό, ούτε προς το κακό. Μιας ψυχής που περιμένει από εμάς να κάνουμε κάτι για αυτήν. Να προσευχηθούμε, για την σωτηρία της, να την μνημονεύσουμε, να κάνουμε Σαρανταλείτουργα, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες. Γιατί αυτή η ίδια δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον. Και καλά για τις ψυχές που λαμβάνουν θαλπωρή Παραδείσου. Αυτές είναι μάλλον καλά. Για τις άλλες, που ακούν τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων; Γι’ αυτές τις ψυχές που μας παρακαλάνε να κάνουμε εμείς οι ζωντανοί κάτι;

Το μνημόσυνο δεν κρατάει πάνω από δέκα λεπτά . Όσο να προσευχηθούμε με ένα εκατοστάρι κομποσχοίνι “Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου…. τάδε”, έχει τελειώσει. Ας μην αγανακτούμε, ας μην συζητούμε και ας μην αδημονούμε για το τελείωμά του. Ας προσευχόμαστε για την σωτηρία του κεκοιμημένου. Στο κάθε μνημόσυνο ο άγγελος κατεβάζει την ψυχή του μεταστάντος εκεί μαζί με μας. Εκείνη την στιγμή, όπως έλεγε και ο γέροντας Παίσιος, δίνουμε στην ψυχή αυτή μια δροσιστική πορτοκαλάδα. Οι ψυχές των κεκοιμημένων έχουν ανάγκη την μνημόνευση. Την περιμένουν με αγωνία βρισκόμενες πιο κοντά στην τελική Κρίση απ’ ότι εμείς. Ας το θυμόμαστε πάντα αυτό.

Άντε και στα δικά μας…

Σ. Σ.