Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων. ( Ή περί συχνής θείας Κοινωνίας )


Του π. †Επιφανίου Θεοδωροπούλου από το βιβλίο «Περίοδος Τριωδίου»

Την Τετάρτην και την Παρασκευήν  της Καθαράς Εβδομάδος, ως και καθ’ όλας τας Τετάρτας και Παρασκευάς της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (καθώς και οσάκις συμπέσει εορτή  αγίου) τελείται η θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Τι είναι αυτή η Λειτουργία και διατί γίνεται μόνον κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν ;
Η Εκκλησία μας έχει εν χρήσει τρείς θ. Λειτουργίας κατά τας οποίας γίνεται Θυσία : Την Λειτουργίαν του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, την Λειτουργίαν του Αγίου Βασιλείου και την Λειτουργίαν του αγίου Ιακώβου. Η τελευταία γίνεται μίαν μόνον φοράν κατ’ έτος, την 23ην Οκτωβρίου, ημέραν της εορτής του αγίου Ιακώβου. Η Λειτουργία του αγίου Βασιλείου γίνεται δέκα φορές κατ’ έτος, ήτοι: Κατά τας πέντε πρώτας Κυριακάς της Μ. Τεσσαρακοστής, την 1ην Ιανουαρίου, ημέραν της εορτής του αγίου, την παραμονήν των Φώτων, την παραμονήν των Χριστουγέννων, την Μ. Πέμπτην και το Μ. Σάββατον. Η δε Λειτουργία του αγίου Χρυσοστόμου γίνεται καθ’ όλας τας άλλας Κυριακάς και εορτάς του έτους. Όλαι όμως αυταί οι Λειτουργίαι έχουν πανηγυρικόν και χαρμόσυνον χαρακτήρα. Άλλ’ η Μ. Τεσσαρακοστή είναι πένθιμος περίοδος. Δι’ αυτό η Εκκλησία μας όρισε να μη γίνονται αι Λειτουργίαι αύται παρά μόνον κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς της Μ. Τεσσαρακοστής. (Κανών 49ος της εν Λαοδικεία Συνόδου). Οι παλαιοί όμως χριστιανοί δεν μετελάμβανον  των θείων Μυστηρίων μόνον κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς, αλλ’ ακόμη συχνότερον. Ο Μ. Βασίλειος εις μίαν επιστολήν του (προς Καισαρίαν) αναφέρει ότι οι πιστοί της περιοχής του είχον συνήθειαν να μεταλαμβάνουν και τέσσαρας και πέντε φοράς την εβδομάδα! Εγνώριζον οι παλαιοί Χριστιανοί ότι χωρίς συχνήν μετάληψιν των Αχράντων Μυστηρίων δεν είναι δυνατόν να ζουν «εν Χριστώ». Ο Χριστός δεν είναι μία αφηρημένη ιδέα. Δεν είναι μία απρόσωπος δύναμις. Ο Χριστός είναι το Δεύτερον πρόσωπον της Αγίας Τριάδος., είναι ο Υιός του Θεού, που εις ορισμένην χρονικήν στιγμήν  έγινεν άνθρωπος «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν» και εσταυρώθη και απέθανε και ετάφη και ανέστη εκ νεκρών και ανελήφθη εν δόξη εις τους ουρανούς και «εκάθησε εν δεξιά του Πατρός». Ο Χριστός είναι ακόμη, όπως είπεν ο Ίδιος, «βρώσις και πόσις», δηλαδή φαγητόν και ποτόν. Εν τω Μυστηρίω της θείας Ευχαριστίας ο «Αμνός του Θεού. Ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», αυτοπροσφέρεται εις τους πιστούς υπό την μορφήν του άρτου και του οίνου, τα οποία έχουν κατά τρόπον απερινόητον και μυστηριώδη, μεταβληθεί εις αυτό τούτο το Άχραντον Σώμα Του και εις αυτό τούτο το Τίμιον Αίμα Του. Ο Χριστός είναι ο αγιασμός μας, το φως μας η ζωή μας. Η Εκκλησία είναι το Σώμα Του και Αυτός είναι η Κεφαλή της. Τι το όφελος λοιπόν να σκεπτώμεθα συνεχώς τον Κύριον, τι το όφελος να Τον αγαπώμεν με όλην την δυναμίν μας, τι το όφελος να προσευχώμεθα και να μελετώμεν τους λόγους Του, αλλά να μην γινώμεθα, διά της θείας Κοινωνίας, εν Σώμα με Αυτόν; Ο Ίδιος το ετόνισεν : «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ.» (Ιωάν. στ’ 53-57). Τα εγνώριζον λοιπόν όλα αυτά οι παλαιοί Χριστιανοί και τα ετήρουν.  Προσήρχοντο τακτικώς εις το Μυστήριον της θείας Ευχαριστίας και, τρώγοντες το Σώμα και πίνοντες το Αίμα του Σωτήρος Χριστού, εγίνοντο εν Σώμα με Αυτόν, εγίνοντο χριστοφόροι και θεοφόροι. Εγίνοντο δε εν Σώμα και μεταξύ των, επειδή ο καθείς χωριστά και όλοι μαζί ήσαν εν Σώμα με τον Κύριον. «Εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.» (Α’ Κορ. Ί, 17).
Πως όμως θα εκοινώνουν συχνά οι πιστοί, αφού θεία Λειτουργία δεν εγίνετο παρά μόνον κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς της Μ. Τεσσαρακοστής; Η Εκκλησία μας εύρε τον τρόπον: Καθόρισε α τελείται κατά τας άλλας ημέρας της Μ. Τεσσαρακοστής μια άλλη Λειτουργία, η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων. Κατά την Λειτουργίαν αυτήν  δεν τελείται Θυσία, δεν γίνεται δηλαδή μεταβολή του άρτου και του οίνου εις Σώμα και Αίμα Χριστού. Αλλά τι γίνεται; Τα Τίμια Δώρα, ο Άρτος και ο Οίνος, είναι έτοιμα, έχουν προαγιασθεί (δι’ αυτό και λέγεται Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων) κατά την προηγηθείσαν θείαν Λειτουργίαν της Κυριακής, είναι πλέον Σώμα και Αίμα Χριστού, και απλώς προσφέρονται προς μετάληψιν εις τους πιστούς.
Εξηγούμεθα λεπτομερέστερον: Ο Ιερεύς καθ’ εκάστην Κυριακήν κόπτει από το πρόσφορον τον λεγόμενον «Αμνόν», δηλαδή το τετράγωνον εκείνο τεμάχιον της σφραγίδος που γράφει ΙΣ - ΧΣ  ΝΙ - ΚΑ, και το τοποθετεί επάνω εις το ιερόν Δισκάριον. Μετ’ ολίγον, κατά την στιγμήν του «Σε υμνούμεν...», το τεμάχιον αυτό του άρτου θα μεταβληθεί δια της ευλογίας του Ιερέως (ώ θαύμα θαυμάτων!) εις αυτό τούτο το Σώμα του Κυρίου, όπως και ο οίνος, που είναι εις το ιερόν Ποτήριον, θα μεταβληθεί και αυτός εις αυτό τούτο το Αίμα του Κυρίου. Όταν όμως ευρισκόμεθα εις την πένθιμον περίοδον της Μ. Τεσσαρακοστής, ο Ιερεύς, κατά την θείαν Λειτουργίαν της Κυριακής, δεν θα κόψει εν μόνον τεμάχιον εκ της σφραγίδος του προσφόρου, ωσάν αυτό που είπαμε ανωτέρω, αλλά περισσότερα (συνήθως τρία), αναλόγως προς τον αριθμόν των Λειτουργιών των Προηγιασμένων που θα τελέσει κατά την εβδομάδα. Τα τεμάχια αυτά (που δεν κόπτονται όλα από εν πρόσφορον, αλλ’ εν εξ εκάστου προσφόρου), θα τα ευλογήσει κατά την ώραν που πρέπει και αυτά θα μεταβληθούν εις Σώμα Χριστού. Εξ αυτών το εν θα χρησιμοποιηθεί διά την θείαν Μετάληψην της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα δε άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν εις το ιερόν Ποτήριον, όπου το Άγιον Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν εις ειδικόν κιβωτίδιον, το ιερόν Αρτοφόριον, διά τας Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων που θα γίνουν εντός της εβδομάδος. Κατά αυτάς δε τας Λειτουργίας ο Ιερεύς θα προσφέρει εις τους πιστούς προς μετάληψιν τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα. Πόσον ωραία και πόσον σοφά τα έχει όλα καθορίσει η Εκκλησία μας!...
Εις το σημείον αυτό ίσως ερωτήσει κάποιος: «Ελέχθη ότι πρέπει να μεταλαμβάνωμεν συχνά. Την Μ. Τεσσαρακοστήν είναι βεβαίως τούτο δυνατόν, αφού όλη η περίοδος είναι περίοδος νηστείας. Κατά τας άλλας περιόδους όμως π.χ. κατά τον Μάϊον μήνα ή τον Ιούλιον, που δεν υπάρχει μακρά περίοδος νηστείας, πως θα μεταλαμβάνωμεν συχνά; Δεν πρέπει προ της μεταλήψεως των αγίων Μυστηρίων, να νηστεύσωμεν μίαν εβδομάδα τουλάχιστον τας ζωϊκάς τροφάς;
Όχι, αδελφοί μου! Ουδέποτε η Εκκλησία μας εθέσπισε τοιαύτας νηστείας - νηστείας μίας ολοκλήρου εβδομάδος!- πρό της θείας Κοινωνίας. Ουδείς Κανών της Εκκλησίας ομιλεί περί νηστείας προ της θείας Κοινωνίας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι μία μικρά νηστεία προ της θείας Κοινωνίας είναι κακή και αξιοκατάκριτος. Όχι! Καλή και αγία είναι και ουδείς την απαγορεύει. Ας υπάρχει λοιπόν νηστεία πρό της αγίας Κοινωνίας. Αλλά μικρά! Μικρά, ώστε να δύναται ο πιστός να κοινωνεί συχνά. (Ταύτα διά τους μεταλαμβάνοντες συνεχώς. Όσοι, απειθούντες προς τον Κύριον και την Εκκλησίαν Του, δεν κοινωνούν συχνά, ας νηστεύουν περισσότερον).
Επανερχόμενοι εις το θέμα μας, πρέπει να προσθέσωμεν ότι η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με Εσπερινόν, είναι δηλαδή βραδινή. Αυτό έχει θεσπισθεί, διότι οι παλαιοί Χριστιανοί κατά τας ημέρας της Μ. Τεσσαρακοστής διατέλουν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι των εσπερινών  ωρών. Ημπορούσαν λοιπόν να εκκλησιασθούν και να κοινωνήσουν κατά τας εσπερινάς ώρας. Σήμερον η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και κατά την εσπέραν, συνηθέστερον όμως τελείται κατά τας πρωϊνάς ώρας προς διευκόλυνσιν των πιστών. Η Λειτουργία αύτη δεν έχει τον πανηγυρικόν και θριαμβευτικόν τόνον των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει εις αυτή το πένθιμον και κατανυκτικόν στοιχείον.
Η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται καθ’ όλας τας Τετάρτας και Παρασκευάς της Μ. Τεσσαρακοστής. Κατά την Μεγάλην Εβδομάδα τελείται μόνον τας τρείς πρώτας ημέρας αυτής (Μ. Δευτέραν, Μ. Τρίτην και Μ. Τετάρτην). Επίσης τελείται και κατά τας ημέρας εορτών ευρισκομένων εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τας Κυριακάς της Μ. Τεσσαρακοστής καθώς και κατά την εορτήν του Ευαγγελισμού.
Πολλοί Χριστιανοί, γυναίκες ιδίως, δίδουν, κατά τας Λειτουργίας των Προηγιασμένων, εις τον Ιερέα ονόματα διά να μνημονευθούν. Πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν μνημονεύονται εις την Πρόθεσιν ονόματα, ούτε ζώντων ούτε κεκοιμημένων, κατά τας Λειτουργίας των Προηγιασμένων, διότι, ως είπομεν κατά τας Λειτουργίας αυτάς δεν τελείται Θυσία, αλλά τα Τίμια Δώρα έχουν προαγιασθεί. Ο Ιερεύς, και αν κρατήσει τα ονόματα, δεν θα τα μνημονεύσει εις την Πρόθεσιν, αλλά θα τα αφήσει δια την Λειτουργίαν του Σαββάτου ή της Κυριακής. Επίσης κατά τη Λειτουργία των Προηγιασμένων δεν γίνονται μνημόσυνα.
Κατά τας Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων αντί Χειρουβικού ψάλλεται το εξής:
«Νύν αι Δυνάμεις τών ουρανών σύν ημίν αοράτως λατρεύουσιν, Ιδού γάρ εισπορεύεται ο Βασιλεύς τής δόξης. Ιδού θυσία μυστική, τετελειωμένη, δορυφορείται, Πίστει καί πόθω προσέλθωμεν, ίνα μέτοχοι ζωής αιωνίου γενώμεθα, Αλληλούϊα.»
Δηλαδή: Κατά τας στιγμάς αυτάς αι στρατιαί  των Αγγέλων που είναι εις τους ουρανούς λατρεύουν αοράτως μαζί με ημάς τον Κύριον. Διότι, ιδού! εισέρχεται τώρα (εις το Ιερόν του Ναού) ο Βασιλεύς της δόξης. Ιδού θυσία μυστική που έχει ήδη τελεσθεί, συνοδεύεται υπό των Αγγέλων, οι οποίοι ως τιμητική φρουρά την περιβάλλουν. Ας προσέλθωμεν με πίστιν και πόθον να κοινωνήσωμεν εκ της θυσίας αυτής, διά να αποκτήσωμεν την αιώνιον ζωήν. Αινείτε τον Θεόν.
Ολίγα περί Εξομολογήσεως
Όλοι σχεδόν οι Χριστιανοί μας συνηθίζουν, τουλάχιστον κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν, να προσέρχονται εις το ιερόν Μυστήριον της Εξομολογήσεως. Βεβαίως υπάρχουν και εκείνοι που λέγουν: «Εγώ εξομολογούμαι εις την Εικόνα»! Εις αυτούς μία απάντησις χρειάζεται: «Τότε και να κοινωνείς από την Εικόνα! Αφού η Εικών έχει εξουσίαν να συγχωρεί αμαρτίας, θα έχει εξουσίαν και να μεταβάλει τον άρτον και τον οίνον εις Σώμα και Αίμα Χριστού. Να θέτεις λοιπόν εμπρός εις την Εικόνα άρτον και οίνον και έπειτα να μεταλαμβάνεις!!!» Πρέπει οι άνθρωποι αυτοί να αντιληφθούν ότι αι Εικόνες, έστω και αν κάμνουν θαύματα, δεν έχουν Ιεροσύνην! Η άφεσις δε των αμαρτημάτων, η μεταβολή του άρτου και του οίνου εις Σώμα και Αίμα Χριστού, καθώς και η τέλεσις όλων των Μυστηρίων, είναι έργον εκείνων που έχουν Ιεροσύνην, δηλαδή των Ιερέων της Εκκλησίας. Ουδείς άλλος δύναται να δώσει άφεσιν αμαρτιών. Ούτε αι Εικόνες, αλλ’ ούτε και αυτοί οι Άγγελοι έχουν εξουσίαν να συγχωρούν αμαρτίας. Όχι λοιπόν Εξομολόγησις ενώπιον της Εικόνος. Εξομολόγησις μόνον ενώπιον του Πνευματικού! Άλλως αι αμαρτίαι μας θα μείνουν ασυγχώρητοι και την ημέραν της Κρίσεως θα είμεθα αναπολόγητοι και θα καταδικασθώμεν.
Αυτοί δε που εξομολογούνται όπως ορίζει η Εκκλησία μας, δηλαδή ενώπιον του Πνευματικού, ας προσέχουν τα εξής:
1. Η Εξομολόγησις πρέπει να μη γίνεται μόνον κατά την Μ. Τεσσαρακοστήν, αλλά (τουλάχιστον!) και κατά τας άλλας νηστείας, δηλαδή των Χριστουγέννων, του Δεκαπενταύγουστου και των Αγίων Αποστόλων. Όσον συχνότερον, τόσο καλλίτερον.
2. Να μη αφήνουν τας τελευταίας ημέρας των νηστειών, διότι συρρέουν πολλοί και ο Πνευματικός αδυνατεί να κάμει το έργον του όπως πρέπει.
3. Να μη λέγουν τα αμαρτήματα των άλλων, αλλά τα ιδικά των. Όχι «αυτό μου έκαμε η νύμφη μου» ή «αυτό μου είπε η κόρη μου» ή «έτσι μου εφέρθη η πενθερά μου», αλλά «αυτό έκαμα ή είπα εγώ!». Τα ιδικά μας αμαρτήματα, όχι των άλλων!
4. Να μη πολυλογούν. Να λέγουν αμαρτίας και όχι και όχι ιστορίας. Επίσης: Να λέγουν αμαρτήματα και όχι προβλήματα ούτε βάσανα. Αν θέλουν να συζητήσουν με τον Πνευματικό τα προβλήματά των, ατομικά ή οικογενειακά, και να ζητήσουν την γνώμην του δι’ αυτά, ή αν θέλουν να του ειπούν τα βάσανα των διά να ανακουφισθούν και να ακούσουν λόγους παρηγορίας, αυτό ημπορούν βεβαίως να το πράξουν, αλλ’ εις καιρόν κατάλληλον, οπότε ούτε οι άλλοι άνθρωποι θα περιμένουν ούτε ο Πνευματικός θα στερείται και χρόνου και δυνάμεων. Όχι κατά τας ημέρας π.χ. της Καθαράς ή της Μεγάλης Εβδομάδος, οπότε αναμένουν πλήθη δια να εξομολογηθούν και ο Πνευματικός είναι κατάκοπος.
5. Να μην αναμένουν από τον Πνευματικόν… κήρυγμα! Πολλοί νομίζουν ότι ο Πνευματικός, κατά την ώραν της Εξομολογήσεως των, πρέπει να κάμει εις αυτούς κήρυγμα περί όλων των θεμάτων. Η Εξομολόγησις όμως δεν είναι ούτε κήρυγμα ούτε κατήχησις. Είναι Μυστήριον αφέσεως αμαρτιών και τίποτε άλλο. Και αν ο Πνευματικός μας ακούσει σιωπών, και αν δεν μας είπη ούτε μίαν διδαχήν ή συμβουλήν, αλλ’ απλώς και μόνον αρκεσθεί εις την Ευχήν της συγχωρήσεως (αφού βεβαίως προηγουμένως ακούσει τα αμαρτήματά μας), το Μυστήριον ετελέσθη απολύτως και αι αμαρτίαι μας συνεχωρήθησαν. Ευχής έργον θα ήτο αναμφιβόλως να έχει ο Πνευματικός και χρόνον και δυνάμεις να ειπή πολλά εις τον Εξομολογούμενον, αλλά τούτο δεν είναι πάντοτε δυνατόν, ιδιαιτέρως δε κατά τας ημέρας των μεγάλων εορτών. Ας μας αρκούν λοιπόν έστω και τα δύο συμβουλευτικά λόγια που θα μας ειπή κατά την ώραν της Εξομολογήσεως μας ο Πνευματικός και ας μη αναμένωμεν ολόκληρον κήρυγμα! Η Εκκλησία μας έχει κατά την θ. λατρείαν κηρύγματα, όπως έχει και βιβλία πνευματικά, που κυκλοφορούν εις όλα τα μέρη. Από αυτά ας λαμβάνωμεν την πνευματικήν μας τροφήν, δηλαδή την ευσεβή διδασκαλίαν. Το Μυστήριον της Εξομολογήσεως δεν έγινε δια να παρέχει διδασκαλίαν· έγινε δια να παρέχει άφεσιν αμαρτιών!
6. Να μη προσέρχονται εις τον Πνευματικόν απροετοίμαστοι. Να σκέπτονται προηγουμένως τα αμαρτήματα των και να τα σημειώνουν. Να μην περιμένουν ερωτήσεις από τον Πνευματικόν, αλλά να είναι έτοιμοι να είπουν τα αμαρτήματά των.
7. Να μην εφευρίσκουν διαφόρους δικαιολογίας δια τα αμαρτήματά των. Να ομολογούν με ταπείνωσιν και συντριβήν  την ευθύνην των, διότι μόνον ούτω θα ελκύσουν το έλεος του Θεού.
8. Να διώκουν μακράν την εντροπήν. Να εντρεπώμεθα όταν αμαρτάνωμεν και όχι όταν εξαγορεύωμεν τας αμαρτίας μας δια να συγχωρηθούν.
9. Να λέγουν εις την Εξομολόγησιν όχι μόνον πράξεις, αλλά και λόγους και σκέψεις και επιθυμίας και γενικώς παν το αμαρτωλόν. Να μη φθάνουν όμως εις σκανδαλιστικάς  λεπτομερείας των τελεσθέντων αμαρτημάτων.
10. Να μη ζητούν ποτέ «μίαν Ευχή» χωρίς Εξομολόγησιν. Αυτό που λέγουν πολλοί: «Πάτερ, δεν έχω να πω τίποτε· διάβασε μου την Ευχήν δια να κοινωνήσω», είναι πολύ κακόν. Όλοι έχομεν αμαρτίας. Και χθές αν εξωμολογήθημεν, πάλιν κάτι θα έχομεν να είπομεν σήμερον. Η Ευχή χωρίς Εξομολόγησιν όχι μόνον δεν δίδει άφεσιν αμαρτιών, αλλ’ αποτελεί και εμπαιγμόν του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως, έχουν δε μεγάλην ευθύνην τόσον οι λαϊκοί που ζητούν «μίαν Ευχήν» άνευ Εξομολογήσεως όσον και οι Ιερείς που την δίδουν. Επαναλαμβάνομεν: Ποτέ «Ευχή» χωρίς Εξομολόγησιν! Ας διαφωτίζουν σχετικώς οι Ιερείς το Ποίμνιόν των, διότι αυτοί πταίουν περισσότερον δια την κατάστασιν αυτήν.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

Από το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ “ Η ψυχή μετά τον θάνατο” (Ανάλυση του λόγου περί θανάτου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς)

Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο 

Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήτα προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του. Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος». 
Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι  θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.
Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.

Τα τελώνια

Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»
Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων.  Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)
«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)
«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.

Οι σαράντα ημέρες

Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.

Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση

Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.
Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.
Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»
Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.
Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.
Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.
Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.