Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Περί Εκκλησίας





Από το βιβλίο «Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος»
των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη»




(Ομιλία του μακαριστού πατρός Φιλοθέου Ζερβάκου γενομένη κατά την ολονύκτιον αγρυπνίαν εις τον Ι. Ναόν της Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, τον Νοέμβριον του 1968. Μεταφέρεται απομαγνητοφωνηθείσα)

«Πολλάκις την υμνωδίαν εκτελών, ευρέθην την αμαρτίαν εκπληρών, τη μεν γλώττη άσματα φθεγγόμενος, τη δε ψυχή άτοπα λογιζόμενος...»
Αγαπητά μου πνευματικά τέκνα, μετά την πτώσιν των πρωτοπλάστων ο ουρανός ήτο κεκλεισμένος. Οι άνθρωποι διά την παράβασιν των προπατόρων μας Αδάμ και Εύας είχον καταδικασθεί εις την αιώνιον καταδίκην, εις τόπον σκοτεινόν και απαραμύθητον, τον Άδην. Μεταξύ του ουρανού και της γής υπήρχε τείχος, το οποίον εχώριζεν, διεχώριζεν τον ουρανόν από την γήν. Ο Ουρανός και ο Παράδεισος ήτο κεκλεισμένος και ο άνθρωπος, ο οποίος ευρίσκετο εν αφθαρσία και αθανασία, κατεδικάσθη εις τον αιώνιον θάνατον. Η πύλη της Εδέμ εκλείσθη. Έχθρα υπήρχε μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων. Έπρεπε να ευρίσκετο ένα μέσον, ένας τρόπος, δια να συμφιλιώση τα επίγεια με τα ουράνια, τον άνθρωπον με τον Θεόν. Δεν ευρέθη όμως κανείς, ούτε προφήτης ούτε δίκαιος ούτε άγγελος… Ευρέθη μία κόρη ταπεινή, αγνή και άξια εις την Βηθλεέμ…
 Διά την μεγάλην αγάπην και φιλανθρωπίαν προς τους ανθρώπους ο Θεός έκλινε ουρανούς και κατέβη εις την γην δια της αγνής και αμώμου κόρης Μαρίας της Παρθένου και Θεοτόκου και τότε ηνώθησαν τα ουράνια με τα επίγεια και οι άνθρωποι αναβαίνουν εις τον Θεόν, δια μέσου της Θεοτόκου. Έγινε γέφυρα των ανθρώπων μεταξύ γης και ουρανού. Έγινε άλλος ουρανός. Γι’ αυτό η Εκκλησία ημών ψάλλει· «εν τω Ναώ εστώτες της δόξης σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν, Θεοτόκε, πύλη επουράνιε, άνοιξον ημίν την θύραν του ελέους σου», και το «Ουρανός πολύφωτος η Εκκλησία ανεδείχθη, άπαντας φωταγωγούσα τους πιστούς· ενώ εστώτες κραυγάζομεν· τούτον τον οίκον στερέωσον, Κύριε». Η Εκκλησία, ο Οίκος του Θεού, έγινε άλλος ουρανός και ημείς οι άνθρωποι οι πιστεύσαντες εις τον Χριστόν, όταν ευρισκώμεθα εις τον οίκον του Θεού στοχαζόμεθα, αισθανόμεθα ότι ευρισκόμεθα εις αυτόν τον ουρανόν.
Όταν, λοιπόν, ευρισκόμεθα εις τον Ναόν του Θεού, εις τον οίκον του Θεού, πρέπει όχι μόνον να ψάλλωμεν και να λέγωμεν «εν τω Ναώ εστώτες της δόξης σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν», αλλά και να το αισθανόμεθα και να σκεπτώμεθα ότι η Εκκλησία είναι οίκος του Θεού. Είναι άλλος ουρανός. Ότι γίνεται εις τον ουρανόν υπό των αγγέλων, γίνεται εις την γήν, εις τον οίκον του Θεού, υπό των ανθρώπων. Τότε όμως γίνεται, όταν εισερχόμενοι εις τον ναόν νομίζομεν ότι ανεβαίνομεν εις τον ουρανόν. Διότι ο ναός είναι οίκος του Θεού και πύλη του ουρανού, δια της οποίας Εκκλησίας και του οίκου του Θεού αναβαίνομεν εις τον ουρανόν, ως ψάλλει η Εκκλησία μας, «Ουρανός πολύφωτος η Εκκλησία ανεδείχθη, άπαντας φωταγωγούσα τους πιστούς».
Η Εκκλησία είναι εκείνη δια της οποίας αναβαίνομεν εις  τον ουρανόν, δια της οποίας και μόνον δυνάμεθα να αναβώμεν εις τον ουρανόν… Δι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες την Αγίαν Εκκλησίαν  την παρομοιάζουν με την κιβωτόν του Νώε και την ονομάζουν Κιβωτόν. Όπως εις την κιβωτόν του Νώε, όσοι εισήλθον εντός, όλοι εσώθησαν από τον κατακλυσμόν, έτσι και εις την Κιβωτόν, την Αγίαν Εκκλησίαν, όσοι εισέρχονται μετά πίστεως και ίστανται με προσοχήν, με ευλάβειαν, με κατάνυξιν, σώζονται από τον κατακλυσμόν της αμαρτίας. Όσοι επί Νώε έμειναν εκτός της κιβωτού, όλοι επνίγησαν, και όσοι ευρίσκονται έξω της Εκκλησίας, μακράν της Εκκλησίας και δεν εισέρχονται εις Αυτήν, με πίστιν και ευλάβειαν, με προθυμίαν και χαράν, πνίγονται από τον κατακλυσμό της αμαρτίας. Όσοι επί Νώε έμειναν εκτός της κιβωτού, όλοι επνίγησαν, και όσοι ευρίσκονται έξω της Εκκλησίας, μακράν της Εκκλησίας και δεν εισέρχονται εις Αυτήν, με πίστιν και ευλάβειαν, με προθυμίαν και χαράν, πνίγονται από τον κατακλυσμόν της αμαρτίας.
Την Εκκλησίαν οι Άγιοι Πατέρες ονομάζουν Μάνδραν λογικήν, και καθώς τας μάνδρας τας κατασκευάζουν οι άνθρωποι, διά να φυλάξουν τα πρόβατα από τους λύκους, να μην κατατρώγωνται, έτσι και η Εκκλησία είναι Μάνδρα Πνευματική, εις την οποίαν εισερχόμενα τα λογικά πρόβατα, οι άνθρωποι, οι πιστοί, σώζονται από τους νοητούς λύκους… Όσα πρόβατα ευρίσκονται έξω από το μανδρί εκείνα τα τρώει ο λύκος και όσοι άνθρωποι ευρίσκονται έξω από την Εκκλησίαν, δεν είναι δυνατόν να φυλαχθούν. Τους καταξεσχίζουν και κατεσθίουν οι νοητοί λύκοι, οι δαίμονες.
Την Εκκλησίαν παρομοιάζουν οι Άγιοι Πατέρες και την ονομάζουν Μητέρα, διότι καθώς η μητέρα τρέφει τα τέκνα αυτής με το γάλα της και, όταν αυξηθούν, με στερεάς τροφάς και έτσι σώζονται, έτσι και εκείνοι οι οποίοι καταφεύγουν εις την Πνευματικήν Μητέρα, την Εκκλησίαν, τρέφονται όχι από υλικήν τροφήν, αλλά από ουράνιον τροφήν, από τον άρτον της ζωής από το σώμα του Χριστού και το αίμα, τα οποία δεν ευρίσκονται έξω της Εκκλησίας, ευρίσκονται μέσα εις την Εκκλησίαν. Εκεί εις την Εκκλησίαν, εις το άγιον Θυσιαστήριον, προσφέρεται εις θυσίαν, θυσιάζεται ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου. Γίνεται ανάμνησις της επί του Γολγοθά θυσίας. Θυσιάζεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και δίδεται τοις πιστοίς, διά να είναι μαζί με τα τέκνα Του και εκείνα να είναι μαζί με τον Πατέρα Τους. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα, λέγει ο Κύριος, εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ και έχει ζωήν αιώνιον».
Μέσα μόνον εις την Εκκλησίαν ευρίσκεται η τροφή, ο άρτος ο επουράνιος, τον οποίον εσθίουν οι άνθρωποι και διατηρούνται πνευματικώς και καθίστανται άξιοι της επουρανίου βασιλείας. Όσοι μένουν έξω από την Εκκλησίαν, όσοι δεν εσθίουν τον Άρτον της ζωής και δεν πίνουν το Αίμα του Χριστού, αυτοί δεν είναι δυνατόν παρά να αποθάνουν. Είναι νεκροί, όπως είναι νεκροί και εκείνοι που δεν τρώγουν υλικήν τροφήν.
«Χαίρε Σιών Αγία, μήτηρ των Εκκλησιών, Θεού κατοικητήριον», ψάλει η Εκκλησία μας. Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι Θεού κατοικητήριον, αλλά είναι και πνευματική μας Μητέρα εις την οποίαν εισερχόμενοι εσθίομεν την πνευματικήν τροφήν, εκτός δε της πνευματικής τροφής, της τροφής του σώματος και αίματος Χριστού, είναι τροφή και ο λόγος του Θεού, ο οποίος εις την Εκκλησίαν ευρίσκεται και κηρύττεται από τα στόματα  των ιεροκηρύκων και διδασκάλων της πίστεως και της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Παρομοιάζουν οι Άγιοι Πατέρες την Εκκλησίαν και ως ιατρείον ή νοσοκομείον. Και όπως όσοι είναι ασθενείς πηγαίνουν εις τα νοσοκομεία και θεραπεύονται από τους ιατρούς, θεραπεύονται από τας σωματικάς ασθενείας, τοιουτοτρόπως και εκείνοι, οι οποίοι εισέρχονται εις την Αγίαν Εκκλησίαν, η οποία είναι άλλο νοσοκομείον, ιατρείον, θεραπευτήριον, θεραπεύονται από τας ψυχικάς των ασθενείας και γίνονται υγιείς.
Αλλά δια να λαμβάνωμεν αυτάς τας πνευματικάς ωφελείας εις την Εκκλησίαν πρέπει να ιστάμεθα  μετά φόβου Θεού και ευλαβείας και κατανύξεως. Διά να μας παρακινήση ο ιερεύς, πως πρέπει να ιστάμεθα εις την Εκκλησίαν, εντός του ιερού βήματος ευρισκόμενος, εντός του θρόνου του Θεού (το ιερόν Θυσιαστήριον είναι κα θρόνος του Θεού) αναφωνεί και λέγει: «Στώμεν καλώς · στώμεν μετά φόβου· πρόσχωμεν την αγίαν αναφοράν εν ειρήνη προσφέρειν». Να στεκώμεθα με φόβον και τρόμον, διότι κατ’ αυτήν ώραν, κατά την οποίαν θυσιάζεται ο αμνός του Θεού, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου, παρίστανται Άγγελοι περικυκλούντες το άγιον θυσιαστήριον με φόβον και τρόμον.
Λοιπόν, εάν οι Άγγελοι ιστάμενοι εις τον ναόν του Θεού και περικυκλούντες το άγιον θυσιαστήριον και συμψάλλοντες και συμβοηθούντες τους ιερείς και τους ψάλτας στέκουν με φόβον, προσοχήν μεγάλην και ευλάβειαν, πόσον περισσότερον πρέπει να ιστάμεθα εμείς οι αμαρτωλοί, που είμεθα γεμάτοι από αμαρτίας, και να υμνούμεν τον Θεόν! «Άνω σχώμεν, λέγει ο ιερεύς, τας καρδίας». Άνω, που άνω; εις τον Θεόν, και εμείς λέγομεν· «έχομεν προς τον Κύριον», διότι τούτο εστί «άξιον και δίκαιον». Ιστάμεθα εις τον ναόν με φόβον και τρόμον ή στεκόμεθα  πολλάκις πολλοί εις την Εκκλησίαν με αφοβίαν και με αναισθησίαν, να είπω; Διότι πολλοί εισέρχονται εις τον Ναόν και δεν στοχάζονται που μπαίνουν, και ιστάμενοι εις τον Ναόν, δεν σκέπτονται ότι ίστανται εις τον Οίκον του Θεού, και δεν έχουν τας καρδίας των εις τον ουρανόν. Και δεν αποδιώκουν κάθε μέριμναν βιοτικήν, καθώς ψάλλουν οι ψάλται ότι «πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν, ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμεθα». Είναι ωσάν να λέμε ότι, ευρισκόμενοι εις την Εκκλησίαν, δεν έχομεν καμμίαν άλλην μέριμναν βιοτικήν, καμμίαν άλλην στόχασιν. Στοχαζόμεθα μόνον να υποδεχθώμε τον Βασιλέα των όλων, ο οποίος εις την Εκκλησίαν δορυφορείται υπό των αγγελικών δυνάμεων.
Αλλοίμονον εις υμάς, και εις εμένα τον αμαρτωλόν, διότι πολλάκις δεν αισθάνομαι. Ψάλλω ότι, ευρισκόμενος εις την Εκκλησίαν, ίσταμαι εις τον ουρανόν, και εγώ έχω αλλού τον νουν μου και την καρδίαν μου. Αλλά και όλοι μας δεν στοχαζόμεθα καλά-καλά που ευρισκόμεθα, όταν είμεθα εις την Εκκλησίαν. Και δια να σας δώσω να καταλάβετε πόσον πρέπει να ιστάμεθα προσοχήν εις την Εκκλησίαν και ευλάβειαν, θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα, το οποίον να το έχετε, εσείς και εγώ, να το έχωμε πάντοτε εις τον νουν μας και να το ενθυμούμεθα.
Κάποτε ένας Αρχιερεύς έκανε περιοδεία εις την επαρχίαν του. Επήγε εις ένα χωριό, εις το οποίον ήτο ένας ιερεύς που ήταν αγράμματος. Δεν ήξερε γράμματα., αλλά ήξευρε, γνώριζε τον Θεόν. Πίστευε εις τον Θεόν. Δεν είχε την σοφίαν του κόσμου ούτε την επιστήμην, αλλ’ είχε την σοφίαν και την χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν είχαν οι Άγιοι Απόστολοι, οι πριν αγράμματοι ψαράδες της Τιβεριάδος θαλάσσης. Ήτο, λοιπόν, πεπροικισμένος από την σοφίαν και την χάριν του Θεού. Διατί; Διότι επίστευσεν εις τον Θεόν και τον ηγάπησεν με όλην του την ψυχήν και με όλην του την καρδίαν και δι’ αυτό ο Θεός ήτο μαζί του και τον εφώτιζε.
Όταν ήρχισε την περιοδείαν του ο Αρχιερεύς, και πριν μεταβή εις αυτό το χωριό επήγε εις μίαν κωμόπολιν, εις την οποίαν ήσαν 3-4 ιερείς εγγράμματοι, αλλά υστερημένοι της σοφίας και της χάριτος, την οποίαν είχεν εκείνος ο αγράμματος.
Και όταν τους είπε ο Αρχιερεύς ότι θα πάει στο χωριό του αγραμμάτου ιερέως, οι ιερείς του είπαν· μη πας, Σεβασμιώτατε, διότι θα στεναχωρεθής. Διατί; τους λέγει· διότι αυτός είναι αγράμματος, δεν ξεύρομε πως ο προκάτοχός σας τον έκανε ιερέα. Είναι κούτσουρο. Δεν γνωρίζει τίποτα και μην πάτε, διότι θα στεναχωρεθήτε. Ίσα-ίσα, τους λέγει, πρέπει να πάω διά να δώ εάν είναι αληθινά, να τον διορθώσω ή να τον παύσω από ιερέα. Και επήγε εις το χωριό. Δεν ελειτούργησε όμως, αλλά κάθισε και παρηκολούθησε να ιδή τον ιερέα, εάν παραγματικά δεν ήξευρε να λειτουργήσει. Εκάθισε εις τον Δεσποτικόν θρόνον. Έβαλε τον ιερέα και ελειτούργησε μόνος του. Εκείνος επροσκύνησε τας αγίας εικόνας με ευλάβεια και εισήλθε εις το ιερόν και ενεδύθη την ιερατικήν του στολήν. Έκανε την προσκομιδήν. Ο Αρχιερεύς επλησίασε εις την θύραν και παρηκολούθει και έβλεπε ότι με φόβον πολύν και με προσοχήν έκανε την αγίαν προσκομιδήν· και όταν ήλθε η ώρα, που είπε το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», βλέπει ο Αρχιερεύς, ώ εξαισίου θαύματος! Ότι τον ιερέα εκείνον τον περικύκλωσε φλόγα, φωτιά και δεν εκαίετο. Ήτο μέσα εις την φωτιά, και επειδή ενόμισε ότι έπιασε φωτιά, κατέβηκε από το στασίδι του να πάη να τον βοηθήση, να την σβήση, αλλ’ ενώ κατέβαινε ήκουσε τον ιερέα να λέγη τα ειρηνικά και εσταμάτησε. Τι συμβαίνει, λέγει, δεν καταλαβαίνει αυτός ο άνθρωπος την φωτιά που τον περικύκλωσε; Διά να λέγει όμως τα ειρηνικά κάτι συμβαίνει. Ή δεν αισθάνεται την φωτιά που τον καίει ή κάτι άλλον μυστήριον είναι αυτό το οποίον βλέπω. Εξηκολούθησε λοιπόν, είπε όλα τα ειρηνικά, έκανε τας αιτήσεις, έκανε την μικράν είσοδον, μέσα εις την φλόγα, ενδεδυμένος την φλόγα και μόλις εδιακρίνετο. Έκανε και την μεγάλην είσοδον. Έλεγε δε τα λόγια της αγίας Λειτουργίας με μεγάλην προσοχήν, σαν να ευρίσκετο πραγματικώς έμπροσθεν του θρόνου του Θεού, μπροστά εις τον Θεόν.
Όταν ετελείωσε την Λειτουργίαν, και μετά που εξεδύθη τα ιερατικά του, ο Αρχιερεύς, γεμάτος από θαυμασμόν και έκπληξιν, γονάτισε μπροστά εις τον ιερέα και του λέγει με κατάνυξιν: Ευλόγησόν με, γνήσιε δούλε του αληθινού Θεού. Ο ιερεύς εξεπλάγη, βλέπων τον Αρχιερέα μπροστά του γονατιστόν, και του λέγει: Σεβασμιώτατε, τι κάνετε! Εσύ πρέπει να με ευλογήσης. Το έλατον υπό του κρείττονος ευλογείται, όχι εγώ ο αμαρτωλός, ο κατώτερος, ο ανάξιος. Και ο Αρχιερεύς του λέγει: Ού δύναμαι ευλογήσαι, τον εν πνεύματι και πυρί λειτουργούντα. Δεν είμαι, λέγει, εις θέσιν, εις κατάστασιν εγώ να ευλογήσω εκείνον, ο οποίος λειτουργεί με πνεύμα και φωτιά. Και ο ιερεύς νομίζοντας ότι, όσοι λειτουργούν, όλοι κατά την Λειτουργίαν γίνονται φωτιά, λέγει προς τον Αρχιερέα: Και είναι δυνατόν, Σεβασμιώτατε, να λειτουργεί κανείς, να υπηρετή τον Βασιλέα του παντός, τον οποίον τρέμουν τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υμνεί πάσα πνοή και κτίσις, και τρέμουν οι άνω θρόνοι, είναι δυνατόν, να μη γίνεται φωτιά; Το λέγει άλλωστε και ο Προφήτης Δαβίδ, «ο ποιών τους αγγέλους αυτού πνεύματα και τους λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα»…
Και έτσι είαι η αλήθεια. Εκείνοι οι οποίοι πραγματικά αισθάνονται ποίον υπηρετούν και ποίον λειτουργούν, αυτοί γίνονται έξω των ορωμένων, αναβαίνουν με την ψυχήν και την διάνοιαν εις τους ουρανούς. Αισθάνονται σαν να βλέπουν Αυτόν τον ίδιο τον Θεό. Δι’ αυτό και ο Άγιος Χρυσόστομος, όταν ήρχιζε η λειτουργία, έβλεπε τον ναόν να γεμίζη από αγγέλους· άλλοι μεν περιεκύκλουν το άγιον Θυσιαστήριον, άλλοι δε ίσταντο εις τους χορούς και εις όλην την Εκκλησίαν. Ο Άγιος Βασίλειος, πολλάκις, όταν ήρχιζε την Θ. Λειτουργίαν, έβλεπε το Άγιον Πνεύμα ωσεί περιστεράν. Ο Άγιος Σπυρίδων, Αγγέλους έσχεν συλλειτουργούντας αυτώ… και οι καθαροί τη καρδία έβλεπον τον Θεόν, όπως λέγει και μακαρισμός «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Και ημείς όταν εισερχώμεθα εις την Εκκλησίαν, εάν δεν βλέπωμεν τον Θεόν με τα σωματικά μας μάτια, πρέπει να τον βλέπωμεν με τα πνευματικά, με τα όμματα της ψυχής, και να αισθανώμεθα ότι, εν τω Ναώ εστώτες της δόξης Του, εν ουρανώ ιστάμεθα. Κατ’ αυτόν τον τρόπον όταν εισερχώμεθα εις την Εκκλησίαν, αγαπώντες την Εκκλησίαν, αγαπώντες τον Θεόν και καθαρίζοντες τας ψυχάς και τας διανοίας και τας καρδίας ημών, θα νομίζωμεν ότι, όσην ώραν ευρισκόμεθα εις τον Ναόν, ευρισκόμεθα εις τον Ναόν του Θεού. Και όταν εξερχώμεθα από τον Ναόν του Θεού και από το άγιον Θυσιαστήριον και από την αγίαν Τράπεζαν, θα είμεθα γεμάτοι από ευλογίας, από χάριτας, από δωρεάς και από χαράν πνευματικήν. Διότι αισθανώμεθα ότι ελάβομεν τας ευλογίας αυτάς ευρισκόμενοι εις τον Ναόν, αι οποίαι ευλογίαι θα μας συνοδεύουν και όταν ευρισκώμεθα έξω του Ναού. Αλλ’ όμως όχι μόνον εις τον Ναόν ευρισκόμενοι πρέπει να αισθανώμεθα ότι ιστάμεθα μπροστά εις τον Θεόν, αλλά και όπου και αν ευρισκώμεθα, επειδή ο Θεός είναι πανταχού παρών και προσκυνείται εν παντί καιρώ και πάση ώρα.
Λοιπόν, όταν έχωμεν τον νουν μας πάντοτε εις τον Θεόν, τον αγαπώμεν με όλην μας την ψυχήν και με όλην μας την καρδίαν, ο Θεός ο οποίος είναι, κατά τον Θεολόγον Ιωάννην, αγάπη, «ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ», όταν, λέγω, τον αγαπήσωμεν τον Θεόν με όλην μας την ψυχήν και με όλην μας την καρδίαν· όταν, είτε εις τον Ναόν είτε όπου ευρισκόμεθα, σκεπτόμεθα, στοχαζόμεθα τον Θεόν, ότι είναι μπροστά μας, και τον αγαπώμεν, θα είναι ο Θεός μαζί μας εδώ εις την πρόσκαιρον ζωήν, θα μας φωτίζη και θα μας οδηγή εις το θείον Του θέλημα. Και όταν αναχωρήσωμεν απ’ αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν, διότι είμεθα ξένοι, δεν έχομεν ώδε μένουσα πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν, τότε θα αναχωρήσωμεν με χρηστάς ελπίδας, θα συνοδευθώμεν υπό φωτεινών Αγγέλων, θα κατασκηνώσωμεν εις τα αγαπητά σκηνώματα του Παραδείσου, και θα κληρονομήσωμεν την αιώνιον και ατελεύτητον και ουράνιον βασιλείαν, της οποίας  είθε η χάρις του Παντοδυνάμου Θεού, διά πρεσβειών της Υπερευλογημένης Μητρός Αυτού και Πάντων των Αγίων αξιώσωσιν ημάς Αμήν.

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

«Την όντως Θεοτόκον μεγαλύνομεν»



(Από το βιβλίο «Αθωνικό απόδειπνο» του Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου)

Ήταν ένα γεροντάκι που μόλις άκουγε τ’ όνομα της Παναγίας έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Ήταν ένας Καυσοκαλυβίτης που όποτε γύριζε πλευρό τη νύχτα έψελνε το «Άξιον εστί». Ήταν ένας Γρηγοριάτης ηγούμενος πούχε «φάει» την εικόνα Της από τους πολλούς ασπασμούς. Ήταν ένας Νεοσκητιώτης που παρακαλούσε όποιον έβλεπε να μιλήσει, να γράψει, να εκδώσει, ότι υπήρχε για την Παναγία. Ήταν ένας μακαρίτης Ιβηρίτης που έπασχε από αγάπη προς την Πορταΐτισσα. Ένας Φιλοθεΐτης έλεγε: «Έχομεν βεβαίας τας ελπίδας εις την Γλυκοφιλούσαν» Παναγία· η μάνα των Αγιορειτών.
Η Παναγία. Πάνω απ’ όλες τις αγίες. Μητέρα Θεού και ανθρώπων. Η καλύτερη παραμυθία. Η πιο σίγουρη πρέσβειρα των πιστών. Η πιο ταπεινή, η πιο καλή, η πιο σεμνή, η πιο υπάκουη, η πιο υπομονετική, η σιωπηλή, η γενναία, η πρώτη, η βασίλισσα, η Κυρία, η Έφορος, η Οικονόμισσα, η φωτοφόρος νεφέλη και μανναδόχος στάμνα.
Χαρά να την αντικρύσεις. Ευχαρίστηση να την επικαλείσαι. Ευλογία να σ’ επισκέπτεται. Ελπίδα βέβαιη να την παρακαλάς. Βοήθεια μεγάλη η σκέπη της. Που να βρεις τα ωραία λόγια να την εγκωμιάσεις; Πόσο φτωχή είναι η γλώσσα για τα μεγάλα ονόματα; Πόσο έχει φθαρεί η γλώσσα από την κατάχρηση. Έτσι σιωπάς και τα λες όλα. Όπως σιωπηλή ακολουθούσε παντού τον αγαπητό Υιό Της. Μέχρι Σταυρού.
Αθωνίτισσα Θεοτόκε, το ακοίμητο κανδήλι, το αγνό κερί, οι Χαιρετισμοί, η Παράκληση, το Θεοτοκάριο, τα Θεοτόκια δεν σου αρκούν. Μήτε γονυκλισίες και τάματα και προσφορές και κομποσχοίνια. Την καθαρότητα της καρδίας ζητάς για νάλθει ο Υιός σου να κατοικήσει και να φέρει θεοτόκες και θεοφόρες ώρες αγίας θεοψίας και φωτοχυσίας…
Μητέρα του Θεού, μητέρα των ανθρώπων, μητέρα του πόνου, μητέρα της αγωνίας, μητέρα των θλιβομένων, σύντροφε των μονομάχων του Θεού, των καλογέρων.
Όπως και να το κάνουμε είναι ανώτερες ψυχές οι Αγιορείτες, αφού επέλεξαν ν’ αφοσιωθούν μόνιμα στην Αθωνίτισσα Θεοτόκο.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς· του Άξιον εστί του πάνσεπτου ναού του Πρωτάτου της πρωτεύουσας των Καρυών, της Κουκουζέλισσας της Μεγίστης Λαύρας, της Βατοπεδινής Εσφαγμένης, της Πορταΐτισσας των Ιβήρων, της Τριχερούσης του Χιλιανδαρίου, του Ακαθίστου της Διονυσίου, της Φοβεράς Προστασίας του Κουτλουμουσίου, της Γερόντισσας του Παντοκράτορος, της Γοργοϋπηκόου της Δοχειαρίου, της Μυροβλύτισσας του Αγίου Παύλου, της Οδηγήτριας του Ξενοφώντος και τόσες άλλες, σ’ εκκλησίες και παρεκκλήσια, κελλιά και καλύβια...

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Λόγος επαινετικός στον Άγιο Πρωτομάρτυρα Στέφανο




Του Αγίου Πρόκλου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Ο ήλιος ο αισθητός, που ανατέλλει πάνω από τη γη, έχει δίπλα του  συνακόλουθους, τα αστέρια της Άρκτου, του Ωρίωνα, της Πούλιας, ακόμα και του Αυγερινού.
Ο Ήλιος όμως της Δικαιοσύνης, ο οποίος ακτινοβόλησε ανατέλλοντας μέσα από τους παρθενικούς κόλπους, δεν έχει ανάγκη τη συνδρομή από το φώς των αστεριών, αλλά έθεσε τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο να λάμπει αυτός, δίπλα στις αθάνατες ακτίνες Του.
Ο ήλιος, βαδίζοντας στο ουράνιο μονοπάτι του ανάμεσα στο βοριά και το νότο, πότε μεγαλώνει και πότε μικραίνει το φεγγοβόλημα της μέρας.
Ο Κύριος, ερχόμενος από τον ουρανό για μάς, αύξησε την Δικαιοσύνη και  διατήρησε αμόλυντο και αμείωτο το φεγγοβόλημα της.
Ο ήλιος διαδέχεται τη νύχτα, Αυτός τον θάνατο αντιπαλεύει, εκείνος διώχνει το σκοτάδι, Αυτός ανατρέπει την αμαρτία, εκείνος φέγγει για δώδεκα ώρες, Αυτός αστράφτει στους αιώνες, εκείνος με τ’ αστέρια βαδίζει, Αυτός λάμπει με τους Αποστόλους, εκείνος τριγυρνάει ανάμεσα σε χρόνια και εποχές, Αυτός κηρύττεται με τους Προφήτες και τους Ευαγγελιστές, εκείνος με τη διαδρομή του τις ώρες υφαίνει, Αυτός τον λόγο της Εκκλησίας δυναμώνει. Εκείνον οι ζωγράφοι πάνω στο άρμα τον ζωγραφίζουν, Αυτόν οι σοφοί κατά Θεόν στη φάτνη αναπαυόμενο αναγγέλλουν.
Μια φάτνη η οποία σαν άλλος Ουρανός που περιβάλλεται με τη Χερουβική δόξα, μόνο με τον Θεϊκό θρόνο μπορεί να συγκριθεί, που περιέχει τη λογική τροφή, μια φάτνη που δέχτηκε Αυτόν που δημιούργησε την κάθε ζωή, μια φάτνη που βαστάει Αυτόν που βαστάει τα πάντα. Μια φάτνη που κατά χάριν έγινε πλατύτερη από την Πλάση όλη, για να χωρέσει Αυτόν που ολόκληρη η Κτίση δεν χωράει. Μια φάτνη που μας αναγγέλθηκε από τον αγγελιοφόρο αστέρα. Μια φάτνη που προτύπωσε το θυσιαστήριο, και ένα σπήλαιο που την Εκκλησία αποτέλεσε.
Ας μιμηθούμε λοιπόν και εμείς, τους ευσεβείς Μάγους, και αντιλαμβανόμενοι την εκκλησία ως Βηθλεέμ, ας ασπασθούμε το ιερό βήμα ως Σπήλαιο, το θυσιαστήριο ως Φάτνη, και αντί του Βρέφους, τον διά του Βρέφους ευλογημένο άρτο ας αγκαλιάσουμε.
Έχοντας υπόψιν όλα αυτά ας δοξάσουμε σήμερα Αυτόν που και ο πρωτομάρτυρας Στέφανος ως Βασιλέα κηρύττει.
Θαυμαστά πράγματα ενός θαυμαστού Βασιλέα!
Χθες γεννήθηκε, και σήμερα ο Στέφανος σε Αυτόν προσφέρθηκε ως πραγματικό και έμψυχο στεφάνι, ως στεφάνι που πλέχτηκε και χαλκεύτηκε μόνο του.
Ο Στέφανος, που στεφανώνοντας τον Βασιλέα στεφανώθηκε.
 Ο  Στέφανος, το πολύανθο της πίστεως κλωνάρι, το μοσχομυρωδάτο της αγάπης ρόδο, το αμάραντο άνθος της ελπίδος, της χάριτος το λουλουδιασμένο βλαστάρι, της αιωνίου αμπέλου το κατάφορτο κλήμα, ο μελιστάλαχτος καρπός της αθανασίας.
Ο Στέφανος, το παρακλάδι του Σταυρωθέντος που στα Ουράνια φθάνει, που γεμάτος από κάθε καλό έργο και λόγο αποτέλεσε ακατάλυτο πύργο της ομολογίας και ασάλευτο οχύρωμα της υπομονής.
Ο Στέφανος, ο σταυροφόρος αήττητος στρατιώτης της εγκράτειας και της ευσέβειας, ο έμψυχος στρατηλάτης, ο θαρραλέος ρήτορας, κατά των Χριστοκτόνων.
Αλλά τόση ώρα λέγω, λέγω, και ακόμη τίποτα δεν έχω πει για τα γεγονότα. Ας αφήσουμε λοιπόν τη θεία Γραφή να στεφανώσει τον Στέφανο.
Λέει λοιπόν η Γραφή, ότι ο Στέφανος πλήρης χάριτος κι δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ.». Άρα πως λοιπόν να επαινέσω εγώ τον Στέφανο, όταν η ίδια η θεία χάρη του έχει πλέξει στεφάνι, το στεφάνι που στεφανώνει τον κάθε μάρτυρα; Τι λόγο να προσθέσω εγώ στον λαμπρότερο μάρτυρα του κόσμου, με ποιες λέξεις να στολίσω αυτόν που έκανε πάμπολλα θαύματα;
Λέει λοιπόν η Γραφή ότι ο Στέφανος πλήρης χάριτος κι δυνάμεως «ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ».
Η θεία Χάρη και η θεία  Δύναμη έπλεκαν ταυτόχρονα τον στέφανο του Στέφανου, προετοιμάζοντάς τον για τον καλόν αγώνα . Η μια τον κραταίωνε στην πίστη, και η άλλη τον ετοίμαζε για το μαρτύριο. Η μία για την διακονία, και η άλλη ως προς τον λόγο. Η μία προς το θάρρος, και η άλλη τον εκπαίδευε στην υπομονή. Η μία προς τα θαύματα, και η άλλη  τον προετοίμαζε για τα κατορθώματα. 
Η Χάρη και η Δύναμη που είναι βλαστάρια από την ίδια ρίζα, ζευγάρι παντοτινό, κλωνάρι από το ίδιο φυτό της πίστεως, παντοτινά ομόφωνες. Η Χάρη και η Δύναμη, τα πανέμορφα μάτια της ορθοδοξίας, ου δίδυμοι μαστοί της Εκκλησίας, οι συστρατιώτες του Χριστού. Οι άγρυπνοι φύλακες του Στέφανου.
Λέει λοιπόν η Γραφή ότι ο Στέφανος ήταν «πλήρης χάριτος κι δυνάμεως».
Θυμιατήριο της Χάριτος ήταν ο Στέφανος, που ευωδίαζε το λιβάνι της αγιοσύνης. Πηγή της Χάριτος που ανέβλυζε τα παντοτινά νάματα της αρετής. Νείλος της Χάριτος που ξεχείλιζε από ευσέβεια. Αθλητής της Χάριτος ασυναγώνιστος από κάθε αντίπαλο.
Στρατιώτης της Χάριτος, που αντιπάλευε κάθε πανουργία και κάθε φοβέρα, και στέκονταν ακλόνητος σε κάθε επίθεση, δεχόμενος με καρτερία τους διωγμούς, θαυματοποιώντας, διώκοντας τα πάθη, γιατρεύοντας τις αρρώστιες, εκδιώκοντας τους δαίμονες, υπηρετώντας τους φτωχούς, ανακουφίζοντας τους ασθενείς, υπερασπίζοντας τις χήρες, προστατεύοντας τα ορφανά και τους αδικουμένους, αυξάνοντας το κήρυγμα, αναγγέλλοντας την πίστη· μιλώντας και καυχούμενος για τον Σταυρό, τους ήλους, τον κάλαμο, δοξάζοντας τα δεσμά,   διακηρύττοντας τη λόγχη, που για χάρη μας έπληξε την πλευρά του Κυρίου, προσκυνώντας το Πάθος του Κυρίου που θανάτωσε τον θάνατο.
Προβάλλοντας τη Φάτνη, και υπερηφανευόμενος για τα Σπάργανα, εκθειάζοντας τα ραπίσματα, χωρίς να ντρέπεται για το δικαστήριο του Πιλάτου, χωρίς να κρατάει κρυφό τον Τάφο του Κυρίου, περήφανος για την Ανάσταση. Ελέγχοντας τους Ιουδαίους, ανατρέποντας τους Φαρισαίους, ντροπιάζοντας τους Σαδδουκαίους, αποστομώνοντας τους Γραμματείς.
Ερμηνεύοντας τον Νόμο, και ερευνώντας τους Προφήτες, ανέλυε τις Γραφές κι εκεί ανακάλυπτε τον Χριστό να λάμπει. Αντιμετωπίζοντας και επιτιμώντας τους παράνομους σταυρωτές. Αντιμαχόμενος τους ασεβείς, κατατροπώνοντας με την πίστη τους απίστους Ιουδαίους, που αντιδρούσαν στο κήρυγμα του.
«ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει».
Μεγάλη η τρικυμία αλλά ο κυβερνήτης επουράνιος, πυκνή η θύελλα αλλά το πλοίο φέρει σταυρό, αλλεπάλληλες οι καταιγίδες αλλά η καρίνα είναι στέρεα. Δεν μπορούν τα κύματα να εξεγερθούν κατά του ουρανού, δεν μπορεί το πονηρό πνεύμα να αντιπαλέψει το επουράνιο. Δεν μπορεί να διαλυθεί το σκάφος που κυβερνάται από τη Ζωή.
«ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει».
Και για ποιο λόγο η συζήτηση; Γι Αυτόν που κυοφορήθηκε μυστηριωδώς, γι Αυτόν που γεννήθηκε υπερφυσικά, γι Αυτόν που θήλασε πέρα από κάθε λογική. Πώς χωρίς ένωση η Παρθένος έγινε μητέρα, πως και μετά τον τοκετό έμεινε παρθένος, πως η φύση έδωσε την θέση της στο θαύμα, γιατί σαρκούμενος μέσω της Μαρίας δεν επέβαλε τους δικές Του αναλογίες, αλλά θέλησε ο Αχώρητος να συρρικνωθεί ως βρέφος; Πως ενώ ήταν έμβρυο, δημιουργούσε όλα τα άλλα έμβρυα, πως ενώ γεννιόταν παρείχε τη γέννηση σε όλους, πως θήλαζε και ταυτόχρονα χορηγούσε σε όλα τα βρέφη τις πηγές του γάλακτος;
Αυτή είναι η διαφορά του Νόμου και της Χάριτος. Ο Νόμος καταδικάζει, η Χάρη συγχωρεί, ο Νόμος κολάζει η Χάρη σώζει, ο Νόμος υπηρετεί η Χάρη εξουσιάζει, ο Νόμος την αμαρτία φονεύει, η Χάρη την αμαρτία εξαφανίζει, ο Νόμος κρατάει το ξίφος η Χάρη το έλεος μεταχειρίζεται, ο Νόμος έχει θέση δήμιου, η Χάρη έχει εξουσία βασιλέως, ο Νόμος στον κατάδικο δένει με το σχοινί η Χάρη ως φιλάνθρωπη αφαιρεί του θανάτου το σύμβολο.
Και ενώ έλεγε τα θεία αυτά λόγια περί της Χάριτος ο Στέφανος προς τους Ιουδαίους, αυτοί οι θεομάχοι σηκώθηκαν τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στο Συνέδριο.

Όπου η αρπαγή εκεί και η Ιουδαϊκή συνδρομή, όπου η ταραχή εκεί και το μισόχριστο πλήθος τους, όπου φόνος άδικος μελετάται, εκεί και το συνέδριο των γραμματέων. Γιατί βεβηλώνεις την καθέδρα του Μωϋσή παράνομε Ιουδαίε;  Γιατί μολύνεις τον θρόνο που στόλισε ο Νόμος; Ο Νόμος του Μωϋσή είπε: «Ου φονεύσεις, Ου ψευδομαρτυρήσεις». Ή λοιπόν τήρησε τον Νόμο ή από τον τόπο αυτόν απομακρύνσου.
Αυτοί όμως έφεραν ψευδομάρτυρες που έλεγαν «Ο άνθρωπος αυτός δεν σταματά να βλαστημά αυτόν τον άγιο τόπο και το Νόμο. Τον ακούσαμε να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος θα αφανίσει τον τόπο αυτόν και θα αλλάξει τα έθιμα που μας παρέδωσε ο Μωυσής». Ακόμα έβαλαν και άλλους να λένε ψέματα ότι «ακούσαμε αυτόν να λέει βλάσφημα πράγματα για τον Μωϋσή και τον Θεό».
Τώρα τον Μωϋσή θαυμάζεις συκοφάντη, τώρα τον τιμάς ως νομοθέτη, ενώ όταν ζούσε τον έφτυνες; Τώρα ως τηρητής του Νόμου οργίζεσαι και αγανακτείς, και υπερασπιζόμενος τον Θεό, θέλεις να εκδικηθείς; Εσύ δεν λιθοβόλησες τον Μωυσή; Εσύ δεν προτίμησες αντί του Θεού τα πέτρινα και τα ξύλινα είδωλα; Και τώρα για να κάνεις φόνο, σαν δικαιολογία χρησιμοποιείς την ευλάβεια; Για να χύσεις αίμα αθώου υποκρίνεσαι τον θεοσεβή;
Όπως τότε, έτσι και τώρα μπερδεύεις την αλήθεια. Και τότε με θρασύτητα βλαστημούσες και τώρα με ασέβεια τιμάς. Εσύ που πάντα είσαι μέσα στα αίματα, εσύ που πάντα φτιάχνεις συμμορίες ψευδομαρτύρων.
«Παρουσίασαν λοιπόν ψευδομάρτυρες που έλεγαν ότι ο άνθρωπος αυτός δεν σταματά να  λέει λόγια εναντίον του Μωυσή και του Θεού και κατά του αγίου αυτού τόπου και του Νόμου»
Ποια λόγια;
«Ακούσαμε αυτόν να λέει ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος, θα καταστρέψει αυτόν τον τόπο»
Και τι λοιπόν; Αν σκοτώσεις τον Στέφανο, δεν θα καταστραφεί ο τόπος; ή μάλλον δεν θα καταστραφεί επειδή και τον Κύριο και τον δούλο σκότωσες; Επειδή μαζί με τον ποιμένα θυσίασες και το πρόβατο, μαζί με τον Βασιλέα κατάσφαξες και τον στρατιώτη;
Δεν μπορεί πόλις να σταθεί αν έχει θανατωθεί ο Βασιλέας. Ούτε μπορεί να τιμάται ο Ναός όταν έχει γίνει ο φόνος του Δεσπότη.
Μήπως ο Στέφανος είπε, το «θα μείνει ο οίκος σας έρημος»;
Μήπως ο Στέφανος είπε, το «δεν θα μείνει στον Ναό λίθος επί λίθου»;
Παράδοξο πράγμα και παράλογο! Να το λέει ο Θεός και να δικάζεται ο άνθρωπος! Να το αποφασίζει ο Θεός και να κατηγορείται ο άνθρωπος! Ο Βασιλιάς να πραγματοποιεί και ο στρατιώτης να ευθύνεται!
Εσύ είσαι αίτιος αυτής της καταστροφής Ιουδαίε! Έμπηξες τον σταυρό και ανακάτεψες την Ιερουσαλήμ, και είπες «το αίμα Αυτού πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας». Δέξου λοιπόν τώρα την καταδίκη που σου όρισε.
Και λέει η Γραφή «ο Στέφανος γεμάτος από Πνεύμα Άγιο, κοίταξε στον ουρανό και είδε τη δόξα του Θεού και τον Ιησού να στέκεται όρθιος στα δεξιά του Θεού». Τότε πως ο Παύλος λέει «κάθισε στα δεξιά του θρόνου της μεγαλοσύνης του Θεού στα υψηλά»; Ποια ήταν η αιτία για να σηκωθεί;  Ποιο σοβαρό γεγονός τον έκανε να σηκωθεί από τον πατρικό θρόνο;
Είδε τον αθλητή που αγωνίζεται και σηκώθηκε για να βράβευσε τη νίκη του. Είδε αυτόν που πετάει στον αέρα και άνοιξε τους ουράνιους λιμένες.
«Μη φοβάσαι λοιπόν Στέφανε κανείς δεν πρόκειται να αδικήσει τον αγώνα σου. Σηκώθηκα από τον θρόνο γιατί στα δεξιά μου θέλω να σε βάλω. Γιατί βλέπω την τολμηρή πίστη σου σε μένα που σταυρώθηκα. Εγώ είμαι εκείνος που είδες πάνω στο ξύλο με σάρκα κρεμασμένο, για αυτή σου τη πίστη σε βραβεύω. Εγώ είμαι ο αγωνοθέτης του μαρτυρίου αλλά και ο αθλητής. Πάνω στον σταυρό πάλεψα σαν σε παλαίστρα. Με συνέλαβαν και τον αντίπαλο διάβολο κατατρόπωσα.
Μη φοβάσαι αυτούς που σε πετροβολούν, χωρίς να θέλουν σου φτιάχνουν σκάλα που οδηγεί στον ουρανό.
Μη φοβάσαι αυτούς που σε πετροβολούν, σκαλιά για να ανέβεις στα ουράνια γίνονται οι πέτρες.
Μη φοβάσαι τις πέτρες, μέσα σου κουβαλάς τον ακρογωνιαίο λίθο Ιησού Χριστό»
Η δόξα και η δύναμή Του εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
(Για τη μεταγραφή στη Νέα Ελληνική Σ.Σ.)

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2013

Πρωτοχρονιά στη Σιβηρία. Στο εκκλησάκι το πάτερ Ιωνά



 Του Φώτη Κόντογλου

από το βιβλίο «Ταξιδευτές κι ονειροπόλοι»
των εκδόσεων «Ακρίτας»




Προχτές πήγα να δώ τον μπάρμπα - Ηρακλή Γιαβάσογλου, που τον λένε Γιαβάς-Θαλασσινόν από το κοσμογύρισμα που έκανε σ’ όλη τη ζωή του. Καθότανε στη φωτιά, γιατί έκανε ψύχρα και πυρωνότανε. Φορούσε ένα καλπάκι από αστραχάν, κι είχε τρυπωμένα τόνα χέρι του μέσα στο μανίκι τα’ αλλουνού. Μου φάνηκε πως βρισκόμουνα στην καλύβα κανενός Γιακούτου, στις χιονισμένες χώρες, μέσα στην Ασία. Ο μπάρμπα-Ηρακλής είναι πολύ γέρος, ως ενενηνταπέντε χρονών, μα βαστά καλά, γέρος-αγέραστος.
Άμα τον είδα ντυμένον έτσι, χαμογέλασα. Κι εκείνος μου λέγει: «Ένα μπαίγνιο είναι ο άνθρωπος. Τώρα που γέρασα κρυώνω με τούτη την τιποτένια ψύχρα. Κείνον τον καιρό που ταξιδεύαμε στα παγωμένα μέρη με τις καζάκες (έλκυθρα), το κορμί μας άναβε, κι ας κρεπάρανε οι πέτρες από το τάντανο»
Του λέγω: «Δε μου λές καμιά ιστορία, μπάρμπα-Ηρακλή, από κείνα τα μέρη;».
«Μετά χαράς να σου πώ», μου λέγει. «Σε τούτον τον μάταιον τον ντουνιά, ούλα γίνουνται ιστορίες και περνούνε. Μα σήμερα θα σου πώ μιαν ιστορία καλή, και τη θυμήθηκα λίγο πρίν νάρθεις, την ώρα που άναψα τη φωτιά και μυρίσανε τα ξύλα. Με τη μυρουδιά και με τα’ αστραχάν που φόρεσα στο κεφάλι μου, ήρθανε στο νού μου καθαρά, σαν νάτανε προχτές, κάτι πράματα ξεχασμένα, πρίν από τον Ρωσο-Γιαπωνέζικον πόλεμο. Κείνη τη χρονιά βρέθηκα… Για πες που βρέθηκα;… Στη Σιβηρία!».
Εγώ, σαν άκουσα «Σιβηρία», ενθουσιάστηκα, και τον αγκάλιασα τον μπάρμπα-Ηρακλή, που χαμογελούσε και με κοίταζε καλοκάγαθα. Με όλο που ήξερα πως είχε ταξιδέψει σ’ όλη την υδρόγειο σφαίρα, μ’ όλα ταύτα δεν περίμενα νάχε πάγει και στη Σιβηρία.
Πήγα δυό φορές στη Σιβηρία, μούπε, κι έχω να σου πω πολλές ιστορίες. Ήτανε κι άλλοι Ρωμιοί πηγαιμένοι σε κείνα τα μέρη. Σήμερα θα σου πώ την πιο καλή ιστορία, και μπορείς να τη γράψεις στη φημερίδα, οι μέρες πούναι. Το λοιπόν, σαν τέτοιες χρονιάρες μέρες , Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά, βρέθηκα, όχι μονάχα στη Σιβηρία, αλλά πέρασα και στο νησί που το λένε Σαχαλίνα. Γι αυτό σου λέγω πως η σημερινή ιστορία είναι σπουδαία από τις σπουδαίες. Στη Σαχαλίνα δεν μπορούσε να πάγει όποιος κι όποιος, γιατί εκεί πέρα βρισκότανε οι φυλακές που στέλνανε τους βαρυποινίτες απ’ ούλη τη Ρουσία. Το λοιπόν, σ’ αυτό το μέρος έκανα Χριστούγεννα και τα’ αγιού Βασιλείου, κι έκλαψα, γιατί πήγα και λειτουργήθηκα σε εκκλησία! Και τι εκκλησία: Ορθόδοξη σαν τις δικές μας, με παπάδες σαν τους δικούς μας, με εικονίσματα, με ψαλμωδίες σαν τις δικές μας. Το «Πάτερ ημών», το «Κύριε ελέησον», κι άλλα γράμματα, τα λέγανε ελληνικα. Που; Εκεί που θαρρεί κανένας πως βρίσκεται στον άλλον κόσμο.
Μπόρεσα και πήγα στη Σαχαλίνα, γιατί ήμουνα τότες μαζί μ’ έναν Ρούσο μηχανικό Αντρώποφ, που είχε άδεια να πάγει να κάνει εξέταση για πετρέλαια. Γιατί αυτό το καταραμένο νησί τι δεν βγάζει: Κάρβουνο, πετρέλαιο, χρυσάφι, σίδερο, ψάρια, γούνες, φώκες, φάλαινες…    Μ΄ όλο που είναι πολύ μεγάλο, δεν έχει καμιά πολιτεία απάνω του, εξόν από πεντέξι μαζέματα καλύβες, το Ντουέκ, τα’ Αλεξαντρόβσκ, το Ονόρ, κι ένα-δύο άλλα. Σ’ αυτά τα μέρη βγάζανε πετροκάρβουνο. Δουλεύανε Ρούσοι, Τάταροι, Αρμένηδες, Έλληνες και Τούρκοι, ούλοι ύποπτοι, της κοπριάς τ’ άνθος. Το νησί αυτό το λέγανε καταραμένο από τις φυλακές, από τα κάτεργα, που τα λέγανε κι οι Ρούσοι Κάτοργκα. Το τι είδανε τα μάτια μου, όσον καιρό κάθισα σ’ αυτόν τον τόπο, και τι σκληρά πράγματα άκουσα να λένε για τους καταδίκους, θα σου τα πώ άλλη φορά. Υπήρχανε κάτεργα σε δυό-τρία μέρη, όλα στο ίδιο σχέδιο, τα γραφεία, η εκκλησία, η καζάρμα, δυό-τρία μικρομάγαζα, κι οι φυλακές, κάτι μπουντρούμια, που καλύτερα να πεθαίνει κανένας στην καρμανιόλα, παρά νάναι ζωντανός εκεί μέσα.
Εξόν απ’ αυτά που είπα, εκείνο τα’ απέραντο νησί ήτανε έρημο. Από τη μεγάλη στεριά της Ταταρίας το χωρίζει ένα μπουγάζι, που έχει φάρδος από 12 έως 50 μίλια. Τον χειμώνα παγώνει αυτό το μπουγάζι, και περνάνε από την Ταταρία κρυφά Τάταροι, Μογγόλοι και άλλοι. Περνάνε από τη στεριά και αγρίμια. Περνούσανε από το νησί στη στεριά και κατσάκηδες (δραπέτες), που καταφέρνανε να φύγουνε από τα κάτεργα και γυρίζανε μέσα στα χιόνια οι δυστυχισμένοι, χωρίς θροφή, χωρίς τίποτα. Οι περισσότεροι πεθαίνανε.
Εγώ με τον μηχανικό είχαμε ξεμπαρκάρει στη Σαχαλίνα μπαίνοντας ο Δεκέμβριος. Επειδή ήμουνα ορθόδοξος, με περιποιόντανε  πολύ όπου πήγαινα γιατί, μ’ όλο που οι πιο πολλοί ήτανε του σκοινιού και του παλουκιού, είχανε μεγάλο σέβας για τη θρησκεία. Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μοτνάρ, απάνω στην ακροθαλασσιά που κοιτάζει στο τατάρικο μπουγάζι. Εκεί πέρα βρήκα κι ακόμα ένα Ρωμιό από τα μέρη της Μακεδονίας, που είχε δυό-τρία χρόνια σ’ αυτό το μέρος και πήγαμε μαζί και προσκυνήσαμε στην εκκλησία. Ήτανε κανωμένη με ξύλα, αλλά στο σχέδιο ήτανε απαράλλαχτη με τις δικές μας, με κουμπέ και με καμπαναριό, με τέμπλο, με μανάλια, με όλα τα καθέκαστα σαν τις δικές μας εκκλησιές. Την είχανε στολισμένη για τα Χριστούγεννα, «Ροζντεστβό Χριστόβο». Η σκεπή της ήτανε φορτωμένη από χιόνι. Τα καλύβια τα μισά χωμένα στο χιόνι. Χιόνι! Χιόνι! Χιόνι!
Τη νύχτα, εκεί που κοιμώμουνα, με ξύπνησε η καμπάνα. Νόμισα πως ονειρεύουμαι, ν’ ακούγω καμπάνα της εκκλησιάς μας, ύστερα από χρόνια που είχα ζήσει μέσα στις ερημιές, χωρίς καλά-καλά να βλέπω άνθρωπο. Σηκώθηκα κι έκανα τον σταυρό μου, ντύθηκα και τράβηξα κατά την εκκλησία. Τη βλέπω από μακριά και φεγγοβολούσε από τα πολυέλαια, κι από τις λαμπάδες, κι οι άνθρωποι περπατούσαν μέσα στο χιόνι με φανάρια στα χέρια, και πηγαίνανε κατά την εκκλησιά από τα καλύβια τους. Δάκρυσα! Τι είναι η θρησκεία για τον άνθρωπο!
Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί κι ανεσπάσθηκα την εικόνα του άγιου Παντελεήμονα. Ύστερα πήγα και στάθηκα σ’ ένα στασίδι. Ο παπάς ήτανε ως σαράντα χρονών με ξανθά ανάρηα γένεια, με τ’ απανωκαλύμαυκο, με το φελόνι, με το πετραχήλι, με το θυμιατό στα χέρια. Πέρασε από κοντά μου και με θύμιασε., εγώ έσκυψα, έσκυψε και εκείνος. Έλεγα πως βρισκόμουνα στ’ Άγιον Όρος. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήτανε γονατιστοί, με το κεφάλι σκυμμένο στη γή. Διάφορες φυσιογνωμίες, λογιών-λογιών ράτσες, Ρούσοι στρατιώτες, Τάταροι, Μογγόλοι, Οροχόνοι, Γκόλντοι, Κοζάκοι. Είδα και κάτι ανθρώπους αλλοιώτικους. Ήτανε κοντόσωμοι και με μικρά ποδάρια, τριχωτοί σαν ουραγκουτάγκοι. Τα πρόσωπά τους δεν φαινόντανε από τα μαλλιά, από τα μουστάκια κι από τα γένεια. Στεκόντανε συμμαζεμένοι σαν φοβισμένοι, ήσυχοι, ταπεινοί. Μου είπανε πως τους λέγανε Άϊνος, και πως ήτανε ντόπιοι της Σαχαλίνας, οι πιο αθώοι άνθρωποι που έπλασε ο Θεός. Είναι μια φυλή με τους Γιαπωνέζους, μονάχα πως οι Άϊνος βρίσκουνται σε άγρια κατάσταση. Υστερώτερα έκανα γνωριμία με κάμποσους τέτοιους, ταξίδεψα και μαζί τους. Οι περισσότεροι είναι ψαράδες και κυνηγοί, κι εξόν από τη Σαχαλίνα, βρίσκουνται κι απάνω στα νησιά που είναι βορεινά από τη Γιαπωνία.
Σαν απόλυσε η εκκλησία και πήρα αντίδωρο, δεν ήθελα να φύγω, τόσο με τραβούσε η εκκλησιά. Καταλάβαινα σαν να βρισκόμουνα στον τόπο μου με τους δικούς μου. Επειδής ήμουνα νεοφερμένος, ήρθανε κοντά μου κάμποσοι ντόπιοι και με ρωτούσανε από τι έθνος είμαι, από πού ήρθα και για ποια δουλειά. Φχαριστηθήκανε πολύ που ήμουνα Έλληνας, «Γκρέκ όρτοντόξ», και με καλέσανε να πάγω στα σπίτια τους. Κι οι στρατιώτες ακόμα, που ήτανε άγριοι και απότομοι, κι αυτοί μου μιλούσανε γελαστοί. Κατά βάθος, όλοι ήτανε καλοί άνθρωποι.
Τους είπα πως θα φεύγαμε την άλλη μέρα για τα βορεινά της Σαχαλίνας, για τη δουλειά μας. Μούπανε, πως εκεί που θα πάγω, βρίσκεται ένας άγιος άνθρωπος, ένας καλόγερος, «μονάχα», λεγόμενος πάτερ Ιωνάς, που ζεί σ’ εκείνην την έρημο πολλά χρόνια, και πως δεν τρώγει τίποτα, και πως σ’ αυτόν πηγαίνουνε όσοι νησιώτες θέλουνε να ξομολογηθούνε, για να τους βλογήσει να μη πάθουνε κακό στη θάλασσα και στη στερηά, καθώς και όσοι κατάδικοι τύχει να δραπετέψουνε από τα κάτεργα, σ’ αυτόν καταφεύγουνε να τους προστατέψει από τους στρατιώτες, επειδής οι στρατιώτες κι οι άνθρωποι του τσάρου φοβούνται να τον αγγίξουνε, γιατί όποιος τον αγγίξει ή του αντιμιλήσει, πεθαίνει. Και πως αυτός ο ασκητής είχε ένα καράβι, και μ’ αυτό κυκλόφερνε ένα γύρω στο νησί, και γλύτωνε όσους κατσάκηδες (δραπέτες) εύρισκε να κινδυνεύουνε να πνιγούνε μέσα σ’ εκείνες τις φουρτουνιασμένες θάλασσες, επειδή φεύγανε με παλιόβαρκες.
Την άλλη μέρα φύγαμε με τον κυρ-Αντρώποφ. Περπατήσαμε δύο μερόνυχτα καβάλλα στ’ άλογα, σε κάποια μέρη πιο έρημα απ’ όσα είχα ιδωμένα. Δεν συναπάντησαμε μηδέ έναν άνθρωπο, μηδέ μια καλύβα. Τίποτα! Τέλος φτάξαμε σ’ ένα μέρος, απ’ όπου είδαμε τη βορεινή θάλασσα που τη λένε Θάλασσα του Οκχότς, κι είδαμε τον βορεινόν κάβο της Σαχαλίνας, μια μύτη από άμμο, τον κάβο-Μαρία. Εκατομμύρια πουλιά πετούσανε απάνω από την ακροθαλασσιά, και μας ξεκουφαίνανε με τις φωνές τους. Σαν φτάξαμε κοντήτερα, είδαμε απάνω στην ακρογιαλιά έναν μεγάλο σταυρό στημένον απάνω σ’ έναν βράχο, και κανωμένον από δύο δέντρα σταυρωμένα. Πήγαμε κοντά και διαβάσαμε γραμμένα στα ρούσικα «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία». Απομείναμε αμίλητοι, κοιτάζοντας αυτόν τον σταυρό που στεκότανε μέσα σε κείνη την ερημιά. Βγάλαμε τα καλπάκια μας, κάναμε τον σταυρό μας και τον ανασπασθήκαμε με ευλάβεια.
Ακόμα θυμάμαι πως απομείναμε βουβοί κάμποση ώρα από τη μεγαλοπρέπεια που είχε εκείνη η άγρια τοποθεσία. Πέρα άπλωνε η βορεινή θάλασσα αφρισμένη, νερό ατελείωτο και έρημο. Αποπίσω μας ήτανε ένα πυκνό δάσος. Μπροστά μας φαινότανε ο κάβο-Μαρία, μια μύτη άμμο. Ο άμμος άπλωνε ολόγυρα στον κάβο, γιατί όπως φαίνεται, τον σκορπούσανε και τον στοιβιάζανε οι φοβεροί αγέρηδες που ερχόντανε από τον βόρειον ωκεανό, κι ήτανε αυτός ο άμμος κύματα-κύματα, σαν τη θάλασσα, και τόσο βαθύς, που βουλιάζαμε, εμείς και τα άλογα.
Σαν περάσαμε τον άμμο κι ανηφορίσαμε λίγο, είδαμε ένα παληό σπίτι κανωμένο από δέντρα, που υα είχανε μαυρισμένα η βροχή, το χιόνι κι ο αγέρας. Στη βορεινή μπάντα είχε έναν μικρόν πύργο μ’ έναν σταυρό στην κορφή του.
Πήγαμε κοντά στην πόρτα και χτυπήσαμε. Μα κανένας δεν ακούσθηκε από μέσα. Πιάσαμε και φωνάξαμε, και τότε φανερωθήκανε δυό-τρείς Άϊνος που καθότανε πίσω από το σπίτι, στ’ απάγκειο, για να φυλαχθούνε από τον αγέρα, και μας είπανε τσάτρα-πάτρα πως ο ασκητής έλειπε με το καράβι, και πως τον περιμένανε κι αυτοί να τους βλογήσει. Μας είπανε να περάσουμε μέσα στο σπίτι και να μείνουμε ως νάρθει ο καλόγερος, γιατί φχαριστιότανε πολύ όποτε εύρισκε ξένους στο σπίτι του, που ήτανε πάντα ανοιχτό.
Για να μην τα πολυλογούμε, καθήσαμε δυό μέρες στο σπίτι. Την Τρίτη μέρα τα χαράματα, μας ξυπνήσανε οι σκύλοι που είχανε οι Άϊνος. Σαν βγήκαμε έξω, είδαμε μια σκούνα που φουντάριζε και μάζευε τα πανιά της. Σε λίγο βγήκανε με τη βάρκα τρείς νοματαίοι, κι ερχόντανε κατά το σπίτι. Μπροστά πήγαινε ένας καλόγερος ψηλός κι αδύνατος σαν σκέλεθρο. Σαν πήγαμε κοντά του, σκέπασε τη σκούφια του με το επανωκαλύμαυκο, και μας βλόγησε. Τα γένεια του ήτανε ανάρηα κι άσπρα.
Μέσα στο σπίτι είχε μια εκκλησιά πολύ μικρή. Εκεί λειτουργηθήκαμε την Πρωτοχρονιά, γιατί ο πάτερ Ιωνάς ήτανε ιερομόναχος, «ότετς Γιονάς». Τι να σου πω κυρ-Φώτη, εσύ που αγαπάς τα θρησκευτικά! Τέτοια λειτουργία δε μπορώ να την παραστήσω! Ο πάτερ Ιωνάς έψελνε, κι ολοένα έλεγε «άγιος Βασίλιε», και θαρρούσες πως λειτουργούσε ο ίδιος ο άγιος Βασίλειος. Πού;  Στη Σαχαλίνα, στον κάβο-Μαρία! Όξω φυσομανούσε ο αγέρας με το χιόνι, κι ακουγότανε το βογγητό της θάλασσας. Μέσα είμαστε: εγώ, ο Αντρώποφ, ένας Μογγόλος που είχε τάλογα, κι οι τρείς Άϊνος. Τα κονίσματα, όπως μούπε ο καλόγερος, ήτανε αγιορείτικα. Ο ίδιος ο πάτερ Ιωνάς είχε κάνει στ’ Άγιον Όρος, στα Καρούλια, και μιλούσε τα ελληνικά. Είχε κι έναν γέροντα Γερόντιο απ’ τ’ Αϊβαλί, κι έλεγε πως ήτανε άγιος. Σαν γύρισε στη Ρουσία, πήγε σ’ ένα μοναστήρι κοντά στο Τόμσκ. Μα σαν έμαθε τι μεγάλη δυστυχία ήτανε στη Σαχαλίνα με τα Κάτοργκα, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του για να ανακουφίσει εκείνους τους δυστυχισμένους. Είχε 40 χρόνια στη Σαχαλίνα. Αυτός έκανε Χριστιανούς τους Άϊνος. Οι κακόμοιροι φιλούσανε τα χέρια μου και λέγανε χαρούμενοι δείχνοντας με «Ορτοντόξ! Ορτοντόξ!». Σ’ όλη τη λειτουργία έκλαιγα, εγώ που πέρασα του λιναριού τα πάθη χωρίς να δακρύσω. 


Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Για την Παναγία



Ας έχομε, παιδιά μου, ελπίδα και μείς. Ας μη χάσομε την ελπίδα μας. Ας ελπίζομε ότι η Παναγία, που μετεστάθη στον ουρανό, δεν μας εγκαταλείπει. Εδώ είναι και μας βοηθεί, εδώ είναι και μας προσέχει, εδώ και μας προστατεύει. Αυτή, λοιπόν, μην την ξεχάσομε, γιατί είναι η μάνα μας η αληθινή, αυτή που έφερε τη Ζωή στον κόσμο και σώζει τον άνθρωπο. Σ’ Αυτήν και ημείς, με την ταπεινή μας αδυναμία, θα λέμε πολλές φορές την ημέρα: «Δέσποινα Παναγία μας, έλα και σώσε μας, γιατί χανόμεθα. Έλα, Εσύ είσαι η δύναμις η θεϊκή».
Και βλέπεις, και βλέπομε, ότι η Παναγία, όταν με την καρδία μας και με την ψυχή μας, με ειλικρίνεια στην καρδιά και με πίστη σταθερή πούμε και επικαλεσθούμε το όνομά Της το άγιον («Έλα, Δέσποινα του κόσμου, και σώσε μας, γιατί χανόμεθα»), αλλά με την καρδία μας, παιδιά, θα το εκφράζομε και με τη σκέψη την αληθινή της πίστεως, τότε η Παναγία μας δεν θα μας εγκαταλείψει, μέχρι τέλους θα βρίσκεται εδώ, μέσα σ’ αυτόν τον ταλαίπωρο κόσμο της εποχής.
Διότι ο άνθρωπος της εποχής, παιδιά μου, έχει χάσει τον στόχο του, έχασε τον προορισμό, έφυγε απ’ τη γραμμή της πλεύσεως προς τον Ουρανό και τρέχει ακατάσχετα. Που τρέχει; Δεν ξέρει που τρέχει. Εσκοτίσθη το μυαλό, έχασε κάθε ίχνος διακρίσεως και τρέχει ακατάσχετα μέσα στην κακία, εκεί που θα φθάσει στο τέλος. Γιατί είναι και γεγονός ότι βρίσκεται στους έσχατους καιρούς το ανθρώπινο γένος.
Εμείς οι χριστιανοί, που λεγόμεθα, ας προσέξομε, παιδιά μου. Ας συνέλθομε λίγο και να εγκολπωθούμε μέσα στην καρδιά μας και να πούμε: Είδαμε αυτή τη ζωή, και αυτή η ζωή οδηγεί τον άνθρωπο προς την καταστροφή. Μπορούμε όταν το θελήσομε, να γυρίσομε πίσω, στην Παρθένο, και να την παρακαλέσομε θερμώς. Η Παναγία μας πάλι θα δείξει τη Χάρη που έχει από τον Κύριο και θα βοηθήσει και θα σώσει ακόμα μια φορά τους χριστιανούς αυτής της εποχής που θα την επικαλεσθούν και θα πουν: «Παναγία Δέσποινα, σώσε μας, γιατί χανόμεθα». 
π. Αμβρόσιος Λάζαρης