Κυριακή 31 Ιουλίου 2022

Η σημασία του θαύματος.

 Επιστολή του Οσίου Σοφρωνίου Σαχάρωφ

 στον Δ. Μπάλφουρ, από το βιβλίο:«Αγώνας Θεογνωσίας», 

Εκδόσεις  Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ

 

The Old Rectory, 29 Ιανουαρίου 1962

[…] Σε κατανοώ πλήρως, όταν μου γράφεις για τον Α¹. Απάντησα στο τηλεγράφημά του για το θάνατο της γυναίκας του Μ. από το Κάιρο, όπως και στο γράμμα του … Σε σένα μπορώ να μιλήσω ανοιχτά και ξεκάθαρα. Τον τελευταίο καιρό του έγραψα με λιγότερη διάθεση, γιατί περίμενα από αυτόν και την Μ. περισσότερα.

Γνωρίζεις ότι αυτή ήταν καταδικασμένη από τους γιατρούς να πεθάνει. Στο νοσοκομείο καρκινοπαθών του Λονδίνου είχαν ήδη σταματήσει τη θεραπεία της με ακτινοβολίες, γιατί όλα έδειχναν ανώφελα. Οι ιστοί δεν συγκρατούσαν τα διαβρωμένα από τον καρκίνο σπλάχνα της και πολλά άλλα. Με παρακάλεσε να προσευχηθώ μαζί του για τη θεραπεία της. Ζήτησε από το Θεό θαύμα. Με χαρά στο πνεύμα μου, αλλά με μεγάλη θλίψη στην καρδιά μου άρχισα να προσεύχομαι γι’ αυτήν και γι’ αυτόν. Κάποια ημέρα του μηνός Φεβρουαρίου, πριν από δύο χρόνια, πήγα να την κοινωνήσω. Έμεινα κοντά στο κρεβάτι της περισσότερο από δύο ώρες. Προσευχηθήκαμε, μιλήσαμε, συζητήσαμε· την κοινώνησα … Γύρισα στο Μοναστήρι και την επόμενη ημέρα έλαβα γράμμα από τον Α. ότι οι γιατροί εξέτασαν την Μ. και αποφάσισαν να συνεχίσουν τη θεραπεία με τις ακτινοβολίες. Η κατάστασή της και πνευματικά και σωματικά είχε βελτιωθεί αισθητά. Τότε έγραψα στον Α. ότι η πρώτη «στροφή» πραγματοποιήθηκε. Να ελπίζει ότι η ανάρρωση είναι δυνατή, αλλά να θυμάται ότι πρέπει και αυτός και εκείνη στην περίπτωση αυτή να αλλάξουν ριζικά τη ζωή τους, γιατί το θαύμα δεν τελείται για να παραμείνουν οι ίδιοι όπως ήταν πριν από αυτό.

Σε μικρό χρονικό διάστημα, μετά από δύο εβδομάδες περίπου, βρέθηκα πάλι στο Λονδίνο, ώστε για δεύτερη φορά να την κοινωνήσω. Κάναμε πάλι έντονη προσευχή και τα άλλα.

Και νά, εκείνη που ήταν ήδη εντελώς «καταβεβλημένη» πριν από λίγες ημέρες, σηκώνεται από το κρεβάτι, πηγαίνει με λεωφορείο στο αεροδρόμιο και πετάει στην Ελβετία, όπου εσύ τους συνάντησες. Ζουν στα βουνά, κάνουν περιπάτους, αυτή τρώει από όλα, εύθυμη και σχεδόν γεμάτη ζωή. Ύστερα από λίγο καιρό πηγαίνουν στο Παρίσι, εκεί επισκέπτονται τα πάντα, τα μουσεία, τα θέατρα και άλλα πολλά … Έρχονται στο Λονδίνο, για να παρουσιαστούν στους γιατρούς. Οι γιατροί δεν εντόπισαν ίχνη μετάστασης ή υποτροπής. Πηγαίνουν στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο … αλλά τίποτε άλλο δεν υπάρχει, παρά μόνο η αναζήτηση της «παλαιάς ευτυχίας» και ο πόθος της «ζωής», όπως συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια, πριν από την αρρώστια. Ο Α. δεν της είπε ότι είχε καρκίνο, ότι θεραπεύτηκε με θαύμα. Της καλλιεργούσε την πεποίθηση ότι οι προηγούμενοι γιατροί έσφαλλαν, ότι δεν είχε τίποτε το φοβερό … Το αποτέλεσμα ήταν να γίνει το θαύμα χωρίς καμία ριζική μεταβολή στην πνευματική τους ζωή. Δεν γνωρίζω, φύλαξε άραγε το άγαλμα του Βούδα που είδα να έχει κοντά της στο νοσοκομείο και με απροκάλυπτη ικανοποίηση μου το έδειξε ως κάτι «θαυμαστό»; Εκείνη τη στιγμή εγώ δεν ήθελα με τίποτε να την στενοχωρήσω. Είπα απλώς ότι εγώ ο ίδιος αγαπώ μόνο τον Χριστό και δεν ήθελα να κοιτάξω το Βούδα. Ούτε αυτή ούτε ο Α. με κατάλαβαν.

Δεν θέλω να προβώ σε ανάλυση της ζωής του Α. και της Μ. Θεωρούσα όμως πάντοτε τον Α. προικισμένο με πλούσια πνευματικά χαρίσματα, και μου προκαλούσε πάντοτε βαθειά οδύνη το γεγονός ότι δεν κατάλαβε την κλήση του Θεού. Προτίμησε κάποια μορφή παγκοσμιότητας, που σήμερα βρίσκει έδαφος στη σκέψη πολλών. Η Μ. βρισκόταν κάτω από την επίδρασή του. Εγώ βέβαια περίμενα από εκείνον κυρίως να κατανοήσει ότι η παγκοσμιότητα του Χριστού είναι η μοναδική και αυθεντική παγκοσμιότητα, και το να αναζητά κανείς οπουδήποτε οτιδήποτε πιο παγκόσμιο είναι κατανοητό μόνο για όσους δεν έζησαν τη χάρη του Βαπτίσματος … Για μένα αποτελούσε φυσιολογική συνέπεια η εκ νέου επιδείνωση της υγείας της Μ. Και μου ήταν πια απίστευτα βαρύ να παρακαλέσω εκ νέου τον Θεό, γιατί η πρώτη μου ελπίδα διαψεύστηκε· αυτοί δεν άλλαξαν, δεν ανακαινίστηκαν. Η προσευχή λοιπόν για τους αρρώστους, για την ίασή τους με την άνωθεν δύναμη, η θαυματουργία, είναι δυνατή μόνο με την «υπόσχεση» της μετάνοιας, δηλαδή της ριζικής αλλαγής όλης της ζωής τους, ώστε η δόξα του Θεού να βρει χώρο μέσα τους και όλη η μετέπειτα ζωή τους να συνεχισθεί πλέον στο επίπεδο της Θείας δόξης.

Όπως εσύ, έτσι και εγώ, έγραψα στον Α. ότι, όσο βαρειά και αν είναι η θλίψη του, αυτό που του δόθηκε να ζήσει με την Μ. οφείλει να το αποδεχθεί ως νέα κλήση, σε νέο αγώνα, τον μεγαλύτερο και πιο θριαμβευτικό. Από την απάντησή του βλέπω ότι τα λόγια μου δεν βρήκαν απήχηση στην ψυχή του. Όλο το γράμμα του είναι πένθος «ψυχικό», για να μην πω «σαρκικό». Θα ήθελα, όπως κι εσύ, να τον δω να «ανορθώνεται σε όλο το ύψος του», πραγματικά συνετισμένο από την πείρα … ενώ αυτός κάνει λόγο για αυτοκτονία, εκφράζοντας έτσι τη διάθεση να επιταχύνει την έξοδό του από αυτόν τον κόσμο και μόνο τα λόγια της Μ., «ποτέ μην το κάνεις αυτό», τον συγκρατούν.

Βέβαια πάλι θα του γράψω, αλλά δεν έχω πια στην ψυχή μου την ίδια έμπνευση που είχα μόλις πριν από λίγο καιρό· δεν υπάρχει ελπίδα πως θέλει να ανορθωθεί. Με γυναικείο σχεδόν τρόπο «καλλιεργεί» τη θλίψη του. Θα είναι άραγε ωφέλιμο να του μιλήσει κανείς γι’ αυτό απότομα, περίφραστα, αποφασι-στικά; Δεν είμαι βέβαιος. Γι’ αυτό εν μέρει σιωπώ…

Θα σου συμβεί ακόμη πολλές φορές να ζήσεις τη θλίψη, γιατί δεν στρέφονται όλοι οι άνθρωποι με την ίδια δύναμη στον Θεό. Πολλές φορές θα υποφέρεις, γιατί αρνούνται συχνά να πορευθούν για να συναντήσουν τον Θεό, ο Οποίος τους αναζητά με κάθε «τρυφερότητα», με εντελώς εξαίρετη Θεία ταπείνωση, χωρίς να ασκεί κανένα, έστω και τον παραμικρό, εκβιασμό επάνω τους.

Ασκώντας το διακόνημα του πνευματικού, άρχισα να βλέπω λίγο καθαρότερα, «πόσο προσεκτικός είναι ο Κύριος», πόσο ευγενής (συγχώρεσέ με για την έκφραση αυτή). Απευθύνεται σε μας ως προς ίσους Του …

Το «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. 10,36), το κατανοώ ως εξής: Κάθε άνθρωπος, που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο μας εμποδίζει να ακολουθήσουμε τον Θεό, είναι εχθρός μας κατά το μέτρο που μας παρεμποδίζει. Αναμφισβήτητα όμως η πιο δύσκολη κατάσταση παρουσιάζεται κυρίως με τους πλέον οικείους, γιατί αυτοί μας αγαπούν και η ζωή τους συνδέεται με τη δική μας με χίλιους κόμπους. Παρόλα όμως αυτά πιστεύω στη νίκη του Χριστού, δηλαδή στην τελική Του νίκη.

Υμέτερος Σωφρόνιος



1. Ο Α είναι κάποιος κοινός γνωστός του Γέροντος Σωφρονίου και του Δ. Μπάλφουρ, πουπενθούσε τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του Μ.

 

 

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

Το θαύμα της προσευχής


Απόσπασμα από το βιβλίο: «Αναμνήσεις από την Καμτσάτκα»,

 του Μητροπολίτου Νέστορος, Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού


 ...Ἀνεξίτηλη θά μείνει στή μνήμη μου ἡ συνάντηση , στά χρόνια ἐκεῖνα, μέ τόν πρωθιερέα π. Ἰωάννη Σέργιεφ, τόν πασίγνωστο π. Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης. Νά πῶς ἔγινε: 

Τά καλοκαίρια, στίς διακοπές τῶν σπουδῶν μου, πήγαινα πάντα στό πατρικό μου σπίτι, στή Βιάτκα. Ἕνα τέτοιο καλοκαίρι ἦταν θλιβερά χρωματισμένο ἀπό τή σοβαρή ἀσθένεια τῆς μητέρας μου. Σύμφωνα μέ τή γνωμάτευση τῶν γιατρῶν, ὁ θάνατος ἦταν ἀναπόφευκτος.

-Ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε.  Τώρα τήν ἀφήνουμε στά χέρια τοῦ Θεοῦ..., εἶπε συγκινημένος ὁ γιατρός, καθώς μᾶς εἶδε νά θρηνοῦμε.

Ἡ ἀγαπημένη μας μητέρα ἔλιωνε μπροστά στά μάτια μας. Ἡ βαρειά νεφροπάθειά της τήν ὁδήγησε σέ κατάσταση κώματος. Δέν μποροῦσε πιά οὔτε νά κινηθεῖ οὔτε νά μιλήσει. Ὅλοι περιμέναμε τό μοιραῖο…

Κι ἐγώ.... ὤ, πόσο ὑπέφερα!: Δέν μποροῦσα νά πιστέψω ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά στερηθῶ τή λατρευτή μου μητέρα.

Ἀκριβῶς ἐκεῖνες τίς ἠμέρες κυκλοφόρησε στή Βιάτκα ἡ εἴδηση ὅτι ἔρχεται ὁ π. Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης. Εἶχα ἀκούσει τόσα πολλά γι’ αὐτόν τόν ἅγιο ἄνθρωπο, μέ τό θαυμαστό ποιμαντικό ἔργο καί τή θαυματουργική δύναμη τῆς προσευχῆς. Σφηνώθηκε στό μυαλό μου ἡ σκέψη νά τόν συναντήσω, νά τόν παρακαλέσω νά προσευχηθεῖ γιά τή σωτηρία τῆς μητέρας μου.

Ὁλόκληρη ἡ Βιάτκα ἦταν ἀναστατωμένη περιμένοντας τόν π. Ἰωάννη. Ἀλλά καί ἀπό τά περίχωρα, τίς κοντινές κωμοπόλεις καί τά χωριά, κατέφθαναν συνεχῶς πλήθη ἀνθρώπων, γιά ν’ ἀντικρύσουν τήν ἁγία μορφή του. Ὅσο ἔβλεπα τήν κοσμοσυρροή, τόσο ἀπογοητευόμουν, γιατί δέν θά εἶχα τή δυνατότητα νά τόν πλησιάσω. Ἔπρεπε ὅμως νά βρῶ μιά λύση. Τί νά ἔκανα;.....

Ἔτρεξα στόν ἐπίσκοπο τῆς Βιάτκα Φιλάρετο καί ζήτησα τή βοήθειά του. Ἐκεῖνος συναισθάνθηκε τόν πόνο μου καί μοῦ πρότεινε νά μεταφέρω τή μητέρα μου στό ναό τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου θά πήγαινε κάποια στιγμή ὁ π. Ἰωάννης. Ὡστόσο ἐκείνη ἦταν τόσο ἀδύναμη, πού δέν μποροῦσε νά μετακινηθεῖ ἀπό τό κρεβάτι της. Καί τούτη ἡ προσπάθειά μου δέν ἀπέφερε καρπούς.

Μέ μαῦρες σκέψεις καί βαρειά καριδιά ἐπέστρεφα στό σπίτι, ὅταν μιά ἄλλη ξαφνική ἴδέα μέ γέμισε ἐλπίδες. Δέν ἦταν πολύς καιρός πού εἶχε ἔρθει στή πόλη μας ἔνας νέος ἀστυνομικός διιοκητής, ὁ Κ. Κορομπίτσιν, μέ φήμη καλοκάγαθου καί πιστοῦ ἀνθρώπου.

«Δέν ἀπευθύνομαι καί σ’ αὐτόν;» σκέφθηκα. «Στό κάτω- κάτω, τί ἔχω νά χάσω;» Καί κατευθύνθηκα μέ γρήγορα βήματα στό διοικητήριο τῆς ἀστυνομίας.

Ὁ Κορομπίτσιν μέ δέχθηκε μέ πολλή καλωσύνη. Ἄκουσε τό πρόβλημά μου μέ συμπάθεια καί προθυμοποιήθηκε νά μέ βοηθήσει. Ὁ π. Ἰωάννης μάλιστα, ὅπως μοῦ εἶπε, ἦταν συγχωριανός του, ἀπό τό Ἀργάγγελσκ.   Μοῦ ἔδωσε μιά προσωπική κάρτα του. Πάνω στή κάρτα ἔγραψε μέ τό χέρι ἕνα σημείωμα γιά τούς ἀστυνομικούς, ὥστε νά μοῦ ἐπιτρέψουν τήν εἴσοδο ὁπουδήποτε θά πήγαινε ὁ π. Ἰωάννης. Τί εὐλογία Θεέ μου! 

Τή μέρα πού ἔφθασε στή Βιάτκα ὁ π. Ἰωάννης, ἀμέτρητα πλήθη πιστῶν κατέκλυσαν τούς δρόμους καί σταμάτησαν κάθε κυκλοφορία στή πόλη. Πῆγε κατευθείαν στό σπίτι τῆς οἰκογένειας Ποσκρεμπίσεφ.  Μέ πολλή δυσκολία κατόρθωσα νά πλησιάσω μέχρις ἐκεῖ.

Ἔδειξα τήν κάρτα τοῦ Κορομπίτσιν καί μοῦ ἄνοιξαν τήν αὐλόπορτα. Χώθηκα μέσα καί ἀνέβηκα, ὅπως μοῦ ἔδειξαν, στό δεύτερο ὄροφο. Ἐκεῖ, σέ μιά μικρή αἴθουσα, μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, στεκόταν ὁ π. Ἰωάννης καί ἔψελνε τήν παράκληση.

Συγκλονίστηκα ἀπό τό θέαμα: Ἡ μορφή του οὐράνια. Τό βλέμμα του καθαρό καί ἀστραφτερό. Τό ὕφος μεγαλοπρεπές καί ταπεινό συνάμα. Ἡ φωνή σταθερή καί ὑποβλητική. Ἡ προφορά ἐξαίσια. Σέ καθήλωνε ἡ ἀπερίγραπτη πνευματική δύναμη, μέ τήν ὁποία ἔλεγε τίς εὐχές.  Ἀκουγόταν σά νά συνομιλοῦσε ἀπευθείας μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο.

Ὅταν τελείωσε τήν παράκληση, οἱ παρευρισκόμενοι πλησίασαν νά ἀσπαστοῦν τόν τίμιο Σταυρό. Ἔμεινα τελευταῖος. Πλησίασα, ἀσπάστηκα τό Σταυρό καί κοντοστάθηκα. Μέ σπασμένη φωνή καί δάκρυα πού δύσκολα συγκρατοῦσα, μίλησα βιαστικά-βιαστικά στόν π. Ἰωάννη γιά τήν ἀσθένεια τῆς μητέρας μου. Ἐκεῖνος μέ ρώτησε τ’ ὄνομά της, σταυροκοπήθηκε καί εἶπε σιγανά καί σταθερά:

-Ὁ Θεός θά τῆς χαρίσει τήν ὑγεία!

Μέ πῆρε λίγο παράμερα καί μοῦ ἔδωσε ἕνα μπουκαλάκι μέ ἁγιασμό γιά τήν ἄρρωστη μητέρα μου. Πρίν φύγω, ἔγραψα βιαστικά ἕνα σημείωμα μέ τά ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς μου καί τό ἔβαλα στό χέρι τῆς γερόντισσας Ματρώνας Μεντβέντεβας.

-Δῶσε το, σέ παρακαλῶ, στόν π. Ἰωάννη, γιά νά μᾶς μνημονεύσει, τῆς εἶπα κι ἔφυγα.

Ἡ μητέρα ὅμως δέν συνῆλθε. Ἡ νύκτα ἐκείνη μοῦ φάνηκε πιό μαύρη ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες.  Περίμενα πῶς καί πῶς νά ξημερώσει γιά νά τρέξω νά συναντήσω πάλι τόν ἄνθρωπο, στόν ὁποῖο εἶχα κρεμάσει ὅλες μου τίς ἐλπιδες.

Τό ἄλλο πρωί πῆρα τό δρόμο γιά τόν Οἷκο Φιλανθρωπίας τῆς Βιάτκα. Στό παρεκκλήσι του θά λειτουργοῦσε, κάθώς εἶχα πληροφορηθεῖ, ὁ π. Ἰωάννης. Πάλι οἱ χῶροι γύρω ἀπό τόν Οἷκο ἦταν κατάμεστοι ἀπό ἀνθρώπους πού τόν περίμεναν. Πέρασα πολύ δύσκολα τήν αὐλή κι ἔφτασα στό ναό. Ἦταν ἀσφυκτικά γεμάτος. Χώθηκα μέσα μέ χίλια ζόρια, ἀδιαφορώντας γιά τίς διαμαρτυρίες, καί στάθηκα σ’ ἕνα κεντρικό σημεῖο. Ἀπό κεῖ κάπου θά περνοῦσε ὁ παππούλης.

Σέ λίγο οἱ κωδωνοκρουσίες κι ἕνα μακρόσυρτο βουητό ἀνήγγειλαν τόν ἐρχομό του. Ἦταν ἀδύνατον ὅμως νά περάσει καί νά φτάσει ὥς τήν ἐκκλησία. Τό πλῆθος ἔπεφτε πάνω του σχεδον ὑστερικά. Μερικοί χεροδύναμοι ἄντρες τόν σήκωναν τότε στά χέρια καί παραμερίζοντας τό πλῆθος, διέσχισαν τήν αὐλή κι ἔφτασαν ὥς ἐμᾶς. Τόν ἄφησαν ἀκριβῶς μπροστά μου!

Τό βλέμμα του μέ συνέλαβε. Μέ ἀναγνώρισε ἀμέσως. Ἔριξε πάνω μιά πρόσχαρη ματιά καί εἶπε:

-Ἐδῶ κι ἐσύ; Πῶς εἶναι ἡ μητέρα σου;

Τά μάτια μου βούρκωσαν.

-Στήν ἴδια κατάσταση… χωρίς ἐλπίδες..., ἀποκρίθηκα μέ λυγμούς.

Τ’ ἀστραφτερά του μάτια καρφώθηκαν στά δικά μου. Ἡ φωνή του ἦταν δυνατή καί σταθερή, ὅταν εἶπε:

-Θά παρακαλέσουμε θερμά τό Θεό νά τῆς χαρίσει τήν ὑγεία. Καί Ἐκεῖνος θά εἰσακούσει τίς προσευχές μας καί θά τή σώσει!...

Τίς τελευταῖες λέξεις μόλις πού τίς ἄκουσα, γιατί τό πλῆθος εἶχε ἤδη ὠθήσει τόν π. Ἰωάννη μπροστά, πρός τό ἱερό βῆμα.

Σέ λίγο ἄρχισε ἡ θεία Λειτουργία.

Μέσα στό ἱερό ἔφταναν ἀδιάκοπα σημειώματα, ἐπιστολές καί τηλεγραφήματα. Περιεῖχαν ὀνόματα, γιά νά τά μνημονεύσει ὁ π. Ἰωάννης στήν ἁγία πρόθεση.

Εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψει κανείς μιά Λειτουργία τοῦ π. Ἰωάννου· τή μεταρσιωτική της δύναμη, τήν κατανυκτική της ἀτμόσφαιρα…

Μέσα σέ τόση λαοθάλασσα, ἡ τέλεση τῆς ἀναίμακτης θυσίας ἀπό τά χέρια τοῦ π. Ἰωάννου κατέβαζε τόν οὐρανό στή γῆ. Ἡ θεία Λειτουργία ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος μιά δυνατή φλόγα προσευχῆς, πού κατάκαιγε τίς καρδιές ὅλων τῶν πιστῶν.

Ἔφυγα συγκλονισμένος γιά τό σπίτι μου.

Τήν ἑπόμενη μέρα ὁ π. Ἰωάννης λειτούργησε στό ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Περιττό νά πῶ, πώς ἔτρεξα ἀπό τούς πρώτους ἐκεῖ. Εἶχαν φέρει πολλούς ἀρρώστους καί δαιμονισμένους. Κάτω ἀπό τούς θόλους τοῦ ναοῦ ἀκούγονταν σπαρακτικοί στεναγμοί, ἀνατριχιαστικές κραυγές, ἀλλά καί συγκινητικές ἱκεσίες τῶν ἀσθενῶν, πού προσδοκοῦσαν τή θεραπεία τους ἀπό τόν «μπάτσουσκα» (παππούλη).

Κι ἀνάμεσα σ’ ὅλες αὐτές τίς φωνές, ξεχώριζε δυνατή, σταθερή, κρυστάλλινη ἡ φωνή τοῦ λειτουργοῦ  π. Ἰωάννου. Ἔλεγε τίς εὐχές καί τίς ἐκφωνήσεις σά νά ἦταν «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», ἀπερίσπαστος ἀπό τίς κραυγές τοῦ πλήθους. Ἀπευθυνόταν στόν Κύριο μέ μιάν ἀμεσότητα καί μιά παρρησία, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων», πού σέ καθήλωναν. Θύμιζε προφήτη τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού μιλοῦσε ἀπευθείας στό φοβερό Θεό.

Πρίν τελειώσει ἡ ἀκολουθία, ἔφυγα γιά τό σπίτι. Μ’ ἔτρωγε ἡ ἀγωνία, πώς ἡ μητέρα μου μποροῦσε νά εἶχε ἤδη πεθάνει. Τή βρῆκα ὅμως στήν ἴδια κατάσταση... Τί νά ἔκανα; Καθόμουν σ’ ἀναμμένα κάρβουνα.  Στό τέλος δέν ἄντεξα. Πῆρα μιάν ἅμαξα μέ γρήγορα ἄλογα, καί ξεκίνησα γιά τό σπίτι πού ἔμενε ὁ π. Ἰωάννης. 

Δέν εἶχα προλάβει νά στρίψω στή γωνία τοῦ δρόμου μας, καί τί νά δῶ!  Μιά ἀτέλειωτη σειρά ἀπό ἅμαξες κατευθυνόταν πρός τό μέρος μου. Στήν πρώτη ἅμαξα καθόταν ἡ γρια-Ματρώνα Μεντβέντεβα μέ μερικούς ἱερεῖς.  Μέ εἶδε, κούνησε πέρα-δῶθε καί τά δύο της χέρια καί φώναξε:

-Ἀπό ποῦ θά πᾶμε στό σπίτι σου; Σέ σᾶς ἔρχεται ὁ π. Ἰωάννης!

Κέρωσα.... Ὁ π. Ἰωάννης στό σπίτι μου!  Ἀπίστευτο!... Δόξα Σοι, Κύριε!

Ξετρελαμένος, γύρισα σάν ἀστραπή στό σπίτι καί εἰδοποίησα τόν πατέρα καί τή γιαγιά μου γιά τή σπουδαία ἐπίσκεψη. Τούς εἶπα νά ὑποδεχθοῦν ὅπως ἔπρεπε τόν παππούλη, κι ἐγώ ἑτοίμασα γρήγορα στό σαλόνι ὅ,τι χρειαζόταν γιά νά τελεστεῖ ἁγιασμός: ἕνα τραπεζάκι μέ καθαρό κάλλυμμα, μιά ἀσημένια λεκάνη μέ νερό, δυό κεριά, ἕνα σταυρό κι ἕνα μικρό Εὐαγγέλιο.

Μεταφέραμε τή μητέρα μέ τό κρεβάτι μέσα στήν εὐρύχωρη σάλα. Στό μεταξύ πλήθη πιστῶν εἶχαν κατακλύσει ὄχι μόνο τό σπίτι καί τήν αὐλή, μά καί τούς γύρω δρόμους.

-Ποῦ εἶναι ἡ ἄρρωστή σας; ἀκούστηκε ξαφνικά ἡ φωνή του π. Ἰωάννου, καθώς ἔμπαινε μέσα.

-Νά, βλέπεις; Ἦρθα στή μητέρα σου. Θά προσευχηθοῦμε, καί ὁ Κύριος θά τή γιατρέψει.

Μ’ αὐτά τά λόγια πλησίασε στό κρεβάτι μέ τήν ἄρρωστη, πού δέν ἐποικοινωνοῦσε πιά, τή χάϊδεψε ἁπαλά στό μέτωπο καί ψιθύρισε:

-Καημένη μου, ἄρρωστη Ἀντωνίνα…

Ἔπειτα τή σταύρωσε στό κεφάλι μέ τό σταυρό πού εἶχε μαζί του, τῆς διάβασε μιά εὐχή καί ζήτησε ἀπ’ ὅλους μας νά προσευχηθοῦμε γιά τή θεραπεία της. Στάθηκε ὕστερα μπροστά στό τραπεζάκι, πού εἶχα ἑτοιμάσει, κι ἔκανε ἁγιασμό καί παράκληση.  Στό τέλος τῆς παρακλήσεως γονάτισε καί ἄρχισε νά παρακαλεῖ μεγαλόφωνα τό Θεό γιά τή θεραπεία τῆς μητέρας μου.

-Γιά χάρη τῶν παιδιῶν της, Κύριε, δεῖξε τό μέγα Σου ἔλεος. Λυπήσου τή δούλη σου Ἀντωνίνα. Δῶσε της ζωή καί δύναμη. Συγχώρησε ὅλα της τά ἁμαρτήματα, ὅλα της τά πταίσματα, ἑκούσια καί ἀκούσια. Ἐσύ, Κύριε, εἶπες «αἰτεῖτε καί δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καί εὑρήσετε». Εἰσάκουσε λοιπόν κι ἐμᾶς, πού καταφεύγουμε στήν εὐσπλαχνία Σου, καί χάρισε τήν ὑγεία στήν ἄρρωστη Ἀντωνίνα Σου!

Σηκώθηκε, πλησίασε τή μητέρα, τήν εὐλόγησε καί εἶπε μέ προστακτική φωνή:

-Νά φωνάξετε ἀμέσως ἕναν ἱερέα, γιά νά ἐξομολογήσει καί νά κοινωνήσει τήν ἄρρωστη!  Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά γίνει καλά!

Καθώς μᾶς ἀποχαιρετοῦσε, ἔκανε στόν πατέρα δυό-τρεῖς ἐρωτήσεις γύρω ἀπό τήν οἰκογένειά μας καί τή ζωή μας, μᾶς ἔδωσε τήν εὐχή του καί βγῆκε ἔξω. Διέσχισε μέ κόπο τήν κατάμεστη ἀπό κόσμο αὐλή καί ἀνέβηκε μέ δυσκολία στήν ἅμαξα, πού τόν περίμενε στήν αὐλόπορτα. Οἱ πιστοί τήν περικύκλωσαν καί τήν ἐμπόδισαν νά προχωρήσει. Μερικοί ἀγωνίζονταν ν’ ἀγγίξουν ἔστω καί μιάν ἀκρούλα τοῦ ράσου τοῦ χαρισματικοῦ παππούλη. Ἄλλοι πάλι ἔριχναν μέσα στήν ἅμαξα γράμματα, χρήματα, χαρτιά μέ ὀνόματα γιά μνημόνευση.

Ἐμεῖς ὅμως δέν εἴχαμε τήν ὑπομονή νά δοῦμε τί θ’ ἀπογίνει. Μόλις ξεπροβοδίσαμε τόν π. Ἰωάννη, ἐπιστρέψαμε μέσα γιά νά δοῦμε τήν κατάσταση τῆς μητέρας. 

Οἱ καρδιές ὅλων μας σπαρτάρησαν καί κραυγές χαρᾶς βρῆκαν ἀπ’ τά χείλη μας, καθώς τήν εἴδαμε νά ἔχει συνέλθει καί νά κάθεται στό κρεβάτι. Τό θαῦμα εἶχε γίνει!  Στό χλωμό καί σκελετωμένο πρόσωπό της εἶχε λάμψει μιά ἀκτίνα ζωῆς.

Ἔριξε πάνω μας ἕνα κουρασμένο βλέμμα, καί μέ φωνή πού μόλις ἀκουγόταν ψέλλισε παρακλητικά:

-Ἀφῆστε με μόνη…

Σεβαστήκαμε τήν ἐπιθυμία της καί βγήκαμε ἔξω. Καλέσαμε τόν ἐφημέριο τῆς ἐνορίας, ὅπως μᾶς εἶχε πεῖ ὁ π. Ἰωάννης. Δέν ἄργησε νά ἔρθει. Τήν ἐξομολόγησε καί τήν κοινώνησε. Ὅταν ἐπιστρέψαμε στό δωμάτιο, ἦταν καθισμένη στό κρεβάτι, ἀλλ’ ἀμέσως σηκώθηκε ἀργά-ἀργά καί στάθηκε στά πόδια της. Ἦταν ἡ ἀρχή τοῦ τέλους τῆς δοκιμασίας της. Ἀπό τήν ἄλλη μέρα ἄρχισε νά συνέρχεται μέ γοργό ρυθμό. Σύντομα ἔγινε τελείως καλά. Καί ὁ Θεός εὐδόκησε νά ζήσει τριαντατέσσερα χρόνια ἀκόμα!

Ἡ ἀποτελεσματικότητα τῆς πίστεως καί τῆς προσευχῆς στή θεραπεία τῆς μητέρας  μου σημάδεψε ἀνεξίτηλα τήν ἐφηβική μου ψυχή. Ἐνίσχυσε τόν πόθο ν’ ἀφιερώσω τή ζωή μου στό Θεό καί στή διακονία τῶν συνανθρώπων μου, καί σταθεροποίησε τήν πορεία μου πρός τήν ἀπόκτηση τῆς μεγάλης ἱερατικῆς χάριτος.

Στήν περίπτωση τῆς μητέρας μου ἀποκαλύφθηκαν ὁλοφάνερα, γι’ ἄλλη μιά φορά, ἡ παντοδυναμία τοῦ Κυρίου, πού ἐπιμελεῖ πάντοτε πλῆθος θαυμάτων διαμέσου τῶν ὀργάνων Του, τῶν ἱερέων. Ἀποκαλύφθηκε ἀκόμα ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς, πού κεντρίζει τήν εὐσπλαχνία τοῦ παντοδύναμου Θεοῦ καί προκαλεῖ τήν ἐπέμβασή Του στίς δυσκολίες μας.

Ποιός ἄπιστος καί μέ ποιά ὀρθολογιστικά ἐπιχειρήματα θά μποροῦσε ποτέ νά κλονίσει τήν πίστη μου, τήν στιγμή πού ἔζησα ἕνα τέτοιο ζωντανό θαῦμα;