Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Στην καλύβα του Γέροντος Γρηγορίου.

Βαδίσαμε προς την καλύβα του γέροντα Γρηγορίου του Δικαίου της Νέας Σκήτης για εκείνη τη χρονιά, να ζητήσουμε φιλοξενία ως είθισται. Ανοίξαμε την παλαιά ξύλινη εξώπορτα και προχωρήσαμε μέσα σε κηπάκο από λαχανικά. Ο Γέροντας μαγείρευε στην κουζίνα και ήρθε να μας κάνει παρέα ένας Γερμανός που φιλοξενούταν στην καλύβα.
Ο Χανς μιλούσε πολύ καλά ελληνικά και η συζήτηση ήταν ευχάριστη. Το φαγητό έγινε. Σαλάτα με ντομάτα, αγγούρι, άνηθο. Ομελέτα με πατάτες. Περιττό να πω, οι γεύσεις από τη σαλάτα ήταν απίστευτες. Την βούτα στο ζουμί με το ψωμί, την ευχαριστήθηκα όσο ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν ήταν ζουμί, ήταν Αμβροσία. Ε, και πώς να μην είναι αφού τα προϊόντα ήταν από το κήπο του, μακριά από συντηρητικά και λίπασμα μόνο κοπριά. Και για όσους πιστεύουνε, ήταν ακόμα πιο νόστιμα γιατί κατά την περιποίηση του κήπου, λέγεται αδιάλειπτα η ευχή ``Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με``, όπως και σε κάθε εργασία, ο μοναχός δεν σταματά να λέει την ευχή. Πάνω και πέρα από όλα βάζεις το Θεό να νοιαστεί ακόμα και για τα πιο απλά. Ούτε φύλλο δέντρου δεν πέφτει αν δεν αποφασίσει ο Θεός.
Ο Γέροντας, παρατήρησα, δεν έβαλε ούτε μισή μερίδα στο πιάτο του. Εμάς μας σέρβιρε παραπάνω από το κανονικό και επέμενε και μας έβαλε και το περίσσευμα και δεν έμεινε τίποτα. Ενώ αυτός έφαγε πολύ λίγο. Πως άντεχε; Από το πρωί στο πόδι στο Κυριακό, μετά να κάνει τις δουλειές στο κελί του, είναι και αγιογράφος και είχε και κάτι παραγγελίες που έπρεπε να κάνει για να βγάλει τα προς το ζην.
Μετά το φαγητό, ξεκουραστήκαμε λίγο στο κοιτώνα της Σκήτης και ανηφορίσαμε πάλι για την καλύβα του γέροντα για τον εσπερινό. Μας έψησε καφεδάκια και έπειτα μπήκαμε στο κελί του. Διώροφο, στο ισόγειο η κουζίνα και η τουαλέτα και στον πάνω όροφο το δωμάτιο του και το εκκλησάκι. Μικρό, ίσα που χωρούσε στριμωγμένους δέκα άτομα. Αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Διαβάσαμε τον εσπερινό, εναλλάξ όλοι μας, ενώ ο Γερμανός παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Πρωτόγνωρη εμπειρία. Τέσσερα άτομα σε ένα εκκλησάκι να κάνουμε την ακολουθία, μόνοι μας. Ο ήλιος ίσα που έμπαινε από το μοναδικό παράθυρο που το αγκάλιαζε μια κληματαριά.
Κατηφορίσαμε προς το Κυριακό της Σκήτης, όλοι μαζί αυτή τη φορά. Στο δρόμο, ο Γέροντας Γρηγόριος σταματάει και με την μαγκούρα πιάνει και κόβει ένα κλαδί δάφνης. Δίπλα στο Κυριακό ήταν το κοιμητήριο της Σκήτης και το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων που γιόρταζε αύριο. Έπρεπε να το ετοιμάσουμε για την αυριανή γιορτή. Ο εξωτερικός περίβολος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Λόγω κάποιων εργασιών που είχαν γίνει πριν από κάποια χρόνια, ο εργολάβος είχε αφήσει γύρω από κοιμητήριο ξύλα και σίδερα πολλά και αμετακίνητα. Ίσα ίσα που φαινόταν οι τρείς ξύλινοι σταυροί, το μόνο σημείο που υποδηλώνει ότι εκεί είναι νεκροταφείο. Ούτε μάρμαρα, ούτε πολυτέλειες, ούτε υπόλοιπες εκδηλώσεις ματαιοδοξίας. Ένας απλός ξύλινος σταυρός και περίφραξη από πέτρες. Και σε τρία χρόνια ανακομιδή του λειψάνου και πια δεν υπάρχει τάφος, σταυρός. Δεν υπάρχει πια μετά θάνατον γήινη κατοικία. Μόνο ένας από τους τρείς σταυρούς ήταν μαρμάρινος και αυτό επειδή, λαϊκοί, από έξω από τον κόσμο προς τιμή του κεκοιμημένου γέροντα που αγάπησαν θέλανε να βάλουν. Όταν η κοσμικότητα μπαίνει στο Άγιο Όρος...
Με τσάπες βγάλαμε τα αγριόχορτα, ισιώσαμε το χώμα, κουβαλήσαμε πάγκους από την Τράπεζα του αρχονταρικιού για να καθίσουν όσοι θα ερχόντουσαν καθώς το εκκλησάκι ήταν μικρό. Το δάπεδο του το γεμίσαμε με τα φύλλα της δάφνης.
Η ώρα πήγε οκτώ. Πήγαμε ξανά στο κελί του Γέροντα και καθίσαμε στην αυλή μέχρι να μαγειρέψει το φαί. Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Δεν το περιγράφω. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται.. Αλλά, όποιο ηλιοβασίλεμα και να δω, το συγκεκριμένο θα είναι το καλύτερο. Γιατί πουθενά αλλού στον κόσμο η ομορφιά δεν συμπλέκεται με τον μυστικισμό του τόπου. Πιάσαμε συζήτηση με τον Χανς. Το ρώτησα πως ήρθε στο Άγιον Όρος.
-Έρχομαι συνέχεια από τη δεκαετία του εξήντα. Η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα. Σε μια εφημερίδα διάβασα για το Άγιο Όρος και από εκείνη τη στιγμή μου καρφώθηκε η ιδέα να πάω. Το ήθελα πολύ. Η γυναίκα μου δεν ήθελε. Κάλεσε τα αδέλφια και με απειλήσανε να μην πάω. Μάλιστα με περάσανε και για ομοφυλόφιλο. Όμως εγώ επέμενα και με αφήσανε με συνοδεία δύο αδελφών. Από τότε έρχομαι κάθε χρόνο και τώρα που πήρα σύνταξη τρείς φορές τον χρόνο. Ύστερα από δυό τρείς φορές πείστηκε και η οικογένεια μου, ότι όχι κακό, αλλά καλό μου κάνει και με αφήνουν. Και συνέχισε.
-`Εδώ, εμείς τα βλέπουμε ρομαντικά, θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα, λέμε τι ωραία να μέναμε, αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Ιδίως το χειμώνα. Μες στην μοναξιά. Για φαντάσου τι δύσκολα που είναι. Ο Γέροντας Γρηγόριος είναι ψυχούλα, ας μη φάει αυτός, αρκεί να φάει όλος ο άλλος κόσμος. Και έχει τόσες ανάγκες. Να, βλέπεις το κελί. Το μισό ετοιμόρροπο είναι.
Ο Γέροντας τηγάνισε σκουμπριά. Και σαλάτα. Ένα αυτός και από δύο με το ζόρι εμείς. Οι γάτες γύρω από το τραπέζι έσκουζαν και ήθελαν μεζέ.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό. Η ώρα είχε πάει δέκα. Υπό το αμυδρό φως των κινητών μας κατηφορίσαμε τα σκαλοπάτια της Σκήτης. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Από κάποιες καλύβες έβλεπες φώτα. Από κάποιες άλλες όχι. Πέσαμε ξεροί για ύπνο....

Ηλίας Βουτσινάς

Σάββατο 26 Απριλίου 2008

Η προσευχή του παπά-Τύχωνα


«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού.»
Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χριστού! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χριστού, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαριστήσει, έστω κι αν είχε Αγγελικό νούν; Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα. Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγιά Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψει τις πληγές σας! Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξιώσει με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνομε τα πανάχραντά Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήσει να πλύνει τις αμαρτίες μας και θα μας ανοίξει τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.
Ιερομόναχος Τύχων - Άγιον Όρος

Σάββατο 8 Μαρτίου 2008

Μνημόσυνα

Τελικά, καταλαβαίνουμε τι είναι τα μνημόσυνα ;

Είναι για να καθίσουμε άλλα δέκα λεπτά στην εκκλησία αδημονώντας να πάρουμε το αντίδωρο; Είναι μια αναγκαία αγγαρεία; Είναι μία ευκαιρία να συναντηθούμε με παλαιούς γνώριμους και συγγενείς; Είναι ακόμη ένα κόλπο των παπάδων για να “τα παίρνουν” από ζωντανούς και πεθαμένους; Τι είναι τελικά;

Στο Άγιον Όρος όταν γίνεται μνημόσυνο, οι παρευρισκόμενοι εύχονται “και στα δικά μας”. Εύχονται να υπάρξει και για αυτούς μνημόνευση, να υπάρξουν και για αυτούς άνθρωποι που θα τους σκέπτονται και που θα προσευχηθούν για την σωτηρία και της δικής τους ψυχής. Μιας ψυχής που μετά τον θάνατο μένει στάσιμη και δεν μπορεί να έχει καμία ροπή ούτε προς το καλό, ούτε προς το κακό. Μιας ψυχής που περιμένει από εμάς να κάνουμε κάτι για αυτήν. Να προσευχηθούμε, για την σωτηρία της, να την μνημονεύσουμε, να κάνουμε Σαρανταλείτουργα, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες. Γιατί αυτή η ίδια δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον. Και καλά για τις ψυχές που λαμβάνουν θαλπωρή Παραδείσου. Αυτές είναι μάλλον καλά. Για τις άλλες, που ακούν τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων; Γι’ αυτές τις ψυχές που μας παρακαλάνε να κάνουμε εμείς οι ζωντανοί κάτι;

Το μνημόσυνο δεν κρατάει πάνω από δέκα λεπτά . Όσο να προσευχηθούμε με ένα εκατοστάρι κομποσχοίνι “Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου…. τάδε”, έχει τελειώσει. Ας μην αγανακτούμε, ας μην συζητούμε και ας μην αδημονούμε για το τελείωμά του. Ας προσευχόμαστε για την σωτηρία του κεκοιμημένου. Στο κάθε μνημόσυνο ο άγγελος κατεβάζει την ψυχή του μεταστάντος εκεί μαζί με μας. Εκείνη την στιγμή, όπως έλεγε και ο γέροντας Παίσιος, δίνουμε στην ψυχή αυτή μια δροσιστική πορτοκαλάδα. Οι ψυχές των κεκοιμημένων έχουν ανάγκη την μνημόνευση. Την περιμένουν με αγωνία βρισκόμενες πιο κοντά στην τελική Κρίση απ’ ότι εμείς. Ας το θυμόμαστε πάντα αυτό.

Άντε και στα δικά μας…

Σ. Σ.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2008

Θεοσεβές πνεύμα

Όταν δεν έχεις χρόνο να ασκηθείς στην προσευχή, τότε όσο το δυνατόν περισσότερο, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε ασχολίας, απέκτησε ένα θεοσεβές πνεύμα, δηλαδή έχε τον Θεό στην ενθύμηση σου και ασκήσου με κάθε τρόπο, με τα πνευματικά σου μάτια, να τον δεις ενώπιον σου με σεβασμό και αγάπη. Και αισθανόμενος τον Θεόν σαν να ήταν πραγματικά ενώπιον σου, με υπάκουη ευλάβεια σε όλες τις πράξεις σου, δεσμεύσου στην Παντοδυναμία Του, Πανταχού Παρουσία Του και Παντογνωσία Του, με τέτοιο τρόπο, που σε κάθε σου πράξη, λέξη και σκέψη, να θυμάσαι τον Θεό και το Άγιο θέλημα Του. Αυτό εν ολίγοις, είναι τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα πνεύμα προσευχής. Για έναν που αγαπά την προσευχή πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, με σταθερή βαθειά προσοχή, να τοποθετήσει την δική του αντίληψη κάτω από την αντίληψη του Θεού, και ταπεινά και με ευλάβεια να υποτάξει τον εαυτό του στον Θεό.


Γέρων Αγάπιος ο τυφλός

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Μέρρυ Κρίστμασ...

Οι βιτρίνες στολίστηκαν, και οι λογής διαφημίσεις μας βομβαρδίζουν για το που θα χαλάσουμε τον δέκατο τρίτο μισθό μας. Τα πρόσωπα άρχισαν να γίνονται πιο χαρωπά και ευδιάθετα. Ένας κύριος με άσπρα μούσια και κόκκινη φορεσιά, βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας. Έλατα, έλκηθρα, κάλτσες, γαλότσες, και λοιπά μπιχλιμπίδια, παντού στο οπτικό μας πεδίο. Θα φάμε τα γλυκά μας, τα χοιρινά μας και τη γαλοπούλα μας. Θα πιούμε, θα μεθύσουμε, θα διασκεδάσουμε, θα ξενυχτήσουμε, θα παίξουμε χαρτιά και ρουλέτες για το καλό”, θα πάμε στα ρεβεγιόν, θα κάνουμε και καμιά τσαχπινιά”… Και τελικά, γιατί τα κάνουμε όλα αυτά ; Καταλαβαίνουμε τι ακριβώς γιορτάζουμε…;


Σ. Σ.




Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Ο Όσιος Τερέντιος ο θαυματουργός (+ 28/10/1886 )

Από το βιβλίο του μοναχού Παισίου Νεοσκητιώτη "Ημείς μωροί δια Χριστόν"

Ο Όσιος Τερέντιος είναι ένα από τα μεγάλα παραδείγματα υπομονής στην εθελοντική άσκηση. Αυτός αγωνίστηκε στο χωριό Μικρός Αρχάγγελος στην επαρχία Ορλώφ κατά την διάρκεια του 1830. Συχνά ντυνόταν με χειμωνιάτικα ρούχα το καλοκαίρι ενώ το χειμώνα δεν φορούσε τίποτε άλλο εκτός από ένα πουκάμισο μέχρι τα γόνατα και ένα παπούτσι στο ένα μόνο πόδι. Ένας από τους αγαπημένους του τρόπους του να τιμωρεί τους αμαρτωλούς ήταν να σπάζει ένα παράθυρο στο σπίτι τους ή να ρίχνει χούφτες από ακαθαρσίες πάνω τους. Άλλες φορές θα φώναζε ξαφνικά : «Στο κακό, στο κακό» και μετά θα κυνηγούσε τα παιδιά που συνήθως τον χλεύαζαν. Είναι περιττό να πούμε ότι ο Όσιος υπέμενε πολλά χτυπήματα και κατηγορίες για αυτή του την συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα, το σώμα του ήταν συνήθως μια μάζα από πληγές. Αλλά, ο Άγιος τα έκανε όλα αυτά προκειμένου να αγγίξει τη συνείδηση των αμαρτωλών ανθρώπων, ώστε αυτοί να μετανοήσουν και να σωθούν.Πολλοί άνθρωποι κατάλαβαν και ωφελήθηκαν πολύ από αυτά τα πνευματικά του μαθήματα. Άλλοι τον μίσησαν για τους ανόητους τρόπους του, για την αγιότητα της ζωής του, και για τον τρόπο που αντιμετώπιζε τους κατηγόρους του.Ήταν συχνά στο αστυνομικό τμήμα όπου, μιμούμενος τον Χριστό, υπομονετικά άντεχε τις τιμωρίες και την σκληρότητα, αντιμετωπιζόμενος ως αλήτης. Πολλές φορές, εστάλη σε άσυλα ανιάτων, από τα οποία απελευθερωνόταν αμέσως όταν δεν μπορούσε να βρεθεί κανένα σημάδι με διανοητικές διαταραχές. Τα παιδιά του πετούσαν πέτρες και μπουκάλια και οι άξεστοι έμποροι, αμαξάδες και υπηρέτες τον χλεύαζαν και τον χτυπούσαν ανελέητα. Συχνά, το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο και το πρόσωπο του, τα χέρια του και το σώμα του λερωμένα με χρώμα, πίσσα ή ακαθαρσίες. Κάποτε ένας υπάλληλος σε ένα ξενοδοχείο έριξε τον Όσιο μέσα σε ένα κιβώτιο με σπασμένα γυαλιά. Ο ενάρετος σαλός, αν και ήταν σοβαρά πληγωμένος, δεν άφησε να του ξεφύγει ούτε ένας αναστεναγμός.Εν μέρει, φυσικά, ο Άγιος εσκεμμένα επιδίωκε κα υποφέρει, δεδομένου ότι ένας σαλός για τον Χριστό πρέπει να υπομένει τα πάντα, για να κατακτήσει όσο το δυνατόν πιο μεγάλη ταπείνωση. Επιπλέον, ο σαλός είναι ο μεγάλος δάσκαλος της υπομονής. Γι αυτό σε όλες τις δοκιμασίες του ο Άγιος, επιδείκνυε την υπομονή του και την αγάπη. Η μεγάλη του προσπάθεια ήταν να φέρει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Συχνά, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν απλά να κατανοήσουν τις ενέργειες και τις πράξεις του και επιδείκνυαν μεγάλη αδιαλλαξία, ακόμη και κακοβουλία προς τον σαλό του Χριστού. Γνωρίζουμε πολύ λίγα για την οικογενειακή ζωή του Οσίου. Είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Θεόδωρο αλλά μόλις που τον γνώριζε. Μην έχοντας ένα σπίτι ή ακόμα και ένα καταφύγιο, ο Όσιος περιπλανιόταν συνεχώς. Εύρισκε συνήθως καταφύγιο για τη νύχτα στο σπίτι κάποιου που τον είχε κατηγορήσει εκείνη τη μέρα. Τα χαρίσματα του Οσίου Τερεντίου για ταπείνωση, προόραση και αγάπη φανερώνονται όλα σε μια σειρά από γεγονότα. Το καταφύγιό του για τη νύχτα ήταν πολλές φορές το σπίτι ενός αστυφύλακα, του οποίου ο βίος δεν ήταν άμεμπτος.Ο αστυφύλακας είχε έναν τρελό μάγειρα που η συμπεριφορά του απέναντι στον Όσιο ήταν απαράδεκτη. Σε μία περίπτωση ο Τερέντιος μπήκε στην κουζίνα και έπεσε να κοιμηθεί σε έναν πάγκο κοντά στην σόμπα, αφήνοντας τα πόδια του να εξέχουν. Ο μάγειρας μπήκε μέσα και χτύπησε τα πόδια του Οσίου. Ο Όσιος δεν κουνήθηκε. Αυτό τόσο πολύ θύμωσε τον μάγειρα που άναψε ένα κερί και με δυνατά γέλια άρχισε να καίει τα πέλματα των ποδιών του Αγίου. Η μια φουσκάλα μετά την άλλη εμφανίστηκαν στα πέλματα του. Ο Όσιος δεν έλεγε τίποτα. Παρέμενε σαν νεκρός, μέχρι που ο τρελός μάγειρας τελείωσε το παιχνίδι του. Έπειτα, ο Όσιος σηκώθηκε, σαν να μην αισθανόταν κανέναν πόνο, άρχισε να περπατάει όπως συνήθως, χωρίς παπούτσια και χωρίς να μειώσει τα βήματα του. Τα παιδιά πάλι τον πείραζαν με τις λέξεις του : «Στο κακό! Στο κακό!». Ο Τερέντιος δεν έδινε την παραμικρή προσοχή στα καμένα πέλματα του και γρήγορα άρχισε να τρέχει ξωπίσω τους, αν και το αίμα έτρεχε ποτάμι από τα πληγωμένα πόδια του. Μετά από αυτό για μια ολόκληρη εβδομάδα, ο ευλογημένος σαλός επισκέπτονταν το σπίτι του αστυφύλακα κάθε ημέρα την ώρα του γεύματος και φώναζε δυνατά Στο κακό, στο κακό!... ιδού οι ιερείς έρχονται… ιδού, αυτοί σκάβουν έξω κάποιου άλλου τον τάφο… ιδού οι δικαστές!... Την στραγγάλισαν… Πέθανε!...». Ο καθένας πήρε αυτά τα λόγια για ασυναρτησίες, φωνές ενός φλύαρου τρελού αλλά μέσα σε ένα μήνα, φάνηκε να είναι προφητεία και όχι τρέλα. Ο αστυφύλακας ήταν ανακατεμένος σε μερικές φρικτές εγκληματικές πράξεις και σπατάλησε πολλά χρήματα προσπαθώντας να καλύψει αυτές τις ενέργειες. Τα χρήματα δεν τον έσωσαν και καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Τον μάγειρα για την συμμετοχή του στα εγκλήματα τον έστειλαν στην Σιβηρία. Ακόμη και τότε , ο Όσιος προσπάθησε να αναπαύσει τον μάγειρα και τον συνόδευσε ο ίδιος αρκετά πέρα από το χωριό, κλαίγοντας για την συμφορά που τον βρήκε, λες και επρόκειτο να πάει ο ίδιος στη Σιβηρία. Προς το τέλος της επίγειας ζωής του, ο Όσιος βρήκε καταφύγιο για έναν χρόνο στην καλύβα ενός ζυθοποιού. Εδώ μερικοί που τον χλεύαζαν πήραν το πουκάμισο από τον ευλογημένο σαλό και του φόρεσαν μια κουρελού, ανοίγοντας τρύπες σε αυτή για το κεφάλι και τα χέρια. Ο Όσιος φορούσε αυτή την κουρελού παντού, προς μεγάλη διασκέδαση του αργόσχολου πλήθους.Κάποια νύχτα στα τέλη του φθινοπώρου, γύρω στα μεσάνυχτα, ενώ βρισκόταν στην καλύβα του ζυθοποιού,έπιασε πυρκαγιά η κουρελού του.Ο Άγιος τυλιγμένος όλος στη φωτιά, πήδηξε σε ένα μεγάλο σωρό από άχυρα που βρίσκονταν δίπλα. Οι άνθρωποι είδαν την φωτιά και νόμισαν ότι τα άχυρα είχαν ανάψει. Ο συναγερμός χτύπησε και μεγάλη αναταραχή ακολούθησε. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, η φθαρμένη κουρελού του Οσίου κάηκε πάνω στα άχυρα αλλά αυτά δεν έπιασαν φωτιά. Όμως ολόκληρο το σώμα του Οσίου είχε καεί, ήταν φοβερό να τον βλέπεις. Μερικοί ευσεβείς κάλυψαν τα εγκαύματα του με λάδι. Οι φουσκάλες με το υγρό έσπασαν και σύντομα μετά από αυτό άρχισε να καλυτερεύει, αλλά μια νέα αγωνία προστέθηκε. Ο Άγιος αρρώστησε βαριά και είχε συχνό βήχα. Κάθε φορά που έβηχε, οι ξερές πληγές του ράγιζαν και άνοιγαν προκαλώντας του ένα βίαιο τίναγμα σε όλο του το σώμα. Σε πολλά σημεία του σώματος του αντί για επιδερμίδα έβλεπε κανείς τα κόκαλα. Δεν μπορούσε ούτε να ξαπλώσει ούτε να καθίσει κάπου, αλλά μπορούσε μετά μεγάλης δυσκολίας να σταθεί στα πόδια του για λίγο. Αυτός ο βασανισμός διήρκησε για μία ολόκληρη εβδομάδα. Αυτό που κατέπληξε τους πιστούς δεν ήταν κυρίως το ότι επέζησε τόσο πολύ, με τόσα σοβαρά εγκαύματα, αλλά το ότι τα υπέμεινε όλα αυτά. Δεν παραπονέθηκε ποτέ ούτε εξέφρασε κάποια πικρία του, αλλά δόξαζε τον Θεό μέσα από το μαρτύριο του. Το πρόσωπο του έγινε τόσο φωτεινό, όπως ένα πρόσωπο αγγέλου και δεν υπήρχε ούτε μια σκιά σύγχυσης ή θλίψης πάνω του. Παρέμεινε, σαν ένα κερί που καίει ενώπιον του Θεού όλη την ώρα μέχρι να φτάσουν τα βάσανα του στο τέλος. Τώρα, η προηγούμενη σαλότητά του δεν φαινόταν. Τόσο πολύ εκφραζόταν λογικά που είπε στους γνωστούς του πως ο ζυθοποιός δεν είχε καμιά ευθύνη για την φοβερή κατάσταση που βρισκόταν και τους επισήμανε με μια παρακλητική φωνή : «Ξεκαθαρίζω την θέση του ζυθοποιού ενώπιον σας. Μετά τον θάνατο μου, ίσως μερικοί σας συμβουλέψουν, εξαιτίας της απληστίας τους, να τον μηνύσετε, αλλά σας ικετεύω στο όνομα του Θεού, να μην ακούσετε. Ξέρετε πολύ καλά ποιο είδος ζωής έχω κάνει. Γι αυτό, ο Κύριος μου στέλνει αυτό το τέλος. Θα έπρεπε να καώ, θα έπρεπε να με κρεμάσουν και κατόπιν να με ρίξουν σε ένα βούρκο όπως ένα σκυλί, χωρίς έναν χριστιανικό ενταφιασμό...» Ήταν προφανές ότι θα ήθελε να πει περισσότερα, αλλά η φυσική κατάστασή του, ο βήχας του και το επίπονο τρέξιμο των υγρών από τις πληγές του, τον σταμάτησαν.Παρά αυτό το μαρτύριο που περνούσε με πλήρη συνείδηση, ήταν σε θέση να εξομολογηθεί, να κοινωνήσει και να χριστεί με το άγιο μύρο. Κατόπιν, αφού στάθηκε για λίγο κοντά στον τοίχο, πέρασε ήσυχα στην αιωνιότητα.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2007

Περί πυρκαγιών

Τον περασμένο μήνα οι πυρκαγιές κατέκαψαν την χώρα. Εκείνο το Σαββατοκύριακο όλοι οι δρόμοι ήταν έρημοι. Αντικρίζαμε μια πόλη χωρίς κατοίκους. Όλοι μας κολλημένοι μπροστά στις τηλεοράσεις εν μέσω φαγητού, μπύρας και διαφημίσεων, απολαμβάναμε έναν ακόμη αγώνα. Στο γήπεδο η ανθρώπινη εθνική ομάδα να χάνει, αντιμέτωπη με τον πόνο, τον θάνατο και την αγωνία. Στην κερκίδα όλοι εμείς, να φωνάζουμε και να ρίχνουμε ευθύνες για το ποιος φταίει και η ομάδα μας δεν “τραβάει” και δεν κερδίζει, στο καυτό κυριολεκτικά, ματς…( τον εαυτό μου δεν τον βγάζω απ΄ έξω). Εφ όσον λοιπόν και εγώ ανήκω στους ίδιους φίλαθλους” οπαδούς , και βλέποντας αρκετή τηλεόραση όλες αυτές τα μέρες , κατέληξα στα εξής : Για τις πυρκαγιές φταίνε οι Αμερικάνοι, οι Αλβανοί, οι Τούρκοι, οι Εβραίοι, οι οικοπεδοφάγοι, οι εργολάβοι, οι εξωγήινοι, ανώτερες δυνάμεις, ξένοι πράκτορες, πυρομανείς, τρελοί, πιτσιρικάδες, πασοκτζήδες, η πυροσβεστική, ο καύσωνας, η αύξηση της θερμοκρασίας, η ανομβρία, οι οξυγονοκολλητές, η γιαγιά με τα κόλλυβα ... Αν ξέχασα κάτι συμπληρώστετο. Εμείς ποτέ δεν φταίμε. Πάντα κάποιος άλλος πρέπει να φταίει. Δεν φταίω εγώ Κύριε η Εύα, ούτε εγώ Κύριε ο όφις… Το μόνο όμως που πραγματικά φταίει για όλα αυτά, είναι η αμαρτωλότητα μας και τίποτε άλλο. Όχι η αμαρτωλότητα των άλλων, αλλά η δική μας, η ατομική μας αμαρτωλότητα. Ας κοιτάξουμε βαθιά μέσα μας και ας κλείσουμε τις τηλεοράσεις. Η φωτιά κατακαίει και μαυρίζει πρώτα την δική μας ψυχή, και μετά βγαίνει προς τα έξω. Είμαι εγώ ο αμαρτωλός και γι αυτό καίγεται ο κόσμος… α Σ. Σ.