Από το βιβλίο «Οι Θεομητορικές εορτές στη λατρεία της Εκκλησίας» του Γεωργίου Ν. Φίλια
Το κατά την 21η Νοεμβρίου εορταζόμενο γεγονός των Εισοδίων της Θεοτόκου στο ναό αποτελεί μία ακόμη θεομητορική εορτή, η οποία εμφανίστηκε σταδιακώς και δι’ ορισμένων συγκυριών. Τα γεγονότα της εορτής δεν μαρτυρούνται στα Ευαγγέλια, μνημονεύει δε αυτά το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, στο οποίο περιγράφεται πως η Παρθένος οδηγήθηκε από το τρίτο έτος της ηλικίας της στο ναό όπου και έμεινε ως το δωδέκατο έτος. Όπως διαπιστώθηκε και περί των υπολοίπων θεομητορικών εορτών, τα Εισόδια ήσαν γνωστά ως γεγονός στην εκκλησιαστική παράδοση προφανώς από τους αποστολικούς χρόνους, εορτή όμως εις ανάμνηση του γεγονότος αυτού δεν μαρτυρείται κατά τους πέντε πρώτους αιώνες.
Μία σειρά γεγονότων συνεργούν στη διαμόρφωση της εορτής. Το πρώτο και βασικό γεγονός είναι η ανέγερση από τον Ιουστινιανό Α’ (527-565) στα Ιεροσόλυμα μιας μεγαλοπρεπούς βασιλικής η οποία ονομάστηκε «Νέα Εκκλησία» ή «Αγία Μαρία η Νέα». Ο ναός αυτός κτίσθηκε στη νότια πλευρά του ναού του Σολομώντος, πάνω στην κορυφή του λόφου «Μορία». Γνωρίζουμε ότι στις 20 Νοεμβρίου του 543 εγκαινιάσθηκε η «Νέα Εκκλησία». Δεν πρέπει να παραθεωρείται το γεγονός ότι η Ιεροσολυμιτική Εκκλησία απέκτησε ιδιαίτερη αίγλη μετά την ανακήρυξη των Ιεροσολύμων σε Πατριαρχείο το 455. την ίδια εποχή ακμάζει ο παλαιστινός μοναχισμός (αγ. Σάββας, Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης, Μέγας Ευθύμιος), εντός του οποίου αναπτύχθηκε ιδιαίτερη τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου. Οι παράμετροι αυτές είναι σημαντικές για να κατανοήσουμε το γεγονός εμφανίσεως της εορτής των Εισοδίων.
Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι η ημερομηνία των εγκαινίων του ναού υπήρξε η αφορμή για τον καθορισμό της εορτής των Εισοδίων, δεδομένης της γειτνιάσεως της «Νέας Εκκλησίας» με το Ναό του Σολομώντος, όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα των Εισοδίων της Θεοτόκου. Ο ημερολογιακός συνδυασμός των δύο γεγονότων είναι εύλογος, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη την από των πρώτων αιώνων υφισταμένη τιμή προς τη Θεοτόκο και τα γεγονότα της ζωής της, η οποία (τιμή) «αναζητούσε» χρονική ευκαιρία θεσμοθετήσεως εορτών. Πότε, όμως η ημερομηνία των εγκαινίων απετέλεσε το έναυσμα καθορισμού της ημερομηνίας των Εισοδίων; Υπήρξε συνεορτασμός των δύο γεγονότων, ή η εορτή των Εισοδίων διαδέχθηκε και υπεκατέστησε την εορταστική ανάμνηση των εγκαινίων; Στα ερωτήματα αυτά δεν υπάρχει σαφής απάντηση. Και νε μεν ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων δεν μνημονεύει την ύπαρξη της εορτής σε Ομιλία του στον Ευαγγελισμό το 634, το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η εορτή των Εισοδίων δεν υφίστατο.
Γνωρίζουμε ότι ο ναός του Ιουστινιανού μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος από τους Άραβες το 638. Ας θεωρηθεί νόμιμο να συμπεράνουμε ότι, όταν πλέον παύει να υφίσταται κάποιος ναός, τότε χάνεται και η ανάμνηση των εγκαινίων του. Εάν το όλο σκεπτικό ευσταθεί, μετά το 638 επισυμβαίνει η υποκατάσταση της εορτής των εγκαινίων με την εορτή των Εισοδίων, τα οποία (Εισόδια) καθορίζονται ημερολογιακώς μία μέρα μετά την ημερομηνία των εγκαινίων, επομένως στις 21 Νοεμβρίου. (Το ίδιο συνέβη με την περίπτωση των εγκαινίων του επί του Παναγίου Τάφου ναού-13 Σεπτεμβρίου– η ανάμνηση των οποίων αντικαταστάθηκε από την εορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου.)
Πρέπει επομένως να συμπεράνουμε ότι η εορτή των Εισοδίων υφίσταται στα Ιεροσόλυμα το 685, όταν ο Ανδρέας Κρήτης υπήρξε ο εισηγητής της εορτής στην Κωνσταντινούπολη. Εύλογο, επίσης, είναι το συμπέρασμα ότι ο Ανδρέας Κρήτης υπήρξε ο εισηγητής της εορτής στην Κωνσταντινούπολη, με δεδομένη μάλιστα την επισήμανση του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (αρχές 8ου αιώνα) ότι η εορτή των Εισοδίων ήταν «αρτιύμνητη», δηλαδή νεοσύστατη.
Το χρονολογικό διάγραμμα εξελίξεως της εορτής διαφαίνεται πλέον σαφές: τον 6ο αιώνα στα Ιεροσόλυμα εγκαινιάζεται (στις 20 Νοεμβρίου του 543) ο ναός της «Νέας Εκκλησίας» από τον Ιουστινιανό και η ανάμνηση των εγκαινίων συνιστά ετήσια εορτή. Όταν όμως, ένα αιώνα αργότερα ο ναός μετατρέπεται σε μουσουλμανικό τέμενος, η ανάμνηση των εγκαινίων του χάνεται και στη θέση της εορτής αυτής τίθεται η εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, με μεταβολή της ημερομηνίας κατά μία ημέρα (21 Νοεμβρίου) προς διάκριση των δύο εορτών. Δύο παράμετροι συνέβαλλαν στην τελική αυτή εορτολογική διαμόρφωση: η συνήθεια να καθορίζονται εορτές (Δεσποτικές ή Θεομητορικές) σε ημερομηνίες εγκαινίων ναών και η γειτνίαση του ναού του Ιουστινιανού με το ναό των Εισοδίων (το ναό του Σολομώντος). Τοιουτοτρόπως, η παλαιά ιεροσολυμιτική παράδοση περί τιμής των θεομητορικών γεγονότων έφθασε σε εορτολογική διαμόρφωση ως προς το γεγονός των Εισοδίων (7ος αιώνας), καθιστώντας τα Ιεροσόλυμα-για μία ακόμη φορά-λίκνο γενέσεως μίας θεομητορικής εορτής. Ο Ανδρέας Κρήτης είναι προφανώς, εκείνος ο οποίος μετέφερε εκ των Ιεροσολύμων την εορτή στην Κωνσταντινούπολη περί τα τέλη του 7ου αιώνα, ο δε περί τας αρχάς του 8ου αιώνα συγγράφων Γερμανός Α’ Κωνσταντινουπόλεως επιβεβαιώνει το γεγονός.
Η θεσμοθέτηση μίας εορτής δεν σημαίνει ταυτοχρόνως και τη διάδοση και παγίωση της στην εορτολογική συνείδηση της Εκκλησίας. Το ίδιο συνέβη και με την εορτή των Εισοδίων: η περαιτέρω ανάπτυξή της σημειώνεται μετά τον 9ο αιώνα, η δε οριστική και καθολική επικράτησή της επισυμβαίνει το 12ο αιώνα, όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α’ Κομνηνός (1143 - 1180) την καθιερώνει ως ημέρα αργίας.
Στη Δύση, η θεσμοθέτηση της εορτής καθυστέρησε ακόμα περισσότερο σε σχέση με την Ανατολή. (Στη Δύση οι διηγήσεις των Αποκρύφων αντιμετώπισαν πολύ μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απ’ ότι στην Ανατολή. Αυτό, ίσως, ερμηνεύει και την επιφυλακτικότητα περί των γεγονότων των Εισοδίων, μαρτυρουμένων μόνο στην απόκρυφη πηγή του Πρωτευαγγελίου του Ιακώβου.) Εμφανίστηκε μεν μεμονωμένως κατά τους 10ο και 11ο αιώνα, η εισαγωγή της όμως στο εορτολόγιο της δυτικής Εκκλησία πραγματοποιήθηκε το 14ο αιώνα. Την εποχή ακριβώς εκείνη, ο πρεσβευτής του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου στην Κύπρο, ο Γάλος ευγενής Φίλιππος de Mezieres, άνδρας ευλαβούμενος εξαιρετικά τη Θεοτόκο και γνώστης της ανατολικής παραδόσεως περί της εορτής, ενημέρωσε τόσο τους επισκόπους της δυτικής Εκκλησίας, όσο και τον ίδιο το βασιλέα Κάρολο (στην Αβινιόν της Γαλλίας) περί της τελέσεως της εορτής στην ανατολική Εκκλησία, ο δε Κάρολος εισηγήθηκε και επέτυχε την από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΑ’ (1371 - 1378) επίσημη θεσμοθέτηση της εορτής στη Δύση. Το 1372 εορτάσθηκαν επισήμως για πρώτη φορά στη δυτική Εκκλησία τα Εισόδια της Θεοτόκου.
Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010
Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010
Σάββατο 24 Ιουλίου 2010
Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010
ΑΝΑΓΚΗ ΧΡΗΣΤΟΤΗΤΟΣ
Το παρακάτω κείμενο είναι γραμμένο πριν από ογδόντα
δύο χρόνια, από τον «ιδανικό αυτόχειρα» Κ. Καρυωτά-
κη, με την ιδιότητα του ως γραμματέα της «Ενώσεως
Δημοσίων Υπαλλήλων».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελληνική», στο φύλλο
της 8ης Φεβρουαρίου 1928.
Αν εξαιρέσουμε μερικές λεπτομέρειες, ως προς την οι-
κονομική οργάνωση του κράτους, καθώς και τους μι-
κρούς μισθούς τους οποίους ελάμβαναν οι Δημόσιοι
Υπάλληλοι της εποχής του μεσοπολέμου, το κείμενο θα
μπορούσε κάλλιστα να είχε γραφεί σήμερα.
Το παραθέτουμε προς σκέψη, προβληματισμό και ανα-
λογική σύγκριση με την παρούσα οικονομική και γενικό-
τερα κοινωνική κατάσταση.
ΑΝΑΓΚΗ ΧΡΗΣΤΟΤΗΤΟΣ
Είναι περίεργος ο τρόπος με τον οποίον η παρούσα
κυβέρνησις ακολουθούσα εν τούτω τας προηγηθείσας,
εννοεί ν’ αντιμετωπίσει το υπαλληλικόν ζήτημα. Ανα-
γνωρίζει αφ’ ενός την αθλίαν από οικονομικής ιδία
απόψεως κατάστασιν των δημοσίων υπαλλήλων, εξ
άλλου όμως σπεύδει να δηλώσει διά του υπουργού της
ότι αδυνατεί να λάβει οιανδήποτε μέριμναν υπέρ αυ-
τών, διότι άλλως θα εματαιούτο η ισοσκέλισις του
προϋπολογισμού. Συμπληρούντα δε την παράδοξον
ταύτην τακτικήν τα δημοσιογραφικά της όργανα, προ-
τρέπουν τους δημοσίους υπαλλήλους να επιδιώξουν
διά των νομίμων μέσων την παρά της κυβερνήσεως
αποδοχήν των, ωσάν να μην είχε προ πολλού εξαντλη-
θεί μαζί με το τελευταίον νόμιμον μέσον και η μαρτυ-
ρική αληθώς υπομονή των ανθρώπων αυτών, οι οποί-
οι, επί σειράν ετών τρεφόμενοι με υποσχέσεις και συμ-
βουλάς, ηννόησαν πλέον τώρα, ολίγον πριν η αποθά-
νουν εξ ασιτίας, ότι απλούστατα εμπαίζονται και περι-
φρονούνται.
Η κυβέρνησις, προβάλλουσα ως δικαιολογίαν της αρ-
νήσεως της να ικανοποιήσει τα υπαλληλικά αιτήματα,
την έλλειψιν επαρκών πόρων, πράττει ότι προχειρότε-
ρον δύναται να πράξει.
Θα έπραττεν όμως καλύτερον αν εμελέτα και εξεύρι-
σκε τους απαιτούμενους πόρους, έχουσα υπ’ όψιν, ότι
ούτε το ισοζύγιον του προϋπολογισμού είναι δίκαιον
να επιτευχθεί εις βάρος της τάξεως ακριβώς εκείνης,
ήτις αμέσως συνδέεται προς την υπόστασιν του κρά-
τους, ούτε αποβαίνει κατορθωτή ή έξω των βιβλίων,
εν τοις πράγμασιν επαλήθευσις ενός τοιούτου ισοζυγί-
ου δια των οργάνων καθ’ ων τούτο στρέφεται.
Οι υπάλληλοι δεν εζήτησαν την επιβολή νέων φόρων.
Φρονούν όμως ότι θα ήτο ευχερές δια της καλλιτέρας
διαθέσεως των εννέα δισεκατομμυρίων του προϋπολο-
γισμού να περισσεύσουν τα απαιτούμενα προς αύξη-
σιν των αποδοχών των 200 περίπου εκατομμύρια
δραχμών. Όχι δε διά να πείσουν τον κ. υπουργόν των
οικονομικών, όστις καλύτερον παντός άλλου γνωρίζει
τα τρωτά σημεία της πολιτικής του, αλλ’ ίνα πληροφο-
ρηθεί η κοινή γνώμη πόσον παραγνωρίζονται τα δί-
καιά των, συνέστησεν επιτροπήν, ήτις εντός ολίγων
ημερών θα θέσει υπ’ όψιν της κυβερνήσεως τα μέσα
διά των οποίων, αν ήθελε, θα αντίκρυζεν αποτελεσμα-
τικώς την δημιουργηθείσαν κατάστασιν.
Καταρτίζεται λεπτομερής πίναξ των περιττών δαπα-
νών και των δυναμένων να πραγματοποιηθώσιν άνευ
οιασδήποτε επιβαρύνσεως του λαού δια νέων εσόδων.
Ενδεικτικώς αναφέρομεν ότι ταύτα θα προήρχοντο ως
εξής:
Τα νέα έσοδα
1. Βεβαίωσις και είσπραξις πληρεστέρα των υφι-
σταμένων φόρων, των οποίων ήδη μέγα μέρος δια-
φεύγει, λόγω ιδίως της απροθυμίας των υπαλλήλων,
αμειβομένων ανεπαρκώς. Αρκεί να λεχθεί ότι κατά τα
τρία τέταρτα αι οικοδομαί μένουν αφορολόγητοι, διότι
δεν έχουν δηλωθεί, ενώ αγρίως φορολογούνται οι δη-
λωθήσαι. Η δυσαναλογία μεταξύ εμμέσων
και αμέσων φόρων (70 και 30%) είναι άλλο σημεί-
ον, επί του οποίου θα έπρεπε να επιστήσει την προ-
σοχή της η κυβέρνησις, δεδομένου ότι οι έμμεσοι
φόροι βαρύνουν τους ολιγώτερον εύπορους.
2. Περιορισμός εις το ελάχιστον των ατελειών, αι ο-
ποίαι πρέπει να δίδονται δια να προστατεύονται αι
παραγωγικαί επιχειρήσεις και όχι διά να πλουτίζουν
ορισμένοι κεφαλαιούχοι. Είναι κολοσσιαία τα διαρρέ-
οντα εκ του Δημοσίου Ταμείου ποσά, λόγω της συνε-
χούς επεκτάσεως του μέτρου τούτου και της κατα-
στρατηγήσεως του σχετικού νόμου.
3. Εφαρμογή του μονοπωλίου του καπνού. Το μονο-
πώλιον ισχύει εις τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη,
δεν καθιερώθη δε παρ’ ημίν, διότι δεν συμφέρει εις 4-
5 εκατομμυριούχους καπνεμπόρους, ενώ αντιθέτως θα
έσωζεν από την αθλιότητα πλήθος καπνεργατών και
θα ωφέλει ακόμη τους μικρότερους εμπόρους.
4. Κατάργησις των χορηγουμένων εις μεγάλην κλί-
μακα αναστολών κατά την πληρωμήν των φόρων,
αίτινες συντελούσιν εις το να χρονίζουν τα προς το
Δημόσιον χρέη και να μην πληρώνονται τελικώς οι
φόροι.
5. Συστηματική οργάνωσις της καταδιώξεως του
λαθρεμπορίου, ατελέστατα νυν διεξαγομένης.
6. Κατάργησις του ενός των δύο αστυνομικών σωμά-
των, χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεων.
7. Ανασύστασις της Επιτροπής Προμηθειών προς
περιορισμόν της σπατάλης κατά την διενέργειαν
των προμηθειών του Δημοσίου.
8. Απόλυσις των άνευ υπηρεσιακής ανάγκης δι
κομματικούς λόγους διορισθέντων τελευταίως απει-
ραρίθμων υπαλλήλων, κατάργησις των συσταθει-
σών δια σκανδαλωδών νομοθετημάτων νέων θέσε-
ων εις διάφορα υπουργεία, αυστηρός έλεγχος των
νέων διορισμών υπό ειδικών επιτροπών εξ ανωτάτων
δημοσίων λειτουργών.
9. Εξίσωσις των αποδοχών, αφαιρουμένων των χο-
ρηγουμένων εις υπαλλήλους ορισμένων κλάδων
επιδομάτων και των εκτάκτων λόγω ιδία συμμετο-
χής εις επιτροπάς επιχορηγήσεων, ώστε να μη πλου-
τίζουν ολίγοι προνομιούχοι λαμβάνοντες δεκάδας
χιλιάδων δραχμών κατά μήνα, εις βάρος της ολότη-
τος των λιμοκτονούντων υπαλλήλων.
Κράτος και υπάλληλοι
Τινά μόνον των μέτρων τούτων αν ελάμβανεν η κυ-
βέρνησις και αν τα ελάμβανεν ειλικρινώς και μετά
παρρησίας, θα ήτο εις θέσιν να ικανοποιήσει τα υπαλ-
ληλικά αιτήματα, αλλά και να παρουσιάσει περίσσευ-
μα εις τον προϋπολογισμόν της. Αντί αυτού αρκείται
ν’ απευθύνει υποθήκας, συνιστώσα προς τους υπαλλή-
λους να υπομείνωσι μέχρι τέλους την δυστυχίαν, δια-
ποικίλλει ενίοτε τας παραινέσεις της με απειλάς και
λησμονεί ότι η πείνα είναι ο πειστικότερος των συμ-
βούλων και ότι άνθρωποι γνωρίζοντες ότι κατεδικά-
σθησαν ν’ αποθάνουν εξ ασιτίας ουδέν άλλο θα εφο-
βούντο ολιγότερον από το ν’ αποθάνουν εξ ασιτίας το
ταχύτερον.
Δεν δύνανται αφ’ εταίρου οι υπάλληλοι να λησμονή-
σουν πως επολιτεύθη το κράτος, όταν άλλη μεγάλη
τάξις οργάνων του, των οποίων αι υπηρεσίαι δεν είναι
βεβαίως σημαντικότεραι, ηξίωσαν την συμφώνως προς
τας ανάγκας της ζωής ρύθμισιν της μισθοδοσίας των.
Αι ταμειακαί δυσχέρειαι υπήρχον και τότε, η ισορρο-
πία του προϋπολογισμού θα διεκινδυνεύετο κατά τον
ίδιον ακριβώς τρόπον, αλλά, δια την καλή των τύχην,
τα όργανα εκείνα διέθετον, πλην των παρακλήσεων
και των ικεσιών, και άλλα πειστικότερα επιχειρήματα.
Και ευρέθη αμέσως τρόπος να αυξηθούν αι αποδοχαί
των, διότι εις την λογικήν του γρόνθου, και μόνον
εις αυτήν, υποχωρούν τα πάντα εν Ελλάδι.
Αλλά μήπως έπραξε τίποτε η κυβέρνησις δια να ενι-
σχύσει ηθικώς τους υπαλλήλους, δια να εξασφαλίσει
την ανεξαρτησίαν των, δια να τους απαλλάξει από τας
κομματικάς πιέσεις; Ούτε μία δραχμή δεν θ’ απητείτο
προς τούτο. Τουναντίον θα περιεστέλλοντο αι εκ των
σημερινών ατασθαλιών δαπάναι. Εν τούτοις το από
ετών καταρτιζόμενον σχέδιον νόμου «Περί καταστά-
σεως των πολιτικών υπαλλήλων της Διοικήσεως» μέ-
νει ακόμη σχέδιον νόμου και οι υπάλληλοι εξακολου-
θούν να διορίζονται, να παύονται, να μετατίθηνται, να
προάγονται, να τιμωρούνται συμφώνως με τα ορέξεις
των διαφόρων κομματαρχών. Συμβαίνει δε ώστε οι
χρηστότεροι ακριβώς και ικανότεροι εξ αυτών να
υποσκελίζονται από τους επιτηδειότερους. Τα υπη-
ρεσιακά συμβούλια κατ’ ουσίαν κατηργήθησαν, διότι
ή έγιναν τυφλά όργανα των υπουργών ή εκδίδουν
γνωματεύσεις μηδέποτε εισακουομένας. Ο υπάλλη-
λος γνωρίζει ότι η φιλοπονία και η ευσυνειδησία
εις ουδέν ωφελούν και εκλέγει την συντομοτέραν
οδόν ίνα προαχθεί και σταδιοδρομήσει. Οι υπουρ-
γοί, αναλαμβάνοντες την αρχήν, φέρουν μεθ’ εαυ-
τόν στρατιάν όλην αργοσχόλων, οι οποίοι εννοούν
να φιλοξενηθούν εις τον δεινοπαθούντα προϋπολο-
γισμόν. Οι μετέχοντες εις την κυβέρνησιν αρχηγοί
των κομμάτων διανέμουν μεταξύ των, αναλόγως
της πολιτικής των ισχύος, ωσάν να επρόκειτο περί
πατρικής των κληρονομίας, όλας τας θέσεις, από
τας των πρεσβευτών και των νομαρχών μέχρι των
θέσεων των ιερέων του Α’ Νεκροταφείου, και τας
προσφέρουν εις τους οπαδούς των εις αντάλλαγμα
αμφιβόλων υπηρεσιών.
Εις την ατμόσφαιραν αυτήν του κομματισμού και της
συναλλαγής ου χρηστοί υπάλληλου ασφυκτιούν. Από
τας υπηρεσιακάς ενεργείας εκλείπει ολονέν περισσό-
τερον η γενική τάσις, ο ανώτερος σκοπός. Τα προ-
γράμματα, αι κατευθυντήριοι γραμμαί, τα εθνικά
και ανθρώπινα ιδεώδη, προς τα οποία ητένιζον
άλλοτε οι φορείς της κρατικής εξουσίας, είναι σή-
μερον λέξεις κεναί. Τα πνεύμα της εποχής - ύλη και
βία– πληροί τους θαλάμους των υπουργείων.
Ο εις μετά τον άλλον οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι
υποχωρούν ή υποκύπτουν εις την διαφθοράν. Επί
νέων βάσεων γίνεται η υπηρεσιακή αγωγή. Οι αφε-
λείς, όσοι επίστευσαν ότι θα εργασθούν τιμίως, με
γνώμονα το κοινό συμφέρον, σύμφωνα με τον όρκο
που έδωσαν, πληροφορούνται ότι άλλος είναι ο
προορισμός των.
Σπασμωδικαί ενέργειαι, αντιφατικαί αποφάσεις,
υπό την πίεσιν σήμερον του ενός και αύριον του
άλλου ισχυρού, ατελεύτητος σειρά χαριστικών
πράξεών, διασπάθισις του δημοσίου χρήματος, ι-
δού το σύνηθες περιεχόμενον της κρατικής επιτα-
γής.
Το καθήκον της Κυβερνήσεως
Είναι καιρός πλέον να παύσουν αι ασχήμιαι. Η κυβέρ-
νησις οφείλει να εξαρθεί εις το ύψος της αποστολής
της. Εκείνοι τους οποίους η εξέλιξις των πολιτικών
πραγμάτων έθεσε κατά τας παρούσας κρισίμους διά
το Έθνος στιγμάς επί κεφαλής των μεγάλων κλάδων
της Διοικήσεως, έχουν υποχρέωσιν να παράσχουν
εαυτούς υπόδειγμα ανιδιοτελούς δράσεως και ευγε-
νούς προσηλώσεως εις το καθήκον. Πρέπει να εννοή-
σουν οι διοικούντες τον τόπον ότι αποκλειστική
αρμοδιότης των δεν είναι η προς εξυπηρέτησιν
τούτου ή εκείνου του κόμματος καθοδήγησις του
υπαλληλικού κόσμου ως τυφλής και αμόρφου μάζης.
Αν μόνη η συνείδησις των δεν είναι ικανή να τους υπα-
γορεύσει τον όρθόν τρόπον του πολιτεύεσθαι, ας ενθυ-
μηθούν τουλάχιστον πόσον οικτρώς απέτυχεν κατά το
παρελθόν πάσα προσπάθεια, είτε ατόμων είτε ομάδων,
όταν αύτη έτεινεν εις σκοπούς ελάχιστα αγνούς, τους
οποίους η μεγάλη πλειονότης του λαού, επειδή πάντοτε,
και ανομολογήτους έτι, εγνώριζεν, ηδυνήθη τέλος να
καταδικάσει.
Αι δημοσιοϋπαλληλικαί οργανώσει, δια του αγώνος τον
οποίον ανέλαβον, αποβλέπουν μεν εις την οικονομικήν
ενίσχυσιν του υπαλλήλου, αλλ’ επιδιώκουν κυρίως την
ηθικήν εξύψωσιν αυτού, την ανόρθωσιν των υπηρε-
σιών, τον καθαρισμόν της κρατικής μηχανής από πα-
ντός ξένου και φθοροποιού στοιχείου, εις τρόπον ώστε
η απαιτηθησομένη διά την υλικήν ενίσχυσιν των υπαλ-
λήλων δαπάνη να γίνει φυσιολογικώς, άνευ ουδεμίας
επιβαρύνσεως του λαού, συγχρόνως δε, αποβαίνουσα
γόνιμος και παραγωγική, ν’ αποδοθεί πολλαπλάσιος εις
εργασίαν και εθνικόν πλούτον.
Αφού η κυβέρνησις το αγνοεί ή σκοπίμως το λησμονεί,
ας το βροντοφωνήσωμεν ημείς, οι δημόσιοι υπάλληλοι:
Δεν έχομεν ανάγκην νέων πόρων. Έχομεν ανάγκην
χρηστής διοικήσεως. Τούτο είναι το σύνθημα, το ο-
ποίον κατευθύνει ήδη τας προσπαθείας μας.
δύο χρόνια, από τον «ιδανικό αυτόχειρα» Κ. Καρυωτά-
κη, με την ιδιότητα του ως γραμματέα της «Ενώσεως
Δημοσίων Υπαλλήλων».
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ελληνική», στο φύλλο
της 8ης Φεβρουαρίου 1928.
Αν εξαιρέσουμε μερικές λεπτομέρειες, ως προς την οι-
κονομική οργάνωση του κράτους, καθώς και τους μι-
κρούς μισθούς τους οποίους ελάμβαναν οι Δημόσιοι
Υπάλληλοι της εποχής του μεσοπολέμου, το κείμενο θα
μπορούσε κάλλιστα να είχε γραφεί σήμερα.
Το παραθέτουμε προς σκέψη, προβληματισμό και ανα-
λογική σύγκριση με την παρούσα οικονομική και γενικό-
τερα κοινωνική κατάσταση.
ΑΝΑΓΚΗ ΧΡΗΣΤΟΤΗΤΟΣ
Είναι περίεργος ο τρόπος με τον οποίον η παρούσα
κυβέρνησις ακολουθούσα εν τούτω τας προηγηθείσας,
εννοεί ν’ αντιμετωπίσει το υπαλληλικόν ζήτημα. Ανα-
γνωρίζει αφ’ ενός την αθλίαν από οικονομικής ιδία
απόψεως κατάστασιν των δημοσίων υπαλλήλων, εξ
άλλου όμως σπεύδει να δηλώσει διά του υπουργού της
ότι αδυνατεί να λάβει οιανδήποτε μέριμναν υπέρ αυ-
τών, διότι άλλως θα εματαιούτο η ισοσκέλισις του
προϋπολογισμού. Συμπληρούντα δε την παράδοξον
ταύτην τακτικήν τα δημοσιογραφικά της όργανα, προ-
τρέπουν τους δημοσίους υπαλλήλους να επιδιώξουν
διά των νομίμων μέσων την παρά της κυβερνήσεως
αποδοχήν των, ωσάν να μην είχε προ πολλού εξαντλη-
θεί μαζί με το τελευταίον νόμιμον μέσον και η μαρτυ-
ρική αληθώς υπομονή των ανθρώπων αυτών, οι οποί-
οι, επί σειράν ετών τρεφόμενοι με υποσχέσεις και συμ-
βουλάς, ηννόησαν πλέον τώρα, ολίγον πριν η αποθά-
νουν εξ ασιτίας, ότι απλούστατα εμπαίζονται και περι-
φρονούνται.
Η κυβέρνησις, προβάλλουσα ως δικαιολογίαν της αρ-
νήσεως της να ικανοποιήσει τα υπαλληλικά αιτήματα,
την έλλειψιν επαρκών πόρων, πράττει ότι προχειρότε-
ρον δύναται να πράξει.
Θα έπραττεν όμως καλύτερον αν εμελέτα και εξεύρι-
σκε τους απαιτούμενους πόρους, έχουσα υπ’ όψιν, ότι
ούτε το ισοζύγιον του προϋπολογισμού είναι δίκαιον
να επιτευχθεί εις βάρος της τάξεως ακριβώς εκείνης,
ήτις αμέσως συνδέεται προς την υπόστασιν του κρά-
τους, ούτε αποβαίνει κατορθωτή ή έξω των βιβλίων,
εν τοις πράγμασιν επαλήθευσις ενός τοιούτου ισοζυγί-
ου δια των οργάνων καθ’ ων τούτο στρέφεται.
Οι υπάλληλοι δεν εζήτησαν την επιβολή νέων φόρων.
Φρονούν όμως ότι θα ήτο ευχερές δια της καλλιτέρας
διαθέσεως των εννέα δισεκατομμυρίων του προϋπολο-
γισμού να περισσεύσουν τα απαιτούμενα προς αύξη-
σιν των αποδοχών των 200 περίπου εκατομμύρια
δραχμών. Όχι δε διά να πείσουν τον κ. υπουργόν των
οικονομικών, όστις καλύτερον παντός άλλου γνωρίζει
τα τρωτά σημεία της πολιτικής του, αλλ’ ίνα πληροφο-
ρηθεί η κοινή γνώμη πόσον παραγνωρίζονται τα δί-
καιά των, συνέστησεν επιτροπήν, ήτις εντός ολίγων
ημερών θα θέσει υπ’ όψιν της κυβερνήσεως τα μέσα
διά των οποίων, αν ήθελε, θα αντίκρυζεν αποτελεσμα-
τικώς την δημιουργηθείσαν κατάστασιν.
Καταρτίζεται λεπτομερής πίναξ των περιττών δαπα-
νών και των δυναμένων να πραγματοποιηθώσιν άνευ
οιασδήποτε επιβαρύνσεως του λαού δια νέων εσόδων.
Ενδεικτικώς αναφέρομεν ότι ταύτα θα προήρχοντο ως
εξής:
Τα νέα έσοδα
1. Βεβαίωσις και είσπραξις πληρεστέρα των υφι-
σταμένων φόρων, των οποίων ήδη μέγα μέρος δια-
φεύγει, λόγω ιδίως της απροθυμίας των υπαλλήλων,
αμειβομένων ανεπαρκώς. Αρκεί να λεχθεί ότι κατά τα
τρία τέταρτα αι οικοδομαί μένουν αφορολόγητοι, διότι
δεν έχουν δηλωθεί, ενώ αγρίως φορολογούνται οι δη-
λωθήσαι. Η δυσαναλογία μεταξύ εμμέσων
και αμέσων φόρων (70 και 30%) είναι άλλο σημεί-
ον, επί του οποίου θα έπρεπε να επιστήσει την προ-
σοχή της η κυβέρνησις, δεδομένου ότι οι έμμεσοι
φόροι βαρύνουν τους ολιγώτερον εύπορους.
2. Περιορισμός εις το ελάχιστον των ατελειών, αι ο-
ποίαι πρέπει να δίδονται δια να προστατεύονται αι
παραγωγικαί επιχειρήσεις και όχι διά να πλουτίζουν
ορισμένοι κεφαλαιούχοι. Είναι κολοσσιαία τα διαρρέ-
οντα εκ του Δημοσίου Ταμείου ποσά, λόγω της συνε-
χούς επεκτάσεως του μέτρου τούτου και της κατα-
στρατηγήσεως του σχετικού νόμου.
3. Εφαρμογή του μονοπωλίου του καπνού. Το μονο-
πώλιον ισχύει εις τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη,
δεν καθιερώθη δε παρ’ ημίν, διότι δεν συμφέρει εις 4-
5 εκατομμυριούχους καπνεμπόρους, ενώ αντιθέτως θα
έσωζεν από την αθλιότητα πλήθος καπνεργατών και
θα ωφέλει ακόμη τους μικρότερους εμπόρους.
4. Κατάργησις των χορηγουμένων εις μεγάλην κλί-
μακα αναστολών κατά την πληρωμήν των φόρων,
αίτινες συντελούσιν εις το να χρονίζουν τα προς το
Δημόσιον χρέη και να μην πληρώνονται τελικώς οι
φόροι.
5. Συστηματική οργάνωσις της καταδιώξεως του
λαθρεμπορίου, ατελέστατα νυν διεξαγομένης.
6. Κατάργησις του ενός των δύο αστυνομικών σωμά-
των, χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεων.
7. Ανασύστασις της Επιτροπής Προμηθειών προς
περιορισμόν της σπατάλης κατά την διενέργειαν
των προμηθειών του Δημοσίου.
8. Απόλυσις των άνευ υπηρεσιακής ανάγκης δι
κομματικούς λόγους διορισθέντων τελευταίως απει-
ραρίθμων υπαλλήλων, κατάργησις των συσταθει-
σών δια σκανδαλωδών νομοθετημάτων νέων θέσε-
ων εις διάφορα υπουργεία, αυστηρός έλεγχος των
νέων διορισμών υπό ειδικών επιτροπών εξ ανωτάτων
δημοσίων λειτουργών.
9. Εξίσωσις των αποδοχών, αφαιρουμένων των χο-
ρηγουμένων εις υπαλλήλους ορισμένων κλάδων
επιδομάτων και των εκτάκτων λόγω ιδία συμμετο-
χής εις επιτροπάς επιχορηγήσεων, ώστε να μη πλου-
τίζουν ολίγοι προνομιούχοι λαμβάνοντες δεκάδας
χιλιάδων δραχμών κατά μήνα, εις βάρος της ολότη-
τος των λιμοκτονούντων υπαλλήλων.
Κράτος και υπάλληλοι
Τινά μόνον των μέτρων τούτων αν ελάμβανεν η κυ-
βέρνησις και αν τα ελάμβανεν ειλικρινώς και μετά
παρρησίας, θα ήτο εις θέσιν να ικανοποιήσει τα υπαλ-
ληλικά αιτήματα, αλλά και να παρουσιάσει περίσσευ-
μα εις τον προϋπολογισμόν της. Αντί αυτού αρκείται
ν’ απευθύνει υποθήκας, συνιστώσα προς τους υπαλλή-
λους να υπομείνωσι μέχρι τέλους την δυστυχίαν, δια-
ποικίλλει ενίοτε τας παραινέσεις της με απειλάς και
λησμονεί ότι η πείνα είναι ο πειστικότερος των συμ-
βούλων και ότι άνθρωποι γνωρίζοντες ότι κατεδικά-
σθησαν ν’ αποθάνουν εξ ασιτίας ουδέν άλλο θα εφο-
βούντο ολιγότερον από το ν’ αποθάνουν εξ ασιτίας το
ταχύτερον.
Δεν δύνανται αφ’ εταίρου οι υπάλληλοι να λησμονή-
σουν πως επολιτεύθη το κράτος, όταν άλλη μεγάλη
τάξις οργάνων του, των οποίων αι υπηρεσίαι δεν είναι
βεβαίως σημαντικότεραι, ηξίωσαν την συμφώνως προς
τας ανάγκας της ζωής ρύθμισιν της μισθοδοσίας των.
Αι ταμειακαί δυσχέρειαι υπήρχον και τότε, η ισορρο-
πία του προϋπολογισμού θα διεκινδυνεύετο κατά τον
ίδιον ακριβώς τρόπον, αλλά, δια την καλή των τύχην,
τα όργανα εκείνα διέθετον, πλην των παρακλήσεων
και των ικεσιών, και άλλα πειστικότερα επιχειρήματα.
Και ευρέθη αμέσως τρόπος να αυξηθούν αι αποδοχαί
των, διότι εις την λογικήν του γρόνθου, και μόνον
εις αυτήν, υποχωρούν τα πάντα εν Ελλάδι.
Αλλά μήπως έπραξε τίποτε η κυβέρνησις δια να ενι-
σχύσει ηθικώς τους υπαλλήλους, δια να εξασφαλίσει
την ανεξαρτησίαν των, δια να τους απαλλάξει από τας
κομματικάς πιέσεις; Ούτε μία δραχμή δεν θ’ απητείτο
προς τούτο. Τουναντίον θα περιεστέλλοντο αι εκ των
σημερινών ατασθαλιών δαπάναι. Εν τούτοις το από
ετών καταρτιζόμενον σχέδιον νόμου «Περί καταστά-
σεως των πολιτικών υπαλλήλων της Διοικήσεως» μέ-
νει ακόμη σχέδιον νόμου και οι υπάλληλοι εξακολου-
θούν να διορίζονται, να παύονται, να μετατίθηνται, να
προάγονται, να τιμωρούνται συμφώνως με τα ορέξεις
των διαφόρων κομματαρχών. Συμβαίνει δε ώστε οι
χρηστότεροι ακριβώς και ικανότεροι εξ αυτών να
υποσκελίζονται από τους επιτηδειότερους. Τα υπη-
ρεσιακά συμβούλια κατ’ ουσίαν κατηργήθησαν, διότι
ή έγιναν τυφλά όργανα των υπουργών ή εκδίδουν
γνωματεύσεις μηδέποτε εισακουομένας. Ο υπάλλη-
λος γνωρίζει ότι η φιλοπονία και η ευσυνειδησία
εις ουδέν ωφελούν και εκλέγει την συντομοτέραν
οδόν ίνα προαχθεί και σταδιοδρομήσει. Οι υπουρ-
γοί, αναλαμβάνοντες την αρχήν, φέρουν μεθ’ εαυ-
τόν στρατιάν όλην αργοσχόλων, οι οποίοι εννοούν
να φιλοξενηθούν εις τον δεινοπαθούντα προϋπολο-
γισμόν. Οι μετέχοντες εις την κυβέρνησιν αρχηγοί
των κομμάτων διανέμουν μεταξύ των, αναλόγως
της πολιτικής των ισχύος, ωσάν να επρόκειτο περί
πατρικής των κληρονομίας, όλας τας θέσεις, από
τας των πρεσβευτών και των νομαρχών μέχρι των
θέσεων των ιερέων του Α’ Νεκροταφείου, και τας
προσφέρουν εις τους οπαδούς των εις αντάλλαγμα
αμφιβόλων υπηρεσιών.
Εις την ατμόσφαιραν αυτήν του κομματισμού και της
συναλλαγής ου χρηστοί υπάλληλου ασφυκτιούν. Από
τας υπηρεσιακάς ενεργείας εκλείπει ολονέν περισσό-
τερον η γενική τάσις, ο ανώτερος σκοπός. Τα προ-
γράμματα, αι κατευθυντήριοι γραμμαί, τα εθνικά
και ανθρώπινα ιδεώδη, προς τα οποία ητένιζον
άλλοτε οι φορείς της κρατικής εξουσίας, είναι σή-
μερον λέξεις κεναί. Τα πνεύμα της εποχής - ύλη και
βία– πληροί τους θαλάμους των υπουργείων.
Ο εις μετά τον άλλον οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι
υποχωρούν ή υποκύπτουν εις την διαφθοράν. Επί
νέων βάσεων γίνεται η υπηρεσιακή αγωγή. Οι αφε-
λείς, όσοι επίστευσαν ότι θα εργασθούν τιμίως, με
γνώμονα το κοινό συμφέρον, σύμφωνα με τον όρκο
που έδωσαν, πληροφορούνται ότι άλλος είναι ο
προορισμός των.
Σπασμωδικαί ενέργειαι, αντιφατικαί αποφάσεις,
υπό την πίεσιν σήμερον του ενός και αύριον του
άλλου ισχυρού, ατελεύτητος σειρά χαριστικών
πράξεών, διασπάθισις του δημοσίου χρήματος, ι-
δού το σύνηθες περιεχόμενον της κρατικής επιτα-
γής.
Το καθήκον της Κυβερνήσεως
Είναι καιρός πλέον να παύσουν αι ασχήμιαι. Η κυβέρ-
νησις οφείλει να εξαρθεί εις το ύψος της αποστολής
της. Εκείνοι τους οποίους η εξέλιξις των πολιτικών
πραγμάτων έθεσε κατά τας παρούσας κρισίμους διά
το Έθνος στιγμάς επί κεφαλής των μεγάλων κλάδων
της Διοικήσεως, έχουν υποχρέωσιν να παράσχουν
εαυτούς υπόδειγμα ανιδιοτελούς δράσεως και ευγε-
νούς προσηλώσεως εις το καθήκον. Πρέπει να εννοή-
σουν οι διοικούντες τον τόπον ότι αποκλειστική
αρμοδιότης των δεν είναι η προς εξυπηρέτησιν
τούτου ή εκείνου του κόμματος καθοδήγησις του
υπαλληλικού κόσμου ως τυφλής και αμόρφου μάζης.
Αν μόνη η συνείδησις των δεν είναι ικανή να τους υπα-
γορεύσει τον όρθόν τρόπον του πολιτεύεσθαι, ας ενθυ-
μηθούν τουλάχιστον πόσον οικτρώς απέτυχεν κατά το
παρελθόν πάσα προσπάθεια, είτε ατόμων είτε ομάδων,
όταν αύτη έτεινεν εις σκοπούς ελάχιστα αγνούς, τους
οποίους η μεγάλη πλειονότης του λαού, επειδή πάντοτε,
και ανομολογήτους έτι, εγνώριζεν, ηδυνήθη τέλος να
καταδικάσει.
Αι δημοσιοϋπαλληλικαί οργανώσει, δια του αγώνος τον
οποίον ανέλαβον, αποβλέπουν μεν εις την οικονομικήν
ενίσχυσιν του υπαλλήλου, αλλ’ επιδιώκουν κυρίως την
ηθικήν εξύψωσιν αυτού, την ανόρθωσιν των υπηρε-
σιών, τον καθαρισμόν της κρατικής μηχανής από πα-
ντός ξένου και φθοροποιού στοιχείου, εις τρόπον ώστε
η απαιτηθησομένη διά την υλικήν ενίσχυσιν των υπαλ-
λήλων δαπάνη να γίνει φυσιολογικώς, άνευ ουδεμίας
επιβαρύνσεως του λαού, συγχρόνως δε, αποβαίνουσα
γόνιμος και παραγωγική, ν’ αποδοθεί πολλαπλάσιος εις
εργασίαν και εθνικόν πλούτον.
Αφού η κυβέρνησις το αγνοεί ή σκοπίμως το λησμονεί,
ας το βροντοφωνήσωμεν ημείς, οι δημόσιοι υπάλληλοι:
Δεν έχομεν ανάγκην νέων πόρων. Έχομεν ανάγκην
χρηστής διοικήσεως. Τούτο είναι το σύνθημα, το ο-
ποίον κατευθύνει ήδη τας προσπαθείας μας.
Σάββατο 1 Μαΐου 2010
Κυριακή 21 Μαρτίου 2010
Ο Ψαλμός ΠΖ’ (87) σε απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου.
Κύριε, Θεέ της σωτηρίας μου , σε κράζω μέρα και νύχτα.
Ας έρτει ως εσένα η προσευχή μου, γύρε το αυτί σου στο παράπονό μου.
Γιατί γιόμισε πόνο η ψυχή μου, και η ζωή μου άγγιξε τον Άδη.
Λογαριάστηκα με εκείνους που κατεβαίνουν στο λάκκο, απόμεινα σαν άνθρωπος απροστάτευτος, ξεχασμένος μέσα στους νεκρούς.
Σαν τους πληγιασμένους που κοιμούνται μέσα στους τάφους και δεν τους θυμάσαι πια, που τους ξέγραψες απ’ την έννοιά σου.
Με βάλανε μέσα σε βαθύτατο λάκκο, μέσα στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου.
Απάνω μου ξεθύμανε ο θυμός σου, και όλη την οργή σου απάνω μου την άδειασες.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου τους δικούς μου, κατάντησα γι’ αυτουνούς σίχαμα.
Παραδόθηκα και δεν έφυγα, τα μάτια μου θολώσανε απ’ τη φτώχεια.
Φώναξα προς εσένα, Κύριε όλη μέρα, άπλωσα προς εσένα τα χέρια μου.
Μήπως θα κάνεις θάματα στους πεθαμένους; ή οι νεκροί θα αναστηθούνε και θα σε δοξολογήσουν;
Μην τάχα θα διαλαλήσει κανένας μέσα στον τάφο τη σπλαχνιά σου, και την αλήθεια σου μέσα στο χαμό;
Μήπως θα μαθευτούνε τα θάματά σου μέσα στο σκοτάδι; Και η δικαιοσύνη σου σε γη ξεχασμένη;
Κ’ εγώ, Κύριε, φώναξα εσένα να με συντρέξεις, και το πρωί θα σε προφτάξει η προσευχή μου.
Γιατί, Κύριε, αμπώχνεις την ψυχή μου, γιατί γυρίζεις το πρόσωπό σου από μένα;
Εγώ είμαι φτωχός και μέσα στα βάσανα απ’ τα νιάτα μου, κι αφού αναδείχτηκα, πάλι ταπεινώθηκα κ’ έγινα ένα τίποτα.
Από πάνω μου περάσανε οι θυμοί σου, οι φοβέρες σου με ταράξανε, με τριγυρίσανε σα να ‘τανε νερό όλη τη μέρα, και πήγανε να με πνίξουν.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου κάθε φίλο και κάθε δικό μου.
Ας έρτει ως εσένα η προσευχή μου, γύρε το αυτί σου στο παράπονό μου.
Γιατί γιόμισε πόνο η ψυχή μου, και η ζωή μου άγγιξε τον Άδη.
Λογαριάστηκα με εκείνους που κατεβαίνουν στο λάκκο, απόμεινα σαν άνθρωπος απροστάτευτος, ξεχασμένος μέσα στους νεκρούς.
Σαν τους πληγιασμένους που κοιμούνται μέσα στους τάφους και δεν τους θυμάσαι πια, που τους ξέγραψες απ’ την έννοιά σου.
Με βάλανε μέσα σε βαθύτατο λάκκο, μέσα στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου.
Απάνω μου ξεθύμανε ο θυμός σου, και όλη την οργή σου απάνω μου την άδειασες.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου τους δικούς μου, κατάντησα γι’ αυτουνούς σίχαμα.
Παραδόθηκα και δεν έφυγα, τα μάτια μου θολώσανε απ’ τη φτώχεια.
Φώναξα προς εσένα, Κύριε όλη μέρα, άπλωσα προς εσένα τα χέρια μου.
Μήπως θα κάνεις θάματα στους πεθαμένους; ή οι νεκροί θα αναστηθούνε και θα σε δοξολογήσουν;
Μην τάχα θα διαλαλήσει κανένας μέσα στον τάφο τη σπλαχνιά σου, και την αλήθεια σου μέσα στο χαμό;
Μήπως θα μαθευτούνε τα θάματά σου μέσα στο σκοτάδι; Και η δικαιοσύνη σου σε γη ξεχασμένη;
Κ’ εγώ, Κύριε, φώναξα εσένα να με συντρέξεις, και το πρωί θα σε προφτάξει η προσευχή μου.
Γιατί, Κύριε, αμπώχνεις την ψυχή μου, γιατί γυρίζεις το πρόσωπό σου από μένα;
Εγώ είμαι φτωχός και μέσα στα βάσανα απ’ τα νιάτα μου, κι αφού αναδείχτηκα, πάλι ταπεινώθηκα κ’ έγινα ένα τίποτα.
Από πάνω μου περάσανε οι θυμοί σου, οι φοβέρες σου με ταράξανε, με τριγυρίσανε σα να ‘τανε νερό όλη τη μέρα, και πήγανε να με πνίξουν.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου κάθε φίλο και κάθε δικό μου.
Σάββατο 13 Μαρτίου 2010
Περί ελεημοσύνης
Του Διονυσίου Ιερομονάχου,
από το βιβλίο «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ»
των εκδόσεων Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
Έναν καιρόν έσμιξα με τον αββάν Ιωσήφ εις τον Έννατον, και ήτον μαζί και ο ρήτωρ ο Σωφρόνιος. Και σμίγοντας ημείς με τον Λέοντα, ιδού ήλθεν ένας κάποιος από Αϊλά, και του έδιδε τρία φλωρία λέγοντας: «Δέξου ταύτα, Πάτερ τίμιε, να ευχηθείς το καράβι μου, ότι το εφόρτωσα, και το έπεμψα εις την Αιθιοπίαν». Και ο Γέρων ολοτελώς δεν του έδωσεν απάντησιν. Λέγει λοιπόν εις τον Γέροντα ο Σωφρόνιος: «Δέξου ταύτα, Πάτερ, και δώσε τα πάλιν εις αδελφόν χρειαζόμενον». Απεκρίθη ο Γέρων: «Διπλή εντροπή είναι τέκνον μου, να λάβω εκείνα όπου δεν χρειάζομαι, και με τα δικά μου χέρια να τρέφω ξένας ακάνθας. Άμποτε να ημπόρουν να εθέριζα τας ακάνθας της ιδικής μου ψυχής, διότι είναι γεγραμμένον. «Εάν σπείρεις, σπείρε τα ιδικά σου, διότι τα ξένα είναι πικρότερα από ταις είραις του σιταριού», και περισσότερον, ω τέκνον μου, ότι δεν είναι, παρά αφορμή να ζημιωθεί η ψυχή». Του είπεν ο Σωφρόνιος: «Το λοιπόν όσα κάνει ο άνθρωπος ελεημοσύνην δεν του λογαριάζει ο Θεός;». Απεκρίθη ο Γέρων: «Πολλαί είναι αι διαφοραί εις τον σκοπόν της ελεημοσύνης. Διότι είναι άνθρωπος όπου κάμνει ελεημοσύνην, διά να ευλογηθεί το σπίτι του, και ο Θεός το ευλογεί. Άλλος διά το καράβι του, και ο Θεός το κατευοδώνει. Άλλος διά τα τέκνα του, και ο Θεός τα φυλάττει. Άλλος διά να δοξασθεί και ο Θεός τον δοξάζει. Επειδή ο Θεός δεν καταφρονεί κανένα, και ότι θέλει κάθε εις, του τα δίδει όταν δεν βλάπτεται η ψυχή του. Και αυτοί όλοι έχουσι παρμένον τον μισθόν τους, διότι προς τον σκοπόν όπου έκαμαν την ελεημοσύνην, ο Θεός τους έδωκε, και τίποτες δεν τους χρεωστεί εις το μέλλον. Λοιπόν εσύ, αν κάμνεις ελεημοσύνην, κάμε την διά την ψυχήν σου, και θέλει σου δώσει ο Θεός, εκείνο όπου επιθυμείς. Διότι είναι γεγραμμένον, άμποτες ο Θεός να σου δώσει κατά την καρδίαν σου. Είναι όμως μερικοί, όπου φαίνονται να κάμνωσιν ελεημοσύνην, και θυμώνουσι περισσότερον τον Θεόν». Και ο Σωφρόνιος είπε: «Ξεκαθάρισόν μου, Πάτερ, τον λόγον». Και εκείνος είπεν: «Ο Θεός επρόσταξεν τα πρώτα γεννήματα, και όλον τον καρπόν και τα καθαρά ζώα δια να του προσφέρωσι δια την ευλογίαν των επίλοιπων και δια την συγχώρησιν των αμαρτιών. Ακόμη και από τα πρωτογεννημένα βρέφη να του αφιερώνωσι. Και οι πλούσιοι κάμνουσι το εναντίον, τα ωφελημώτερα κρατούσιν αυτοί, και τα άχρηστα μοιράζουν εις τους πτωχούς και αδελφούς των. Λόγου χάριν το καλόν κρασί πίνουν αυτοί, και το ξυνόν, ή βρωμερόν, το δίδουσιν εις τας χήρας και ορφανά, και το πωρικόν το φυλαγμένον τρώγουσι, και το σάπιον προσφέρουσι. Και τα τίμια και χρήσιμα φορέματα εις τον εαυτόν των αποδίδουσι, και τα ξεσχισμένα και παλαιά ρίπτουσιν εις τους πτωχούς. Και τα παιδία τα υγιή και εύμορφα ετοιμάζουσιν εις γάμους και υπανδρείας, και κάνουσι πολλήν φροντίδα δι’ αυτά, αλλά τα αρρωστημένα, ή μονόφθαλμα, ή κολοβά, ή άσχημα, αφιερώνουσιν εις τον Θεόν, και βάνουσιν εις Μοναστήρια.
Διά ταύτα γίνονται απρόσδεκτα εκείνα όπου προσφέρουσι. Διότι τέτοιας λογής ο Κάϊν προσφέρων όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον Θεόν, αλλά και τον εθύμωσεν. Έπρεπε αυτοί να μετρώσωσιν, ότι ανίσως και θελήσουν να τιμήσουν ομοίους μας ανθρώπους, σπουδάζουν να προσφέρωσιν εκείνα όπου φαίνονται μάλιστα τιμιώτερα, πόσω μάλλον τον Πλάστην μας, από τον οποίον έχομεν και εκείνα τα ίδια όπου προσφέρομεν; Τούτον όταν θέλομεν να τον ημερώσωμεν δια την ελεημοσύνην, χρεωστούμεν να του φέρωμεν τα τιμιώτερα από ότι έχομεν, όπως μη η προσφορά ήθελε στραφεί εις τον κόλπον μας με εντροπήν μας, και η θυσία μας ήθελε γενεί συχαμένη και απρόσδεκτος. Διότι, καθώς η θυσία του Νώε ούσα κνίσα και καπνός, δια την καλήν γνώμην εκείνου όπου την επρόσφερεν, ελογαριάσθη εις τον Θεόν μυρωδία ευώδης ως είναι γεγραμμένον, ο Κύριος εμυρίσθη μυρωδίαν ευώδη, ούτω και η καρποφορία όπου προσφέρεται από κακήν γνώμην, αν και φαίνεται καλή κατά το φαινόμενον, λογαριάζεται σύχαμα εις τον Κύριον. Όπως η θυσία και το θυμίαμα των Ιουδαίων, όπου ο Θεός τους είπε διά του Προφήτου, το θυμίαμά σας είναι σύχαμα».
Και ο Γέρων καταλαμβάνων ημάς ότι αμφιβάλλομεν εις τους λόγους του, σηκωνόμενος έμπροσθεν μας και υψώνων τα χέρια και τα ομμάτια εις τον ουρανόν, είπεν εις επήκοον μας: «Ιησού, ο Θεός ημών όπου έκαμες τον ουρανόν, την γήν, την θάλασσαν, και όσα είναι εις αυτά, ο ελευθερωτής των ψυχών μας, ανίσως εκείνα όπου είπα εις τους αδελφούς είναι ψεύματα, ας μείνει αυτή η πέτρα αβλαβής, (και εκεί σιμά ήτον κομμάτι κολώνα τεσσάρων πήχεων) ει δε αληθινά, ας κοπεί». Και με τον λόγον εκόπη η πέτρα εις πέντε κομμάτια. Και ημείς θαυμάζοντες και ωφελούμενοι, εμισεύσαμεν. Και συνοδεύων μας ο Γέρων είπε: «Τέκνα, ελάτε το ερχόμενον Σάββατον, διότι έχω ανάγκη από εσάς».
Και φθάνοντας το Σάββατον, ώρα τρίτη, τον εύρηκαν αποθαμένον, θαπτοντές τον, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ, όπου τους ηξίωσε να κηδεύσουν τοιούτον άγιον. Πάντων των πραττομένων υφ’ υμών τον σκοπόν ζητεί ο Θεός, είτε δι’ αυτόν πράττομεν, είτε διά άλλην αιτίαν. Όταν ακούσης της Γραφής λεγούσης, ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, ου δια παρά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα, ει και δοκεί είναι, ο Θεός καλά αποδίδωσιν, αλλά δια τα κατά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα. Ου δε γαρ εις τα γενόμενα, αλλά εις τον σκοπόν των γινομένων η κρίσις του Θεού αφορά. Εισί τινά πολλά φύσει καλά υπό των ανθρώπων γινόμενα, αλλ’ ου καλά πάλιν δια τινα αιτίαν. Οίον η νηστεία και η ψαλμωδία, η ελεημοσύνη και η φιλοξενία. Φύσει ουν ταύτα καλά έργα εισίν, αλλ’ όταν δια κενοδοξίαν γίνωνται, ουκ έστι καλά. Μισθοί των πόνων της αρετής εισίν η απάθεια και η γνώσις. Αύται γαρ πρόξενοι της αιωνίου ζωής.
από το βιβλίο «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ»
των εκδόσεων Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ
Έναν καιρόν έσμιξα με τον αββάν Ιωσήφ εις τον Έννατον, και ήτον μαζί και ο ρήτωρ ο Σωφρόνιος. Και σμίγοντας ημείς με τον Λέοντα, ιδού ήλθεν ένας κάποιος από Αϊλά, και του έδιδε τρία φλωρία λέγοντας: «Δέξου ταύτα, Πάτερ τίμιε, να ευχηθείς το καράβι μου, ότι το εφόρτωσα, και το έπεμψα εις την Αιθιοπίαν». Και ο Γέρων ολοτελώς δεν του έδωσεν απάντησιν. Λέγει λοιπόν εις τον Γέροντα ο Σωφρόνιος: «Δέξου ταύτα, Πάτερ, και δώσε τα πάλιν εις αδελφόν χρειαζόμενον». Απεκρίθη ο Γέρων: «Διπλή εντροπή είναι τέκνον μου, να λάβω εκείνα όπου δεν χρειάζομαι, και με τα δικά μου χέρια να τρέφω ξένας ακάνθας. Άμποτε να ημπόρουν να εθέριζα τας ακάνθας της ιδικής μου ψυχής, διότι είναι γεγραμμένον. «Εάν σπείρεις, σπείρε τα ιδικά σου, διότι τα ξένα είναι πικρότερα από ταις είραις του σιταριού», και περισσότερον, ω τέκνον μου, ότι δεν είναι, παρά αφορμή να ζημιωθεί η ψυχή». Του είπεν ο Σωφρόνιος: «Το λοιπόν όσα κάνει ο άνθρωπος ελεημοσύνην δεν του λογαριάζει ο Θεός;». Απεκρίθη ο Γέρων: «Πολλαί είναι αι διαφοραί εις τον σκοπόν της ελεημοσύνης. Διότι είναι άνθρωπος όπου κάμνει ελεημοσύνην, διά να ευλογηθεί το σπίτι του, και ο Θεός το ευλογεί. Άλλος διά το καράβι του, και ο Θεός το κατευοδώνει. Άλλος διά τα τέκνα του, και ο Θεός τα φυλάττει. Άλλος διά να δοξασθεί και ο Θεός τον δοξάζει. Επειδή ο Θεός δεν καταφρονεί κανένα, και ότι θέλει κάθε εις, του τα δίδει όταν δεν βλάπτεται η ψυχή του. Και αυτοί όλοι έχουσι παρμένον τον μισθόν τους, διότι προς τον σκοπόν όπου έκαμαν την ελεημοσύνην, ο Θεός τους έδωκε, και τίποτες δεν τους χρεωστεί εις το μέλλον. Λοιπόν εσύ, αν κάμνεις ελεημοσύνην, κάμε την διά την ψυχήν σου, και θέλει σου δώσει ο Θεός, εκείνο όπου επιθυμείς. Διότι είναι γεγραμμένον, άμποτες ο Θεός να σου δώσει κατά την καρδίαν σου. Είναι όμως μερικοί, όπου φαίνονται να κάμνωσιν ελεημοσύνην, και θυμώνουσι περισσότερον τον Θεόν». Και ο Σωφρόνιος είπε: «Ξεκαθάρισόν μου, Πάτερ, τον λόγον». Και εκείνος είπεν: «Ο Θεός επρόσταξεν τα πρώτα γεννήματα, και όλον τον καρπόν και τα καθαρά ζώα δια να του προσφέρωσι δια την ευλογίαν των επίλοιπων και δια την συγχώρησιν των αμαρτιών. Ακόμη και από τα πρωτογεννημένα βρέφη να του αφιερώνωσι. Και οι πλούσιοι κάμνουσι το εναντίον, τα ωφελημώτερα κρατούσιν αυτοί, και τα άχρηστα μοιράζουν εις τους πτωχούς και αδελφούς των. Λόγου χάριν το καλόν κρασί πίνουν αυτοί, και το ξυνόν, ή βρωμερόν, το δίδουσιν εις τας χήρας και ορφανά, και το πωρικόν το φυλαγμένον τρώγουσι, και το σάπιον προσφέρουσι. Και τα τίμια και χρήσιμα φορέματα εις τον εαυτόν των αποδίδουσι, και τα ξεσχισμένα και παλαιά ρίπτουσιν εις τους πτωχούς. Και τα παιδία τα υγιή και εύμορφα ετοιμάζουσιν εις γάμους και υπανδρείας, και κάνουσι πολλήν φροντίδα δι’ αυτά, αλλά τα αρρωστημένα, ή μονόφθαλμα, ή κολοβά, ή άσχημα, αφιερώνουσιν εις τον Θεόν, και βάνουσιν εις Μοναστήρια.
Διά ταύτα γίνονται απρόσδεκτα εκείνα όπου προσφέρουσι. Διότι τέτοιας λογής ο Κάϊν προσφέρων όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον Θεόν, αλλά και τον εθύμωσεν. Έπρεπε αυτοί να μετρώσωσιν, ότι ανίσως και θελήσουν να τιμήσουν ομοίους μας ανθρώπους, σπουδάζουν να προσφέρωσιν εκείνα όπου φαίνονται μάλιστα τιμιώτερα, πόσω μάλλον τον Πλάστην μας, από τον οποίον έχομεν και εκείνα τα ίδια όπου προσφέρομεν; Τούτον όταν θέλομεν να τον ημερώσωμεν δια την ελεημοσύνην, χρεωστούμεν να του φέρωμεν τα τιμιώτερα από ότι έχομεν, όπως μη η προσφορά ήθελε στραφεί εις τον κόλπον μας με εντροπήν μας, και η θυσία μας ήθελε γενεί συχαμένη και απρόσδεκτος. Διότι, καθώς η θυσία του Νώε ούσα κνίσα και καπνός, δια την καλήν γνώμην εκείνου όπου την επρόσφερεν, ελογαριάσθη εις τον Θεόν μυρωδία ευώδης ως είναι γεγραμμένον, ο Κύριος εμυρίσθη μυρωδίαν ευώδη, ούτω και η καρποφορία όπου προσφέρεται από κακήν γνώμην, αν και φαίνεται καλή κατά το φαινόμενον, λογαριάζεται σύχαμα εις τον Κύριον. Όπως η θυσία και το θυμίαμα των Ιουδαίων, όπου ο Θεός τους είπε διά του Προφήτου, το θυμίαμά σας είναι σύχαμα».
Και ο Γέρων καταλαμβάνων ημάς ότι αμφιβάλλομεν εις τους λόγους του, σηκωνόμενος έμπροσθεν μας και υψώνων τα χέρια και τα ομμάτια εις τον ουρανόν, είπεν εις επήκοον μας: «Ιησού, ο Θεός ημών όπου έκαμες τον ουρανόν, την γήν, την θάλασσαν, και όσα είναι εις αυτά, ο ελευθερωτής των ψυχών μας, ανίσως εκείνα όπου είπα εις τους αδελφούς είναι ψεύματα, ας μείνει αυτή η πέτρα αβλαβής, (και εκεί σιμά ήτον κομμάτι κολώνα τεσσάρων πήχεων) ει δε αληθινά, ας κοπεί». Και με τον λόγον εκόπη η πέτρα εις πέντε κομμάτια. Και ημείς θαυμάζοντες και ωφελούμενοι, εμισεύσαμεν. Και συνοδεύων μας ο Γέρων είπε: «Τέκνα, ελάτε το ερχόμενον Σάββατον, διότι έχω ανάγκη από εσάς».
Και φθάνοντας το Σάββατον, ώρα τρίτη, τον εύρηκαν αποθαμένον, θαπτοντές τον, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ, όπου τους ηξίωσε να κηδεύσουν τοιούτον άγιον. Πάντων των πραττομένων υφ’ υμών τον σκοπόν ζητεί ο Θεός, είτε δι’ αυτόν πράττομεν, είτε διά άλλην αιτίαν. Όταν ακούσης της Γραφής λεγούσης, ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, ου δια παρά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα, ει και δοκεί είναι, ο Θεός καλά αποδίδωσιν, αλλά δια τα κατά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα. Ου δε γαρ εις τα γενόμενα, αλλά εις τον σκοπόν των γινομένων η κρίσις του Θεού αφορά. Εισί τινά πολλά φύσει καλά υπό των ανθρώπων γινόμενα, αλλ’ ου καλά πάλιν δια τινα αιτίαν. Οίον η νηστεία και η ψαλμωδία, η ελεημοσύνη και η φιλοξενία. Φύσει ουν ταύτα καλά έργα εισίν, αλλ’ όταν δια κενοδοξίαν γίνωνται, ουκ έστι καλά. Μισθοί των πόνων της αρετής εισίν η απάθεια και η γνώσις. Αύται γαρ πρόξενοι της αιωνίου ζωής.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


