Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας.



 Του Μητροπολίτου Κεντρώας Αφρικής Ιγνατίου.

  Για αυτόν τον εξαίρετο άνδρα δεν γνωρίζουμε πολλά. Ούτε τα πρωτινά ούτε τα στερνά του χρόνια. Σαν ένας «διάττων αστήρ» κάμνει την εμφάνισή του στις σελίδες της Γραφής. Μας καταπλήσσει με την τίμια και ευγενική και τολμηρή διαγωγή του και έπειτα δεν αναφέρεται πια πουθενά. Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές τον αναφέρουν. Και ο καθένας τους του αφιερώνει τέσσερις το πολύ πέντε στίχους για να περιγράψει το ήθος του ανδρός, τις διαθέσεις του, την γενναία στάση του και την αγία και πολύτιμη προσφορά των υπηρεσιών του προς τον νεκρό Κύριο Ιησού.


Αλλά ας βάλουμε σε μια σειρά τα όσα γνωρίζουμε από την Γραφή.
Ο Ιωσήφ εν πρώτοις, όπως γίνεται φανερό και από το όνομα του, ήταν Εβραίος. Ήταν εγκατεστημένος στην πρωτεύουσα του Ισραήλ, την Ιερουσαλήμ. Όμως δεν ήταν ντόπιος. Είχε γεννηθεί και μεγάλωσε στην Αριμαθαία, μια πόλη της Ιουδαίας. Και ο τόπος της καταγωγής του έγινε σαν ένα επώνυμό του, ώστε, προκειμένου να προσδιορίσουν οι άνθρωποι της εποχής του για ποιόν Ιωσήφ κάμνουν λόγο, έλεγαν το όνομά του και πρόσθεταν την καταγωγή του. Έτσι τον γνωρίζουμε κι εμείς: «Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας».
Ο Ιωσήφ είχε σπουδαία θέση στην κοινωνία της Ιερουσαλήμ και το έθνος του. Ήταν καθώς μας πληροφορούν οι ιεροί Ευαγγελιστές, Βουλευτής. Δηλαδή ήταν μέλος του Ανωτάτου Ιουδαϊκού Συνεδρίου και Βουλευτηρίου. Δεν είχε από καταγωγή την θέση αυτή αλλά από προσωπική του αξία. Η Γραφή προκειμένου να μας πληροφορήσει ποια θέση είχε ο Ιωσήφ στην εκτίμηση της κοινωνίας, μας τον χαρακτηρίζει «ευσχήμονα». Και «ευσχήμων» λεγόταν ο σεβαστός, ο κατά πάντα και υπό πάντων αξιοσέβαστος άνθρωπος. Και βέβαια δεν ήταν η θέση και η ιδιότης του βουλευτού που τον καθιστούσε στα μάτια όλων «ευσχήμονα», αλλά ο χαρακτήρας του ο καλός και η αρετή του. Διότι ο ευαγγελιστής Λουκάς προσθέτει την πληροφορία ότι ο Ιωσήφ ήταν «ανήρ αγαθός και δίκαιος». Αγαθός στον χαρακτήρα του και ενάρετος από άσκηση και προσωπική καλλιέργειά του στην αρετή. Ο Ματθαίος προσθέτει ότι ήταν και «πλούσιος». Είχε και ιδιοκτησία υπολογίσιμη στην Ιερουσαλήμ.
Όλα αυτά παρουσιάζουν στα μάτια μας τον Ιωσήφ ένα πρόσωπο επίσημο, αριστοκρατικό, ευγενικό, υψηλό, πράγματι αξιόλογο.
Παρά ταύτα, άλλα είναι εκείνα που μας κάμνουν να τον παραδεχθούμε βαθύτερα και να τον αγαπήσουμε με όλη μας την καρδιά και να τον θαυμάσουμε.
Ο Ιωσήφ αποδείχθηκε υπόδειγμα τιμίου ανθρώπου, τολμηρού και πράγματι αφοσιωμένου στον Ιησού μαθητή. Βέβαια ευθύς από την αρχή δεν παρουσιάστηκε έτσι. Μολονότι και αυτός «ην προσδεχόμενος την βασιλείαν του Θεού», εν τούτοις ευθύς εξ αρχής δεν εκδηλώθηκε. Γνώριζε δηλαδή τον Χριστό εκ φήμης, που έφθανε στην Ιουδαία από την Γαλιλαία, όπου συνήθως δρούσε ο Ιησούς. Και προσωπικά τον άκουσε, όταν ο Κύριος ανέβηκε τρεις φορές στα Ιεροσόλυμα και μιλούσε και συζητούσε στην στοά του Σολομώντος και αλλού. Τότε τον παραδέχθηκε ως θείο διδάσκαλο και από Θεού απεσταλμένο. Πίστεψε και στην ερχόμενη βασιλεία Του που κήρυττε ο Ναζωραίος. Όμως έμενε κρυμμένος. Κρυφός μαθητής. Βλέπεις, ο Χριστός ανέκαθεν είχε πολύ περισσότερους μυστικούς φίλους και μαθητές απ’ ότι μπορεί να υπολογίζει και να φαντασθεί κανείς. Τώρα για ποιο λόγο δεν εξεδήλωσε ο Ιωσήφ από την πρώτη στιγμή τις καλές διαθέσεις του απέναντι στον Χριστό; Δεν μπορούμε ακριβώς να γνωρίζουμε. Ίσως από φρονιμάδα να περίμενε τον πιο κατάλληλο καιρό για να εκδηλωθεί, όπως και έγινε. Θα του δούμε αυτό. Ίσως από δειλία. Δεν αποκλείεται κι αυτό, αν και εκ πρώτης όψεως τέτοια αδυναμία φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση  με την κατοπινή του τόλμη. Συμβαίνει πολλές φορές μερικοί που σε μικρότερες δοκιμασίες φέρονται δειλοί, σε μεγαλύτερες αποδεικνύονται απίθανα θαρραλέοι. Έρχεται ένα βαθύτερο και ισχυρότερο συναίσθημα και υπερισχύει και παρουσιάζει άλλον εξ άλλου τον δειλό. Και στην περίπτωση του Ιωσήφ, όπως άλλωστε σε μύριες όσες, ο αδίκως πάσχων και εσταυρωμένος Χριστός προκάλεσε μεγαλύτερη συγκίνηση παρ’ όσον ως γοητευτικός διδάσκαλος και θαυματουργός. Μια φορά ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας πληροφορεί ότι «εκ των αρχόντων πολλοί επίστευσαν εις τον Ιησούν, αλλά διά τους Φαρισαίους ουχ ωμολόγουν, ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται» (Ιω. ιβ΄ 42). Η επιρροή των Φαρισαίων επάνω στον λαό και η παροιμιώδης κακία τους ήταν κάτι που όλοι το υπολόγιζαν, ακόμη και οι άρχοντες. Έπειτα το να απαγορευθεί, έστω και προσκαίρως, σε μέλος του συνεδρίου να μπει στη Συναγωγή, ήταν σοβαρή υπόθεση, που όλοι την λογάριαζαν. Όμως ίσως ήταν και της πρόνοιας του Θεού να μένει κρυμμένος μαθητής ο Ιωσήφ, για να χρησιμοποιηθεί όταν θα χρειαζόταν. Ίσως και τα τρία μαζί να ήταν. Δεν έχει και πολλή σημασία αυτό.
Σημασία έχει ότι, όταν ήλθε η περίσταση, ο Ιωσήφ αποτίναξε από πάνω του κάθε δισταγμό ή δειλία και φάνηκε άξιος του Θεού, τίμιος και τολμηρός και αφοσιωμένος μαθητής του Ιησού. Και η τιμιότητά του εκδηλώθηκε στην εξής κυρίως περίσταση. Όταν στα ξημερώματα της Μεγάλης Παρασκευής προσκλήθηκαν όλα τα μέλη του ιουδαϊκού συνεδρίου με παρακίνηση των αρχιερέων και Φαρισαίων για να αποφασίσουν την εις θάνατον καταδίκη του Ιησού, ο Ιωσήφ ήταν ένας από τους ελαχίστους ή το πιθανότερον ο μόνος που διαφώνησε ως προς την απόφαση της καταδίκης του Αθώου και ως προς τις απαίσιες μεθόδους με τις οποίες επεδίωξαν οι σκοτεινοί συνάδελφοί του να εξασφαλίσουν από τον Ρωμαίο ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο την επικύρωση της αποφάσεως τους και καταδίκης Του στον σταυρικό θάνατο. Ο ευαγγελιστής Λουκάς συγκεκριμένα ιστορεί: «Ούτος (δηλαδή ο Ιωσήφ) ουκ ην συγκατατεθειμένος τη βουλή και τη πράξει αυτών».

Εσείς μπορείτε να αποφασίζετε ότι θέλετε. Εγω διαφωνώ. Δεν βάφω τα χέρια μου στου Αθώου το αίμα» ήταν η πράγματι γενναία θέση που πήρε σ’ εκείνες τις αποφασιστικές διαβουλεύσεις του Συνεδρίου. Και αυτό θα πει τίμιος άνθρωπος. Θα υποστηρίξει το δίκαιο, θα ταχθεί αναφανδόν με τον αθώο, και ας του στοιχίσει ότι του στοιχίσει. Ο τίμιος δεν κρατάει ένοχη σιωπή, πολύ περισσότερο δεν συντάσσεται με τους αδίκους όταν κρίνεται το δίκαιο του αθώου. Είναι ευθύς ίσιος, «ντόμπρος» άνθρωπος. Είναι όπως ο Ιωσήφ. Πόσες φορές και σήμερα κρίνεται ο Χριστός, το ιερό Ευαγγέλιο Του, η Εκκλησία Του και οι δικοί Του σε κοσμικές συγκεντρώσεις, σε διάφορες παρέες, επειδή και μέσα εκεί βρίσκονται άνθρωποι που ευλαβούνται τον Χριστό, αλλά δεν έχουν την τιμιότητα και το θάρρος να πάρουν το μέρος του Χριστού! Και συμβαίνει αυτό, διότι η τιμιότητα θέλει κότσια, χρειάζεται σθένος, τόλμη, κι αυτά δεν τα διαθέτουν όλοι!
Γι αυτό και ο Ιωσήφ είπαμε ότι μαζί με την τιμιότητά του έδειξε και την ανδρεία του, την παλικαριά του. Το πόση τόλμη χρειαζόταν να διαφωνήσει ο Ιωσήφ προς όλο το σώμα του Συνεδρίου για να το εκτιμήσεις σωστά, πρέπει να σκεφθείς ότι στην απόφαση αυτή ούτε και αυτός ο Πιλάτος δεν τόλμησε να αντισταθεί.
Όμως έδειξε και αλλού την γενναιότητά του ο Ιωσήφ. Όταν το κακούργημα είχε συντελεσθεί, όταν ο Ιησούς ήταν ήδη καρφωμένος επάνω στον σταυρό και νεκρός και ενώ όλοι οι Εβραίοι είχαν αποσυρθεί στα σπίτια τους για να κάμουν το Πάσχα τους, τότε ο Ιωσήφ «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού». Ο Ιωσήφ με το διάβημά του αυτό συντασσόταν χωρίς επιφύλαξη με το μέρος του Εσταυρωμένου. Τα «έπαιζε» όλα για όλα. Πως θα ερμήνευε ο Πιλάτος το διάβημά του; Πως θα του το συγχωρούσαν οι συνάδελφοί του και προπάντων οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι; Το πιο πιθανό ήταν και αποσυνάγωγο να τον κάμουν και από μέλος του Συνεδρίου να τον αποκηρύξουν, ακόμη –γιατί όχι;- και τον εξοντωτικό πόλεμο να του κηρύξουν. Ο Ιωσήφ αδιαφόρησε για όλα. Αυτός έπαιρνε στα φανερά τη θέση του μαθητού. Ας γινόταν ότι ήθελε.
Που είναι εκείνοι που κατηγορούν για δειλία τους Χριστιανούς; Που είναι εκείνοι που θέλουν να είναι Χριστιανοί και δεν τολμούν; Ας  παρατηρήσουμε όλοι καλά τον Ιωσήφ. Να διδαχθούν και να ενθαρρυνθούν οι φίλοι. Να εντραπούν οι συκοφάντες. Ο Ιωσήφ τολμά τα ατόλμητα, επιχειρεί τα απίθανα.
Αποδείχθηκε τίμιος, έπειτα και τολμηρός. Ήλθε η σειρά να φανεί και η άλλη του αρετή: Όλα τα δικά του στην υπηρεσία του Ιησού!
Ο Πιλάτος οπωσδήποτε συγκινήθηκε. Του δώρισε το σώμα του Ιησού. Και ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι καθαρό και μαζί με τον Νικόδημο (ήταν και αυτός πρώην κρυφός μαθητής, και τώρα τολμά κι αυτός και να λάβεις υπόψη σου ότι ήταν... Φαρισαίος!) και οι δυό τους με προσωπική τους προσπάθεια αποκαθηλώνουν τον Εσταυρωμένο, τον τυλίσσουν με το σεντόνι και τον ενταφιάζουν με τον τρόπο που συνήθιζαν οι Ιουδαίοι.

Κοντά στον τόπο όπου εσταύρωσαν τον Ιησού, ο Ιωσήφ είχε έναν κήπο. Και μέσα στον κήπο, λαξευμένο στον βράχο έναν οικογενειακό τάφο. Καινούργιο, που μέσα του δεν είχε ενταφιαστεί μέχρι τότε κανείς. Μέσα λοιπόν σε αυτόν με πολλή φροντίδα κήδεψαν τον Ιησού.
Ο Ιωσήφ κύλησε στο στόμιο του σπηλαιοειδούς τάφου του μια πέτρα, και με τον Νικόδημο έφυγαν. Είχε κάμει το καθήκον του στο ακέραιο. Ήταν τώρα ήσυχος. Έδυε ο ήλιος της Παρασκευής. Τα άστρα θα έφερναν το Σάββατο, το Πάσχα των Εβραίων.
Ο Ιωσήφ δεν αναφέρεται πουθενά πλέον στην Γραφή. Ίσως και δεν χρειαζόταν. Στην δεδομένη περίσταση έκαμε το καθήκον του. Και ο Θεός τον δόξασε τόσο, όσο ο ίδιος ποτέ δεν το ονειρευόταν. Ποτέ δεν περίμενε ότι ο ενταφιασμός εκείνος του Διδασκάλου του θα τον έκαμνε αθάνατο. Και ποτέ δεν φανταζόταν ότι εκείνο το μνήμα που λάξευε στον κήπο του θα γινόταν μνημείο του. Διακινδύνευσε την θέση του στην Συναγωγή και στο Βουλευτήριο, και με αυτό εξασφάλισε επίζηλη θέση στην Εκκλησία του Χριστού. Βγήκε από την μυστικότητα και αποκαλύφθηκε στα φανερά μαθητής του Εσταυρωμένου, κι Εκείνος τον ανέδειξε διδάσκαλο τιμιότητος, τόλμης και αφοσιώσεως στον χριστιανικό κόσμο και όχι μόνο. Οι αμετανόητοι ομοεθνείς του –πρέπει να θεωρείται βέβαιο– τον αποδοκίμασαν, και να ότι ο Ιωσήφ αναδείχθηκε παγκόσμια εξαίρετη χριστιανική μορφή των αποστολικών χρόνων. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να άκουσε για Χριστό αναστημένο και να αγνοεί τον «ευσχήμονα βουλευτήν», τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας.
Έτσι δοξάζει ο Κύριος Ιησούς όλους εκείνους που με τιμιότητα, τόλμη και αφοσίωση παίρνουν σαφή θέση κοντά Του!

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο Γέρων Θεόφιλος, η «αγία ψυχή» (†1870)



 Από το βιβλίο «Αγιορείτες Πατέρες του 
 ΙΘ΄ αιώνος» του Ιερομονάχου Αντωνίου




Ο π. Θεόφιλος, κατά κόσμον Θεοδώρητος, γεννήθηκε το έτος 1777. Ασκούσε το επάγγελμα του επιπλοποιού, αφιέρωνε όμως πολύ χρόνο στο να εξυπηρετεί τους χριστιανούς, όταν προέκυπταν διαφορές με τους Τούρκους στο δικαστήριο, επειδή γνώριζε τέλεια την τουρκική γλώσσα.
Ο Θεοδώρητος, βλέποντας τη ματαιότητα όλων των επιγείων, ανεχώρησε για το Άγιον Όρος. Εισήλθε στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (Ρωσικό) περί το 1800, επί ηγουμενίας Σάββα, όταν εσκόπευαν να αρχίσουν το άνοιγμα των θεμελίων για το κτίσιμο του νέου μοναστηριού στην παραλία.
Από το Ρωσικό ο Θεοδώρητος πήγε στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου έζησε έξι χρόνια, ενώ κατά τον καιρό της ελληνικής επαναστάσεως έμενε στην Νέα Σκήτη· εκεί έγινε ρασοφόρος με το όνομα Θεοδόσιος. Το Σχήμα του το έδωσε ο πνευματικός του π. Ιωάσαφ από την Σκήτη της Αγίας Άννης, μετονομάζοντάς τον Θεόφιλο.
Τον τίτλο «αγία ψυχή» του τον έδωσαν όσοι έμεναν στην σκήτη, για την εξαιρετική καλοσύνη και ολοκληρωτική αγάπη του προς πάντας. Κανείς δεν τον αποκαλούσε διαφορετικά, πολλοί μάλιστα ούτε ήξεραν το πραγματικό του όνομα.
 Γνωρίζοντας καλά τα τουρκικά, υπερασπίσθηκε με επιτυχία πολλούς μοναχούς ενώπιον των Τούρκων, ελευθερώνοντας άλλον από τον θάνατο και άλλον από κάποια δυστυχία. Συχνά μάλιστα εκινδύνευσε να συλληφθεί ο ίδιος αντί των αδελφών του, για τους οποίους παρακαλούσε να σωθούν. Βλέποντας την μαρτυρική του διάθεση πολλοί Τούρκοι έλεγαν:
- Γιατί ο μοναχός αυτός υπερασπίζεται τους ενόχους, που αξίζουν την τιμωρία; Και τον προέτρεπαν να απομακρυνθεί από το Άγιον Όρος.
Αλλά ο φιλάδελφος Γέροντας ήταν έτοιμος να προσφέρει και την ζωή του ακόμη για τον πλησίον. Στην Θεσσαλονίκη υπερασπιζόταν τους Αγιορείτας και ελευθέρωσε πολλούς από την φυλακή. Επίσης, έσωσε και αρκετά αγόρια από τον τουρκικό εξισλαμισμό, ένα από τα οποία έγινε αργότερα ηγούμενος της Μονής Κουτλουμουσίου.
Από τα μαστιγώματα των Τούρκων είχε μείνει ανάπηρος: το χέρι του ήταν σπασμένο, η σπονδυλική στήλη κυρτωμένη και όλο το σώμα του καταπληγωμένο.
Την εποχή της ελληνικής εξεγέρσεως, από τους ελαχίστους κατοίκους που είχαν μείνει στην σκήτη έλειπαν τα πάντα και ιδιαιτέρως το ψωμί· τροφή τους ήταν τα κάστανα και τα χόρτα. Μια φορά ήλθε κάποιος υπάλληλος του πασά της Θεσσαλονίκης, και η αγία ψυχή του είπε:
- Να ενημερώσεις τον πασά ότι εμείς πεθαίνομε από την πείνα, αλλά και οι στρατιώτες σας δεν έχουν τι να φάνε. Ας στείλει σιτάρι!
Από τότε ο πασάς άρχισε να στέλνει ψωμί!
Όλοι εφοβούντο τους Τούρκους και την αγριότητά τους, αλλά η αγία ψυχή είχε ιδιαίτερο θάρρος και υπερασπιζόταν άφοβα τους πάντας. Πολλές φορές οι Τούρκοι ενήργησαν κατά την επιθυμία του, αλλά μερικές φορές τον ξυλοκόπησαν άγρια. Όταν ο πασάς πληροφορήθηκε ότι στο Άγιον Όρος έμειναν πολλά αγόρια, διέταξε να τα συγκεντρώσουν όλα. Συνέλαβαν τότε περίπου τριακοσίους δοκίμους και λαϊκούς, τους οποίους εξισλάμισαν στην Θεσσαλονίκη. Η αγία ψυχή ήταν εκεί, τους είδε πρίν τελεσθεί ο εξισλαμισμός και είπε στον πασά:
- Γιατί συγκέντρωσες τα αγόρια;
- Ο προφήτης μας Μωάμεθ, απήντησε αυτός, διέταξε αν βρούμε χριστιανό αγόρι, να το πείσουμε με ωραία λόγια να δεχθεί την πίστη μας· και αν το συλλάβουμε, να το εξισλαμίσουμε διά της βίας! Να, πως ο προφήτης μας εμερίμνησε για την εξάπλωση της πίστεώς μας!
- Ο προφήτης σας, σας οδηγεί κατ’ ευθείαν στην κόλαση και εσείς τον υπακούετε! Αντέδρασε ο π. Θεόφιλος.
Ένας Τούρκος θέλησε τότε επί τόπου να τον φονεύσει, αλλά συγκρατήθηκε και είπε:
- Έπρεπε να σε σκοτώσω, αλλά σε λυπόμαστε και σου χαρίζομε την ζωή. Να εγκαταλείψεις όμως το έργο της προστασίας αυτών των νεαρών!
Όταν στην Θεσσαλονίκη φυλάκισαν τους αντιπροσώπους του Αγίου Όρους, μεταξύ αυτών ήσαν και δύο ιερομόναχοι από τη Νέα Σκήτη, ο Ιωάσαφ και ο Γεράσιμος. Η αδελφότητα παρακάλεσε τον π. Θεόφιλο να πάει στην Θεσσαλονίκη και να ικετεύσει για την απελευθέρωσή τους· είχε υποφέρει όμως τόσα δεινά από τους Τούρκους– μια φορά μάλιστα απλώς για να διασκεδάσουν πυροβόλησαν εναντίον του- , ώστε δεν ήθελε να πάει. Γρήγορα συλλογίσθηκε όμως πόσο υποφέρουν οι κρατούμενοι και δεν άντεξε· από συμπόνια ξεκίνησε.
Φθάνοντας, ικέτευσε τον πασά να αφήσει ελεύθερους τους δύο ιερομονάχους. Πήγαν οι Τούρκοι να τους ελευθερώσουν, και την ίδια στιγμή πολλοί άλλοι φυλακισμένοι με δάκρυα παρακαλούσαν να αναλάβει και την δική τους απελευθέρωση. Έπεφταν μπροστά στα πόδια του και, φιλώντας το μέρος όπου στέκονταν, τον αποκαλούσαν «πατέρα» και «ευεργέτη». Η απελπιστική τους θέση και τα πικρά δάκρυα συγκίνησαν βαθειά την αγία ψυχή, ώστε παρ’ όλες τις δυσκολίες ξαναπήγε στον πασά· πάλι ο Κύριος τον βοήθησε και ο πασάς αμέσως άφησε ελεύθερους είκοσι τρείς ανθρώπους.
Κάποτε στο Άγιον Όρος ο Μπιλέ-πασάς ρώτησε ενώπιο άλλων την αγία ψυχή:
- Πώς βλέπετε τον προφήτη μας Μωάμεθ;
- Εμείς δεν έχομε τίποτε μαζί του. Αυτό αφορά εσάς! Είπε εκείνος.
- Και τι πιστεύετε για τον Χριστό;
- Πιστεύομε ότι ακριβώς είναι: ο αληθινός Θεός, ο οποίος εδημιούργησε τον ουρανό και τη γή, τους αγγέλους και τους ανθρώπους, την θάλασσα και όλη την ορατή κτίση.
Σ’ αυτά τα λόγια ο πασάς προσποιήθηκε ότι λιποθύμησε· σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και περίμενε τον βέβαιο θάνατο. Ο εκατόνταρχος της συνοδείας του, που ήταν εκεί έφιππος, έσυρε αμέσως το σπαθί και ήθελε να σφάξει την αγία ψυχή, που στεκόταν φοβισμένη. Εκείνη τη στιγμή όμως ο πασάς άρχισε να ανασηκώνεται. Τον πρόσεξε ο καβαλάρης, πήδησε αμέσως από το άλογό του και τον ρώτησε:
- Τι συνέβη με σένα  και γιατί συμμετέχεις σε τέτοια συζήτηση, αφού δεν αισθάνεσαι καλά;
- Συζήτησα με πολλούς Έλληνες , απήντησε αλλά από κανέναν δεν άκουσα τέτοια λόγια. Αυτός πρέπει να είναι ξεχωριστός άνθρωπος.
Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι με την φυγή των Τούρκων από το Άγιον Όρος όλοι αυτοί, τους οποίους η αγία ψυχή είχε βοηθήσει, θα προσπαθούσαν να του το ανταποδώσουν το συντομότερο· έτσι θα εξασφάλιζε τα πάντα ως το τέλος της ζωής του· όμως δεν έγινε. Όταν λοιπόν τον ρώτησαν γιατί ζει με τέτοια πτωχεία, είπε ότι σχεδόν πουθενά δεν πηγαίνει, επομένως λίγοι τον γνωρίζουν και τον βοηθούν. Επίσης, όσοι απελευθερώθηκαν με την βοήθειά του, όλοι έχουν ήδη πεθάνει.
Ο π. Θεόφιλος είχε καλύβη στη Νέα Σκήτη και ησχολείτο με το εργόχειρο. Αλλά του αφήρεσαν εν τέλει και την καλύβη με τον εξής τρόπο: Όταν η σκήτη  βρισκόταν σε διαμάχη με τα μοναστήρια εξ αιτίας τω φόρων, παρακάλεσαν τον πατριάρχη να ξεκαθαρίσει το ζήτημα. Τότε η αγία ψυχή ήταν πρώτη μεταξύ των γερόντων της Νέας Σκήτης που υπέγραψαν. Το πληροφορήθηκαν αυτό στην Μονή Αγίου Παύλου, πούλησαν την καλύβη του και αυτός έμεινε χωρίς να έχει τίποτε απολύτως. Αλλά στον Γέροντα Μελέτιο του Κελιού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου ήλθε φώτισις από τον Κύριο να τον δεχθεί στην κατοικία του και να τον κρατήσει ως Γέροντα του. Η αγία ψυχή ένοιωθε διαρκώς γι’ αυτόν βαθειά ευγνωμοσύνη.
Ο γέρων Θεόφιλος ανεχώρησε για την αιωνιότητα το έτος 1870.

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Παναγία και Υπεραγία.


Του Φώτη Κόντογλου



Όλοι οι άγιοι λέγονται άγιοι. Εις την ονομασίαν δεν ξεχωρίζουν ούτε οι δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο τίμιος Πρόδρομος όπου εστάθη, κατά τον λόγον του Χριστού, «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων». Αλλά Εσύ, Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού, και δια τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία, και παρ’ ότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι όμως κατά τα λόγια του Αγγέλου, «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».
Ο Χριστός και Κύριος μας είναι Υιός του Θεού, και έγινε άνθρωπος διά την σωτηρίαν μας. Δι’ αυτό, μαζί με το θάρρος που παίρνουμε εις το να τον παρακαλέσουμε, θαρρευόμενοι εις την ανθρώπινην φύσιν που έλαβε, νιώθουμε και τον φόβον, επειδή είναι Θεός. Ενώ εις Εσένα θαρρευόμαστε περισσότερον, κ’ ερχόμεθα κοντά Σου ωσάν σε μητέρα και αδελφήν μας, επειδή είσαι άνθρωπος ωσάν κ’ εμάς. Και Σε έχουμε μεσίτριαν ανάμεσα εις τον Θεόν και εις εμάς. Και εις την μεσιτείαν Σου έχουμε το θάρρος μας, επειδή, όπως είπε ο Υιός σου ότι όλα του παρέδωσε ο Πατέρας του, έτσι και εις Εσένα έδωσε κάθε εξουσίαν να ευεργετείς το γένος των ανθρώπων. Οι δυστυχισμένοι και οι κατατρεγμένοι Σε έχουμε στήριγμα και παρηγορίαν, γιατί στάθηκες κ’ Εσύ πικραμένη και βασανισμένη μητέρα, και ετρύπησε την καρδίαν Σου η ρομφαία, όπως το επροφήτευσεν ο θεοδόχος Συμεών.
Σώζε, αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν Σου. Αποσκέπαζε την πτωχήν χώρα μας όπου αγαπά το άγιον πρόσωπόν Σου περισσότερον από κάθε τι εις τον κόσμον, επειδή είναι βασανισμένη όπως είσαι και Εσύ, και δια τούτο η αγάπη της είναι πονεμένη αγάπη. Δι’ Εσένα έχει κτίσει εκκλησίες και ερημοκκλήσια παντού, εις τα βουνά, εις τους κάμπους, εις τες ακρογιαλιές, εις τα νησιά, εις τες πολιτείες κ’ έβαλε μέσα ως θησαυρόν ατίμητον το άγιον εικόνισμά Σου. Η χρυσοκέρινη όψις Σου δεν είναι κάποια ζωγραφιά δια να Σε θυμόμαστε μοναχά, όπως κάνουμε διά τα αγαπημένα μας πρόσωπα, αλλά εικόνισμα ένθερμον και θαυματουργόν. Το ξύλον και οι βαφές είναι αγιασμένα.
Μέσα εις τα ταπεινά κατοικητήριά Σου, όλα μοσχοβολούν από το λιβάνι και από το κερί οπού εμάζεψε η προκομμένη μέλισσα βόσκοντας εις τα αγριολούλουδα των βουνών μας, όπου είναι αγνά σαν κ’ Εσένα.

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

Η ευλάβεια στις εικόνες





Από το βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β΄»



Πόση ευλάβεια πρέπει να έχουμε στις εικόνες! Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον. Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει. Αλλά χωρίς να τα προσέξει, την έβαλε ανάποδα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, αποκεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος. Που να πάει ο νούς του ότι ερχόταν από το ντουλάπι! Ο κρότος συνέχιζε για αρκετή ώρα, «τακ-τακ-τακ-»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ». Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα. Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος.
Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα! Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία. Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά:  «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας. «Έχουμε», μου λέει. «Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της. «Την φιλάει», μου λέει. «Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της. «Το παιδί της», μου λέει. «Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».
- Γέροντα, και αν ένα σανίδι κάποτε είχε επάνω την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου και  έσβησαν τα χρώματα από τον καιρό, και πάλι δεν πρέπει να το ασπαζόμαστε;
- Ναι, βέβαια! Όταν ασπάζεται ο άνθρωπος με ευλάβεια και θερμή αγάπη τις άγιες εικόνες, παίρνει τα χρώματα από αυτές και ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα του. Οι Άγιοι χαίροντα, όταν ξεσηκώνονται από τα χαρτιά ή από τα σανίδια και τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν ασπάζεται ο Χριστιανός με ευλάβεια τις άγιες εικόνες και ζητάει βοήθεια από τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, με τον ασπασμό που κάνει με την καρδιά του, ρουφάει μέσα στην καρδιά του όχι μόνον τη χάρη του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων, αλλά και τον Χριστό ολόκληρο ή την Παναγία ή τον Άγιο, και τοποθετούνται πιά στο τέμπλο του Ναού του. «Ναός του Αγίου Πνεύματος είναι ο άνθρωπος» (Α΄ Κορ. 3,16 και 6,19). Βλέπεις, και κάθε Ακολουθία με τον ασπασμό των εικόνων αρχίζει και με τον ασπασμό τελειώνει. Εάν το καταλάβαιναν αυτό οι άνθρωποι, πόση χαρά θα αισθάνονταν, πόση δύναμη θα έπαιρναν!
- Γέροντα, στην Παράκληση της Παναγίας, σε κάποιο Μεγαλυνάριο γιατί λέει «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν»;
- Όταν κανείς δεν έχει ευλάβεια και ασπάζεται τις εικόνες, δεν είναι άλαλα τα χείλη του; Και ο ευλαβής, όταν ασπάζεται τις εικόνες, εύλαλα δεν είναι τα χείλη του; Είναι μερικοί που, όταν προσκυνούν την εικόνα, ούτε καν ακουμπούν στην εικόνα. Άλλοι ακουμπούν μόνον τα χείλη τους στην εικόνα, όταν την ασπάζονται. Να, έτσι. (Ο Γέροντας ασπάσθηκε μια εικόνα, χωρίς να ακουσθεί ο ασπασμός). Ακούσατε τίποτε;
- Όχι.
- Έμ, τότε «άλαλα» είναι τα χείλη. Ενώ ο ευλαβής ασπάζεται την εικόνα και ο ασπασμός ακούγεται. Τότε τα χείλη είναι «εύλαλα». Δεν είναι ότι καταριούνται, όταν λένε «άλαλα», αλλά εκείνα τα χείλη είναι άλαλα και τα άλλα είναι εύλαλα. Όταν βλέπουμε τις άγιες εικόνες, πρέπει να ξεχειλίζει η καρδιά μας από αγάπη προς τον Θεό και τους Αγίους και να πέφτουμε να τις προσκυνούμε και να τις ασπαζόμαστε με πολλή ευλάβεια. Να βλέπατε ένα ευλαβικό γεροντάκι στη Μονή Φιλοθέου, ο γέρο-Σάββας, με πόση ευλάβεια, με πόση καρδιά ασπαζόταν την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης! Σ’ αυτήν την εικόνα της Παναγίας, επειδή οι Πατέρες την ασπάζονταν στο ίδιο σημείο, έχει σχηματισθεί ένα γρομπαλάκι!
Η εικόνα που αγιογραφείται με ευλάβεια ρουφάει από τον ευλαβή αγιογράφο την Χάρη του Θεού και μεταδίδει στους ανθρώπους παρηγοριά αιώνια. Ο αγιογράφος ζωγραφίζεται, μεταφράζεται στην εικόνα που φτιάχνει· γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η ψυχική του κατάσταση. Μου έλεγε ο παπά-Τύχων (Ρώσος ασκητής που ο Γέροντας Παϊσιος υπήρξε υποτακτικός του) :  «Εγώ παιντί μου, όταν ζωγραφίζω επιτάφια, ψάλλω “O ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καφελών…”». Έψαλε και έκλαιγε συνέχεια και τα δάκρυά του έπεφταν πάνω στην εικόνα. Μια τέτοια εικόνα κάνει ένα αιώνιο κήρυγμα στον κόσμο. Οι εικόνες αιώνες κηρύττουν-κηρύττουν. Ρίχνει λ.χ. ένας πονεμένος ένα βλέμμα στην εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας και παίρνει παρηγοριά.
 Όλη η βάση είναι η ευλάβεια. Βλέπεις, άλλος ακουμπά στον τοίχο που ακούμπησε η εικόνα και παίρνει Χάρη, και άλλος μπορεί να έχει την καλύτερη εικόνα, αλλά, επειδή δεν έχει ευλάβεια, δεν ωφελείται. Ή ένας μπορεί να βοηθηθεί από έναν απλό σταυρό, και άλλος να μη βοηθηθεί από τον Τίμιο Σταυρό όταν δεν έχει ευλάβεια.