Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Γερμανού (π. Ανυπόμονου) «Στο βουνό με τον Σταυρό κοντά στον Άρη».

Γνωρίζω τον Άρη

Τα παιδιά της Οργανώσεως μας συνέστησαν στον Άρη,(Άρης Βελουχιώτης - Αθανάσιος Κλάρας) εμένα και τον Παπαλεβέντη (π. Κωνσταντίνος Παπαλεβέντης (Παπαφλέσσας), εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Βλασσίου στο Δαδί Φθιώτιδος). Μίλησαν με ενθουσιασμό για τη δουλειά που κάμαμε στο Δαδί, την προσφορά μας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κ.λπ.. Μετά από αυτά λένε στον Άρη:
«Τώρα ο πάτερ Γερμανός θέλει να ’ρθει στον μόνιμο ΕΛΑΣ. Ο παπα-Κώστας θα γυρίσει μαζί μας».
«Να γυρίσει και ο άλλος παπούλης μαζί σας, γιατί εκεί θα προσφέρει περισσότερα απ’ ότι εδώ», τους λέει ο Άρης.
«Καπετάνιε μου, δεν με σηκώνει άλλο το κλίμα κάτω, γιατί με κυνηγάνε οι Ιταλοί», παρεμβαίνω στη συζήτηση εγώ, για να εξηγήσω την επιθυμία μου να βγω στο βουνό.
«Τότε το πράγμα αλλάζει. Αλλά θ’ αντέξεις παπούλη μου; Είναι σκληρή η ζωή στο Αντάρτικο», μου λέει ο Άρης.
«Θα έρθω κοντά σας και όσο αντέξω», του απαντώ.
«Εντάξει, λοιπόν, παπούλη μου», συμφωνεί ο Άρης και δίνουμε τα χέρια.

Μια σημαία και μια σάλπιγγα

Είχαμε βρει τον Άρη μέσα σ’ ένα μαγαζάκι της Κουκουβίστας. Κοντά του, εκτός των ανταρτών, ήταν και ο Άγγλος ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς, ο οποίος εκείνη την ώρα μιλούσε με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, μέσω ενός ασυρμάτου που είχαν τοποθετημένο πάνω σ’ ένα τραπέζι του μαγαζιού. Ήταν εκεί και ο δικηγόρος Αλέκος Σεφεριάδης, για τον οποίο ο Άρης αργότερα δεν εξεφράζετο κολακευτικά, γιατί τον θεωρούσε πράκτορα των Άγγλων.
Πρώτη φορά έβλεπα τόσους αντάρτες μαζεμένους και ήσαν ντυμένοι μ’ ένα σωρό διαφορετικές ντυμασιές: Άλλος φόραγε φουστανέλλα, άλλος ντουλαμά, άλλος ιταλική στολή, άλλος γερμανική, άλλος αγγλική. Ένα σωστό μωσαϊκό από ντυμασιές και οπλισμό.
Ανάμεσα σε όλους ξεχώριζε ο γερο-Τσεκούρας (Νίκος Καρβέλης από το Καπνοχώρι, 70 ετών). Αυτός φορούσε φουστανέλλα, κάλτσες, καλτσοδέτες με φούντες, τσαρούχια με φούντες και φέσι κόκκινο. Είχε και ωραία γενειάδα. Αυτός ήταν ο σημαιοφόρος της ομάδος του Άρη. Ο Άρης τον έλεγε «Πατέρα» κι εκείνος τον προσφωνούσε «Παιδί μου, Άρη». Αυτός, λοιπόν, ο γερο-Τσεκούρας κράταγε τη σημαία την ελληνική, και στον ιστό της είχε Σταυρό μπρούτζινο που λαμποκοπούσε. Δεν είχε έλθει ακόμη, βλέπετε, η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» των τεκτόνων-μασώνων απριλιανών συνταγματαρχών, για να αφαιρέσει από τον ιστό της ελληνικής σημαίας τον Σταυρό!... Η σημαία που κράταγε ο γερο-Τσεκούρας είχε και γράμματα επάνω που έλεγαν: «Ελευθερία ή Θάνατος»!
Δίπλα στον γερο-Τσεκούρα ήταν ο Γιώργης Φουσέκης, αγνό παιδί από το Προσήλιο της Αμφίσσης. Αυτός ήταν ο σαλπιγκτής μας. Φόραγε ντουλαμά και κάλτσες και τσαρούχια με φούντες και φάριο. Αυτό το δύστυχο παιδί σκοτώθηκε στους Γαργαλιάνους τον Δεκέμβριο του 1944. Εγώ το εκήδευσα. Τι καλό παιδί που ήταν… χωριατόπαιδο, τσοπανόπουλο αγνό.
Αυτή την ελληνική σημαία και αυτή τη σάλπιγγα βρήκα μπροστά μου όταν βγήκα στο βουνό και αυτά ακολούθησα, με τη βεβαιότητα ότι κι εγώ, με τον τρόπο τον δικό μου, συνεχίζω την παράδοση του ελληνικού ράσου σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπου η πατρίδα μας βρίσκεται εμπερίστατη και το Γένος μας κινδυνεύει. Δεν βρήκα κόκκινη σημαία με σφυροδρέπανο ούτε κομμουνιστικά κηρύγματα ούτε ξενόφερτα σύμβολα!
Ωστόσο, κι εγώ και όλοι όσοι βγήκαμε στο βουνό, για να προσφέρει ο καθένας μας ότι μπορούσε για τη λευτεριά της πατρίδος μας, θεωρούμεθα από το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά και από την αδιάκριτη Ιεραρχία της Εκκλησίας μας κομμουνιστές, βούλγαροι, εχθροί της πατρίδος, πουλημένοι, προδότες, αντίχριστοι!...
Έπρεπε να περάσουν κοντά σαράντα χρόνια για να αναγνωρισθεί επιτέλους η Εθνική Αντίσταση —όπως, τέλος πάντων αναγνωρίσθηκε— κι όμως υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι που διακατέχονται από τις ίδιες ιδεοληψίες και από αυτά τα αισθήματα, παρά τα δεινά που επεσσώρευσαν στην πατρίδα μας με κορυφαία την επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 και την τουρκική κατοχή σχεδόν της μισής Κύπρου από τον Αττίλα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.
Η στάση τους μας φέρνει πάντα την αγανάκτηση, γιατί μας πνίγει αυτή η αδικία. Ούτε ηθικές ούτε υλικές αμοιβές ζητήσαμε ποτέ. Μόνο να μας αφήσουν ήσυχους και να μη μας βλέπουν ως εχθρούς της πατρίδος μας. Αμοιβή μας— για την οποία ποτέ δεν διαμαρτυρηθήκαμε— είναι το αίμα που προσφέραμε στον βωμό της Ελευθερίας, η ορφάνια και ο κατατρεγμός, οι νεκροί μας και τα τραύματά μας, οι φυλακές και τα ξερονήσια, οι εκτελέσεις και τα βασανιστήρια, η ξυπολησιά και η ψείρα, τα κρυοπαγήματα και οι ρευματισμοί, από τις συνέπειες των οποίων υποφέραμε και υποφέρουμε σε όλη τη ζωή μας.

«Λειτουργιά που χρόνια μας έχει λείψει!»

Από την Ανατολή φύγαμε για το χωριό Κολοκυθιά, κατεβήκαμε μία πλαγία που τη διαδέχθηκε ένας μεγάλος ανήφορος για να φθάσουμε εκεί.
Όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, μου λέει ο Άρης:
«Δώσε μου, Παπούλη, το σακκίδιό σου, να το κρεμάσω στη σέλα του αλόγου μου».
«Δεν πειράζει, Αρχηγέ», του απαντώ. «Ας το κουβαλάω φορτωμένος για να συνηθίζω».
«Όχι», μου λέει. «Πρέπει να κάνουμε οικονομία δυνάμεων».
Τελικά του το έδωσα. Ήταν ο μόνος έφιππος μεταξύ αυτών που εκείνη τη μέρα ήμασταν μαζί του. Είχε ένα παληάλογο, που μου θύμιζε τον Ροσινάλντε, το σκελετωμένο άλογο του Δον Κιχώτη. Του το είχε δώσει ένας μπάρμπας του, Γάκης Μηνογιάννης λεγόμενος, που είχε ένα μεγάλο κτήμα με σπίτι πιο έξω από το χωριό Λευκάδα, στις όχθες του ποταμού Ρουστιανίτη. Κι επειδή ο Μηνογιάννης ήταν μπάρμπας του Άρη τον λέγαμε και εμείς «μπάρμπα του ΕΑΜ».
Φθάσαμε στην Κολοκυθιά κι εκεί διανυκτερεύσαμε. Το πρωί, όταν συγκεντρωθήκαμε για να κινήσουμε για τον προορισμό μας είδα στην πλατειούλα του χωριού πολλούς Λυχνιώτες, οι οποίοι πολλοί με χάρηκαν, όπως κι εγώ εκείνους. Είχαν έλθει εκεί μεταφέροντες τρόφιμα και άλλα εφόδια με τα ζώα τους.
Φεύγοντας από την Κολοκυθιά, στον δρόμο που πάει για τη Ράχη Καρπενησίου, ανάμεσα στα χωριά Αργύρια και Κυριακοχώρι, βρήκαμε μία πηγή μέσα στα έλατα και καθίσαμε να φάμε ότι πρόχειρο είχε ο καθένας. Έβγαλα και εγώ τις λειτουργιές και το τυρί που μου είχε δώσει ο παπα-Αλέκος και πρόσφερα στον Άρη. Εκείνος, παίρνοντας μια λειτουργιά στα χέρια του τη φίλησε μ’ ένα σκαστό φιλί λέγοντας:
«Βλέπετε, συναγωνιστές; Για να ‘χουμε τον Παπούλη μαζί μας, τρώμε και λειτουργιά, που χρόνια πολλά μας έχει λείψει!...»

«Πάτερ Ανυπόμονος»


Στην Αγία Τριάδα μείναμε αρκετό διάστημα. Άρχισαν να καταρτίζονται και να συστηματοποιούνται ομάδες, διμοιρίες κ.λπ.. Εμένα με κατέταξαν στην Ομάδα Διοικήσεως, η οποία τελούσε υπό την άμεση αρχηγία του Άρη.
Εσυντάσσετο ένας κατάλογος ανταρτών, όπου για λόγους ασφαλείας ανεγράφοντο με ψευδώνυμα. Όταν έφθασε η σειρά μου, ο Λευτέρης Χρυσιώτης (Σπύρος Τσιλιγιάννης, από τη Χρυσώ Ευρυτανίας), διμοιρίτης που εκτελούσε χρέη γραμματέα, με ρώτησε:
«Πώς να σε γράψω, Παπούλη; Τι όνομα ή μάλλον τι ψευδώνυμο θα πάρεις;».
Όμως πριν προλάβω να απαντήσω στον Χρυσιώτη, επεμβαίνει ο παριστάμενος Άρης και λέει:
«Πάτερ Ανυπόμονος!». Και αμέσως προσθέτει: «Είναι πολύ φουριόζος ο παπούλης κι αυτό το επίθετο του ταιριάζει».
Έτσι πολιτογραφήθηκα στον ΕΛΑΣ ως ο «Πάτερ Ανυπόμονος».

«Θα προσεύχεσαι για μας...»

Κάποια στιγμή, που βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία, ρώτησα τον Άρη ποια θα ήταν τα καθήκοντα και ποια η αποστολή μου.
«Εδώ, παπούλη μου, κόσμο για να πολεμάει έχουμε και κάθε μέρα μας έρχονται κι άλλοι… Εσύ θα είσαι ο παπάς μας και θα προσεύχεσαι για μας! Θα φοράς το ράσο σου το καλυμαύχι σου, τον σταυρό σου. Θα είσαι ο παπάς μας!...»
Τα λόγια αυτά του Άρη, κατ’ εμέ, ερμηνεύονται ως εξής: «Να κάνεις τον σταυρό σου και να παρακαλάς τον Θεό, σαν παπάς που είσαι, να μας φωτίζει στο καλό και να μας βοηθάει, ως δίκαιος Θεός που είναι, γιατί κι εμείς για την ελευθερία και τα δίκαια του Λαού Του αγωνιζόμαστε».
Και με αυτά τα λίγα που είπαμε —και τα πολύ περισσότερα που εννοήσαμε ο καθένας μας— εγώ προγραμμάτισα την παραπέρα δράση μου.
Η μονάδα στην οποία ανήκα δεν είχε μόνιμη διαμονή, δεν είχε έδρα. Διαρκώς μετεκινείτο σε διάφορες περιοχές, όπου οι ανάγκες του αγώνα το καλούσαν και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες το απαιτούσαν. Ο Άρης, πολλές φορές, από εκεί όπου τύχαινε να βρισκόμαστε, μου ανέθετε διάφορες αποστολές, πέραν της προσευχής.
Εκείνο που φρόντιζα πάντα ήταν —αν συνέπιπτε την ημέρα που βρισκόμουν σε κάποιο χωριό να είναι Κυριακή ή γιορτή— να πηγαίνω στην εκκλησία και, πάντοτε με την άδεια του εφημερίου της, να ψάλλω, να κηρύττω ή και να λειτουργώ, εάν ο ιερεύς διέθετε δεύτερη ιερατική στολή. Γιατί εγώ δεν είχα μαζί μου παρά μόνον ένα μικρό Επιτραχήλιον, ένα Ευχολόγιον, έναν μικρό Σταυρό αγιασμού, λίγο θυμίαμα και 5-6 κεριά από αγνό κερί για να μη λειώνουν. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας προτιμούσα να πιώ έναν καφέ στο μαγαζάκι του χωριού, για να μου δοθεί η ευκαιρία να πιάσω κουβέντα με τους χωριανούς και να τους ειπώ τα δέοντα.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Το θαύμα της Παναγίας στον αμφιβάλλοντα διδάσκαλο.

Επτακόσια περίπου χρόνια μετά την γέννηση του Χριστού, ήταν ένας ερημίτης Αθηναίος, σοφός στα γράμματα, και στην αρετή σοφότερος. Το ονομά του ήταν Αιγίδιος , και μετά τον θάνατο των γονέων του, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Εκεί απήλθε στα ενδότερα μέρη της ερήμου σε έναν τόπο άβατο και απόκρυφο, όπου βρήκε ένα σπήλαιο με μια πηγή ωραιότατη και λίγα δένδρα. Στην ησυχία λοιπόν του τόπου εκείνου έμεινε και ασκήτευε τρεφόμενος, κατά Θεία Οικονομία, από το γάλα μίας ελαφίνας και άγρια χόρτα. Κοντά σ’ εκείνα τα μέρη σ’ ένα κάστρο ήταν ένας διδάσκαλος που στο λογισμό του ο μισόκαλος, είχε σπείρει ζιζάνια και είχε αμφιβολία για την Παρθενία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αυτόν τον δαιμονικό λογισμό δεν μπορούσε με τίποτα να τον διώξει απ’ το μυαλό του. «Πως γίνεται να είναι μητέρα και παρθένος;» αναρωτιόταν. Όταν άκουσε για τον αναχωρητή Αιγίδιο, ότι ήταν σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, αποφάσισε να πάει να τον συμβουλευτεί για τον λογισμό του, και να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από αυτή την βλάσφημη σκέψη.
Ενώ βρισκόταν σε μικρή απόσταση πριν από το κελί του αββά Αιγιδίου εξήλθε ο γέροντας να τον προϋπαντήσει. Όταν πλησίασε ο ένας τον άλλον ο διδάσκαλος έβαλε εδαφιαία μετάνοια . Ο αββάς δεν του αποκρίθηκε αλλά χτύπησε με το ραβδί του πάνω σε μία πέτρα λέγοντας: «Παρθένος προ τόκου» και ευθύς πάνω στη πέτρα φύτρωσε ένα κρίνο όμορφο και με ευωδία θαυμάσια. Ξαναχτυπά την πέτρα λέγοντας : «Παρθένος εν τόκω» και δεύτερο κρίνο φύτρωσε όμοιο με το πρώτο. Έπειτα χτύπησε για Τρίτη φορά με το ραβδί του στην πέτρα λέγοντας: «Και μετά τόκον Παρθένος μείνασα» . Και ευθύς βγήκε άλλο ένα θαυμάσιο κρίνο.
Τότε ο αββάς, χωρίς να πει άλλη κουβέντα γύρισε στο κελί του.
Ο δε διδάσκαλος έχοντας μείνει έκπληκτος απ’ αυτή τη θαυματουργία και λυτρωμένος από τον πειρασμό έφυγε και κήρυττε σε όλους το παραπάνω θαύμα, προς δόξαν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Αμήν.

Από το βιβλίο του Αγαπίου Λάνδου "Αμαρτωλών σωτηρία"

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Περί ωφελείας ψυχής.

Τρείς των γερόντων παρέβαλον τω αυτώ αββά Στεφάνω τω πρεσβυτέρω, και ως έμειναν λαλούντες περί ωφελείας ψυχής, εσιώπα. Οι δε γέροντες λέγουσι αυτώ. Ουδέν ημίν αποκρίνει, πάτερ δι ωφέλεια ήλθομεν προς σε. Τότε λέγει αυτοίς. Συγχωρήσατέ μοι , έως άρτι ουκ οίδα τι ελελήσατε. Πλήν ω έχω λέγω υμίν. Εγώ νύκτα και ημέραν ουδέν άλλο θεωρώ ει μη τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επί του ξύλου κρεμάμενον. Και ωφεληθέντες ανεχώρησαν.

«Λειμωνάριον» P.G. 87 Γ σ. 2916

Σάββατο 25 Ιουλίου 2009

Νίκος Τσιριγώτης, ο Θεόφιλος της Κορώνης.


Μορφή ταπεινή και ήσυχη, ψυχή βασανισμένη και κουρασμένη από τα θολά παιχνίδια του μυαλού που όργωσαν το κορμί και την ψυχή του.
Εκεί στην άκρη της Πελοποννήσου, που το βαθύ πράσινο συναντά το απέραντο γαλάζιο. Στην Κορώνη…
Εκεί μέσα στο καμαράκι του, περιτριγυρισμένος από λουλούδια και μικροαντικείμενα. Τα πουλούσε σε περιηγητές και ντόπιους.
Πάλευε με την γη. Σταφίδες, ελιές, ζύμωνε το χώμα μαζί με την ψυχή του και έβλεπε τη γη που τόσο αγαπούσε να γεννάει και να βγάζει καρπούς. Ένα θαύμα που τον γοήτευε και τον έκανε να νοιώθει μια απέραντη απλοϊκή αγάπη, για το Θεϊκό μεγαλείο.
Ζωγράφιζε. Με ευτελή υλικά. Χρώματα από το χρωματοπωλείο και νερομπογιές. Χαρτόνια και χαρτιά που τα έβρισκε εδώ και εκεί. Βότσαλα και ξύλα που ξέβραζε το κύμα. Πήλινα πιάτα από τον αγγειοπλάστη.
Σε όλα αυτά αποτύπωνε τα συναισθήματα του, τις σκέψεις του, όλη του την υπόστασή. Κάθε πινελιά πάνω εκεί ανάκατη με δάκρυ, αίμα, χαρά, λύπη. Ένα κιτάπι, ένα ημερολόγιο που κατέγραφε τις εμπειρίες από τη σύντομη ζωή του.
Στον καθένα που αγόραζε κάτι από αυτά, του χάριζε και ένα κομμάτι της ψυχής του. Μιας ψυχής που αγαπούσε όλον τον κόσμο, έως το τέλος.
Χωρίς ποτέ να είναι ένθερμος χριστιανός, ήταν ο πιο πιστός στα λόγια του Χριστού απ’ όλους μας. Μια καρδιά, σαράντα χρονών παιδική ξεχειλισμένη από απέραντη αγάπη για όλη την κτίση, για όλη τη Δημιουργία.
Τα σημάδια της παρουσίας του Θεού ήταν δίπλα του, γύρω του, μέσα του, παντού. Αυτός ήταν ο φίλος μου…
Νοιώθω μια βαθιά χαρά, που και ο άνθρωπος αυτός, με θεωρούσε κάτι παραπάνω από φίλο του, σαν αδελφό του…
Τρία χρόνια πέρασαν από την φυγή του από αυτόν τον κόσμο. Πριν λίγες μέρες προσευχηθήκαμε στο μνημόσυνο για την ψυχούλα του.
Ελάχιστη προσφορά μου, το κείμενο αυτό.
Η παραπάνω ζωγραφιά, είναι μία από τις πολλές που μας άφησε…
Σ. Σ.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Το παράδειγμα του Χριστού

Του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης


Σαν πολύτιμη πνευματική κληρονομιά άφησε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στην Εκκλησία Του τη διδασκαλία, τα θαύματα και, προ παντός, το παράδειγμά Του. Ότι δίδαξε, το εφήρμοσε πρώτος στην επίγεια ζωή Του. Ότι προείπε για την Εκκλησία Του, εκπληρώθηκε πρώτα στον εαυτό Του. Δίδαξε την αγάπη προς τους εχθρούς, και πρώτος τήρησε αυτή την εντολή, όταν στο αποκορύφωμα του πάθους Του, ικέτευε τον ουράνιο Πατέρα Του υπέρ των σταυρωτών Του: «πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34). Δίδαξε την άμετρη ανεξικακία: «ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Ματθ. 5,39) και παραδόθηκε εκούσια στα χέρια των ανόμων Ιουδαίων. «ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρου 2,23). Δίδασκε να μη φοβούμεθα «ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10,28), και δεν φοβήθηκε τους φονευτάς Του. Ευαγγελίσθηκε την ανάσταση των νεκρών και την αιώνια ζωή, και ο ίδιος πρώτος «γήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α’ Κορ. 15,20). Η ανάστασις του Κυρίου είναι η κορύφωσις του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία μας, το θύμα των θαυμάτων του Θεού, με το οποίο προαγγέλλεται και η ανάστασις των ανθρώπων που θα ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, αφού ο Χριστός «ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (πρβλ. Α’ Πετρ. 2,21)

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Η άκρα ταπείνωση.

Του Αρχιμανδρίτου Καλλίστρατου Λυράκη.

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης παρουσιάζεται μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας βήμα προς βήμα η αγωνία και το Πάθος του Θεανθρώπου. Παρακολουθούμε «τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην, και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον», τα οποία ο Κύριος έπαθε για μας με την θέλησή Του.

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης που είναι ο Όρθρος της Μ. Παρασκευής, μετά την ανάγνωση του 5ου Ευαγγελίου γίνεται η έξοδος του Εσταυρωμένου. Τότε εκφωνείται και ψάλλεται το επόμενο τροπάριο, που μέσα από χαώδεις αντιθέσεις εγγίζει κάπως την απροσμέτρητη θεϊκή αγάπη και την ανθρώπινη ακατανόμαστη κακία και αγνωμοσύνη.
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι τήν γήν κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο τών Αγγέλων Βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τόν ουρανόν έν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τόν Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο Νυμφίος τής Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός τής Παρθένου. Προσκυνούμέν σου τά Πάθη Χριστέ. Δείξον ημίν, καί τήν ένδοξόν σου Ανάστασιν.
«Σήμερον», μετά από τρία χρόνια αδιάκοπης προσφοράς και ανεπανάληπτων ευεργεσιών, «κρεμάται επί ξύλου» ατιμωτικού ως ο χειρότερος κακούργος Εκείνος που δημιούργησε και περιέβαλλε τη γη κοσμώντας την με τα νερά των θαλασσών. Ο Πλάστης υπομένει τον σταυρό για τη σωτηρία του πλάσματός Του. Περιπαικτικό και υβριστικό «στέφανον εξ ακανθών» φορεί στο κεφάλι Του «ο των αγγέλων βασιλεύς»! Από αυτούς ασιγήτως δοξολογείται με τον επινίκιο ύμνο: «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Ταπεινωτική και «ψευδή πορφύραν περιβάλλεται» Αυτός που κυβερνά και κοσμεί το ουράνιο στερέωμα με τα ποικιλόχρωμα νέφη και τα δισεκατομμύρια των αστέρων. Ως να ήταν ένας άθλιος δούλος υπέμεινε και «ράπισμα» ακόμη από ρωμαίο στρατιώτη Εκείνος που «εν Ιορδάνη» ελευθέρωσε τον Αδάμ και τους απογόνους του από την σκλαβιά της αμαρτίας και την κατάδυναστεία του διαβόλου. Ο «ωραίος κάλλει» από όλα τα παιδιά των ανθρώπων, «ο νυμφίος της Εκκλησίας», που τόσο την αγαπά, ώστε να τη λούζει με το αίμα Του και να την τρέφει με το Σώμα Του, με «ήλους» (καρφιά) καρφώθηκε στον σταυρό. Τον άμωμο και πανάγιο Υιό της αμώμου και πανάγνου Παρθένου και Μητέρας τόλμησαν οι μιαροί άνθρωποι να ¨κεντήσουν» (πλήξουν) με τη λόγχη του μίσους και της δυσπιστίας τους. Μπροστά σ’ αυτό το ανέκφραστο μυστήριο της θείας αγάπης με συντριβή αναφωνούμε: «Προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ». Και ικετεύομε: «Δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανάστασιν».