Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

Για το ότι δεν πρέπει να μεριμνάμε για τα βιοτικά.


Από το βιβλίο «Αντιόχου μοναχού άπαντα τα έργα» των εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς»




Η μέριμνα για τα βιοτικά πράγματα είναι δείγμα απίστου και μικρόψυχου ανθρώπου. Γιατί δεν ελπίζομε πια στον Θεό που μεριμνά για μας, αλλά στον εαυτό μας, και μεριμνάμε για μας. Εάν δηλαδή τα ορατά αγαθά, τα οποία μας παρέχει ο αγαθός Θεός, δεν τα εμπιστευόμαστε σ’ αυτόν, για τα μη ορατά, τα οποία μας υποσχέθηκε, πως θα τα εμπιστευθούμε σ’ αυτόν; Δεν πρέπει αυτά να μας κυριεύουν έτσι, αλλά μάλλον να ζητούμε τη βασιλεία αυτού, και όλα αυτά θα μας δοθούν επιπρόσθετα, σύμφωνα με το λόγο του. Ωφελιμότερο μας είναι να περιφρονούμε εκείνα που δεν είναι δικά μας, και να ποθούμε τα δικά μας, εννοώ την αφθαρσία και την αθανασία. Γιατί, όταν γίνομε άφθαρτοι και αθάνατοι, καταπλημμυριζόμαστε από την ορατή θεοφάνεια αυτού με τις ιερότατες θεωρίες, που μας περιβάλλουν με λαμπρότητα με τις φωτεινότατες ακτινοβολίες τους , όπως τους μαθητές κατ’ εκείνη τη θειότατη μεταμόρφωση του Σωτήρα, και παράλληλα μετέχομε με τον απαθή και άϋλο νου της νοητής αυτού φωτοδοσίας και της πάνω από το νου ενώσεως, μέσα στις άγνωστες και μακάριες πνευματικές επιδράσεις των περίλαμπρων ακτινών κατά μία θειότερη μίμηση των επουρανίων νόων (πνευμάτων)· γιατί, όπως είπε ο θείος λόγος, «θα γίνομε ισάγγελοι και υιοί του Θεού, εφόσον είμαστε υιοί της αναστάσεως» (Λουκά 20,36).
Σωστά λοιπόν ο Εκκλησιαστής διακηρύττει και λέγει· «Είναι γλυκός ο ύπνος του δούλου, είτε λίγο φάγει είτε πολύ» (Εκκλ. 5,11). Και προσθέτει· «Υπάρχει μια αρρώστια που είδα κάτω από τον ήλιο, πλούτος που φυλάσσεται και που προξενεί κακά σε εκείνον που τον φυλάσσει, και θα χαθεί ο πλούτος εκείνος μέσα σε μια κακή ώρα, και όλες οι ημέρες του πλουσίου θα είναι βυθισμένες μέσα στο σκοτάδι, το πένθος, τον μεγάλο θυμό και τις αρρώστιες, και όλος ο μόχθος του διασκορπίσθηκε από τον άνεμο. Γιατί, όπως ήρθε γυμνός στον κόσμο, έτσι και θα φύγει. Πολλές φορές όμως δεν θα του επιτρέψει ο Θεός να φάγει από αυτόν, αλλά ο ξένος θα τον φάγει. Γιατί ο φτωχός γνωρίζει πώς να βαδίζει το δρόμο της ζωής του» (Εκκλ. 5,12-16 6,2,8). Και άλλος· «Μη μεριμνήσεις για την αυριανή μέρα· γιατί δεν γνωρίζεις τι θα φέρει η αυριανή μέρα» (Παρ. 3,28). Και πάλι· «Μη καυχιέσαι λοιπόν για την αυριανή μέρα. Καθόσον δεν γνωρίζεις τι θα σου φέρει» (Παρ. 27,1). «Γιατί θα περάσει η ζωή μας σαν τα ίχνη της νεφέλης· και πράγματι σαν σκιά περνάει η ζωή μας, και δεν υπάρχει επιστροφή του ανθρώπου από τον θάνατο» (Σ. Σολ. 2,4-5). Και ο Δαβίδ· «Ανάθεσε στον Κύριο τη μεριμνά σου, και αυτός θα σε διαθρέψει. Γιατί δεν είδα ενάρετο να έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό, ούτε οι απόγονοί του να ζητούν ψωμί. Δεν θα καταντροπιαστούν σε καιρούς δύσκολους, και σε μέρες πείνας θα χορτάσουν» (Ψαλμ. 54,23). «Θα υπερευλογήσω τα προς διατροφή θηράματα της, και τους φτωχούς της θα τους χορτάσω ψωμί» (Ψαλμ. 131,15). Και ο Πέτρος· «Όλη τη μεριμνά σας αναθέσατε την σ’ αυτόν, γιατί αυτός φροντίζει για σας» (Α΄ Πετρ. 5,7). Όμοια και ο Παύλος λέγει· «Ο Κύριος βρίσκεται κοντά· μη μεριμνάτε για τίποτε, αλλά για το κάθε τι ας γίνονται τα αιτήματά σας γνωστά στον Θεό με την προσευχή και την παράκλησή σας, συνοδευόμενα από ευχαριστία» (Φιλ. 4,5-6). Και πάλι· «Ο Θεός έχει τη δύναμη κάθε δώρο του να σας το δώσει με υπεραφθονία, ώστε, έχοντας πάντοτε αυτάρκεια στο κάθε τι, να προσφέρετε με υπεραφθονία για κάθε καλό έργο» (Β΄ Κορ. 9,8). Και ο Κύριος· «Μη μεριμνήσετε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα φορέσετε· γιατί γνωρίζει ο πατέρας σας ο ουράνιος, ότι τα έχετε ανάγκη όλα αυτά. Ζητείτε πρώτα τη βασιλεία των ουρανών, και όλα αυτά θα σας δοθούν ως επιπρόσθετα» (Λουκά 12,30-31). Σ’ αυτόν πρέπει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.


Περί ματαιότητας


Η δόξα δεν διατηρείται μετά θάνατον

Έχεις πλούτο ή από μεγάλη οικογένεια προέρχεσαι; Και δέχεσαι τιμές για την ομορφιά του σώματος σου και για την προσφορά σου στην πατρίδα; Πρόσεχε τον εαυτό σου, διότι είσαι θνητός· διότι «είσαι γη και στη γη θα επιστρέψεις» (Γεν. γ΄19). Κοίταξε τι έγινε με άλλους, οι οποίοι πριν από σένα είχαν δεχθεί τέτοιες τιμές. Που είναι αυτοί, που είχαν πολιτικές εξουσίες; Που είναι οι ακαταμάχητοι ρήτορες; Που είναι αυτοί, που παρέθεταν τα μεγάλα πανηγύρια; Που είναι οι στρατηγοί, οι τύραννοι, οι λαμπροί ιππείς; Δεν είναι όλα σκόνη; Δεν είναι όλα μύθος; Δεν βρίσκονται τα μνημόσυνα της ζωής τους σε λίγα οστά; Σκύψε στους τάφους, εάν μπορείς να διακρίνεις ποιος είναι δούλος και ποιος κύριος· ποιος ο φτωχός και ποιος ο πλούσιος. Διάκρινε, αν μπορείς, τον φυλακισμένο από τον βασιλιά, τον δυνατό από τον αδύνατο, τον ευπρεπή από τον απρεπή. Αυτός που σκέπτεται τη φύση δεν θα φερθεί ποτέ αλαζονικά.

Μέγας Βασίλειος

Η ελπίς στο Θεό και όχι στον πλούτο

Διότι δεν πρέπει να σκέπτεσθε πολύ τον πλούτο, ούτε να είστε αλαζόνες με τη ματαιότητα αυτού του κόσμου, μόνο στο Θεό να ελπίζετε και να Τον έχετε ως βοηθό σας, και να μη χάνετε αυτή την ελπίδα· αυτός, που εγκατέλειψε την καλή άγκυρα της ψυχής του, στηρίζοντας τις ελπίδες του σε μάταια πράγματα, τον εαυτό του ενέπαιξε, τίποτε άλλο εκτός από γέλιο δε θα κερδίζει για τη μάταιη και άμυαλη αλαζονεία του.

Ευσέβιος Καισαρείας

Ο άγιος

Ο άγιος είναι ο μέγιστος νικητής: μπροστά στα πόδια του κείται ο κόσμος νεκρός.
Όταν ο μεταξοσκώληκας μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, η πεταλούδα νικηφόρα στέκεται στο άδειο κουκούλι.       Απ’ όλα τα μαγαζιά το παιδί πιο πολύ αγαπά το μαγαζί με τα παιχνίδια.
Απ’ όλα τα μαγαζιά στην πόλη, για τον ενήλικα άνθρωπο το πιο πληκτικό μαγαζί είναι των παιδικών παιχνιδιών.
Ότι είναι ο κόσμος με τις κούκλες και τις χαλκομανίες για το παιδί, τέτοιος είναι και ο φυσικός κόσμος για τον άγιο, όταν η ψυχή του ανεβεί στον ηθικό και πνευματικό κόσμο.
Η αποκαλυμμένη αυταπάτη για τον πνευματικό άνθρωπο επισημαίνει το σημείο, με το οποίο τελειώνει ο ένας κόσμος και αρχίζει ο άλλος.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ο Κύριος είναι παντού

Ο Κύριος είναι παντού και όλα τα αγκαλιάζει με την αγάπη και την παντοδυναμία του. Πρέπει λοιπόν να είμαι αμέριμνος εν Κυρίω. Αμέριμνος δεν θα πει αργός και ρίψασπις μπροστά στο καθήκον. Θα πει: άνθρωπος που τρέφει εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, αφού κάμει το δικό του χρέος.
Ο Θεός μας έφερε στην ύπαρξη από την ανυπαρξία. Μόνοι μας, δεν είμαστε τίποτε. Μόνοι μας ούτε να ζήσουμε απλώς δεν θα μπορούσαμε. Γιατί ο Θεός μας τα δίνει όλα: τη ζωή μας, τη δύναμή μας, το φως μας, τον αέρα μας, τη βρώση και την πόση μας, όλα όσα ανήκουν στον πνευματικό χώρο. Και όλα όσα ανήκουν στον υλικό: τον ήλιο, την ατμόσφαιρα, το ψωμί, το νερό, τα ενδύματα, το κατάλυμά μας. Μακάριοι οι «πτωχοί τω πνεύματι», που πάντοτε αναγνωρίζουν τη δική τους μηδαμινότητα και την παντοδυναμία και μεγαλοσύνη του Θεού.
Μακάριοι όσοι μπορούν να μένουν ελεύθεροι από μικρόκαρδες μέριμνες.
Μακάριοι αυτοί που έχουν απλή καρδιά.
Μακάριοι όσοι αναθέτουν στον Κύριο την κάθε μέριμνά τους. «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» (από την Θεία λειτουργία). Αρκεί να είμαστε πάντοτε μαζί με τον Θεό και τίποτε δεν θα μας στερήσει η αγάπη του από όσα έχουμε ανάγκη.
«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». (Ματθ. Στ΄33).
Αρκεί να έχεις τον Θεό στην καρδιά σου, να είσαι πάντοτε αχώριστος απ’ Αυτόν, και όλα τα υλικά πράγματα που χρειάζεσαι θα σου προστεθούν. Όπου ο Θεός, εκεί και κάθε ευλογία, κάθε δωρεά.
Όποιοι αγαπούν τον Θεό, ακολουθούνται από όλα τα χαρίσματα, όπως η σκιά ακολουθεί το σώμα.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης


Πολύ καιρό ξόδεψα στη ματαιότητα

Εγώ πολύ καιρό ξόδεψα στη ματαιότητα.
Όλα μου σχεδόν τα νεανικά χρόνια τα αφάνισα μέσα στη ματαιοπονία που είχα μαθητεύοντας στη σοφία πού ο Θεός εμώρανε. Ώσπου, κάποτε, σαν να σηκώθηκα από βαθύν ύπνο, κοίταξα κατάματα το θαυμαστό φως της ευαγγελικής αλήθειας.
Κατάλαβα πολύ καλά τι άχρηστη είναι ἡ σοφία των αρχόντων τούτου τοῦ αιώνα, που καταργούνται. 

Μέγας Βασίλειος


Να έχετε τον θάνατο πάντοτε εμπρός εις τα μάτια σας. Και έτερος καλύτερος διδάσκαλος δεν είναι άλλος από τον θάνατο. Δεν είμαι άξιος αδελφοί μου, να σας διδάξω και να σας συμβουλεύω, πλην αποτολμώ και παρακαλώ τον γλυκύτατό μου Ιησού Χριστό και Θεό να στείλει ουρανόθεν τη χάρη του και την ευλογία του, να ευλογήσει και αυτή τη χώρα και όλα τα χωριά των χριστιανών, να ευλογήσει τα σπίτια σας και τα πράγματα σας και τα έργα των χεριών σας και πρώτον, αδελφοί μου, άμποτε να ευσπλαχνισθεί ο Κύριος να συγχωρήσει τα αμαρτήματα σας και να σας αξιώσει να απεράσετε κι εδώ καλά, ειρηνικά, αγαπημένα, εις αυτή τη μάταιη ζωή και μετά ταύτα να πηγαίνετε εις τον παράδεισο, εις την πατρίδα μας την αληθινή, να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε και να δοξάζετε και να προσκυνείτε Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον.

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Η ταραγμένη μας ζωή και η ευλογημένη ψυχική ησυχία.


Του Φώτη Κόντογλου

Από το βιβλίο «Ευλογημένο καταφύγιο» των εκδόσεων «Ακρίτας»



Δεν γνωρίζω τί νοιώθουνε οι άλλοι άνθρωποι στον καιρό μας. Εγώ νοιώθω πολλές φορές πως βρίσκουμαι μέσα σε μια παραζάλη και μια ταραχή, σ' αυτόν τον κόσμο της μηχανής και της δράσης. Σαν να στριφογυρίζει το κεφάλι μου μέσα στο σβούρισμα πού έχει πιάσει την ανθρωπότητα, και δεν έχει μιας στιγμής ησυχία. Ποτέ το ανθρώπινο γένος δεν το 'πιασε τόση δραστηριότητα —όχι πνευματική, μα υλική δραστηριότητα. Γιατί, κι αυτά πού τα λέγει σήμερα ο κόσμος πνευματικά, επιστημονικά, δεν είναι παρά υλικά, κι αποβλέπουνε στην υλική ζωή του ανθρώπου. Κι αυτή η υλική ζωή του ανθρώπου, λέγεται με μια λέξη: Παράς. Όλες οι ακαταμέτρητες μηχανές πού αγκομαχάνε σαν τελώνια μέρα-νύχτα, σε στεριά, σε θάλασσα και στον αγέρα, όλα αυτά τα συνέδρια, και τα επιστημονικά εργαστήρια, κ' οι εφευρέσεις, κ’ οι μυριάδες εφημερίδες και τα λογής - λογής βιβλία, κ' οι καλλιτεχνίες, τα θέατρα, οι ρεκλάμες, οι διάφορες ρουκέτες για καινούριες θεωρίες, τα διαπλανητικά ταξίδια, όπως τα λένε, οι αστρονομίες, οι εξερευνήσεις στους πόλους, στις ζούγκλες, στα βάθη του ωκεανού, όλα, όλα γίνουνται γι' αυτόν τον τύραννο, πού καβαλίκεψε την αμαρτωλή την ανθρωπότητα και την στριφογυρίζει σαν δαιμονισμένη: τον Παρά. Ποτές ο Μαμωνάς δεν προσκυνήθηκε με τόση πίστη, με τόσο άγρια πίστη, όσο σήμερα. Κ' οι πιο φανατικοί προσκυνητές του, αλλοίμονο, είναι οι λεγόμενοι χριστιανοί, αυτοί πού λένε πως πιστεύουνε σε Κείνον, πού είπε πως ο Μαμωνάς είναι ο πιο μεγάλος εχθρός του, ο Εωσφόρος, ο Σατανάς!
*
Λοιπόν, ο κόσμος στριφογυρίζει από την τρέλα του Μαμωνά, κι όλοι μας, επειδή βρισκόμαστε μέσα σ' αυτόν τον άγριον ανεμοστρόβιλο, είμαστε ζαλισμένοι, και δεν καταλαβαίνουμε αυτό το φοβερό στριφογύρισμα, πού δεν μας αφήνει να πάρουμε αναπνοή. Όποιος μπορέσει και τραβηχθεί για λίγο έξω από τούτον τον ανεμοστρίφουλα (κ' είναι πολύ λιγοστοί οι τέτοιοι άνθρωποι), με τρομάρα βλέπει που πηγαίνει η τυφλή ανθρωπότητα, έχοντας χαμένα τα φρένα της ολότελα. Τότε μοναχά καταλαβαίνει πώς όλα τούτα τα εκατομμύρια, στ’ αληθινά δεν νοιώθουνε σχεδόν τίποτα από την ουσία της ζωής, ενώ, ίσια - ίσια, θαρρούνε πως τρέχοντας σαν δαιμονισμένοι, είναι φτερωμένοι με τα φτερά της ζωής, και δεν ξέρουνε πως κυνηγάνε τον ψεύτικο ίσκιο της!
Ο κάθε άνθρωπος της σημερινής κοινωνίας είναι φορτωμένος με τόσες έγνοιες, πού δεν προφταίνει, να ζήσει. Κ' ενώ αυτές οι λογής - λογής έγνοιες τον μποδίζουνε να ζήσει, ίσα - ίσα αυτές οι άσπλαχνες έγνοιες πού του τρώνε το συκώτι, όπως το όρνιο έτρωγε το συκώτι του Προμηθέα, αυτές λοιπόν οι έγνοιες θαρρεί, μέσα στην παραζάλη του, πως είναι η ζωή η ίδια, ο δυστυχής, και φοβάται μήπως αυτές οι βδέλλες πού πίνουνε το αίμα του, ξεκολλήσουνε από πάνω του, και πεθάνει.
Πάρτε έναν σημερινό άνθρωπο, πού να 'ναι φουσκωμένος σαν σαμπρέλα από την τρελή δραστηριότητα πού λέμε, με το κεφάλι του γεμάτο από χίλιες έγνοιες και φροντίδες και σχέδια και μηχανές (όλα για τον Παρά), και πιάστε και ξεκολλήστε από πάνω του μία - μία όλες αυτές τις βδέλλες, ως πού ν' απομείνει σκέτος, δηλαδή ήσυχος, αζάλιστος, αμέριμνος. Θα νομίσει πως πέθανε, πως δεν έχει τίποτα να κάνει πια στον κόσμο, γιατί μαζί με τις βδέλλες εβγήκε κ' η ψυχή του, επειδής εκείνες οι βδέλλες ήτανε η ζωή του. Παραμέσα από το πετσί του, πού το βυζαίνουνε αυτές οι βδέλλες, δεν υπάρχει ψυχή, δηλαδή δεν υπάρχει, ζωή. Ο τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί να απομείνει μόνος με τον εαυτό του, γιατί εαυτός του καλά - καλά δεν υπάρχει. Γι' αυτό κρεμνιέται από τις φροντίδες κι από τις σκοτούρες, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει γι' αυτόν ζωή.
Ζωή είναι η από μέσα αίσθηση του κόσμου, πού έχει ο άνθρωπος. Ζει όποιος απομένει με τον εαυτό του, χωρίς μάταιους περισπασμούς, «Ο ολιγομέριμνος, λέγει ένας άγιος, εν αναπαύσει νοός διάγει». Και πάλι ο ίδιος λέγει: «Χωρίς αμεριμνίας, φως εν τη ψυχή σου μη ζητήσης, μήτε γαλήνην και ησυχίαν». Μα, για τους σημερινούς ανθρώπους, γαλήνη και ησυχία είναι ο θάνατος, ενώ ταραχή είναι η ζωή. Ο ίδιος άγιος λέγει; «Άνθρωπος πολυμέριμνος, πράος και ησύχιος ου δύναται είναι», και «Ο αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς».
Από φυσικό μου δεν αγαπώ την ταραχή, κ' είμαι αδιάφορος σε ότι γίνεται γύρω μου, δηλαδή στη λεγόμενη «εξέλιξη». Άλλα σήμερα είναι τόσο μεγάλη η βουή πού γίνεται στον κόσμο, πού νοιώθω ώρες - ώρες πως ζαλίζομαι, και πέφτω σε αθυμία, βλέποντας αυτή την κατάσταση, και για να βγάλω από πάνω μου τα μπερδεμένα νήματα πού μας έχουνε ζωσμένους, αποτραβιέμαι στη μοναξιά, σαν άνθρωπος πού τον κυνηγάνε, και τρέχει να κρυφτεί.
*
Κάθουμαι κάτω από το τσαρδάκι, κοντά στην ακροθαλασσιά. Τ' αεράκι φυσά, γλυκομουρμουρίζοντας στα δροσερά φύλλα των δέντρων πού κρέμουνται από πάνω μου. Ανάμεσα στα δεντράκια και στα χαμόκλαρα, κοιτάζω το μαβύ πέλαγο. Δόξα σοι ο Θεός! Φύγανε από πάνω μου οι ανόητες έγνοιες, σαν τον άνθρωπο πού λούσθηκε και καθαρίστηκε, και νοιώθει τον εαυτό του αναπαυμένον. Αληθινά, «ο αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς»!
Κοιτάζω αντίκρυ μου και χαίρουμαι, ενώ ακούγω τη θάλασσα ν’ αλαφροκυματίζει και τα κυματάκια να μουρμουρίζουνε στα φύκια της ακρογιαλιάς. Αντίκρυ βλέπω δυο νησιά, το 'να πίσ' από τ' άλλο. Το πιο κοντινό φαίνεται καθαρώτατα, μ' όλα τα καθέκαστα. Το άλλο πού κρύβεται από πίσω του, γαλανιάζει, έχει ένα δροσερό χρώμα, το χρώμα του νερού. Αερικά βουνά, με έμορφα χαμηλώματα ανάμεσα τους, απλώνουνε από την μια άκρη ως την άλλη, Βλέπω κάβους, έρημες ακρογιαλιές. Εδώ κ’ εκεί μίλια μακρυά τόνα από τ' άλλο, βλέπω κανένα σπιτάκι, ξεχασμένο στην ερημιά. Ίσως μοναχά το δικό μου μάτι να το πρόσεξε, το κακόμοιρο. Άραγε ποια ψυχή κάθεται κει μέσα! Τούτη την ώρα δεν φαίνεται κοντά του ανθρώπινος ίσκιος.
Δυο-τρία πανάκια, βολτατζάρουνε στο πέλαγο. Το ένα είναι μεγάλο, ένα τρεχαντήρι μ' ένα λατίνι. Το καθένα τραβά το μάτι μου. Το κοιτάζω ως πού κουράζομαι. Μικραίνει, μικραίνει, ως πού σβήνει μέσα στην άχνα του πελάγου και χάνεται μέσα στη θολούρα. Μια ψυχή είναι αυτό το πανί πού έσβησε, ένας άνθρωπος. Άραγε ποιος είναι; Έχε γεια, αδερφέ μου, πού δεν ξέρω ποιος είσαι, κι ούτε κ' εσύ θα μάθεις ποτές πως σε κοίταξε κάποιος από μακρυά, με τόση αγάπη, από μιαν έρημη ακρογιαλιά, δίχως να φαίνεται καθόλου,
Κάθουμαι και κοιτάζω έτσι ώρες πολλές. Ησυχία είναι μέσα μου, κι απ’ έξω η πλάση είναι ειρηνεμένη και βλογημένη. Η βουή του κόσμου σαν να 'ναι ψέμα, ένας βραχνάς πού έσβησε και χάθηκε. Δεν έχω έγνοιες, μηδέ φιλοδοξίες. Ο πελαγίσιος αγέρας σκόρπισε το σμάρι τις σφήκες πού ζαλίσανε το κεφάλι μου. Εδώ σε μια ώρα μέσα, ζεις όσο δε ζει αληθινά ούτε μέσα σ' ένα χρόνο ο αεικίνητος άνθρωπος της μηχανής και του παρά. Τί λέγω; Κ' εκατό, και διακόσια χρόνια να ζήσει ένας τέτοιος σε τούτον τον κόσμο, δεν θα καταλάβει ότι νοιώθει σε μια ώρα ο από μέσα άνθρωπος από το βαθύ μυστήριο του κόσμου!
Δυστυχισμένοι! Εσείς πού έχετε την ιδέα πως είσαστε ζωντανοί, γιατί στριφογυρίζετε μέρα - νύχτα, σαν τις μηχανές πού προσκυνάτε! Όσο ζωντανές είναι αυτές οι μηχανές, άλλο τόσο ζωντανοί είσαστε και σεις. «Υιοί ανθρώπων, ίνα τί αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψεύδος;»


Περί της ματαιότητος της δόξης των ανθρώπων.


Του Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Από το βιβλίο «Λόγοι και Ομιλίες» των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη»



Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα μας περιγράφει τo θαύμα της αναστάσεως από τον Κύριο Ιησού Χριστὸ της θυγατέρας του Ιαείρου, του άρχοντα της συναγωγής. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα θαύματα του Χριστοῦ. Με τρόπο πάρα πολύ απλό ανέστησε ο Κύριος αυτή τὴν κόρη· πλησίασε το νεκρό κορίτσι το πήρε από το χέρι και είπε· «Ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λκ. 8, 54) και αυτή αμέσως σηκώθηκε. Μάρτυρες αυτού του θαύματος υπήρξαν μόνο οι εκλεκτοί απόστολοι του Χριστοῦ Πέτρος, Ιάκωβος και Ιωάννης και οι γονείς του κοριτσιού. Στους γονείς ο Κύριος είπε αυστηρά· «Μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός» (Λκ. 8, 56).
Για ποιό λόγο απαγόρεψε να γνωστοποιούν το θαύμα αυτό στους άλλους και να Τον εγκωμιάζουν; Επειδή δεν ζητούσε την δόξαν των ανθρώπων. Καθ’ όλη την διάρκεια της επίγειας ζωής του είχε οδηγό στις πράξεις του την καρδιά του, την θεία του καρδιά. Πραγματοποιούσε αυτό που είχε αποφασιστεί στην αρχή των αιώνων. Ήταν συγκεντρωμένος στον Εαυτό του, στο μεγαλειώδες έργο που έπρεπε να κάνει, γι’ αυτό και αδιαφορούσε για τον έπαινο και την ανθρώπινη δόξα. Γνώριζε ότι του προσιδιάζει θεϊκή δόξα.
Με την απαγόρευση να κοινοποιούν τα θαύματά του μας διδάσκει να μην επιζητούμε τις τιμές και την δόξα των ανθρώπων.
Και εμείς, τι κάνουμε εμείς; Ω, πόσο αγαπάμε τους επαίνους, πόσο τους ποθούμε! Πόσο οξύνουμε την ακοή μας για να μην μας ξεφύγει κανένας λόγος επαινετικός και καμμία έκφραση σεβασμού στο πρόσωπό μας. Κανένα άλλο πράγμα δεν εκτιμάμε τόσο πολύ όπως τα εγκώμια και την δόξα των ανθρώπων.
Ο άγιος απόστολος Παύλος λέει ότι η δόξα των ανθρώπων είναι μάταιη και ότι δεν πρέπει να τὴν επιζητούμε. Σε όλα τα έργα μας καθοδηγός μας πρέπει να είναι ο φόβος του Θεού καὶ η συνείδησή μας.
Αν αυτό τον λογισμό θα έχουμε στο νου μας· αν όλες τις πράξεις μας θα τις κατευθύνει ο φόβος του Θεού και η επιθυμία να γίνουμε πιο μεγάλοι στα μάτια του Θεού, τότε δεν θα επιζητούμε την δόξα των ανθρώπων, όπως δεν την επιζητούσαν οι άγιοι. Όχι μόνο δεν επιζητούσαν τους επαίνους, αλλά προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τους αποφύγουν. Έλεγαν ότι ο εκθειασμός και η δόξα βλάπτουν την ψυχή μας. Αν ο άνθρωπος ακούει συχνά τους επαίνους και βλέπει σεβασμό στο πρόσωπό του εκ μέρους των άλλων, τότε αρχίζει να θεωρεί τον σκοπό του πετυχημένο. Σαν επακόλουθο χάνει το ζήλο του για την δόξα του Θεού και την αιώνια αλήθεια. Σταδιακά υποδουλώνεται στην κενοδοξία και την φιλοδοξία και ξεχνάει την αξιοπρέπειά του. Στο τέλος ο έπαινος εκ μέρους των άλλων ακούγεται όλο και πιο σπάνια. Οι άνθρωποι βλέπουν την φιλοδοξία του και γι’ αυτό χάνουν τον σεβασμό τους προς αυτόν. Όταν όμως εξαντληθούν οι τιμές εκ μέρους των άλλων αρχίζει ο άνθρωπος ο ίδιος να εξυμνεί τον εαυτό του και έτσι δημιουργεί αποστροφή στους γύρω του, διότι η αυτοεξύμνηση προκαλεί αηδία στους άλλους.
Οι άγιοι του Θεού την ανθρώπινη δόξα την θεωρούσαν επικίνδυνη και βλαβερή για την καρδιά. Γι αυτό για να την αποφύγουν κρύβονταν στην έρημο και τα αδιάβατα δάση, όπου δεν θα άκουγαν τους μάταιους εγκωμιασμούς. Εμείς όμως δεν είμαστε τέτοιοι. Έχουμε ξεχασμένο το λόγο του Κυρίου Ιησού Χριστού που λέει· «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.» (Λκ. 17,10)
Είναι καθήκον μας να ευεργετούμε τον πλησίον μας και να ακολουθούμε στην ζωή μας την οδό της αληθείας. Όταν το κάνουμε να λέμε πως είμαστε δούλοι και κάναμε αυτό που οφείλαμε να κάνουμε.
Ας μην επιζητούμε την δόξα των ανθρώπων, αλλά την δόξα του Θεού. Και θα μας την χαρίσει ο Θεός, θα μας την χαρίσει όταν θα περιφρονήσουμε την μάταιη ανθρώπινη δόξα και θα έχουμε μέσα μας το αίσθημα που είχε ο απόστολος Παύλος όταν έλεγε: «ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.» (Φιλ. 3, 13 - 14)  (Αδελφοί μου, εγώ δεν θεωρώ τον εαυτό μου ότι έφθασε στο τέρμα· σ’ ένα όμως πράγμα συγκεντρώνω την προσοχή μου: Ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ότι μπορώ για να φθάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου. Αγωνίζομαι να τερματίσω και προσβλέπω στο βραβείο της ουράνιας πρόσκλησης του Θεού δια του Ιησού Χριστού.)
Δεν σκεφτόταν τα μεγάλα του έργα και τα κατορθώματά του στην οδό της δικαιοσύνης που διέτρεξε. Πάντα πορευόταν σ’ αυτό τον δρόμο που δεν έχει πέρας. Η επιθυμία του να προχωράει όλο και πιο βαθειά στην οδό του Χριστού ήταν τόσο ισχυρή που τον έκανε να περιφρονεί την ανθρώπινη δόξα. Ποτέ δεν την επιζητούσε, πορευόμενος πάντα μπροστά.
Το ίδιο και εμείς δεν πρέπει να επιζητούμε τιμή και δόξα των ανθρώπων, αφού γνωρίζουμε πόσο μας βλάπτουν και πόσο διαφθείρουν την καρδιά μας. Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε, είναι να θυμόμαστε και να λέμε πάντοτε πως είμαστε δούλοι αχρείοι και κάνουμε αυτό που οφείλουμε να κάνουμε. Εύχομαι αυτό το αίσθημα να έχουν οι καρδιές όλων μας. Ας μην επιζητούμε επαίνους, δόξα και τιμή, ας ζούμε ήσυχα, χωρίς να φαινόμαστε, θεωρώντας τους εαυτούς μας δούλους αναξίους.
Όταν πέφτουμε, και βεβαίως πέφτουμε, διότι το πράγμα αυτό είναι αναπόφευκτο - ακόμα και στους δικαίους ανθρώπους επιτρέπει ο Θεός να πέφτουν - όταν πέφτουμε, λοιπόν, αλλοίμονο μας αν πέφτουμε από ψηλά. Τότε σαν να πέφτουμε από την κορυφή του βουνού. Καλύτερα να πέφτουμε από χαμηλά. Τότε η πτώση δεν θα μας βλάψει πολύ. Να είμαστε σαν το παιδί. Αυτό όταν πέφτει είναι σαν τη μπάλα, πέφτει και σηκώνεται αμέσως εύχομαι να μας μάθει ο Θεός να σηκωνόμαστε μετά από κάθε πτώση. Αμήν.


Μάταιε κόσμε! ψεύτικε ντουνιά! κανένα καλόν δεν έχεις πάνω σου!

Επιστολή του γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή. Από το βιβλίο «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας»

Τέκνον μου αγαπητόν Φωτεινή· σπλάγχνα μου θεία και ιερά, εύχομαι να είσαι καλά.
Παιδάκι μου, μικρή πεταλούδα. Έλαβον την επιστολήν σου και είδον τα εν αυτή. Εχάρην όπου είσθε όλοι καλά. Αλλ’ εγώ δεν είμαι καλά.
Έξοδα πολλά και φάρμακα, αλλά υγεία ουδαμώς. Αργά - αργά βαδίζω δια την εκείθεν πατρίδα. «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν»|.
Η συνοδεία προσπαθούν με όλα τα μέσα να με γυρίσουν οπίσω, αλλά δυστυχώς βαδίζω γοργώς προς τον τάφον. Θα πάω εκεί να σας περιμένω.
Φωτεινή μου, φως, Φωτεινή μου! Ήμεθα κάλυκες, εγίναμεν άνθος. Έπεσαν τα φύλλα, τα σκόρπισεν ο αέρας και αλησμονήθημεν. Ωσεί χόρτος εξηράνθην και το άνθος αυτού εξέπεσεν. Λοιπόν τι μας απομένει; Ει τι εκάναμεν και το εστείλαμεν διά την άλλην ζωήν, εκείνο και μόνον παραμένει άθικτον. Κανείς δεν το παίρνει. Κανείς δεν δύναται να το αφαιρέση.
Λοιπόν, Φωτεινή μου, εκείθεν ότι ημπορούμεν να ταμιεύσωμεν. Αυτήν την ώραν, αν μας εύρη ο θάνατος, αν αφήσωμεν τίποτα πίσω, άλλοι θα τα χαρούν. Εσύ θα ξεχασθής ωσάν να μην υπήρξες ποτέ.
Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος. Τελείως απάτη. Μας απατάς, μας γελάς, παίζεις μαζί μας. Μας δείχνεις χρόνους και χάριτας και υγείαν μακράν, και έξαφνα μας βρίσκει ο θάνατος. Και ωσεί πομφόλυγες διαρρήγνυνται· ιστός αράχνης που διεσπάσθη.
Αυτά είναι, αγαπητόν μου παιδί, αυτά είναι η τέρψις του κόσμου.
Λοιπόν δράξου παιδείας. Κλαύσον και πένθησον. Πολλά καλά εγνώρισες τον Θεόν. Προσεύχου και φώναζε:
«Θεέ μου, Θεέ μου, ιδέ την ποτέ Φωτεινήν σου όντως φώς, και άνοιξον και πάλιν τους ουρανούς σου και στάλαξον μίαν σταγόνα της θείας σου χάριτος. Φώτισον τους οφθαλμούς της ψυχής της και ποίησον έλεος μετ’ αυτής. Ω Θεέ μου! Θεέ μου! όπου βλέπεις τα κρύφια της ψυχής μας! Γλύκανε την καρδίαν μας όπου έχει πικράνει ο πονηρός και αλησμόνησε την αγάπην Σου».
Τοιαύτα να λέγης και να φωνάζεις.
Αυτήν την ώραν όπου σου γράφω ανέβη το πρήξιμο μέχρι τον ομφαλόν· και πήγε στην Δάφνη ο Παπάς μου - και χωρίς να ηξεύρω συνεννοήθη εις το τηλέφωνον με έναν ιατρόν και τον έφερεν λέγων εις εμένα ότι περιοδεύων ήλθεν ο ιατρός. Και με κύτταξε και μου είπεν ότι έχω καρδιοπάθεια, προερχόμενην από πυώδεις αμυγδαλές. Και έδωσε διά το πρήξιμον χάπια, και ενέσεις τονωτικές διά τις αμυγδαλές, ωσάν αυτές που έστειλαν ο Ιωάννης.
Λοιπόν χίλιες τριακόσιες δραχμές μία επίσκεψις! Ευτυχώς όπου έχω πνευματικοπαίδια εις την Αμερική και όλοι γράφουν: Κύτταξε την υγείαν σου! Μη μας αφήσης ορφανούς. Και στέλνουν. Άλλη επίσκεψις χίλιες εξακόσιες με τα φάρμακα.
Αυτά είναι. Καν θέλω, καν δεν θέλω δεν με αφήνουν να αποθάνω. Λοιπόν έχε υπομονήν.