Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα: Θεός εφανερώθη εν σαρκί.



Του Ιερομονάχου Γρηγορίου

Ο ιερός Χρυσόστομος ονομάζει την εορτή των Χριστουγέννων Μητρόπολη των εορτών και πανηγυρίζει λέγοντας: «Βλέπω μυστήριο παράδοξο, ακούω ποιμένες, όχι να παίζουν κάποιο ποιμενικό σκοπό, αλλά να ψάλλουν ουράνιο ύμνο. Άγγελοι ψάλλουν, Αρχάγγελοι μελωδούν, τα Χερουβίμ ανυμνούν, τα Σεραφίμ δοξολογούν, όλοι εορτάζουν βλέποντας τον Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς. Τον Θεό που βρίσκεται στον ουρανό, Τον βλέπουν εξ αιτίας της συγκαταβάσεως Του κάτω στη γη. Τον άνθρωπο που είναι στη γη, τον βλέπουν να βρίσκεται από θεία φιλανθρωπία στον ουρανό».

Ο Θεολόγος Γρηγόριος πανηγυρίζει και αυτός κατά τη γενέθλιο ημέρα του Κυρίου: «Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε». Και εξηγεί: «Ο Άσαρκος σαρκώνεται, ο Αόρατος γίνεται ορατός. Εκείνος τον Οποίον κανείς δεν μπορούσε να αγγίσει, ψηλαφάται. Ο Άχρονος αποκτά αρχή. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός ανθρώπου».

Η εορτή της γεννήσεως του Χριστού είναι μια Θεοφάνεια, δηλαδή μια φανέρωση του Θεού στον κόσμο. Κατά τον αποστολικό λόγο, Θεός εφανερώθη εν σαρκί. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός Λόγος έλαβε σώμα ανθρώπου και ως Θεάνθρωπος φανερώθηκε στον κόσμο. Αυτή η φανέρωση του Θεού στον κόσμο μας και στη ζωή μας, είναι η απαρχή της δικής μας εισόδου στον κόσμο του Θεού.


Ο γέρων Παΐσιος Ολάρου – μια μεγάλη μορφή της ρουμανικής πνευματικότητος

Από το βιβλίο «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία» των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη»

Ο γέρων Παΐσιος Ολάρου από την ιερά μονή Συχαστρία της Ρουμανίας είχε από τον Θεό το χάρισμα της θεραπείας και της ειρηνεύσεως των πληγωμένων ψυχών από τις αμαρτίες. Η θεολογική του διδασκαλία ήταν, ταυτόχρονα απλή και σοφή, ευαγγελική και πρακτική.

Ο πατήρ Παΐσιος είχε μια μεγάλη ειρηνική δύναμη να διακρίνει εύκολα και αμέσως το ουσιαστικό από το δευτερεύον, χωρίς να σχετικοποιεί την πληρότητα της πίστεως που ζούσε και χωρίς να την δυσκολεύει με ανωφελή εμπόδια.

Όπως οι πατέρες της ερήμου, οι οποίοι συγκέντρωναν πολλή αγία σοφία σε λίγα λόγια, ο γέρων Παΐσιος έλεγε του ουσιαστικό σε πατρικές συμβουλές. Η καλοσύνη του δεν ήταν αισθηματική και ο θυμός του δεν ήταν εμπαθής. Ασκητής και παρακλητικός, ο γέρων Παΐσιος είχε μια αυστηρότητα χωρίς σύσπαση και μια ταπείνωση χωρίς αφέλεια. Ήταν ένας άνθρωπος ώριμος πνευματικά και αθώος στην καρδιά. Αλλά το μεγαλύτερό του χάρισμα ήταν το να ησυχάζει και να ειρηνεύει τις ψυχές εκείνων που εξομολογούνταν σ’ αυτόν, ή ζητούσαν την ευλογία του.

Η ειρήνη που ακτινοβολούσε γύρω του ερχόταν από την βαθιά και ταπεινή του αγάπη για τον Θεόν και τον πλησίον. Πνευματοφόρος, διά ταπεινής πίστεως και αδιαλείπτου προσευχής, ο γέρων Παΐσιος, ο Πνευματικός, συγκέντρωνε τον νουν στην καρδιά και την καρδιά των ανθρώπων κοντά στον Θεόν, σε μια περίοδο που η αθεϊστική κομμουνιστική ιδεολογία προσπαθούσε να απομακρύνει τους ανθρώπους από τον Θεόν δίδοντας τους σκοτισμό στον νουν και πνευματική ξηρασία στις καρδιές τους.

Αν και ήταν αδύνατος και καχεκτικός στην εμφάνιση, ο γέρων Παΐσιος ήταν, τα τελευταία χρόνια της κομμουνιστικής δικτατορίας στην Ρουμανία, ένας πραγματικός γίγας της ρουμανικής πνευματικότητος, ο οποίος, στην ησυχία του, ενδυνάμωνε την Εκκλησία του Χριστού εντός των καρδιών των πιστών, τότε που γκρεμίζονταν ναοί στην πρωτεύουσα. Ο Θεός μόνος ξέρει πόσο πολύ αξίζει ένας πνευματικός που δίνει ειρήνη και υγεία στην ψυχή σε μια περίοδο, που η ανθρώπινη κοινωνία οργανώνεται σ’ ένα καταχθόνιο σύστημα.

Η αγιοσύνη του γέροντος Παϊσίου του Πνευματικού δεν επιβαλλόταν θεαματικά, αλλά ακατάσχετα ειρηνικά, διότι η αγιοσύνη εξανθρωπίζει τον άνθρωπον, αντίθετα από τα εγωιστικά πάθη που αποξενώνουν κάθε ανθρώπινο στοιχείο από τον άνθρωπον.

* * *

Ο μεγαλόσχημος Παΐσιος Ολάρου γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου το 1897 στο χωριό Στροϊέστι, κοινότητα Λούνκα του νομού Μποτοσάνι, από ευσεβείς γονείς και ήταν ο μικρότερος από τα πέντε παιδιά τους. Ο πατέρας του, ο Ιωάννης ήταν δασοφύλακας, ενώ η μητέρα του η Αικατερίνη ήταν οικοκυρά. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Πέτρος. Το 1921 μπήκε στη μοναχική ζωή στη σκήτη Κοζάντσεα, παίρνοντας στην κουρά του το όνομα Παΐσιος. Το 1943 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1947 ιερεύς. Αργότερα, και για λίγο καιρό, εκλέχτηκε ηγούμενος της ιδίας σκήτης. Το φθινόπωρο του ιδίου χρόνου, αποσύρθηκε στην ιερά μονή Συχαστρία όπου έλαβε το διακόνημα πνευματικής πατρότητος ολόκληρης της αδελφότητος, μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μεταξύ των ετών 1972 – 1985 αγωνίσθηκε σαν ασκητής στη σκήτη Σίχλα, και τα τελευταία πέντε χρόνια έζησε, λόγω ασθενείας, στο κελλί του στη μονή Συχαστρία, όπου και εκοιμήθη εν Κυρίω, αφήνοντας κληρονομιά στους μαθητές του, το παράδειγμα ζωής ενός αληθινού μοναχού και πνευματικού πατρός.

Μερικά ψυχωφελή λόγια του π. Παϊσίου Ολάρου

Ερώτ.: Ποια είναι η ωφέλεια της προσευχής, γενικά, και της προσευχής της καρδιάς, ειδικά;

Απάντ.: Η ωφέλεια της προσευχής είναι η εκπλήρωση του σκοπού της, δηλαδή η άφεση των αμαρτιών και η σωτηρία της ψυχής, μιας προσευχής που κάνουμε, είτε δια του στόματος, είτε δια του νοός, είτε δια της καρδιάς. Ο καθένας, όπως τον προτρέπει η διάνοιά του, το πνεύμα και ο πνευματικός του, έτσι να προσεύχεται, μόνο να μη χάσει τη σωτηρία. Εκείνη η προσευχή είναι πιο ωφέλιμη που πηγάζει δάκρυα ταπεινώσεως, τα οποία μας βοηθούν να εγκαταλείψουμε τις αμαρτίες και να αυξάνουμε στην αγάπη, στην ταπείνωση και στην πίστη. Ο καθένας να προσευχηθεί με την προσευχή που τον βοηθάει να προοδεύσει περισσότερο σε καλές πράξεις και στην μετάνοια.

Ερώτ.: Η προσευχή χωρίς δάκρυα είναι δεκτή; Πώς μπορούμε να αποκτήσουμε δάκρυα μετανοίας;

Απάντ.: Τα δάκρυα είναι πολλών ειδών, αλλά τα πνευματικά δεν δίνονται, ούτε δανείζονται. Αυτά είναι ένα δώρο του Κυρίου. Επομένως, να τα ζητάμε συνεχώς και όταν έρθουν, είτε προσευχόμαστε με το στόμα ή με την καρδιά, εκείνα είναι καλά και πολύ ωφέλιμα, διότι από τον Κύριο είναι και στον Κύριο κατευθύνονται. Μόνο να μην υπερηφανευόμαστε για να μην χάσουμε τα δάκρυα.

Ερώτ.: Ολιγόστευσε ο πόθος για την προσευχή παντού, σήμερα. Πως μπορούμε να αποκτήσουμε πόθο και περισσότερη ευλάβεια για την αγία προσευχή;

Απάντ.: Ο κάθε χριστιανός, είτε μοναχός, είτε λαϊκός, πρέπει να έχει ένα πρόγραμμα προσευχής, το οποίο οφείλει να τηρεί καθημερινώς. Η τήρηση δε αυτού του προγράμματος, είτε είναι ουσιαστική, είτε τυπική (από συνήθεια), ωφελεί. Αν πηγαίναμε πιο συχνά στα νοσοκομεία, στα σπίτια του πόνου, στους φτωχούς και αν σκεφτόμασταν την στιγμή του θανάτου και της κρίσεως που μας περιμένουν, τότε θα προσευχόμασταν περισσότερο και θα είχαμε, βεβαίως, και θερμά δάκρυα στην προσευχή μας. Η λίγη προσευχή που γίνεται μηχανικά ή επειδή μας βλέπουν οι άλλοι, είναι καλή, αλλά δεν φέρνει πολλή ωφέλεια, αν δεν αγγίζει το Άγιον Πνεύμα τις καρδιές μας.

Ερώτ.: Πως μπορούμε να μάθουμε καλύτερα την προσευχή της καρδιάς, αφού σήμερα δεν έχουμε πια δασκάλους προσευχής, όπως άλλοτε;

Απάντ.: Η προσευχή δεν είναι θεωρία που μαθαίνεται στο σχολείο. Η προσευχή της καρδιάς, δηλαδή που γίνεται με την συναίσθηση της καρδιάς, είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος, ένα ουράνιο δώρο, το οποίο το δέχονται μόνο εκείνοι που είναι άξιοι γι’ αυτό. Ψάλλουμε στην Εκκλησία: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα…». Όποιος αγαπάει τον Θεό εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας, σ’ εκείνον χαρίζεται και το δώρο των αγίων δακρύων. Αλλιώς μπορείς να αποκτήσεις την προσευχή της καρδιάς από εμπειρία, μετά από μια μεγάλη και μακροχρόνια πρακτική, αλλά χάνεται εύκολα, διότι η καρδιά δεν καίει από αγάπη υπέρ Χριστού.

Ερώτ.: Πως μπορούμε να αποκτήσουμε το χάρισμα της σιωπής, η οποία είναι η μητέρα της προσευχής;

Απάντ.: Ας θυμηθούμε τον λόγο του Σωτήρος ημών που λέγει ότι «για κάθε μάταια λέξη θα δώσουμε λόγο την ημέρα της κρίσεως». Και ένας άγιος πατήρ προσθέτει: «όσες φορές μίλησα, μετάνιωσα». Μεγάλο είναι το χάρισμα της σιωπής. Δια της σιωπής γλυτώνουμε από καταδίκη, από διαβολή, από πολυλογία και μαθαίνουμε να προσευχόμαστε. Οι πατέρες μας μιλούσαν «επτά λόγια την ημέρα» - όπως λέγεται -, αλλά με την καρδιά και με τα χείλη προσεύχονταν αδιαλείπτως. Αν βάλουμε, μπροστά στα μάτια μας, τις αμαρτίες μας, τη στιγμή του θανάτου και την ημέρα της κρίσεως, σιγά – σιγά θα αποκτήσουμε το χάρισμα της σιωπής και της προσευχής.

Ας προσευχόμαστε στον Θεό με τα λόγια του προφητάνακτος Δαβίδ: «Θοῦ κύριε φυλακὴν τῷ στόματί μου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη μου».

Περί ταπεινώσεως
 
Η ταπείνωση είναι η σκέψη και η αίσθηση της καρδιάς μας ότι είμαστε πιο αμαρτωλοί απ’ όλους τους ανθρώπους και ανάξιοι για το έλεος του Θεού. Όταν υβρίζουμε εμείς οι ίδιοι τους εαυτούς μας δεν σημαίνει αυτό αληθινή ταπείνωση. Η αληθινή ταπείνωση είναι όταν κάποιος μας ονειδίζει και υβρίζει και εμείς υπομένουμε και λέμε: « Ο Θεός διέταξε τον αδελφό να με κακολογήσει για τις πολλές μου αμαρτίες». Όταν κάποιος σε περιφρονεί, να λες ότι Θεός τον διέταξε να μου το κάνει αυτό. Όταν ένας σου παίρνει τη θέση ή την σειρά στις υπηρεσίες και τα διακονήματα, να λες ότι ο Θεός τον διέταξε να γίνει έτσι. Αυτό είναι αληθινή ταπείνωση. Ενώ υπερηφάνεια είναι όταν εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου, στον νου σου, στις δυνάμεις σου∙ όταν νομίζεις ότι είσαι ανώτερος από τον άλλον, καλύτερος, πιο ενάρετος και ευαρεστότερος στον Θεό. Τότε, σίγουρα είσαι κυριευμένος από την υπερηφάνεια, από την οποία είθε να μας φυλάξει ο Θεός, που ταπεινώθηκε για την σωτηρία μας.
Να ταπεινούμεθα, αδελφοί, διότι ο υπερήφανος δεν μπορεί να σωθεί. Να κλαίμε τις αμαρτίες μας εδώ, για να χαρούμε στην άλλη ζωή αιωνίως, διότι, μετά την σωματική μας αναχώρηση απ’ αυτόν τον κόσμο, όλοι θα μας ξεχάσουν. Να μην έχουμε την ελπίδα μας στους ανθρώπους αλλά μόνο στον Θεό. Ο άνθρωπος αλλάζει. Σήμερον σου δίνει και αύριο σου ζητάει. Σήμερον σε επαινεί και αύριο σε κατακρίνει. Ας θέσουμε τις ελπίδες μας στο έλεος του Θεού και δεν θα απογοητευθούμε ποτέ.

Ερώτ.: Τι είναι η συνείδηση;

Απάντ.: Συνείδηση είναι ο άγγελος του Θεού ο οποίος φυλάγει τον άνθρωπον. Όταν σε ελέγχει, σημαίνει ότι ο Θεός σε μαλώνει και πρέπει να χαίρεσαι διότι ο Θεός δεν σε ξέχασε. Πρέπει να έχουμε πάντοτε ενώπιον μας τις αμαρτίες μας, για να μας ραπίζει η συνείδηση με τον έλεγχο και έτσι να αποκτήσουμε δάκρυα στην προσευχή και να μην αμαρτάνουμε πλέον.

Ερώτ.: Ποιό είναι το σημείο της πνευματικής προόδου;

Απάντ.: Δάκρυα στην προσευχή, η συνείδηση ότι είσαι ο αμαρτωλότερος, μια μεγάλη χαρά στην καρδιά και πολλή αγάπη και έλεος για όλη την κτίση.

Ερώτ.: Τι γνώμη έχετε για τον σημερινό μοναχισμό; Πως πρέπει να αγωνισθούμε στην μοναχική ζωή για να αποκτήσουμε τη σωτηρία;

Απάντ.: Ο σημερινός μοναχισμός είναι με πολλή μόρφωση αλλά με λίγη πρακτική. Η φροντίδα της επίγειας ζωής, η λησμονιά των μοναχικών υποσχέσεων, η απληστία και η ματαιοδοξία είναι οι βασικές αρρώστειες που κυκλοφορούν τώρα. Όπως λέει η παροιμία: «Το ψάρι, από το κεφάλι αρχίζει να χαλάει». Στο μέτωπο της αδελφότητος μιας μονής χρειάζονται άνθρωποι με πνευματική ζωή και εμπειρία, όχι οπωσδήποτε με μόρφωση. Αλλά, αν βιαζόμαστε να βαδίσουμε στα ίχνη των πατέρων μας θα σωθούμε.

Ερώτ.: Πως θα ανανεωθεί πνευματικά ο μοναχισμός στο μέλλον;

Απάντ.: Δεν εξαρτάται από μας η ανανέωση του μοναχισμού, αλλά, προ παντός, από το Άγιον Πνεύμα. Διότι το Άγιον Πνεύμα διαλέγει αγίους ανθρώπους, ποιμένες και φωτισμένους ηγουμένους και καλούς πνευματικούς, οι οποίοι μπορούν να διαμορφώσουν καλούς μοναχούς που να αγαπήσουν την προσευχή, την άσκηση και την ταπείνωση. Με αυτές τις αρετές, πάντοτε ανανεώνεται ο μοναχισμός, η πνευματική ζωή, και χωρίς αυτά, ποτέ. Αν οι ηγούμενοι και οι πνευματικοί θα είναι, όπως οι λαμπάδες στο κηροπήγιο και θα πάνε, όπως ο καλός ποιμήν, μπροστά στο ποίμνιο, τότε τα μοναστήρια θα ανθίσουν και οι μοναχοί θα δοξάζουν τον Θεόν μαζί με τους αγγέλους.

Ερώτ.: Πως μπορούμε να νικήσουμε τον λογισμό της ασωτίας;

Απάντ.: Η απόρριψη των εμπαθών λογισμών, πριν να μπουν στη φαντασία του νοός, και η προφύλαξη των οφθαλμών από το να κοιτάξεις με πάθος, είναι ένα από τα πρώτα όπλα εναντίον αυτού του πάθους. Να κοιτάξουμε τις ηλικιωμένες γυναίκες όπως τις μητέρες μας, τις νέες όπως τις αδελφές και τις κόρες μας. Ύστερα, να μην κατακρίνουμε τον πλησίον και να συγκρατηθούμε από εκλεκτά φαγητά και από κρασί, τα οποία ανάβουν την φύση, την σάρκα. Πάνω από αυτά, να προσευχόμεθα περισσότερο για να μας σκεπάζει ο Θεός με την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, διότι, χωρίς την άνωθεν βοήθεια, κανείς δεν μπορεί να νικήσει.

Ερώτ.: Παρατηρείται σε ορισμένα μέρη ότι παραμελείται, η εξομολόγηση και ότι δίνεται πολύ συχνά, ακόμη και αντικανονικά, η θεία κοινωνία. Πως είναι καλύτερα να κάνουμε σ’ αυτήν την περίπτωση;

Απάντ.: Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τους αγίους κανόνες και τη χιλιετή πρακτική της Εκκλησίας. Ας πάμε στον ίδιο δρόμο των Πατέρων και των προγόνων μας, στον κανονικό δρόμο της Αγίας Παραδόσεως. Όχι, η συχνή θεία κοινωνία δεν μας κατευθύνει στην τελειότητα, αλλά η μετάνοια με δάκρυα, η συχνή εξομολόγηση, η εγκατάλειψη των αμαρτιών, η προσευχή της καρδιάς. Ο πόθος ορισμένων ανθρώπων για τη συχνή κοινωνία είναι το σημείο της ολιγοπιστίας και της υπερηφανείας, και όχι το σημείο της πνευματικής προόδου. Η διόρθωση και η αύξησή μας στη οδό της σωτηρίας αρχίζει με τη συχνή εξομολόγηση και συνεχίζεται δια της νηστείας και της προσευχής με δάκρυα, δια της εγκαταλείψεως των αμαρτιών, δια της ελεημοσύνης, δια της ειρηνεύσεως με όλους και δια της ταπεινώσεως. Μόνο αφού κάνομε όλα αυτά μπορούμε να κοινωνούμε πιο συχνά, καθώς μας δείχνουν οι Άγιοι Κανόνες και η Παράδοση τηε Εκκλησίας. Αλλιώς, πώς να δεχτείς τον Κύριον του ουρανού και της γης στο σπίτι σου, ενώ η ψυχή σου είναι βρώμικη, χωρίς εξομολόγηση, σκλαβωμένη από τα πάθη και, προ παντός, γεμάτη υπερηφάνεια; Πρώτα έχουμε ανάγκη από δάκρυα, προσευχή και συχνή εξομολόγηση, μετά όλα τα άλλα χαρίσματα θα προστεθούν σ’ εμάς. Τα μοναστήρια μας κράτησαν πάντα τη βασιλική μεσαία οδό. Όταν είναι περίπτωση, ας ακολουθήσουμε την πρακτική και την συμβουλή τους.

Τα πρώτα λόγια του μαθητή προς τον πνευματικό είναι: «Συγχώρεσε με, πάτερ, και μη με ξεχνάς στην ιερά προσευχή!», και του πνευματικού προς τον μαθητή είναι: «Ο Θεός να σε συγχωρέσει, τέκνο μου, και να ειδωθούμε στον Παράδεισο!».

Συμβουλές για τους μοναχούς και πιστούς.

Τι καλά θα ήταν να κάνουμε και εμείς ότι διδάσκουμε τους άλλους! Θα ήμασταν άγιοι. Εγώ δίδασκα τους άλλους να έχουν υπομονή στον πόνο. Τώρα, όμως, όταν υποφέρω κι εγώ, βλέπω ότι δεν έχω καθόλου υπομονή. Χρειάζομαι, όχι υπομονή, αλλά πολύ μεγάλη υπομονή.

Ένας αδελφός με ερώτησε: «Είναι δυνατόν να καθησυχάσουμε τον πόνο με την προσευχή;». Εδώ είναι το δώρο του Θεού, απάντησα. Η πνευματική αγάπη νικάει τον πόνο, όπως λέει ο Χριστός περί της γυναικός που είναι στους πόνους της γέννας, ότι, μετά τη γέννηση, λησμονεί τον πόνον, διότι γεννήθηκε άνθρωπος στον κόσμο. Μεγάλο πράγμα είναι να είμαστε κοντά σ’ εκείνον που υποφέρει, να συμμετέχουμε στον πόνο του. Να ζητήσουμε βοήθεια από τον Θεόν, για να μπορούμε να περάσουμε με το καλό τα κύματα αυτής της ζωής.

Αν δεν μπορείς να κάνεις καλή πράξη, δεν είναι αμαρτία. Αλλά, αν μπορείς να την κάνεις και δεν την κάνεις, τότε είναι αμαρτία. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν παιδιά, ή δεν ήθελαν να έχουν, ή δεν τους έδωσε ο Θεός. Εκείνοι που δεν τα ήθελαν, μόλις φθάνουν στα γεράματά τους, τα επιθυμούν και κλαίγουν διότι δεν έχουν παιδιά, αλλά είναι πολύ αργά. Όταν η δωρεά του Θεού πλησιάζει την καρδιά του ανθρώπου, τότε όλα του φαίνονται εύκολα, και όταν απομακρύνεται η χάρις, τότε του φαίνονται δύσκολα. Τότε υποφέρει, φωνάζει και κλαίει, όπως κάνει το παιδί εγκαταλειμμένο από τη μητέρα του. Μερικές φορές, αναρωτιέμαι, άραγε ο πόνος μου, και του κάθε ανθρώπου, μήπως είναι μια προκαταβολή της αιωνίου ζωής; Διότι ο πόνος μας ταπεινώνει και μας διδάσκει να επικαλούμαστε την βοήθεια του Θεού. Όταν είμαστε σε μια δυσκολία στη ζωή μας, να κάνουμε δύο πράγματα: να προσευχηθούμε και να ρωτήσουμε. Εγώ, πιο γρήγορα χάνομαι μέσα στην πόλη παρά στο δάσος. Εμείς πρέπει να φθάσουμε από το «να σκεφθείς τον Θεόν» στο «να αισθάνεσαι τον Θεόν». Άλλο πράγμα είναι η ομιλία περί του Θεού, και άλλο η αίσθηση του Θεού. Άλλο πράγμα είναι ο λόγος, και άλλο η πράξη. Στην πνευματική αίσθηση φτάνει μόνο εκείνος που κάνει το θέλημα του Θεού· διότι λέγει ο Σωτήρ μας: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 7,21). Περισσότερο να κάνεις με την πράξη παρά να μιλάς με τα λόγια. Διότι ο κόσμος είναι γεμάτος λόγια, αλλά λίγοι είναι εκείνοι που εφαρμόζουν τις εντολές του Ευαγγελίου. Καλά είναι, και ο πνευματικός λόγος, η συμβουλή, η επίπληξη, η προτροπή, το κήρυγμα, τα καλά βιβλία. Αλλά, από λόγια πρέπει να περάσουμε σε πράξεις, διότι και ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μόνο με τον λόγο και ήταν «καλά λίαν». Ακόμη και οι άγιοι μαρτυρούσαν τον Χριστό δια του λόγου, δίδασκαν και έγραφαν βιβλία εμπνευσμένα από το Άγιον Ευαγγέλιον. Αλλά, εμείς, σήμερον, είμαστε αμαρτωλοί άνθρωποι. Εμείς πρέπει να μιλήσουμε λίγο και μόνο ότι είναι ωφέλιμο προς την δόξα του Θεού.

* * *

Από τον Σεπτέμβριο του 1986 μέχρι στις 18 Οκτωβρίου του 1990, όταν κοιμήθηκε εν Κυρίω, ο μεγαλόσχημος Παΐσιος Ολάρου κάθισε περισσότερο στο κρεββάτι, άρρωστος, στο κελλί του στην ιερά μονή Συχαστρία, διακονούμενος από τον μαθητή του Γεράσιμο. Είχε ένα πόδι σπασμένο, ήταν κουφός και σχεδόν τελείως τυφλός από διπλό καταρράκτη. Σ’ αυτήν την μεγάλη περίοδο πόνου, ο γέρων Παΐσιος δεν εξομολογούσε κανένα, εκτός των ηλικιωμένων πατέρων της μονής, τους οποίους τους είχε από χρόνια στην εξομολόγηση. Συνήθιζε όμως να δέχεται μερικούς από τους πιο εκλεκτούς μοναχούς, πνευματικούς, ηγουμένους, ιεράρχες, ακόμη και λαϊκούς οι οποίοι επιθυμούσαν επιμόνως να τον δουν, να πάρουν συμβουλή, ευχή και ευλογία. Διότι ο νους, η φωνή και η εσωτερική πνευματική κατάσταση του γέροντος ήταν πολύ καλά. Απ’ αυτές τις σύντομες συναντήσεις με τον γέροντα Παΐσιο, πολλές ψυχές ανακουφίστηκαν, πολλά ερωτήματα χωρίς απάντηση λύθηκαν, πολλοί μοναχοί και πιστοί ωφελήθηκαν με την πραότητα, την ηρεμία, την ταπείνωση και την σωφροσύνη του, βλέποντας την μεγάλη του υπομονή, την σιωπή, την μυστική προσευχή (την νοερά προσευχή) και τα δάκρυα που έτρεχαν συνέχεια, την ανδρεία με την οποία δέχονταν όλες τις δυσκολίες, και το άφοβον της ώρας του θανάτου.

Από τις πολλές του συμβουλές και πνευματικούς διαλόγους, άλλοι γράφτηκαν, και άλλοι παραμένουν γραμμένοι στις καρδιές των πνευματικών του τέκνων.

Εδώ γράφτηκαν λίγα απ’ αυτά που διατηρήθηκαν στην μνήμη των μαθητών του, για να είναι προς ψυχική ωφέλεια όλων που θα τα διαβάσουν.

Τα τελευταία λόγια του γέροντος Παϊσίου, περί Παραδείσου.

Ο πράος και ταπεινός πνευματικός γέροντας Παΐσιος Ολάρου της Ιεράς Μονής Συχαστρίας, ο οποίος μεγάλωσε στη ζωή του χιλιάδες πνευματικά τέκνα, μοναχών και λαϊκών, πάντοτε μας ομιλούσε περί Παραδείσου, περί αγίων και περί χαράς της σωτηρίας, και πολύ σπάνια μας ενθύμιζε περί των βασάνων της Κολάσεως.

Μετά την προσευχή εξομολογήσεως, μας έλεγε ένα σύντομο και συγκινητικό λόγο διδασκαλίας, και, αφού μας εξομολογούσε, μας διάβαζε την προσευχή για ταξίδι, στην οποία στο τέλος, πρόσθετε και αυτήν την προσευχή ευλογίας: «Ο Κύριος ο Θεός, ο Πανελεήμων, να σας ευλογήσει· ο Κύριος να σας βοηθήσει· ο Κύριος να σας ελεήσει· ο Κύριος να σας φυλάξει από κάθε τι κακό· ο Κύριος να σας γεμίσει από πνευματική χαρά· ο Κύριος όπως ένας Καλός και Φιλάνθρωπος Θεός, να σας συγχωρήσει τις αμαρτίες, και στον Παράδεισο με τους δικαίους να σας δεχτεί. Ευλόγησον, Κύριε, τους δούλους Σου τούτους και την προσευχή τους, και την αγάπη τους, και την πίστη τους, και την χαρά τους, και την ταπείνωση τους, και την υπομονή τους! Ευλόγησον, Κύριε, και τον κόπο τους, και το σπιτάκι τους, και τη ζωή τους, και χριστιανά τα τέλη χάρισε τους, και στην άλλη ζωή, μια γωνιά Παραδείσου, «ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν»».

Όταν βγαίναμε από το κελλί του, ο γέρων Παΐσιος μας απεύθυνε το συνηθισμένο του χαιρετισμό: «Να συναντηθούμε στην πύλη του Παραδείσου!». Μερικοί από μας τον ρωτούσαμε: «Εμείς θέλουμε να συναντηθούμε όλοι μας μέσα στον Παράδεισο. Γιατί επιθυμείτε να συναντηθούμε μόνο στην πύλη του Παραδείσου;», και ο γέρων απαντούσε με ελπίδα και πραότητα: «Ας ιδωθούμε εμείς λυτρωμένοι από τους πονηρούς διαβόλους, διότι, αν φθάσουμε μέχρι εδώ, δεν μας αφήνει ο Θεός. Από την πύλη του Παραδείσου, θα φωνάξουμε στην Παναγία, θα επικαλούμεθα την βοήθεια των αγγέλων, θα κλαίμε εις την πύλην της ευσπλαχνίας του Σωτήρος ημών, και τότε δεν μας αφήνει Εκείνος έξω! Μέχρι εκεί είναι τα δύσκολα!».

Στα ξημερώματα της 18ης Οκτωβρίου του 1990, ο μέγας πνευματικός Παΐσιος Ολάρου, σε ηλικία σχεδόν 94 ετών, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Χριστού, έχοντας κοντά του δύο από τους αγαπημένους του μαθητές. Ένα ήρεμο και ευλογημένο τέλος, ωσάν ένας γλυκός ύπνος, το οποίο το προετοίμασε από τη νεότητά του, και το περίμενε με τόσο πόθο.

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου, συνοδεύτηκε στον τελευταίο δρόμο από χιλιάδες μαθητές του, μοναχούς και λαϊκούς, με αναμμένες λαμπάδες στα χέρια τους, και από μια μεγάλη συνοδεία ιερέων, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μολδαβίας και Μπουκοβίνας, κ. Δανιήλ. Στον επιμήκη ήχο των καμπάνων και στις συγκινητικές ομιλίες, έτρεξαν πολλά δάκρυα και υψώθηκαν θερμές προσευχές προς τον Θεόν. Ταυτόχρονα, η ακολουθία της κηδείας είχε και την ιερά ατμόσφαιρα μιας πανηγυρικής ημέρας και μεγάλης ελπίδος.

Ένας μυστικός πόθος για αιωνιότητα μας είχε καταλάβει όλους, διότι ο γέρων μας Παΐσιος, ο οποίος μας είχε μιλήσει μια ολόκληρη ζωή περί Παραδείσου, περί χαράς της ενώσεως με τον Χριστό, πήγαινε τώρα στον ουρανό, πριν από μας, όπως, διά των πρεσβειών του, να ανοίξει και σ’ εμάς, στα πνευματικά του τέκνα, τις πύλες του Παραδείσου, που τόσο πολύ ποθούμε.

Από εκείνο το ευλογημένο Σάββατο του Οκτωβρίου, το καντήλι και τα κεριά δεν σβήστηκαν ποτέ στον τάφο του γέροντος Παϊσίου. Το κοιμητήριο της Μονής Συχαστρίας έγινε έκτοτε χώρος πιο ιερός, χώρος προσκυνήματος, προσευχής και πνευματικής ενδυναμώσεως των αγαπημένων του τέκνων, τα οποία έμειναν τώρα χωρίς ποιμένα. Μετά από 40 ημέρες, αφού εκπληρώθηκε όλη η πρέπουσα τάξη, ένας από τους μαθητές του προσευχόταν τη νύχτα, μόνος του, στο κελλί του γέροντος. Από κούραση, αποκοιμήθηκε για λίγο στα γόνατα και είδε τον Γέροντα ντυμένο με ράσο, σχήμα και πετραχήλι, καθισμένο στην άκρη του κρεβατιού -όπου είχε υποφέρει 6 χρόνια -, με το σταυρό στο χέρι, κλαίγοντας. Ο στεναχωρημένος μαθητής φίλησε το σταυρό και το χέρι του και τον ρώτησε: «Γιατί κλαίς γέροντα; Σε πονάει κάτι;». Και εκείνος του απάντησε: «Όχι αγαπητέ μου, αλλά επειδή εσείς δεν κλαίτε, κλαίω εγώ στη θέση σας, διότι πολύ δύσκολα είναι να φθάσει κανείς στον Παράδεισο! Ω!, πόση ανάγκη και πόσο φόβο έχει η ψυχή τότε! Και, αν δεν κλαίς εσύ για σένα, εδώ, ποιος να κλαίει μετά τον θάνατο σου; Διότι, μόνο εκείνος κλαίει, τον οποίον τον πονάει η καρδιά και έχει καθαρή τη συνείδηση. Βλέπετε πως περνάει ο καιρός; Αλλοίμονο, να μην περνάτε τον καιρό σας χωρίς ωφέλεια, διότι δεν θα τον ξανασυναντήσετε. Ότι μπορείτε να κάνετε σήμερα, κάντε το, και μην αναβάλλετε για αύριο, γιατί δεν ξέρουμε αν φθάσουμε πια μέχρι τότε. Διότι, αν μπορείς, αλλά δεν το κάνεις, έχεις μεγάλη αμαρτία, και από τους οφθαλμούς του Θεού δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα. Κάθε τι που κάνεις, ψάχνεται ο σκοπός για τον οποίον κάνεις εκείνο το πράγμα. Θέλετε να αρέσετε στους ανθρώπους ή στον Θεόν; Προσέξτε, διότι πολύ ακριβός είναι ο Παράδεισος και πολύ δύσκολα φθάνει κανείς εκεί. Φροντίστε την ψυχή σας διότι μεγάλη ευθύνη έχει ο καθένας για την ψυχή του. Διότι, όχι τα χρόνια μας βοηθάνε, αλλά οι πράξεις, αγαπητοί μου».

Ύστερα, ο μαθητής του είπε: «Γέροντα, να φάτε κάτι, διότι είναι τρείς η ώρα μ.μ.», και ο Γέρων απάντησε: «Άφησε ακόμη, έως μετά τον εσπερινό...». Και έτσι χωρίστηκαν· ο γέρων Παΐσιος έφυγε, και εκείνος ξύπνησε και έκλαψε πολύ για το κλάμα του Γέροντος. «Ωσάν να τον βλέπω συνεχώς μπροστά στα μάτια μου - λέγει ο μαθητής - πως έκλαιγε και μου έλεγε αυτά τα λόγια». Ιδού, πως μας διδάσκουν οι πνευματικοί πατέρες, ακόμη και μετά τον θάνατο τους, να μετανιώσουμε.






Συνάντησις μετά του Πνευματικού Πατρός



Από το βιβλίο «Ο γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος»,   τόμ. Α, εκδ. «Ορθ. Κυψέλη», Θεσ/νίκη 1980




...Κατόπιν ήλθομεν εις Πειραιάν. Πρίν δε μεταβώ εις την Ι. Μονήν της μετανοίας μου εθεώρησα καθήκον μου ιερόν και υποχρέωσιν να ιδώ τον Πνευματικόν μου Πατέρα Άγιον Νεκτάριον. Μεταβάς εις την Ριζάρειον Σχολήν έμαθον ότι παρητήθη της Σχολής και ευρίσκεται εις Αίγιναν. Εμβάς εις πλοίον ανεχώρησα δι’ Αίγιναν. Ανήλθον εις την μονήν περί ώραν 1 - 1  ½ μ.μ. Ήτο μην Αύγουστος. Ο ήλιος έκαιεν ως φλοξ. Πλησιάσας εις την μονήν, έξω της θύρας της εισόδου αυτής, βλέπω Γέροντά τινα λευκογένειον, ενδεδυμένον ράσον πενιχρόν τυλιγμένον εις την ζώνην του και ψάθινον καπέλον εις την κεφαλήν διά την θερμότητα του ηλίου. Έσκαπτε δι’ αξίνης το έδαφος και διά πτύου εγέμιζεν ένα μικρόν καροτσάκι χώματα και μετέφερεν αυτά 15-20 μέτρα προς επιπέδωσιν του προαυλίου της Μονής. Ενόμισα ότι ήτο εργάτης της Μονής και διά να μη σκονίσει τα ενδύματά του του έδωσαν ράσο ή ότι ήτο γέρων δόκιμος της Μονής. Πλησιάσας αυτόν τον εχαιρέτισα και μετά τον χαιρετισμόν του λέγω:
- Γέροντα, ο δεσπότης είναι εδώ;
- Εδώ είναι, μοι λέγει.
- Μέσα, τω είπον, είναι εις την Μονήν;
- Ναι, μου λέγει, μέσα είναι.
- Ύπαγε, τω λέγω, να του ειπής ότι ήλθεν εν πνευματικόν του τέκνον, διάκονος, και θέλει να τον ιδή.
- Να είναι ευλογημένον, μοι λέγει με ταπεινόν σχήμα και φρόνημα.
Και παρατήσας την τσάπαν, το πτύον και το καροτσάκι, μου έδειξε ένα νεόκτιστον δωμάτιον έως 15 - 20 μέτρα μακράν της θύρας της εισόδου της Μονής και  και μου λέγει:
- Πέρασε εις αυτό το δωμάτιον και εγώ υπάγω μέσα να τον ειδοποιήσω να έλθη.
Δεν παρήλθον όμως 5 λεπτά και βλέπω ανελπίστως, ω βάθος πλούτου αμετρήτου ταπεινώσεως! Βλέπω μετ’ εκπλήξεως και θαυμασμού ότι εκείνος τον οποίον εγώ ενόμισα ως εργάτην, χωρικόν, αγροίκον και τω ωμίλησα καταφρονητικώς και προστακτικώς, «Πήγαινε να ειπής εις τον Δεσπότην να έλθη έξω»,  ήτο αυτός ο ίδιος. Δεν εστοχάσθην ότι όλοι αυτήν την ώραν κοιμώνται και ως εκ τούτου δεν έπρεπε ούτε καν λόγον να του έλεγον, αλλά να έμενον έξω και να έκαμον υπομονήν άχρι της ώρας του Εσπερινού.
Αλλ’ εγώ ο μαθητής και υποτακτικός έδειξα την άκραν υπερηφανείαν μου. Ο δε Διδάσκαλός μου και Πνευματικός μου Πατήρ την άκραν και άμετρον ταπεινωσίν Του! Έμεινα άφωνος επ’ ολίγον και κατόπιν γονυπετήσας τώ εζήτησα μετά δακρύων συγχώρησιν δια την υπερηφάνειαν και τον ανάρμοστον τρόπον μου. Εκείνος δε ως άκακος, πράος και ταπεινός τη καρδία με εσυγχώρησε και καθήσαντες ήρχισεν, ως συνήθως, να με καθοδηγή εις την οδόν της αρετής, εις την κατόρθωσιν των εντολών του Κυρίου. Πως θα δυνηθώ. Πάτερ, να απαλλαγώ από την θεομίσητον υπερηφάνειαν, τον ηρώτησα. Και εκείνος με αγάπην και ταπείνωσιν, τας δύο μεγάλας αρετάς, ας παρά Θεού είχε πλουτήσει, μοι απήντησεν:
- Οι Άγιοι Πατέρες ημών, τέκνον μου εν Κυρίω Πνευματικόν, λέγουσιν ότι εκάστη αμαρτία, είτε μεγάλη θανάσιμος είτε μικρά συγγνωστή, νικάται με την αντίστοιχον εναντίαν αρετήν. Ο φθόνος νικάται με την αγάπην, η υπερηφάνεια  με την ταπείνωσιν, η φιλαργυρία με την ακτημοσύνην, η πλεονεξία και ασπλαχνία με την ελεημοσύνην και ευσπλαχνίαν, η αμέλεια με την επιμέλειαν, η γαστριμαργία και η κοιλιοδουλεία με την νηστείαν και εγκράτειαν, η πολυλογία με την σιωπήν, η κατάκρισις και καταλαλιά με την αυτομεμψίαν και προσευχήν, η ασέλγεια, πορνεία και μοιχεία και λοιπά σαρκικά αμαρτήματα με την ενθύμησιν του θανάτου, της κρίσεως, της ανταποδόσεως, της κολάσεως, και εν γένει πάσα κακία νικάται με πάσαν αρετήν, ως λέγει και ο Προφητάναξ Δαβίδ: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Εάν θέλεις να απαλλαγείς και συ και εγώ και πάντες οι Χριστιανοί από την αμαρτίαν της υπερηφανείας, την μητέρα και γεννήτρια πασών των αμαρτιών και πρόξενον πάντων των κακών, θα απαλλαγώμεν διά της ταπεινοφροσύνης.
Και επειδή μόνοι μας ου δυνάμεθα, ως είπεν ο Κύριος, «άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν», ας παρακαλώμεν τον φιλάνθρωπον και πανάγαθον Θεόν, μετά συντριβής καρδίας και ταπεινώσεως, στεναγμών και δακρύων, να μας απαλλάξη από την εωσφορικήν υπερηφάνειαν, στενάζοντες ως ο Τελώνης, κλαίοντες ως η πόρνη, μετανοούντες ως ο άσωτος υιός και λέγοντες· Πάτερ Πανάγαθε, Εύσπλαχνε, Φιλάνθρωπε, ημάρτομεν εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου, δέξαι ημάς μετανοούντας και ποίησον ημάς ως ένα των μισθίων Σου. Ας προσευχώμεθα και ας παρακαλώμεν τον Θεόν, ως ο θείος Χρυσόστομος εις την καθημερινήν Του προσευχήν, λέγοντες: Κύριε δος ημίν ταπείνωσιν, ταπεινοφροσύνην και υπακοήν. Κύριε, δος ημίν υπομονήν, μακροθυμίαν και πραότητα. Κύριε, εμφύτευσον εις τας καρδίας ημών την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον Σου. Κύριε, αξίωσον ημάς να Σε αγαπώμεν με όλην μας την ψυχήν και την καρδίαν και να τηρώμεν τας θείας Σου εντολάς.
Ωσαύτως, διά να απαλλαγώμεν από της μυσαράς και σατανικής και πανολέθρου υπερηφανείας, ας έχομεν εις τον νούν και την διάνοιά μας ανεξάλειπτον το παράδειγμα του Ουρανίου μας Διδασκάλου και τη διδασκαλίαν προς τους Μαθητάς Του, προς ημάς και προς όλους τους Χριστιανούς όλων των γενεών και των αιώνων. «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών», και «όταν πάντα ποιήσητε να λέγητε ότι αχρείοι δούλοι εσμέν και ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν».
Τοιαύτας και άλλας ωφελίμους συμβουλάς λαβών παρά του Αγίου Πνευματικού μου Πατρός Νεκταρίου, χαίρων και πνευματικώς αγαλλόμενος επέστρεψα μέσω Σύρου, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου του 1910 εις την νήσον  Πάρον και εις την Ι. Μονήν της μετανοίας μου...


«Ἐλέησον με ὁ Θεòς, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου»




Τα κανδήλια με μια ταπεινωμένη φλόγα. Ίσα που φωτίζουν τον Κύριο, την Παναγία, τον Πρόδρομο, τον Άγιο Χρυσόστομο, τους Αγίους Αποστόλους. Ένα κερί στην Παναγία. Τον ψαλμό που είπαμε το πρωΐ λέω και τώρα. Τον ωραίο ψαλμό του Δαβίδ. Δεν μπορεί να ελπίζει κανείς σε τίποτε άλλο παρά στο έλεος του Θεού. Ότι κι αν κάνουμε είναι φτωχό, μικρό, μηδαμινό. Μόνος και μικρός ενώπιον του μεγάλου Θεού.
Ύστερα από τον κόπο της ημέρας, τις λησμοσύνες, τις κουβέντες και τα πηγαινέλα, σιγή. Μόνος με μόνο τον Θεό. Μια ημέρα ακόμη προστέθηκε στη ζωή και μια αφαιρέθηκε. Τι πρόσθεσε και τι αφαίρεσε; Μόνος ενώπιον της σιγής.
Τα λόγια του ψαλμού την ώρα αυτή είναι σα ντουφεκιές στη νύχτα, σα σάλπισμα στρατιώτη εγερτήριο σε ώρα πολέμου. Στο στασίδι των γερόντων, στην εκκλησία των πατέρων, των αειμνήστων κτιτόρων, στη σκήτη των μακάρων, στο Άγιον Όρος του 1991, στο Άγιον Όρος που ετοιμάζεται να αγρυπνήσει.
Μόνος αλλά όχι μόνος. Φτωχός αλλά όχι φτωχός. Ασθενής αλλά όχι ασθενής. Κουρασμένος αλλά όχι κουρασμένος. Επαναλαμβάνοντας αποστηθιμένους στίχους κι ενούμενους έτσι με τα στίφη των πιστών, των προκατόχων, των μετανοούντων, των μετανοησάντων, των οσίων και των δικαίων.
Είναι ωραία αυτή η μοναξιά, η φτώχια, η κόπωση, η σιγή, η νύχτα. Την ώρα που ένας κόσμος πάσχει, να επικοινωνείς με τον Θεό και να σε γεμίζει η επικοινωνία με αυτό που λέγεται εύκολα χαρά, μα εκφράζεται δύσκολα και μετριέται δυσκολότερα και μεταφέρεται στο χαρτί ακόμα δυσκολότερα. Η δημιουργία είναι σε βάρος της αδράνειας. Η δεύτερη δεν πρέπει εύκολα ν’ αναθερμαίνεται.
Η ησυχία μπορεί να σε κοιμίσει. Να σου νανουρίζει τα πάθη. Θέλει αγώνα μεγάλο ο αυτοσεβασμός και η αξιοπρέπεια. Είναι άσχημο να σου λένε ότι κλείστηκες στο καβούκι σου και δε νοιάζεσαι για κανένα. Μάλλον είναι άσχημο για μένα να σκέφτομαι με κάθε δυνατή ειλικρίνεια πως είμαι χρεώστης στους πάντες. Κλείνει κι αυτή η μέρα και γιομίζει η καρδιά μου ελπίδα και κουράγιο για το αύριο. Μη νομίσετε πως αυτή η ησυχία μοιάζει με καμιά άλλη απ’ αυτές που γνωρίζετε στο εξοχικό σας, στους ορεινούς περιπάτους σας, στο ηχομονωμένο διαμέρισμα σας ή στην κλινική με τα πληρωμένα χαμόγελα και τις αγενείς ευγένειες. Ησυχία και σιωπή, δώρα θεία, ανεκμετάλλευτα μα χρυσοφόρα…
Είναι πολύ νωρίς ή πολύ αργά;
Η ησυχία και η σιωπή είναι δύο πολύτιμες πέτρες του Αγίου Όρους. Σ’ ένα κόσμο κι ένα αιώνα  που πολύ θορυβεί και φλυαρεί. Η σιωπή τρομοκρατεί όσους θέλουν να συναντηθούν με όλους, εκτός από τον εαυτό τους. Η ησυχία ανησυχεί τους οκνηρούς. Η σιωπή κατά τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο είναι ο γρήγορος δρόμος για την κατάκτηση της αρετής. Το ασήμι και το χρυσό της ησυχίας και της σιωπής φτιάχνουν το πολύτιμο κάνιστρο της προσευχής.
Ἐλέησον με ὁ Θεòς, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…

Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου
Από το βιβλίο «Αθωνικό Απόδειπνο»

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Λόγος εις τα Βάϊα.


Του Αγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


Φίλοι μου αυτή η περίοδος είναι η σπουδαιότερη και σημαντικότερη, αλλά και αυτή που θα πρέπει να είμαστε περισσότερο προετοιμασμένοι για να προϋπαντήσουμε τον Επουράνιο Βασιλέα.
Αυτό ακριβώς είπε και ο Απόστολος Παύλος ευαγγελιζόμενος: « ὁ Κύριος ἐγγύς· μηδὲν μεριμνᾶτε.» (Φιλ. 4 5,6). Κοντά μας λοιπόν βρίσκεται ο Κύριος, όχι λόγω βέβαια του γρήγορου βαδίσματός του, αλλά μέσω των αγαθών που μας παρέχει. Γι αυτό και πάλι ακούγεται στ’ αυτιά μας η φωνή του Αποστόλου Παύλου: « ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός.» (Ρωμ. 13, 12). Ας περπατήσουμε σεμνά, όπως στο φως της ημέρας, ας ανάψουμε τις λαμπάδες της πίστεως, το λάδι της ελεημοσύνης ας περισσεύσει, για να μοιάσουμε με τις πέντε φρόνιμες παρθένες της παραβολής. Ανύστακτοι ας υποδεχθούμε τον Χριστό· ας υμνήσουμε το Φοίνικα της δικαιοσύνης· ας σκεπαστούμε με το μύρο της Μαρίας και ας υπακούσουμε στη φωνή του ξεσηκωμού και με θεοπρεπή φωνή κι εμείς ας φωνάξουμε, τα λόγια του πλήθους: «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ιωαν. 12,13). Σωστά, ο ερχόμενος· αυτός που πάντοτε έρχεται και ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Αυτός που είναι πάντα κοντά σε αυτούς που αληθινά τον επικαλούνται.
«Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου, ο Βασιλιάς του Ισραήλ». Όλα αυτά είναι γνωρίσματα, σύμβολα και αποδείξεις του περάσματος του Βασιλιά. Οι υπήκοοι του κάθε επίγειου βασιλείου, όταν περιμένουν την είσοδο του βασιλιά στην περιοχή τους, καλλωπίζουν τους δρόμους, στολίζουν τις πύλες που θα περάσει ο επίγειος και πρόσκαιρος βασιλιάς, ομορφαίνουν την πόλη, καθαρίζουν τις αυλές, τοποθετούν κατά τόπους  χορωδίες που ψάλλουν εγκωμιαστικούς ύμνους. Έτσι λόγω αυτής της προετοιμασίας καθίσταται γνωστό ότι ο βασιλιάς του κράτους εισέρχεται σε κάποια πόλη. Κάτι λοιπόν ανάλογο ας κάνουμε και εμείς. Αλλά αποδίδοντας πολύ περισσότερη δόξα και τιμή, εφ όσον η δύναμη του Επουρανίου Βασιλιά είναι υπεράνω των γήινων βασιλείων, έτσι και η δική μας συμμετοχή στην προϋπάντηση του θα πρέπει να είναι υπέρλαμπρη.  
Στην πόρτα μας έφθασε ο πράος και ειρηνικός βασιλιάς. Αυτός που στον ουρανό, πάνω στα Χερουβίμ κάθεται, στη γη φθάνει πάνω σε γαϊδουράκι. Ας ετοιμάσουμε τους οίκους της ψυχής μας, ας ξαραχνιάσουμε τους ιστούς του μίσους προς τους αδελφούς μας· να μη βρεθεί μέσα  μας σκόνη βλασφημίας· και με το άφθονο νερό της αγάπης ας καθαρίσουμε και κάθε ανωμαλία της έχθρας ας την ισιώσουμε. Και τις εισόδους των χειλιών μας ας στεφανώσουμε με τα άνθη της ευσεβείας και μαζί με το πλήθος που φωνάζει, ας φωνάξουμε και εμείς «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».
Ποιος δεν θα φωνάξει; Ποιος δεν θα θαυμάσει, το πλήθος αυτό, τους εχθρούς των Ιουδαίων και των Χριστιανών φίλους; Προσφώνησαν τον Κύριο, βασιλιά, χωρίς να δουν με τα σωματικά τους μάτια κάποιο σύμβολο βασιλικό. Δεν είδαν χρυσές άμαξες, δεν είδαν αστραφτερά υποζύγια, ούτε όλη εκείνη την αλαζονεία που συνηθίζουν οι επίγειοι βασιλιάδες για να επιδεικνύονται στις παρελάσεις. Δεν είδαν όπλα, δεν είδαν ασπίδες, δεν είδαν σημαίες, δεν είδαν πολυτελή ενδύματα, δεν είδαν εντυπωσιακούς έφιππους σωματοφύλακες, ούτε επίδειξη ελεφάντων, ούτε τη σύγκλητο να προηγείται. Τίποτα απ΄ όλα αυτά δεν είδανε. Το αντίθετο μάλιστα. Είδαν ένα κακόμοιρο γαϊδουράκι, που επάνω κάθονταν, και έντεκα μαθητές να τον ακολουθούν. Ο Ιούδας ήδη ασχολούνταν με την προδοσία. Και παρότι, την τόση φτώχεια που είδε το πλήθος, σα να είχε φώτιση και τα ουράνια κατενόησε, και ψέλνοντας μαζί με τους αγγέλους, σα να δανείστηκαν τα στόματα των Σεραφίμ, όλοι μαζί με τις ίδιες φωνές έψαλαν:  «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».
Οι Αρχιερείς και οι Φαρισαίοι αγανακτούσαν που άκουγαν το πλήθος να φωνάζει:  «βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Δεν άντεχαν να το ακούνε! Αυτοί τον  αποκαλούσαν δαιμονισμένο, και το πλήθος τον προσφωνούσε βασιλιά;
«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Που βασιζόταν το πλήθος και το φώναζε αυτό; Ποιος τους έβαλε στο μυαλό αυτό το παίνεμα; Ποιος τους έδωσε τα κλαδιά των φοινίκων; Και ποιος είναι αυτός που τους μάζεψε όλους εκεί ξαφνικά και τους καθοδήγησε να φωνάζουν αυτά τα λόγια όλοι;
Η Χάρις, η ουράνια του Αγίου Πνεύματος, η θεϊκή Αποκάλυψη, γι’ αυτό και θαρρετά φώναζαν «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Όλοι υμνούσαν. Οι γήινοι στρατιώτες, οι άγγελοι στον ουρανό, οι θνητοί, οι αθάνατοι, αυτοί που βάδιζαν στη γη και αυτοί που έπλεαν στον αιθέρα. Όλοι! «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Εγκατέλειψαν τους Φαρισαίους, σιχάθηκαν τους Αρχιερείς, και με φωνές θαυμάσιες ανυμνούσαν. Χαροποίησαν ολόκληρη την κτίση, έκαναν τον αιθέρα να αγιάσει, τάραξαν τους νεκρούς πριν την ώρα τους, άνοιξαν τα ουράνια και καλλιέργησαν τον Παράδεισο, και όλους τους θνητούς συμπαρέσυραν με το ζήλο τους. Γι’ αυτό και κάποιοι Έλληνες που βρίσκονταν εκεί, εξ αιτίας αυτών των θαυμασίων ύμνων που άκουγαν, καταλαμβανόμενοι και αυτοί από ιερό ζήλο, γύρισαν προς τον Απόστολο Φίλλιπο και είπαν: «κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν» (Ιωαν. 12,21). Βλέπετε εδώ το αποτέλεσμα των φωνών του πλήθους; Οι Έλληνες ενώ ανέβαιναν προς την πόλη γύρισαν πίσω και ευθέως είπαν προς τους μαθητές του Κυρίου: «θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν». Σαν άλλοι Ζακχαίοι συμπεριφέρθηκαν οι ειδωλολάτρες, που όμως δεν ανέβηκαν στη συκομουριά, αλλά κινούμενοι από θείο ζήλο θέλησαν να γνωρίσουν τον Θεό.
«Θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν». Όχι όμως τόσο για να δουν το πρόσωπο του αλλά για να βαστάξουν τον σταυρό του. Γι’ αυτό και ο Ιησούς βλέποντας την πρόθεση τους, ξεκάθαρα είπε προς του παρευρισκόμενους:  «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» (Ιωαν. 12,23). Δόξα εννοεί τον ερχομό στη θεογνωσία των Ελλήνων, αυτή τη θεογνωσία που απογυμνώθηκαν οι Ιουδαίοι και περιτυλίχτηκαν οι ειδωλολάτρες. Γι αυτό και επικρίνοντας τους Ιουδαίους, ο Ιησούς, έλεγε με τα λόγια του προφήτου: «εἰ πατήρ εἰμι ἐγώ ποῦ ἐστιν ἡ δόξα μου καὶ εἰ κύριός εἰμι ἐγώ ποῦ ἐστιν ὁ φόβος μου;» (Μαλαχ. 1,6). Ενώ για τους ειδωλολάτρες είπε: «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου».
Δόξα, η σταύρωση. Εδώ ακριβώς φάνηκε η υπέρτατη εξουσία του Κυρίου, που τη ντροπή της σταυρώσεως την μετέτρεψε σε δόξα. Τη περιφρόνηση σε τιμή, την κατάρα σε ευλογία, τη χολή σε γλυκασμό, το ξύδι σε γάλα, το χτύπημα σε ελευθερία, το θάνατο σε τιμή.
«ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Δόξα το σταυρό ονομάζει. Από τον Χριστό και μετά δοξάζεται ο σταυρός.
Αυτός λοιπόν ο σταυρός, δοξάζει τους βασιλιάδες, λαμπρύνει την ιεροσύνη, είναι φύλακας της παρθενίας, στηρίζει την άσκηση, περιβάλλει τη συζυγία, περιτειχίζει την εγκατάλειψη, υπερασπίζεται την ορφάνια, πληθαίνει και ευλογεί τα παιδιά, αυξάνει την Εκκλησία, φωτίζει τον λαό, φυλάει τους ερημίτες, ανοίγει τον Παράδεισο και τον ληστή οδηγεί, αποδιώχνει την έχθρα, σβήνει το μίσος, εξορίζει τους δαίμονες και διώχνει τον διάβολο.
Έτσι κι εμείς, παίρνοντας τα κλαδιά των φοινίκων, ας εξέλθουμε να προϋπαντήσουμε τον Κύριο και ας πούμε προς τους Αρχιερείς: εσείς δεν είστε που λέτε ότι «οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τοῦ τέκτονος υἱός;» (Ματθ. 13,55). Θεός είναι κραταιός και ισχυρός!
Τρέξτε γρήγορα και όλοι μαζί φωνάξτε σε αυτόν που ανέστησε τον Λάζαρο: «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»! Σε Αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Για τη μεταγραφή στη Νέα Ελληνική Σ.Σ.)


Ο Νικόλας ο Μπούκης



Του Βασ. Μουστάκη
Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Κιβωτός» (Μάϊος 1952)



«...Τούτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικρὰν κορασίδα, την Κούλαν (Αγγελικὴν) τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη. Απλούς μανάβης, ή οπωροπώλης  ήτον ὁ άνθρωπος, αλλ᾿ είχε λάβει θεόθεν δια την φιλοξενίαν του την ευλογίαν του Αβραάμ. Η μικρὰ οικία ήτο ξενὼν δια τους φίλους και τους διαβατικούς, δια τους εκλεκτοὺς καὶ τους τυχόντας. Είχεν απολύσει η λειτουργία μετά την παννυχίδα εις τὸ παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου και την ώραν του αντιδώρου, η γυνὴ τού Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από την μικράν κόρην της, την Αγγελικούλαν, μ᾿ επλησίασεν εις το στασίδι, δια να μου υπομνήσῃ, ως συνήθως, ότι έπρεπε να υπάγω εις το γεύμα.
Τότε η μικρὰ παιδίσκη (ήτο ως εννέα ετών, ροδίνη και καστανή, και την είχαν υιοθετήσει από το βρεφοκομείον, ως άτεκνον οποὺ ήτο το ανδρόγυνον· αλλ᾿ αυτὴ το ηγνόει), μ᾿ εχαιρέτησε καὶ μου λέγει:
    ―Εσύ, μπαρμπ᾿- Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεοῦ...».
(Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη:  «Τα τραγούδια του Θεού».)

Αυτός ο Νικόλας ο Μπούκης, που αναφέρει ο κυρ Αλέξανδρος, στάθηκε ένας άγιος άνθρωπος και ήρωας μιας θαυμαστής ιστορίας. Άγνωστο γιατί, δεν θέλησε να τη γράψει ο Παπαδιαμάντης, ο μόνος που άξιζε να το κάνει. Την άκουσα από το στόμα ενός κοινού φίλου τους, και την έβαλα να διασωθεί μέσα στην «Κιβωτό». Ο καινός αυτός φίλος του Παπαδιαμάντη και του Μπούκη δεν είναι άλλος από τον σεπτό ηγούμενο της Λογγοβάρδας της Πάρου, τον πάτερ Φιλόθεο Ζερβάκο.
Ο Νικόλας ο Μπούκης ήτανε σπάταλα χαριτωμένος από τον Θεό. Απλοϊκός στην καρδιά, ταπεινός, ευσεβέστατος, γεμάτος συμπόνια στους φτωχούς, πήγαινε ταχτικά στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου όπου γνωρίστηκε με τον Παπαδιαμάντη και τον πατέρα Φιλόθεο, που ήτανε τότε λαϊκός ακόμα και έκανε τον ψάλτη.
Όταν λοιπόν, ο Νικόλας έφτασε στα τριανταεφτά του χρόνια, αποφάσισε να παντρευτεί.
Τι πιο φυσικό, να σκεφτεί να πάρει για σύντροφο της ζωής του μια κόρη που θα του ταίριαζε, ευσεβή, σεμνή και προκομμένη. Όμως ο νους του δεν πήγε εκεί.
Με την ευκολία που έχουν οι αληθινοί  άγιοι, ο μακάριος εκείνος σηκώθηκε και πήγε σ’ ένα σπίτι της αμαρτίας και είπε στην πρώτη που αντίκρυσε εκεί μέσα αμαρτωλή:
- Σήκω κι έλα μαζί μου. Έταξα στον Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε κάνω γυναίκα μου.
Εκείνη σάστισε στην αρχή, μα ούτε στιγμή δεν της πέρασε από το μυαλό πως ήτανε κάποιο άσπλαχνο πείραγμα. Κι ύστερα από λίγο, τον ακολούθησε.
Ο Μπούκης σκεφτότανε μέσα του το χαμένο πρόβατο της παραβολής κι ευχαριστούσε από τα κατάβαθα της ψυχής του τον Κύριο γιατί αξιωνότανε να τον μιμηθεί.
Την έβαλε κι εξομολογήθηκε κι αφού μεταλάβανε μαζί το Σάββατο, στεφανωθήκανε την Κυριακή.
«Η πρώην άσωτος γυνή» ήτανε τώρα στο πλευρό του Μπούκη σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και χαμηλοβλεπούσα, με τα εικοσιδυό χρόνια της δροσάτα, σαν και να την είχε μόλις δρέψει από τον κόρφο της μάνας της.
Το μάθανε και τα’ αδέρφια της κι ήρθανε απ’ το Μενίδι - όπου ήτανε το πατρικό τους - και την καμάρωσαν μ’ όλο τον άλλο κόσμο.
Ύστερα πέρασε κάμποσος καιρός ανέφελα κι ευλογημένα.
Αλλά η αμαρτία είναι δυνατή και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε σ’ αυτή.
Κι έτσι - κατά τον Σολομώντα που λέγει «ώσπερ κύων επί τον εαυτού έμετον» - η γυναίκα του Μπούκη κύλισε ξαφνικά εκεί απ’ όπου η χάρη του Θεού την είχε τραβήξει κι έγινε μοιχαλίδα.
Σαν ο άντρας της την έπιασε, δεν της είπε κανένα πικρό λόγο. Μα τώρα πια δεν βάσταγε να την κρατήσει. Την είδε να φεύγει από το σπίτι τους, χωρίς να την προφτάξει και να της πεί: «Γυναίκα, δε σου κρατάω κακία». Εκείνη πήγε και έμεινε σε μια συγγένισσα της. Φοβότανε και τα’ αδέρφια της και καθότανε εκεί κρυμμένη.
Ο Νικόλας είπε τότε με το νου του:  «Άλλο πια δεν μου μένει παρά να πάω στ’ Αγιονόρος  να ασκητέψω».
Μπήκε στο βαπόρι, παρατώντας σπίτι και μαγαζί και ήρθε στ’ Αγιονόρος.
Εκεί ρώτησε ποιος ήτανε ο καλύτερος πνευματικός, για να του εμπιστευθεί τον πόνο του και την απόφασή του.
Του είπανε:
- Να πας στον πάτερ Σάββα.
Ο πάτερ Σάββας δεν καθότανε σε μοναστήρι, παρά σε μια βραχότρυπα. Ήτανε βαθύγερος και διαβόητος πνευματικός. Ήξερε, ανάλογα με την ψυχή που ερχότανε σ’ αυτόν, να φέρνεται. Άλλοτε έβαζε βαριούς κανόνες, γιατί  έβλεπε πως τους άντεχε ο αμαρτωλός. Κι άλλοτε διάβαζε μονάχα την ευχή κι ύστερα σιγά-σιγά έβαζε νηστείες και μετάνοιες και αγρυπνίες.
Κάποια φορά ένας φοβερός ληστής είχε πάει σ’ αυτόν να εξομολογηθεί. «Βαρέθηκα, του είπε, να σκοτώνω. Λέω να σώσω την ψυχή μου. Αν θέλεις διάβασε μου την ευχή, αλλά κανόνα μη μου βάζεις, γιατί δε βαστάω τέτοια». Ο πάτερ Σάββας τον κοίταξε με ιλαρή ματιά και του αποκρίθηκε: «Ένα κανόνα σου βάζω. Να μη ξαναβλάψεις άνθρωπο». Ο ληστής απόρεσε: «Καλά, αυτό το αποφάσισα», είπε. «Ε, αυτό φτάνει». «Και τίποτε άλλο;» «Τίποτε άλλο. Αν θέλεις νηστεύεις μονάχα Τετράδη και Παρασκευή. Και να λες που και που: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με  τον αμαρτωλόν».
Βουρκώσανε τα μάτια τ’ ανθρώπου. Ύστερα από κάμποσες μέρες ξανάρθε. «Γέροντα - λέει - αυτά που μούπες τα κάνω. Θέλω και κανέναν άλλο κανόνα». Ο πάτερ Σάββας του λέει: «Αν βαστάς νήστευε και τη Δευτέρα. Κάνε και σαράντα μετάνοιες κάθε βράδυ πριν πλαγιάσεις». Ύστερα από κάμποσες μέρες ήρθε πάλι στον γέροντα ο ληστής. «Λέω να νηστεύω και την Τρίτη και την Πέμπτη. Και να ξεπουλήσω όλα μου τα υπάρχοντα και να καθίσω εδώ για πάντα». Και πρόσθεσε με λυγμούς. «Πως ξεπλερώνεται ο Θεός;» Η καρδιά του είχε μαλακώσει ολότελα.
Σ’ αυτόν τον άγιο γέροντα πήγε κι ο Νικόλας.
Σαν τον άκουσεν εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του αποκρίνεται:
- Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Αμαρτάνεις μ’ αυτά που σκέφτεσαι. Αν είχες μια γίδα και σούφευγε, θα την παράταγες; Δεν θα πήγαινες να τη βρεις και να τη φέρεις σπίτι σου; Το ίδιο είναι και με τη γυναίκα σου. Έταξες να τη σώσεις. Να σηκωθείς και να πας πίσω και να την πάρεις με το στανιό σπίτι σου.
Ο Νικόλας στεναχωρέθηκε.  Του φάνηκε βαριά η συμβουλή του γέροντα, μα καταλάβαινε πως είχε δίκιο.
Έφυγε αναποφάσιστος από τον αναχωρητή. Δεν ήξερε τι να κάνει.
Εκεί που περπατούσε του έρχεται μια ιδέα.
- Μπορεί και να μην είναι έτσι, συλλογίσθηκε. Ας πάω και σε κανέναν άλλο πνευματικό.
Ρωτάει και τον στέλνουνε τώρα στον πάτερ Δανιήλ, άλλον αιωνόβιο ασκητή. Τούτος ήτανε από τη Σμύρνη κι ήξερε και γράμματα πολλά, άγιος όπως ο πρώτος. Έπεσε στα γόνατα ο Νικόλας και του λέει την ιστορία του. Μα ξαφνιασμένος ακούει από το στόμα του πάτερ Δανιήλ τα ίδια που του είχε πει κι ο πάτερ Σάββας. Τα ίδια ακριβώς.
Χωρίς να το θέλει γυροφέρνει τα μάτια μέσα στο κελί μην ήτανε κανένα τηλέφωνο. Αλλιώς δεν μπορούσε να εξηγήσει πως ήτανε τόσο απαράλλαχτη η δεύτερη απόκριση με την πρώτη. Εκείνο τον καιρό τα τηλέφωνα ήτανε σπάνια, αλλά πώς να το χωρέσει ο νους του Νικόλα αυτό το θαύμα; Να ακούει τα ίδια λόγια και τώρα, σαν και νάχανε πρίν συνεννοηθεί οι δυο πνευματικοί.
Τότε πια δεν του έμεινε κανένας δισταγμός. Και γύρισε στην Αθήνα γρήγορα.
Πήγε στο συγγενικό σπίτι απ’ όπου η γυναίκα του δεν είχε ξεπορτίσει, γιατί τα’ αδέρφια της, της είχανε μηνύσει πως θα τη σκοτώνανε.
Πριν φτάσει εκεί, τους συνάντησε στη γωνιά του δρόμου. Παραφυλάγανε εκεί, νύχτα μέρα, με τα μαχαίρια στα ζουνάρια.
- Που πάς; τον ρωτήσανε αγριεμένοι.
- Πάω να την πάρω.
- Άμα το κάνεις, θα σε βρεί και σένα κακό, του είπε ο μικρότερος. Άς τηνε τη σκύλα.
Ο Νικόλας δεν μίλησε. Τράβηξε ίσα στο σπίτι, με σταθερή περπατησιά. Όταν τον είδε εκείνη, έριξε κάτω τα μάτια. Έσκυψε της χάιδεψε τα μαλλιά. Τα λόγια των δύο πνευματικών γινόντανε τώρα ζωντανή εικόνα. Ναι, ήτανε η γιδούλα που ερχότανε τώρα να την πάρει πίσω στο σπίτι του.
- Ας τα ξεχάσουμε, γυναίκα, της είπε με ραγισμένη φωνή. Ο Θεός είναι μεγάλος. Μη ντρέπεσαι, έλα πάμε.
Κάποιος του είπε:
- Καθόμαστε και φυλάμε μη μπούνε τα’ αδέρφια της. Είναι στο δρόμο και θέλουνε να τη σκοτώσουνε.
- Δεν θα το κάνουνε, αποκρίθηκε ήσυχα ο Νικόλας.
Ύστερα από λίγο βγήκανε στο δρόμο. Προσπεράσανε τα’ αδέρφια της, εκείνη με τις παλάμες στο πρόσωπο, ο άντρας της κοιτώντας τους μια στιγμή με χαμόγελο. Τα παλληκάρια δεν κινηθήκανε. Ότι βλέπανε τους είχε παραλύσει την κακούργα θέληση.
Έτσι ο Νικόλας έφερε τη γυναίκα του στο σπίτι του και ζήσανε κάμποσο καιρό πάλι ανέφελα. Εκείνη φαινότανε συντριμμένη, μα σιγά - σιγά πήρε πάλι θάρρος και δεν θυμότανε κανένας τους ότι είχε συμβεί.
Μα η γυναίκα του Νικόλα ξανάπεσε. Έπεσε πολλες φορές. Τώρα όμως ο άντρας της δεν λιγοψύχησε. Υπόμενε. Εγκαρτερούσε. Και δεν έπαυε να την αγαπά, να προσεύχεται γι’ αυτήν.
Ερεθισμένη απ’ αυτή την ανοχή, εκείνη πρόσθεσε στην ντροπή την κακή συμπεριφορά. Του φερνότανε σαν δαίμονας. Τον εξευτέλιζε με τα λόγια της, τον μάτωνε καθημερινά με τους θυμούς και τις κοροϊδίες της. Πόσο θα μπορούσε να βαστάξει ο ανεξίκακος, ο άγιος εκείνος άνθρωπος;
Οι μέρες διαβαίνανε σκληρές, ο σταυρός του γινότανε ολοένα και πιο αβάσταχτος.
Μια μέρα δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο. Λύγισε μπροστά στη σιωπή του Θεού, που έκανε πως δεν τον πρόσεχε, πως τον είχε εγκαταλείψει να υποφέρει μονάχος, αβοήθητος, τη θηριώδη κακία αυτής που είχε ευεργετήσει και συγχωρούσε ολοένα.
Επήγε κάτω από το εικονοστάσι και με δάκρυα είπε στο Θεό:
- Θεέ μου, δεν βαστάω άλλο. Ή φώτισε την ή  σταμάτα μ’ έναν τρόπο που εσύ ξέρεις ετούτο το βάσανό μου.
Η γυναίκα του, που ο Νικόλας νόμιζε πως έλειπε από το σπίτι, ήρθε από πίσω του.
Άκουσε τα λόγια του. Την πήρανε τα κλάματα. Κατάλαβε ξαφνικά την άβυσσο των κριμάτων της. Συνήλθε ολότελα. Κεραυνωμένη από τη θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και του φώναξε:
- Συχώρεσε με,  Νικόλα. Συχώρεσε με. Είμαι μια τιποτένια. Δεν θέλω να σε ξαναπικράνω.
Ο Χριστός, την τελευταία στιγμή, εκεί πια που ο δούλος του θάσπαζε κάτω από το βάρος του πειρασμού, «εποίησε την έκβασιν».
Από εκείνη τη στιγμή ζήσανε μονιασμένοι. Εκείνη αφοσιώθηκε στη θρησκεία, γύριζε όλη τη μέρα σε φιλανθρωπίες και συνόδευε τον άντρα της στις αγρυπνίες του Αγίου Ελισαίου.
Πήρανε και την Αγγελικούλα από το βρεφοκομείο και η ευλογία του Θεού θρονιάστηκε στο σπιτάκι τους που ήτανε σ’ ένα σοκάκι της οδού Πειραιώς.
Μετά τις παννυχίδες του Αγίου Ελισαίου, ο Παπαδιαμάντης κι ο πάτερ Φιλόθεος πηγαίνανε στο σπιτάκι του Μπούκη να γευματίσουνε. Όπως τόγραψε στα «Τραγούδια του Θεού ο Κυρ Αλέξανδρος.