Σάββατο, 25 Ιουλίου 2009

Νίκος Τσιριγώτης, ο Θεόφιλος της Κορώνης.


Μορφή ταπεινή και ήσυχη, ψυχή βασανισμένη και κουρασμένη από τα θολά παιχνίδια του μυαλού που όργωσαν το κορμί και την ψυχή του.
Εκεί στην άκρη της Πελοποννήσου, που το βαθύ πράσινο συναντά το απέραντο γαλάζιο. Στην Κορώνη…
Εκεί μέσα στο καμαράκι του, περιτριγυρισμένος από λουλούδια και μικροαντικείμενα. Τα πουλούσε σε περιηγητές και ντόπιους.
Πάλευε με την γη. Σταφίδες, ελιές, ζύμωνε το χώμα μαζί με την ψυχή του και έβλεπε τη γη που τόσο αγαπούσε να γεννάει και να βγάζει καρπούς. Ένα θαύμα που τον γοήτευε και τον έκανε να νοιώθει μια απέραντη απλοϊκή αγάπη, για το Θεϊκό μεγαλείο.
Ζωγράφιζε. Με ευτελή υλικά. Χρώματα από το χρωματοπωλείο και νερομπογιές. Χαρτόνια και χαρτιά που τα έβρισκε εδώ και εκεί. Βότσαλα και ξύλα που ξέβραζε το κύμα. Πήλινα πιάτα από τον αγγειοπλάστη.
Σε όλα αυτά αποτύπωνε τα συναισθήματα του, τις σκέψεις του, όλη του την υπόστασή. Κάθε πινελιά πάνω εκεί ανάκατη με δάκρυ, αίμα, χαρά, λύπη. Ένα κιτάπι, ένα ημερολόγιο που κατέγραφε τις εμπειρίες από τη σύντομη ζωή του.
Στον καθένα που αγόραζε κάτι από αυτά, του χάριζε και ένα κομμάτι της ψυχής του. Μιας ψυχής που αγαπούσε όλον τον κόσμο, έως το τέλος.
Χωρίς ποτέ να είναι ένθερμος χριστιανός, ήταν ο πιο πιστός στα λόγια του Χριστού απ’ όλους μας. Μια καρδιά, σαράντα χρονών παιδική ξεχειλισμένη από απέραντη αγάπη για όλη την κτίση, για όλη τη Δημιουργία.
Τα σημάδια της παρουσίας του Θεού ήταν δίπλα του, γύρω του, μέσα του, παντού. Αυτός ήταν ο φίλος μου…
Νοιώθω μια βαθιά χαρά, που και ο άνθρωπος αυτός, με θεωρούσε κάτι παραπάνω από φίλο του, σαν αδελφό του…
Τρία χρόνια πέρασαν από την φυγή του από αυτόν τον κόσμο. Πριν λίγες μέρες προσευχηθήκαμε στο μνημόσυνο για την ψυχούλα του.
Ελάχιστη προσφορά μου, το κείμενο αυτό.
Η παραπάνω ζωγραφιά, είναι μία από τις πολλές που μας άφησε…
Σ. Σ.