Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Κάθαρσις





Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…
(1928)
                                                                               Κ. Καρυωτάκης

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο.





Του Ν. Θ. Μπουγάτσου από το βιβλίο «Καπιταλισμός και Ορθόδοξος Χριστιανισμός»



Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο (πρόχειρα και συντομότατα) είναι οι εξής:
1. Τρόποι αποκτήσεως του πλούτου. Η πλεονεξία, η κληρονομιά ή κάποια βία (π.χ. πόλεμος), λέει ο Χρυσόστομος είναι αιτία πλουτισμού. Αλλά «αυτός που επίμονα επιθυμεί τον πλουτισμό, λέει ο Θεοδώρητος ο Κύρου, και τα πάντα χρησιμοποιεί για να τον αποκτήσει, δεν θα κορέσει την επιθυμία του ποτέ».
2. Ο πλούτος είναι του Θεού. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», γράφει ο Δαυίδ κι επαναλαμβάνει ο Παύλος. Αφού «η ψυχή σου δεν είναι δική σου, λέει ο Χρυσόστομος, πως τα χρήματα είναι δικά σου;... Τα πλούτη δεν είναι δικά μας, αλλά, του Δεσπότη (Χριστού)».
3. Ο Θεός επιτρέπει τον πλούτο. Ο άνθρωπος, λέει ο Χρυσόστομος, γίνεται πλούσιος γιατί ο Θεός του δίνει ή στους περισσότερους γιατί ο Θεός το επιτρέπει. Οι Καλβινιστές, υποστηρίζουν κατά τον Βέμπερ πως ο πλούτος πάντοτε είναι ευλογία Θεού. Ενώ η Ορθόδοξη άποψη (ο Χρυσόστομος) δέχεται πως ορισμένες φορές ο Θεός απλώς ανέχεται τον ανήθικο πλουτισμό.
4. Χρειάζεται μέτρο στην απόλαυση του πλούτου. Παραστατικότατο είναι το παράδειγμα του Κλήμη του Αλεξανδρινού: Είναι απαραίτητο το «μέτρο στο παπούτσι… Το περιττό είναι το βάρος» και στο πόδι και στο σώμα και στην ψυχή. Αλλά «πλεονεξία είναι, λέει ο Νείλος, όχι μόνο να φροντίζει πως θα αφαιρέσει την ξένη (περιουσία) αλλά και το να θέλει να έχει κάτι παραπάνω απ’ την αυτάρκεια». «Καθορίστε μέτρα για τη χρήση του (υλικού) βίου. Δεν  είναι όλα δικά μας, αλλά (ένα) μέρος ας είναι και των πτωχών, των αγαπητών του Θεού», γράφει ο Γρηγόριος ο Νύσσης.
5. Ο πλουτισμός προκαλεί πολλούς ηθικούς κινδύνους. Κατ’ αρχήν «είναι σχεδόν αδύνατον, εκτός σπανίας περιπτώσεως, το να συσσωρεύσεις υλικό πλούτο χωρίς αμαρτία», λέει ο επίσκοπος Αστέριος. Όλα αυτά τα υπονοεί η έκφραση του Κυρίου: «Για κείνους που έχουν τα χρήματα πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού».
6. Ο Καπιταλισμός (το φιλόπλουτο πνεύμα) βρίσκεται σε τέλεια αντίθεση με τον Χριστιανισμό. Ο Καπιταλιστής (κεφαλαιοκράτης) είναι ένα συγχρονισμένο είδος του πλεονέκτη και του φιλόπλουτου, που καταλήγει να γίνει ο «άφρων πλούσιος». Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει πλεονέκτη «αυτόν που δεν παραμένει επίμονα στην αυτάρκεια» κι ο Γρηγόριος ο Παλαμάς «αυτόν που κάνει δικά του ότι ο Θεός εδημιούργησε για όλους». Ο Χρυσόστομος προβάλλει καθαρά την αντίθεση: «Ο Χριστός, λέει, δίνεται σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη, συγχώρησε αυτούς που σε αδικούν και σχεδιάζουν κακά εναντίον σου, να αγαπάς τους ανθρώπους και να είσαι ήμερος. Η φιλαργυρία (ο Καπιταλισμός) λέει, άρπαξε (κι απ’) αυτούς που έχουν ανάγκη, φτιάνε παγίδες (και) γι’ αυτούς που καθόλου δε σε αδίκησαν, να είσαι ωμός και σκληρός και να μην υπολογίζεις τα δάκρυα των φτωχών». Κι αλλού λέει ο ίδιος ο Χρυσόστομος: «Αυτός που με μανία αγαπά τα χρήματα όχι μόνο τους εχθρούς (του) δεν θα αγαπήσει, αλλά και τους φίλους του θα χρησιμοποιήσει σαν εχθρούς». ¨Κανείς , λέει ο Κύριος Ιησούς, δεν μπορεί  να δουλεύει σε δύο κυρίους… Δεν μπορείτε να υπηρετείτε (και) το Θεό και το Μαμωνά». Κι ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του «άφρονα πλουσίου» συμπεραίνει: «Αυτά παθαίνει εκείνος που θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν φροντίζει να γίνει πλούσιος ως προς το Θεό». Κι ο Παύλος λέει για τη διαστροφή των χριστιανών απ’ τη φιλαργυρία: «Η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Εξ’ αιτίας αυτού του πάθους, μερικοί (χριστιανοί) πλανήθηκαν απ’ την πίστη και εκάρφωσαν τον εαυτό τους με πολλά βάσανα.
7. Ο χριστιανός είναι διαχειριστής (οικονόμος) της περιουσίας του Θεού. Τα τάλαντα που μας δίνει ο Θεός πρέπει να τα καλλιεργούμε και να τα χρησιμοποιούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. «Η εντολή του Κυρίου, λέει ο Μέγας Βασίλειος, (μας συνιστά) όχι να πετάξεις (την περιουσία σου) σαν νάναι κάτι κακό και να φύγεις, αλλά (σε) εκπαίδευσε να την διαχειρισθείς (καλά), (γιατί ο πλούτος) δίνεται από τον Θεό για να τον διαχειριστείς (καλά)». Και ο προφήτης Αγγαίος χαρακτηριστικά λέει για τον χωρίς αφοσίωση στο Θεό πλούσιο, ότι «μαζεύει τα χρήματά του απ’ τους κόπους του και τα ρίχνει σ’ ένα τρύπιο πουγκί». Και ο τρόπος και το είδος της αποδόσεως στην καλλιέργεια των ταλάντων, που αναφέρει ο Κύριος στη σχετική παραβολή βρίσκεται στο συμπέρασμα της παραβολής του άφρονα πλουσίου. Δηλαδή «να γίνεις πλούσιος ως προς τον Θεόν», στις αρετές, στην αγιότητα, κι άσχετα από το χρηματικό κεφάλαιο, το χρήμα. (Κι όμως αντίθετα υποστηρίζει ο κεφαλαιοκράτης-αστός).
8. Κριτήριο για το χριστιανό είναι η πραγματική αρετή κι όχι ο πλούτος. Την πραγματική αρετή, λέει ο Χρυσόστομος δεν μπορεί να την διαστρέψει ο πλούτος, αφού «αυτός που έγινε δούλος του Χριστού, δεν είναι δούλος, αλλά απόλυτος κύριος του Μαμωνά». Και συμπεραίνει: Τα πλούτη «θέλω να τα έχετε αποκτήσει με (πνευματική) ασφάλεια, (και) με τον τρόπο που πρέπει (σε χριστιανούς). (Δηλαδή σεις να βρίσκεστε) στη θέση του απολύτου κύριου κι όχι στη θέση του δούλου (των χρημάτων), και να τα κυβερνάς και να μην σε κυβερνούν, να τα μεταχειρίζεσαι (καλά) και όχι κακά. «Χρήματα» λέγονται για να τα χρησιμοποιούμε στις απαραίτητες υπηρεσίες (κι) όχι να τα φυλάμε, γιατί τα φυλάνε οι υπηρέτες, ενώ το αφεντικό τα χρησιμοποιεί». «Τον φίλο (όμως) και τον εχθρό του Θεού να μη τους εξετάζεις απ’ την (υλική) ευημερία ή την δυστυχία, αλλά απ’ την συμπεριφορά και την ευσέβεια». Ακριβώς δηλαδή αντίθετα απ’ τον Καλβινισμό κατά τον Βέμπερ.
9. Ο χριστιανός με την εργατικότητά του, την πειθαρχημένη και οικονομική ζωή του δεν αποκτά πλούτη, γιατί πιστεύει πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος...» και τα προσφέρει σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη. «Αυτός, λέει ο Μέγας Βασίλειος, που βιάζεται να γίνει τέλειος (χριστιανός) εργάζεται ημέρα και νύχτα, για να έχει να προσφέρει σ’ αυτόν που έχει ανάγκη». Στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου ένας ασκητής, ο Δωρόθεος, έκτιζε κάθε χρόνο ένα σπιτάκι και το χάριζε σε πτωχό που δεν είχε σπίτι.
10. Τα χρήματα είναι όργανο (εργαλείο) που η χρήση του βαθμολογεί την αρετή του ανθρώπου. Ο πλούτος δεν έχει καμιά πραγματική (πνευματική) αξία, μόνον ο άνθρωπος με τη χρήση του μπορεί να τον αξιοποιήσει. Στην Αίγυπτο μια πλούσια πόρνη μετάνιωσε και θέλησε να μπεί στην εκκλησία, να εξομολογηθεί και να επικοινωνήσει με τη χριστιανική κοινότητα. Ο επίσκοπος της ζήτησε τότε να κάψει δημόσια τα χρήματα της, που είχε αποκτήσει απ’ την πορνεία κι έπειτα να μπεί στον ναό, γιατί τα πλούτη της ήταν ηθικά μολυσμένα (όχι να τα δωρίσει στους πτωχούς ή στο ναό). Εδώ φαίνεται καθαρά η χριστιανική αντίληψη για τον πλούτο. Ο οικονομολόγος ή ο Καπιταλιστής εκτιμά τον πλούτο απ’ την ποσότητα (λογιστικά - υλικά), ενώ ο χριστιανός τον εκτιμά απ’ την ποιότητα. Θυμηθείτε το δίλεπτο της χήρας, που γι’ αυτό ο Κύριος είπε «η χήρα αυτή η πτωχή, πλείον πάντων έβαλε».
11. Το μέγεθος της φιλαλληλίας είναι αντιστρόφως ανάλογο με το μέγεθος του πλούτου. Ο Μέγας Βασίλειος είπε: «Όσον πλεονάζεις τω πλούτω τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη». Δηλαδή ο πραγματικός χριστιανός δεν μπορεί να είναι πλούσιος όσον υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί.
12. Ο χριστιανός καπιταλιστής είναι χειρότερος από τον μη χριστιανό. «Για να μη σκοτιστεί και να λάμψει το Θείο (πνεύμα, μέσα στη) γαληνεμένη ψυχή μας και να μη ταράζεται από κανένα πάθος, πρέπει… να παύσεις να φροντίζεις για τα πλούτη», λέει ο Μέγας Βασίλειος. «Αυτοί (όμως) που εγκατέλειψαν τις κοσμικές φροντίδες (για να γίνουν τέλειοι-ασκηταί) και παράλληλα θέλουν να έχουν χρήματα κατασπαράσσεται (η ψυχή τους, γιατί) πολεμούνται απ’ τα δαιμονικά (πάθη της φιλοχρηματίας)», λέει ο Μέγας Αντώνιος. Ο λεγόμενος δηλαδή χριστιανός κεφαλαιοκράτης είναι πολύ χειρότερος στο πάθος του (έστω και αν νομίζει πως είναι εξαγιασμένο) απ’ τον άπιστο κεφαλαιοκράτη, κατά τον Μέγα Αντώνιο. Ο Χρυσόστομος προσέχει πως οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούν τους πτωχούς χωρικούς «σαν νάναι γαϊδούρια και μουλάρια, μάλλον δε σαν νάναι από πέτρα». Κι ο Απόστολος Ιάκωβος λέει: «Οι πλούσιοι δεν σας καταδυναστεύουν, κι αυτοί δεν είναι που σας σέρνουν στα δικαστήρια; (Οι πλούσιοι) δεν είναι αυτοί (που με τη ζωή τους) βλαστημούν το καλό σας όνομα (την καλή σας φήμη σαν χριστιανών) που έχετε αποκτήσει;… Να! Ο μισθός αυτών που θέρισαν τα χωράφια σας φωνάζει, (γιατί) εσείς τους τον στερήσατε [ή τους τον λιγοστέψατε], και οι φωνές των εργατών φθάσανε στ’ αυτιά του κυρίου (μας)… Καταδικάσατε (σεις οι πλούσιοι και) σκοτώσατε τον αθώο (που) δεν σας φέρνει αντίσταση».

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Η θεότης του Χριστού. Πως εσαρκώθη ο λόγος του Θεού.



Αποσπάσματα από το Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας 
του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

  ...Εκείνοι δε είπαν:


- Αλλά αυτό πες μας, πως τον Χριστό τον λέγετε Θεό, ενώ είναι άνθρωπος που γεννήθηκε ως άνθρωπος;
Και εκείνος απάντησε:
- Ο Θεός όχι μόνον είναι παντοκράτορας και παντοδύναμος, αλλά και δίκαιος, όπως λέγει ο προφήτης Δαυίδ: «Δίκαιος είναι ο Θεός μας και αγάπησε τις δικαιοσύνες» (Ιώβ 33,4)  «και δεν υπάρχει σε αυτόν αδικία» (Ψαλμ. 106, 20). Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα έργο του Θεού που δεν έχει μαζί του και τη δικαιοσύνη, και όπως η ακτίνα του ηλίου έχει μαζί της και τη ζωογόνο δύναμη και το φως έχει την θέρμη, έτσι και η ενέργεια του Θεού έχει μαζί της και την θεία δύναμη και την δικαιοσύνη. Αφού λοιπόν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με προορισμό τα αγαθά έργα και τον πρόσταξε να ζει σύμφωνα με την θεία εντολή του, επειδή ο άνθρωπος αυτός υποτάχθηκε στον διάβολο με εκούσια υπακοή και παραβαίνοντας την θεία εντολή αμάρτησε και καταδικάστηκε δίκαια σε θάνατο, δεν ήταν ταιριαστό στον Θεό να λυτρώσει τον άνθρωπο απ’ αυτόν κατά τρόπο δυναστικό. Διότι έτσι θα αδικούσε τον διάβολο, αποσπώντας με την βία από τα χέρια του τον άνθρωπο, τον οποίο εκείνος δεν έλαβε με τη βία. Αλλά αν ο Θεός ελευθέρωνε τον άνθρωπο με βία και καταναγκασμό, θα καταλυόταν και το αυτεξούσιο του ανθρώπου, και δεν ήταν άξιο του Θεού να καταλύσει το έργο του. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να γίνει ένας άνθρωπος αναμάρτητος και να ζήσει αναμάρτητα, ώστε έτσι να βοηθήσει τον άνθρωπο που αμάρτησε με την θέληση του. Διότι λέγει, «κανείς δεν είναι αναμάρτητος έστω και αν η ζωή του διαρκέσει μόνο μία ημέρα» (Ιώβ 14,4), και ο προφήτης Δαυίδ επίσης, «μέσα σε ανομίες έγινε η σύλληψή μου και σε αμαρτίες με κυοφόρησε η μητέρα μου» (Ψαλμ. 50,7).
Γι αυτό ο μόνος αναμάρτητος λόγος του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου. Γεννάται από παρθένο και μαρτυρείται από τους ουρανούς με την πατρική φωνή (Ματθ. 3,17), πειράζεται (Ματθ 4,1) και πολεμείται από τον διάβολο και νικά τον πειραστή. Με έργα και λόγια και θαύματα μεγάλα δείχνει και επιβεβαιώνει την πίστη και την διαγωγή της σωτηρίας. Και έτσι αυτός, που έζησε ανεύθυνα και αναμάρτητα, ανέλαβε μέχρι θανάτου τα πάθη ημών των ενόχων, ώστε καταβαίνοντας και στον Άδη να σώσει και εκείνους που πίστευσαν.
...Ενώ όμως ο Θεσσαλονίκης ήθελε πάλι εδώ να μιλήσει για την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου και να επικαλεσθεί τις μαρτυρίες από τους προφήτες, με τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι Θεός και μαρτυρείται ότι ο Θεός είναι ο ίδιος εκείνος που ενανθρώπησε από την παρθένο, που έπαθε για χάρη μας, που αναστήθηκε, και όλα τα άλλα, οι Τούρκοι με θόρυβο τον εκράτησαν λέγοντας:
- Πως λέγεις ότι ο Θεός γεννήθηκε και τον χώρεσε μήτρα γυναικός και πολλά παρόμοια άλλα; Απλώς είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Εκείνος είπε προς αυτούς :
- Ο Θεός δεν είναι μεγάλο σώμα, ώστε να μην μπορεί να χωρέσει σε λίγο μέρος λόγω του μεγέθους, αλλά επειδή είναι ασώματος, και παντού μπορεί να είναι και επάνω από το παν και μέσα στο ένα, και το μικρότερο αντικείμενο να σκεφθεί κανείς, και σ’ εκείνο μπορεί ολόκληρος να χωρέσει.
Εκείνοι πάλι με πολύν θόρυβο έλεγαν:
- Είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Ο δε Θεσσαλονίκης είπε πάλι:
- Εσείς λέγετε ότι ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού. Πως λοιπόν ο Λόγος γίνεται πάλι από άλλον λόγο; Έτσι θα συμβεί να μην είναι ο Λόγος του Θεού συνάναρχος με τον ίδιο τον Θεό. Εδείχθηκε όμως αυτό στην αρχή της συζητήσεως και συμφωνήσατε και εσείς ότι ο Θεός έχει συνάναρχό του και Λόγο και Πνεύμα, γι αυτό και λέγετε ότι ο Χριστός είναι όχι μόνο Λόγος αλλά και πνεύμα του Θεού. Είπε δε ο Θεός και έγινε και αυτή η πέτρα (κι έδειξε δίπλα του μία), και το βότανο (Γεν. 1, 11) και αυτά τα ερπετά (Γεν. 1, 24). Αν λοιπόν εξ αιτίας του ότι ο Χριστός έγινε με λόγο του Θεού είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα, τότε και η πέτρα και το βότανο και κάθε ερπετό είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα του, εφ’ όσον και γι’ αυτά είπε και έγιναν. Βλέπετε πόσο κακό είναι να λέγετε: - Είπεν ο Θεός και έγινε και ο Χριστός; Διότι ο προαιώνιος Λόγος του Θεού, που ενανθρώπησε και έγινε σάρξ (Ιω. 1, 14) χωρίς ανάμιξη είναι Πνεύμα και Λόγος του Θεού όχι κατά την σάρκα. Διότι αργότερα προσέλαβε από μας για χάρη μας την ανθρώπινη φύση, ήταν δε πάντοτε στον Θεό, ως συναΐδιος Λόγος του, με τον οποίον ο Θεός εποίησε και τους αιώνες. (Εβρ 1, 2).

 



Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Από τον βίο του Αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. (12 Νοεμβρίου)



Τον καιρό που πλήθος πολύ κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια, διαφεύγοντας από τα χέρια των Περσών, ο Άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να δανεισθεί από κάποιους χίλιες λίτρες χρυσάφι, γιατί παρουσιάστηκε τεράστια έλλειψη τροφίμων. Εκείνη τη χρονιά μάλιστα ο Νείλος δεν είχε πλημμυρίσει, όπως γινόταν πάντα, και τα χρήματα της Εκκλησίας είχαν ξοδευτεί. Όταν και αυτά που δανείστηκε τα ξόδεψε, μεγάλη έγνοια τον βασάνιζε. Παρακαλούσε λοιπόν τον φιλάνθρωπο Θεό να τον βγάλει από το αδιέξοδο.
Μολονότι όμως έφτασε σε τέτοιαν απόλυτη ανέχεια, δεν φάνηκε κατώτερος από την συμφορά, δεν καταφρόνησε δηλαδή τους θείους νόμους και τις ιερές διατάξεις, μα ούτε και καμιάν αμέλεια έδειξε στην ακριβή διαποίμανση του λαού που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Τότε λοιπόν ένας κατώτερος κληρικός (ίσως αναγνώστης) με πολλά πλούτη, που αν και είχε συνάψει δεύτερο γάμο (γεγονός το οποίο αποτελεί κώλυμα ιεροσύνης) επιθυμούσε να λάβει τον βαθμό του διακόνου, όταν έμαθε τη στεναχώρια τούτη του πατριάρχη, άρπαξε σαν κατάλληλη την ευκαιρία, για να πετύχει αυτό που ποθούσε, ικανοποιώντας με τα χρήματά του την ανάγκη εκείνου. Στέλνει λοιπόν στον μακάριο Ιωάννη επιστολή που έγραφε περίπου τα εξής:
“Όταν έμαθα σε πόσο μεγάλη στενοχώρια βρίσκεται η γενναιόδωρη δεξιά του δεσπότη μου, θεώρησα άπρεπο εγώ μεν να ζω μέσα στην αφθονία και την απόλαυση, ενώ εκείνος μέσα στη στέρηση. Έχω λοιπόν σιτάρι, πολλές χιλιάδες λίτρες, και χρυσάφι, εκατόν πενήντα λίτρες. Αυτά παρακαλώ να δοθούν από σένα στο Χριστό, φθάνει μόνο να αξιωθώ να Τον υπηρετήσω ως διάκονος, αφού δεχθώ από σένα την άγια χειροτονία. Είναι άλλωστε κάπου γραμμένος και τούτος ο αποστολικός λόγος: «ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.» (Εβρ. 7:12).”
Τότε ο πατριάρχης στέλνει και καλεί κοντά του τον άνδρα. Τον παίρνει ξέχωρα, γιατί δεν ήθελε να τον ντροπιάσει μπροστά σε πολλούς και του λέει:
- Η προσφορά σου, παιδί μου, είναι μεγάλη και αναγκαία στην παρούσα περίσταση, αλλά αξιοκατάκριτη, και γι αυτό ακριβώς απαράδεκτη. Γιατί θα γνωρίζεις, ότι και τα πρόβατα, που, σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο, προσφέρονταν για θυσία, ακόμα και μεγαλόσωμα να ήταν, δεν γίνονταν δεκτά, αν δεν ήταν καθαρά (Λευϊτ. 22:21). Για τον ίδιο λόγο δεν δέχθηκε ο Θεός και του Κάιν τη θυσία. Όσο γα το «ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.», αυτό ξέρουμε πως ειπώθηκε από τον απόστολο για τον παλαιό νόμο και έχει άλλη σημασία. Αλλά και πέρα από αυτό, τι λες για εκείνο που γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος.» (Ιακ.. 2:10); Τους αδελφούς μας, τους φτωχούς, κι αν ακόμα εμείς δεν μπορέσουμε, ο Θεός πάντως, που τους έθρεψε ως τώρα, θα τους φροντίσει και στο μέλλον, φτάνει να κρατήσουμε ακέραιες τις εντολές Του. Μην είναι τάχα αδύνατο ή δύσκολο σε Εκείνον που πολλαπλασίασε τα πέντε ψωμιά στην έρημο (Ματθ. 14:13-21), να ευλογήσει και να πολλαπλασιάσει τους δέκα μόδιους σιτάρι που έχω στην αποθήκη μου; Γι αυτό, παιδί μου, σου πρέπει αυτό που ειπώθηκε από τον Απόστολο Πέτρο στο Σίμωνα, και αναφέρεται στις Πράξεις: «οὐκ ἔστι σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος» σε αυτόν εδώ τον τόπο (Πραξ. 8:21). Έτσι τον έδιωξε.
Δεν είχε ακόμη φθάσει εκείνος άπρακτος στο σπίτι του, όταν ο Άγιος Ιωάννης πήρε την είδηση, ότι δύο πλοία της Εκκλησίας, φορτωμένα με πολλές χιλιάδες λίτρες σιτάρι από την Σικελία, είχαν μόλις πιάσει στο λιμάνι. Μόλις το άκουσε, έπεσε στα γόνατα και ευχαριστούσε το Θεό λέγοντας:
- Όσοι ποθούν Εσένα, Κύριε, και φυλάνε τις εντολές Σου, δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό (πρβλ. Ψαλμ. 33:11). Δοξάζω λοιπόν το πανάγιο Σου όνομα, γιατί δεν άφησες το δούλο Σου να κάνει τη χάρη Σου εμπόρευμα. Με αυτόν τον τρόπο ανακουφίστηκε ο αοίδιμος από τη στεναχώρια του, χωρίς να θυσιάσει την ακρίβεια των ιερών κανόνων για την περιστατική ανάγκη.
***
Θέλοντας ο μακάριος Ιωάννης να διορθώσει εκείνους τους ράθυμους, που δεν συμμετείχαν με επιμέλεια στις ιερές ακολουθίες, έκανε κάτι αξιομνημόνευτο: Μιαν επίσημη μέρα, επειδή είχε διαπιστώσει ότι πολλοί αμελείς έβγαιναν μετά την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου από την εκκλησία και φλυαρούσαν άσκοπα μεταξύ τους, αφήνει και αυτός την θεία ιερουργία, βγαίνει από το ναό και κάθεται μαζί με όλους τους άλλους. Όλοι παραξενεύτηκαν με αυτό. Τότε εκείνος τους εξήγησε :
- Δεν πρέπει να απορείτε. Όπου βρίσκονται τα πρόβατα, εκεί εξάπαντος πρέπει να είναι και ο βοσκός. Γιατί τις λειτουργικές συνάξεις τις κάνουμε, σύμφωνα με την παράδοση, για σας και για την δική σας ωφέλεια. Αν λοιπόν εσείς κάθεστε έξω, τότε είναι ανώφελος ο κόπος μας. Να γιατί αποφάσισα, όταν εσείς βγαίνετε έξω, να βγαίνω κι εγώ μαζί σας, και όταν πάλι μπαίνετε, να μπαίνω κι εγώ.
Έτσι διορθώθηκαν πολλοί και λυτρώθηκαν από την κακή συνήθεια.
Αλλά και εκείνους που ασύνετα συζητούσαν μέσα στην εκκλησία, φρόντιζε όσο μπορούσε να τους διορθώνει. Αν όμως έβλεπε κανέναν, μετά από μία και δύο συμβουλές, να μη διορθώνεται, τον έβγαζε αμέσως έξω, λέγοντας του και τον Δεσποτικό λόγο «Τον οίκον του Θεού, οίκον προσευχής δει είναι» (πρβλ. Λουκ. 19:46). Εκείνους πάλι που συμμετείχαν με ευλάβεια και κατάνυξη στις ακολουθίες, τους επαινούσε επιδοκίμαζε την φιλοθεΐα τους, ακόμα και με τιμητικά αξιώματα τους επιβράβευε.