Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Παναγία και Υπεραγία.


Του Φώτη Κόντογλου



Όλοι οι άγιοι λέγονται άγιοι. Εις την ονομασίαν δεν ξεχωρίζουν ούτε οι δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο τίμιος Πρόδρομος όπου εστάθη, κατά τον λόγον του Χριστού, «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων». Αλλά Εσύ, Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού, και δια τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία, και παρ’ ότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι όμως κατά τα λόγια του Αγγέλου, «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ».
Ο Χριστός και Κύριος μας είναι Υιός του Θεού, και έγινε άνθρωπος διά την σωτηρίαν μας. Δι’ αυτό, μαζί με το θάρρος που παίρνουμε εις το να τον παρακαλέσουμε, θαρρευόμενοι εις την ανθρώπινην φύσιν που έλαβε, νιώθουμε και τον φόβον, επειδή είναι Θεός. Ενώ εις Εσένα θαρρευόμαστε περισσότερον, κ’ ερχόμεθα κοντά Σου ωσάν σε μητέρα και αδελφήν μας, επειδή είσαι άνθρωπος ωσάν κ’ εμάς. Και Σε έχουμε μεσίτριαν ανάμεσα εις τον Θεόν και εις εμάς. Και εις την μεσιτείαν Σου έχουμε το θάρρος μας, επειδή, όπως είπε ο Υιός σου ότι όλα του παρέδωσε ο Πατέρας του, έτσι και εις Εσένα έδωσε κάθε εξουσίαν να ευεργετείς το γένος των ανθρώπων. Οι δυστυχισμένοι και οι κατατρεγμένοι Σε έχουμε στήριγμα και παρηγορίαν, γιατί στάθηκες κ’ Εσύ πικραμένη και βασανισμένη μητέρα, και ετρύπησε την καρδίαν Σου η ρομφαία, όπως το επροφήτευσεν ο θεοδόχος Συμεών.
Σώζε, αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν Σου. Αποσκέπαζε την πτωχήν χώρα μας όπου αγαπά το άγιον πρόσωπόν Σου περισσότερον από κάθε τι εις τον κόσμον, επειδή είναι βασανισμένη όπως είσαι και Εσύ, και δια τούτο η αγάπη της είναι πονεμένη αγάπη. Δι’ Εσένα έχει κτίσει εκκλησίες και ερημοκκλήσια παντού, εις τα βουνά, εις τους κάμπους, εις τες ακρογιαλιές, εις τα νησιά, εις τες πολιτείες κ’ έβαλε μέσα ως θησαυρόν ατίμητον το άγιον εικόνισμά Σου. Η χρυσοκέρινη όψις Σου δεν είναι κάποια ζωγραφιά δια να Σε θυμόμαστε μοναχά, όπως κάνουμε διά τα αγαπημένα μας πρόσωπα, αλλά εικόνισμα ένθερμον και θαυματουργόν. Το ξύλον και οι βαφές είναι αγιασμένα.
Μέσα εις τα ταπεινά κατοικητήριά Σου, όλα μοσχοβολούν από το λιβάνι και από το κερί οπού εμάζεψε η προκομμένη μέλισσα βόσκοντας εις τα αγριολούλουδα των βουνών μας, όπου είναι αγνά σαν κ’ Εσένα.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

Η ευλάβεια στις εικόνες





Από το βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β΄»



Πόση ευλάβεια πρέπει να έχουμε στις εικόνες! Ένας μοναχός ετοίμασε μία εικόνα του Αγίου Νικολάου, για να την δώσει ευλογία σε κάποιον. Την τύλιξε με καλό χαρτί και την έβαλε σε ένα ντουλάπι, μέχρι να την δώσει. Αλλά χωρίς να τα προσέξει, την έβαλε ανάποδα. Σε λίγο άρχισε να ακούγεται μέσα στο δωμάτιο ένας κρότος. Κοίταζε ο μοναχός από δω, αποκεί, να δει από πού ερχόταν αυτός ο κρότος. Που να πάει ο νούς του ότι ερχόταν από το ντουλάπι! Ο κρότος συνέχιζε για αρκετή ώρα, «τακ-τακ-τακ-»· δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τελικά όταν πήγε κοντά στο ντουλάπι, κατάλαβε ότι ο κρότος έβγαινε από εκεί. Το ανοίγει και βλέπει ότι ο κρότος έβγαινε από την εικόνα. «Τι να έχει η εικόνα; λέει· για να δώ». Μόλις την ξετύλιξε, είδε πως ήταν ανάποδα. Την έστησε όρθια και αμέσως σταμάτησε ο κρότος.
Ο ευλαβής ιδιαίτερα ευλαβείται τις εικόνες. Και όταν λέμε «ευλαβείται τις εικόνες», εννοούμε ότι ευλαβείται το εικονιζόμενο πρόσωπο. Όταν έχει κανείς μια φωτογραφία του πατέρα του, της μάνας του, του παππού του, της γιαγιάς του, του αδελφού του, δεν μπορεί να την σχίσει ή να την πατήσει, πόσο μάλλον μια εικόνα! Οι Ιεχωβάδες δεν έχουν εικόνες. Την τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες την θεωρούν ειδωλολατρία. Είπα σε έναν Ιεχωβά μια φορά:  «Εσείς δεν έχετε φωτογραφίες στα σπίτια σας. «Έχουμε», μου λέει. «Έ, καλά, η μάνα, όταν το παιδί της λείπει μακριά, δεν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της. «Την φιλάει», μου λέει. «Το χαρτί φιλάει ή το παιδί της. «Το παιδί της», μου λέει. «Έ, όπως εκείνη, όταν φιλάει την φωτογραφία του παιδιού της, του λέω, φιλάει το παιδί της και όχι το χαρτί, έτσι και εμείς τον Χριστό φιλούμε· δεν φιλούμε το χαρτί ή το σανίδι».
- Γέροντα, και αν ένα σανίδι κάποτε είχε επάνω την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου και  έσβησαν τα χρώματα από τον καιρό, και πάλι δεν πρέπει να το ασπαζόμαστε;
- Ναι, βέβαια! Όταν ασπάζεται ο άνθρωπος με ευλάβεια και θερμή αγάπη τις άγιες εικόνες, παίρνει τα χρώματα από αυτές και ζωγραφίζονται οι Άγιοι μέσα του. Οι Άγιοι χαίροντα, όταν ξεσηκώνονται από τα χαρτιά ή από τα σανίδια και τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν ασπάζεται ο Χριστιανός με ευλάβεια τις άγιες εικόνες και ζητάει βοήθεια από τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους, με τον ασπασμό που κάνει με την καρδιά του, ρουφάει μέσα στην καρδιά του όχι μόνον τη χάρη του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων, αλλά και τον Χριστό ολόκληρο ή την Παναγία ή τον Άγιο, και τοποθετούνται πιά στο τέμπλο του Ναού του. «Ναός του Αγίου Πνεύματος είναι ο άνθρωπος» (Α΄ Κορ. 3,16 και 6,19). Βλέπεις, και κάθε Ακολουθία με τον ασπασμό των εικόνων αρχίζει και με τον ασπασμό τελειώνει. Εάν το καταλάβαιναν αυτό οι άνθρωποι, πόση χαρά θα αισθάνονταν, πόση δύναμη θα έπαιρναν!
- Γέροντα, στην Παράκληση της Παναγίας, σε κάποιο Μεγαλυνάριο γιατί λέει «Άλαλα τα χείλη των ασεβών, των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν»;
- Όταν κανείς δεν έχει ευλάβεια και ασπάζεται τις εικόνες, δεν είναι άλαλα τα χείλη του; Και ο ευλαβής, όταν ασπάζεται τις εικόνες, εύλαλα δεν είναι τα χείλη του; Είναι μερικοί που, όταν προσκυνούν την εικόνα, ούτε καν ακουμπούν στην εικόνα. Άλλοι ακουμπούν μόνον τα χείλη τους στην εικόνα, όταν την ασπάζονται. Να, έτσι. (Ο Γέροντας ασπάσθηκε μια εικόνα, χωρίς να ακουσθεί ο ασπασμός). Ακούσατε τίποτε;
- Όχι.
- Έμ, τότε «άλαλα» είναι τα χείλη. Ενώ ο ευλαβής ασπάζεται την εικόνα και ο ασπασμός ακούγεται. Τότε τα χείλη είναι «εύλαλα». Δεν είναι ότι καταριούνται, όταν λένε «άλαλα», αλλά εκείνα τα χείλη είναι άλαλα και τα άλλα είναι εύλαλα. Όταν βλέπουμε τις άγιες εικόνες, πρέπει να ξεχειλίζει η καρδιά μας από αγάπη προς τον Θεό και τους Αγίους και να πέφτουμε να τις προσκυνούμε και να τις ασπαζόμαστε με πολλή ευλάβεια. Να βλέπατε ένα ευλαβικό γεροντάκι στη Μονή Φιλοθέου, ο γέρο-Σάββας, με πόση ευλάβεια, με πόση καρδιά ασπαζόταν την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης! Σ’ αυτήν την εικόνα της Παναγίας, επειδή οι Πατέρες την ασπάζονταν στο ίδιο σημείο, έχει σχηματισθεί ένα γρομπαλάκι!
Η εικόνα που αγιογραφείται με ευλάβεια ρουφάει από τον ευλαβή αγιογράφο την Χάρη του Θεού και μεταδίδει στους ανθρώπους παρηγοριά αιώνια. Ο αγιογράφος ζωγραφίζεται, μεταφράζεται στην εικόνα που φτιάχνει· γι’ αυτό παίζει μεγάλο ρόλο η ψυχική του κατάσταση. Μου έλεγε ο παπά-Τύχων (Ρώσος ασκητής που ο Γέροντας Παϊσιος υπήρξε υποτακτικός του) :  «Εγώ παιντί μου, όταν ζωγραφίζω επιτάφια, ψάλλω “O ευσχήμων Ιωσήφ, από του ξύλου καφελών…”». Έψαλε και έκλαιγε συνέχεια και τα δάκρυά του έπεφταν πάνω στην εικόνα. Μια τέτοια εικόνα κάνει ένα αιώνιο κήρυγμα στον κόσμο. Οι εικόνες αιώνες κηρύττουν-κηρύττουν. Ρίχνει λ.χ. ένας πονεμένος ένα βλέμμα στην εικόνα του Χριστού ή της Παναγίας και παίρνει παρηγοριά.
 Όλη η βάση είναι η ευλάβεια. Βλέπεις, άλλος ακουμπά στον τοίχο που ακούμπησε η εικόνα και παίρνει Χάρη, και άλλος μπορεί να έχει την καλύτερη εικόνα, αλλά, επειδή δεν έχει ευλάβεια, δεν ωφελείται. Ή ένας μπορεί να βοηθηθεί από έναν απλό σταυρό, και άλλος να μη βοηθηθεί από τον Τίμιο Σταυρό όταν δεν έχει ευλάβεια.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Περί της μετά θάνατον μέσης καταστάσεως των ψυχών.



του Αγίου Νεκταρίου

Αι ψυχαί μετά θάνατον ευρίσκονται εν καταστάσει τινί, ήτις καλείται μέση, ως μη έχουσα την τέλεια ανταπόδωσιν ούτε της αρετής, ούτε της κακίας. Αύτη δε, θέλει διαρκέσει μέχρι της μεγάλης κρίσεως της γενησομένης κατά την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν. Εν τη μέση ταύτη καταστάσει αι μεν ψυχαί των δικαίων προαπολαύουσι της ητοιμασμένης αυτοίς μακαριότητος, αι δε των αμαρτωλών υφίστανται την αναμένουσαν αυτούς εν μέτρω τινί αιώνιαν και τελείαν κόλασιν. Κατά τον Ωριγένη αι ψυχαί εν τη μέση καταστάσει καθαρίζονται διά πνευματικού τινός πυρός. Η διδασκαλία αύτη περί καθαρτηρίου πυρός διεδόθη διά του Αυγουστίνου εις την Δυτικήν Εκκλησίαν, εν η ανυψώθη εις δόγμα πίστεως υπό του Μεγάλου Γρηγορίου. Εν τη Ανατολική όμως Εκκλησία, ουδέποτε ανεγνωρίσθη η περί καθαρτηρίου πυρός δοξασία ως ορθή.
Η Παλαιά Γραφή περί της μέσης καταστάσεως των ψυχών χρήται τη λέξει Σεώλ, ίνα σημάνη γενικώς και αορίστως την κατάστασιν των κεκοιμημένων αγαθών και πονηρών, την μεταξύ του θανάτου και της αναστάσεως αυτών. Αντιστοιχεί δε, προς την ελληνικήν Άδης, κατάστασιν γνόφου και κατηφείας, κατέχουσαν τα κατώτατα μέρη της γης. Είναι δε εν χρήσει αντί του τάφου, ως του δοχείου του σώματος μετά θάνατον, αλλά κυρίως, ίνα εκφράσει τον τόπον, όστις δέχεται τα πνεύματα των τεθνεώτων χωρίς τινός ρητής αναφοράς εις εκατέραν των διαιρέσεων των κατεχομένων υπό των δικαίων ή πονηρών. Ως προς τους αγαθούς η διαμονή αυτών εν Σεώλ εθεωρείτο μόνον ως μεσαία τις μεταξύ του θανάτου και της ευδαίμονος αναστάσεως κατάστασις.
Περί του τόπου εν ω μεταβαίνουσιν αι ψυχαί εκείνων των υπό θείαν οργήν ευρισκομένων εν τη Ομολογία Πέτρου του Μογίλα φέρονται τα εξής: «Ο τόπος εκείνων με διαφορετικά ονόματα λέγεται. Πρώτον, ονομάζεται  άδης, εις τον οποίον απώσθηκεν ο διάβολος, από τον Ουρανόν διωχθείς ως λέγει ο προφήτης (Ησαΐου ιδ’ 14) έσομαι ομοίως τω Υψίστω (είπεν ο διάβολος), νυν δε εις άδου καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. Δεύτερον, λέγεται πυρ αιώνιον. Λέγει γαρ (Ματθ. κε’ 41) η Γραφή,  πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Ακόμη και σκότος εξώτερον (εις το αυτό 30) και τον αχρείον δούλον εκβάλλειν εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Ονομάζεται ακόμη και με άλλα ονόματα και όλα σημαίνουσι πως είναι τόπος της κατακρίσεως και της θείας οργής εις τον οποίον καταβαίνουσιν οι ψυχαί εκείνων όπου μισεύουσιν απ’ εδώ ωργισμένοι από τον Θεόν και απεγνωσμένοι. Μα τούτο είναι άξιον να το ηξεύρει καθ’ ένας πως αι ψυχαί των δικαίων, αγκάλα και να είναι εις τους Ουρανούς δεν επήρασι μ’ όλον τούτο τέλειον τον στέφανον πριν της τελευταίας κρίσεως, μήτε αι ψυχαί των κατακρίτων τελείαν κόλασιν πάσχουσι. Μα ύστερα από την εσχάτην κρίσιν, θέλουσι πάρει αι ψυχαί μαζί με τα σώματα τελείως τον στέφανον της δόξης ή την κόλασιν».

Περί των καταβαινουσών εις Άδην ψυχών.

Η Εκκλησία περί των εις Άδην καταβαινουσών ψυχών δοξάζει, ότι αυταί εαυταίς ουδεμίαν δύνανται να παράσχωσι σωτηριώδη ενέργειαν ή δια της μετανοίας ή δι’ εξομολογήσεως κατά τον ψαλμωδόν (ψαλμ. στ’ 6), όστις λέγει «εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι και αλλαχού (ψαλμ ριε’ 16) «ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις Άδην», αλλά ταις των επιζώντων ευποιίας και προσευχαίς ταις υπέρ αυτών υπ’ αυτής γινομέναις και τη αναιμάκτω θυσία τη καθ’ εκάστην προσφερομένη υπέρ ζώντων και τεθνεώτων κουφοτέρα η κόλασις αυτών καθίσταται, ίλεων υπέρ αυτών των Θεόν επεργαζομένη, και ότι οι μεν μικρά επταικότες και μη προς θάνατον, σωτηρίας τυγχάνουσιν, οι δε θανάσιμα αμαρτήσαντες της βαρείας αυτών κολάσεως απαλλάσσονται, κουφοτέρας της κολάσεως αυτών γινομένης κατά τον θείον Χρυσόστομον.
Ο Θεοφύλακτος λέγει εις το κατά Λουκάν στ’ κεφάλαιον ερμηνεύων τον λόγον του Σωτήρος Χριστού, ον είπε, ότι εξουσίαν έχει επί της γης αφιέναι αμαρτίας. «Όρα, ότι επί της γης αφίεται αι αμαρτίαι . Έως ου γας εσμέν επί της γης δυνάμεθα εξαλείψαι τας αμαρτίας ημών. Μεθ’ ο μέντοι της γης επαναστώμεν, ουκέτι ημείς αυτοί δυνάμεθα δι’ εξομολογήσεως εξαλείψαι τας αμαρτίας υμών. Αποκέκλεισται γαρ η θύρα». Και εις το κβ’ του Ματθαίου ερμηνεύων το «δήσαντες αυτού χείρας και πόδας», περί των πρακτικών της ψυχής δυνάμεων λέγει: «Εν τω αιώνι μεν γαρ τω ενεστώτι εστί πράξαι και ενεργείσαι τι, εν δε τω μελλόντι δεσμούνται πάσαι αι πρακτικαί δυνάμεις της ψυχής και ουκ έστι ποιήσαι τι αγαθόν εις αντισήκωσιν των αμαρτιών». Και το κε’ κεφάλαιον του αυτού Ευαγγελίου ερμηνεύων λέγει: «μεταμελείας γαρ και εργασίας καιρός ουκ έστι μετά την ενθένδε αποβίωσιν».
Εξ όλων δη τούτον δήλον γίνεται, ότι η ψυχή μετά τον θάνατον αδυνατεί να κάμει τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγεί των του Άδου αλύτων δεσμών, και ότι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί, των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμεναι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας και ελευθερίας από των δεσμών του Άδου.