Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Για τον θάνατο του 15χρονου μαθητή...

Τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου Ἐπιστολή 6η
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ για νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.

Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου. Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ᾽ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι᾽ αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή. Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν. Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ᾽ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή. Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.
 

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Η παγερή ανάσα του ανέμου.

(Μία μυθοπλασία για τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη και τον Άγιο Νικηφόρο Φωκά από τον Σ. Σ.)

Ο γέροντας, γονατισμένος στο χωμάτινο πάτωμα του κελιού, ανασήκωσε τα κοκκινισμένα μάτια του από τα δάκρυα και κοίταξε μπροστά. Έβαλε το χέρι του πάνω στο ξύλινο λιτό κρεβάτι και σηκώθηκε όρθιος. Τα χείλη του ακόμα κινούνταν στον ρυθμό της καρδιακής προσευχής. Περασμένα μεσάνυχτα από ώρα πολλή. Ο αγέρας φυσούσε, με μια δύναμη πρωτοφανή, ουρλιάζοντας, τα δένδρα λύγιζαν στο πέρασμα του και το κύμα ακουγόταν βαρύ στο σπάσιμο του βράχου. Λες και ζωντάνεψε ο από χρόνια πεθαμένος πια θεός της θάλασσας και ήθελε να καταπιεί τους βέβηλους που μόλυναν τον βράχο του. Το κερί στην γωνιά σιγόκαιγε και τρομαγμένο προσπαθούσε να κρυφτεί σε κάθε ριπή του ανέμου που έμπαινε από τις χαραμάδες . Η εικόνα της Κυράς ακουμπισμένη στο ξύλινο τραπέζι, κρατούσε προσεχτικά τον Γιο της. Ώρες ατελείωτες μπροστά της προσευχόταν κάθε μέρα, χρόνια τώρα, με δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα για αυτόν, για τους άλλους, για τον κόσμο ολάκερο. Τα μαλλιά του και τα γένια του άσπρισαν, τα χέρια του ρόζιασαν και η καρδιά του μαλάκωσε μέρα με την μέρα, στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε να βαδίσει. Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη, Κυμινά, Κρήτη και τώρα εδώ και χρόνια στην άκρη αυτή του κόσμου. Στο Όρος. Αυτόν τον βράχο που λες και είναι ριγμένος από τον Θεό στην μέση ενός υδάτινου κόσμου. Άγγιξε το τριμμένο και ξασπρισμένο από χρόνια ράσο και το έσφιξε πάνω του. Αναστέναξε. Ένιωθε απόψε ένα κρύο. Ένα κρύο μεταφυσικό, ένα κρύο απόκοσμο σα να έβγαινε από μέσα του. Όχι, δεν ήταν η παγωνιά που κατέβαινε από το βουνό. Την ήξερε, την είχε συνηθίσει. Τόσα χρόνια πια είχαν γίνει φίλοι με τον γέρο Άθωνα και γνώριζε όλες τις παραξενιές του και τα καμώματά του. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε τον πέτρινο τοίχο του κελιού απέναντι, νοτισμένο από την υγρασία. Το μυαλό του πήγε στα πνευματικοπαίδια του, που τώρα θα έπρεπε να κοιμούνταν τον λιγοστό τους ύπνο πριν τον όρθρο. Είδε τα πρόσωπά τους ένα ένα με τα σημάδια της προσευχής και της νηστείας πάνω τους, βαθουλωμένα και σχεδόν διάφανα και τα ευλόγησε νοερά. Πολλοί από αυτούς ήταν χτίστες από τον καιρό της ανέγερσης του μοναστηριού, που ο μαύρος τους είχε κάνει να ξεραθούν τα άκρα τους και να πέφτουν κάτω και να σπαρταράνε κι ο γέροντας με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον Πατέρα να γίνουν καλά. Και εκείνος, έκανε την προσευχή του γέροντα χάρη και ευλογία και τους γιάτρεψε. Αγώνας και κόπος χρόνων για να χτίσει αυτό το μοναστήρι, ποτισμένο με τα δάκρυα της προσευχής και της μετανοίας, οργανωμένο στα πρότυπα των μεγάλων λαύρεων της Συρίας, αλλά και γερά οχυρωμένο στα πρότυπα των αυτοκρατορικών οχυρών, φτιαγμένο με τα χρήματα που του έστελνε ο Νικηφόρος. Και παίρνοντας τους αγαπημένους του μαθητές, να εγκαταβιώσουν εδώ μακριά από τον κόσμο και κοντά στον Κύριο. Μακριά από την αμαρτία και κοντά στον αγώνα. Τον αγώνα για την ταπείνωση. Τον αγώνα για την αγάπη. Έναν αγώνας που καιρό τώρα, είχε αποκτήσει και ένα άλλο παρακλάδι. Έπρεπε σαν πατέρας να μεριμνά για το σπίτι του και για τα παιδιά του. Έκανε ταξίδια στην Βασιλεύουσα, παρακάλεσε τον Νικηφόρο και αρχόντους άλλους, πήρε χρυσόβουλα, υποσχέσεις, χρήματα, μέχρι και στην Κύπρο έφυγε. Και όλα αυτά για την μονή και τα φτωχά του μαυροπούλια, που σαν τον έβλεπαν να γυρίζει πίσω με το καράβι έτρεχαν να πάρουν την ευλογία του. Την ευλογία του πατέρα τους. Όμως όλες αυτές οι μέριμνες τον είχαν κουράσει. Ποθούσε το ησυχαστήριό του εκεί μέσα στην χαράδρα, στον δασωμένο Άθωνα ή στην άκρη του γκρεμού εκεί που τα κύματα του Αρχιπελάγους βογκούσαν σε κάθε χτύπημά τους στον αρχέγονο βράχο.
Ξανασφίχτηκε πάλι στο ράσο του. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Το μυαλό το ήταν κάπως θολωμένο απόψε. Προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε πολύ, αλλά αυτή η θολούρα δεν έφευγε. Ήταν κάτι το δαιμονικό; Ήταν κάτι από αυτά τα περίεργα παιχνίδια του μισόκαλου; Που χρόνια τώρα είχε γίνει ο σύντροφος και εχθρός του στον μοναστικό στίβο; Όχι δεν ήταν. Τα είχε μάθει πια καλά όλα αυτά τα τεχνάσματα και τις πονηριές. Αμέτρητες φορές τον είχε αντιμετωπίσει και τον αντιμετώπιζε καθημερινά. Σε κάθε βήμα, σε κάθε σκέψη, σε κάθε ανάσα, ήταν εκεί δίπλα για να του υπενθυμίζει ότι η σωτηρία μπορεί να χαθεί ακόμα και μια τρίχα πριν το τέλος. Από την γέννησή του εκεί στα βάθη του Πόντου και μέχρι τώρα πάνω στον βράχο τούτο, βάδιζαν πλάι πλάι και αντιμέτωποι. Και θα βάδιζαν ως το τέλος. Το όποιο τέλος…
Κοίταξε ένα γύρω το καμαράκι. Το τραπέζι, το ψαλτήρι, το σκαμνί για την μελέτη του και το κρεβάτι χωρίς στρώμα για τον λίγο ύπνο. Αυτά και πολλά ήταν, για την ζωή που είχε επιλέξει να κάνει. Πότε μόνος και πότε μαζί με άλλους. Πότε σε κελιά και πότε σε χαραμάδες βράχων. Πότε δάσκαλος και πότε μαθητής. Πότε φίλος και πότε εχθρός. Πότε συγγενής και πότε άγνωστος. Τα μάτια γύρισαν και στάθηκαν στην μικρή γωνιά του κελιού. Κάτι σαν να σάλευε, κάτι σαν να απλωνόταν γλυκά και απαλά στον χώρο και τον γέμιζε. Σαν θυμίαμα που καίγεται και στέλνει την ευωδιαστή προσευχή του ψηλά, το μικρό κελάκι άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει με μορφές. Μορφές γνωστές, από το παρελθόν. Παιδικοί φίλοι από την Τραπεζούντα. Συμμαθητές από την Κωνσταντινούπολη. Μοναχοί και συνασκητές από τόπους ερημίας και προσευχής. Στρατιώτες από την κρητική εκστρατεία. Γέροντες και υποτακτικοί από το Όρος. Τους κοιτούσε έναν έναν και δάκρυζε. Από όλους αυτούς είχε πάρει και από ένα λιθαράκι για να φτιάξει το δικό του οικοδόμημα. Την δική του ζωή. Φίλοι που έχασαν τον δρόμο και ακολούθησαν την ευρεία οδό. Συμμαθητές που γένηκαν αρχιερείς και πατριάρχες. Ασκητές που τους βρήκαν χρόνια μετά τον θάνατο τους σε θέση προσευχής σαν να πέθαναν πριν λίγο. Γέροντες που αγίασαν εν ζωή και έδιναν απλόχερα την αγάπη του Χριστού στον καθένα. Αναχωρητές που τους τάιζαν πουλιά και άγγελοι, σε ερημικά σπήλαια. Στρατιώτες που βρήκαν τον θάνατο κάτω από τα τείχη του Χάνδακα πολεμώντας στο όνομα του Χριστού και άλλοι που πέταξαν τα όπλα και αναχώρησαν για τον θελημένο σωματικό θάνατο στη έρημο, προς ανάσταση της ψυχής τους. Πρόσωπα βιβλικά από γωνιές του Όρους γυμνά και εξαϋλωμένα, που ζούσαν χωρίς τροφή και νερό σχεδόν, προς δόξαν Κυρίου. Το μικρό κελί γέμισε. Τον κύκλωσαν σαν μια ομάδα φίλων που βρέθηκαν μαζί μετά από χρόνια. Που χώρεσαν όλοι αυτοί εκεί μέσα; Ήταν κάτι το πραγματικό; Ήταν στην φαντασία του; Τους έφερε ο Κύριος για κάποιο λόγο όλους αυτούς εδώ απόψε; Δεν ήξερε. Τη νύχτα αυτή που λες και ο χρόνος είχε σταματήσει, είχε λουφάξει, φοβούμενος τα ουρλιαχτά του ανέμου, το μυαλό του το είχε σκεπάσει μια ομίχλη και δεν μπορούσε να δει καθαρά, παρ όλες τις προσευχές και τις επικλήσεις στην Μητέρα. Ήταν σαν αυτές τις ομίχλες που κατεβάζει θυμωμένα ο Άθωνας και σκεπάζουν τα πάντα. Μια ομίχλη που προσπαθούσε με το απαλό αεράκι της προσευχής να την σηκώσει, να την διαλύσει, αλλά αυτή τίποτα. Εκεί. Σαν να ήθελε κάτι να κρύψει από τα μάτια του. Ο άνεμος έξω βάλθηκε να ρίξει το μοναστήρι και φυσούσε όλο και πιο μανιασμένα. Άκουγε τα κλαδιά των δένδρων να σπάνε τις πέτρες να κουνιούνται από την θέση τους. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά από τα δυνατά ραπίσματα και το κερί έσβησε. Η εικόνα της Παναγίας έπεσε με θόρυβο πάνω στο τραπέζι. Η παγωμένη ανάσα του ανέμου έκανε τον γέροντα να ξαφνιαστεί, που με δυσκολία σηκώθηκε και έκλεισε την πόρτα. Δεν άναψε πάλι το κερί. Σήκωσε μόνο την εικόνα, την αγκάλιασε σαν να ήταν βρέφος και ξανακάθισε στο κρεβάτι με την εικόνα στην αγκαλιά του. Ένιωσε πάλι αυτό το ρίγος να τον διαπερνά. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Το κελί ήταν σκοτεινό και παγωμένο. Όλες οι μορφές που τον είχαν κυκλώσει πριν, είχαν χαθεί. Έχε απομείνει εκεί καθισμένος με την εικόνα στην αγκαλιά του και τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτεινό τοίχο. Το χέρι του άρχισε πάλι να κινείται αργά και να μετρά με τα κομποδάκρυα τις προσευχές. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με .
Δίπλα από τον τοίχο του κελιού του, το κελάκι του Νικηφόρου, περίμενε να γεμίσει με τον μετανοούντα αυτοκράτορα, με τον μετανοούντα μοναχό. Χρόνια φίλοι, από τις δύσκολες εποχές που πάντα έλεγαν ότι θα περάσουν, από τις εποχές των σχεδίων, των προσμονών και των ονείρων. Δρόμους διαφορετικούς και οι δυο τους, αλλά με κοινό όνειρο. Να μονάσουν και να ασκηθούν μαζί. Δίπλα δίπλα, στο ίδιο μοναστήρι, στο ίδιο σπήλαιο, στην ίδια χαραμάδα. Να δακρύσουν και να προσευχηθούν, να κλάψουν και να πονέσουν, να νοιώσουν και να πάρουν το θεϊκό χάδι απλόχερα. Ο γέροντας είχε κάνει πολλές προσπάθειες από τότε, να τον φέρει εδώ. Του θύμισε τα όνειρά τους και τις υποσχέσεις τους. Τον παρακάλεσε, τον λυπήθηκε, τον απείλησε και τέλος τον ευλόγησε. Βουτηγμένος μέσα στο απύθμενο πέλαγος της εφήμερης δόξας και της εξουσίας, έρμαιο της λαγνείας και της γυναικείας πονηράδας, πάντα του έλεγε « λίγο ακόμα να τελειώσω αυτό και θα έρθω ». Και όλο του έδινε χρήματα και κειμήλια ιερά και χρυσόβουλα και εξουσίες και προνόμια, για να τα κάνει όλα σωστά και καλά και να είναι όσο το δυνατόν καλλίτερο το μοναστήρι, με μεγάλη εκκλησία, με τράπεζα, με πλοίο, με παρακολουθήματα πολλά, για να περάσουν εκεί το τελείωμα του βίου τους μαζί. Και ο καιρός περνούσε και το μοναστικό κελάκι, άδειο έμενε να προσμένει τα δάκρυα και τις προσευχές του Νικηφόρου. Του Νικηφόρου που βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία αλλά και την επίγνωση, έφευγε κάθε βράδυ από τον κοιτώνα της Σειρήνας του και φορώντας τον σάκο προσευχόταν ώρες. Ζητούσε συγχώρεση και φώτιση, προσπαθούσε να σπάσει τα επίγεια δεσμά που τον κρατούσαν εκεί σ αυτή την θέση, σ’ αυτό το ανάκτορο σ’ αυτή την γυναικεία αγκαλιά. Έδινε όρκους πίστεως και μεταμέλειας. Όρκους ότι δεν θα συνευρεθεί πάλι μαζί της, παρότι ήξερε πολύ καλά ότι το επόμενο κιόλας βράδυ θα τους πατήσει. Έχυνε δάκρυα και η ψυχή του φλεγόταν από την αναχωρητική θέρμη, μια θέρμη που όμως δεν ήταν δυνατή για να χτυπήσει εκείνη, την άλλη θέρμη, με την τριανταφυλλένια μυρωδιά και το ζεστό κορμί. Με τα ερωτικά λόγια και το λάγνο βλέμμα. Ώσπου τον έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο πανθηρόδερμα , ονειρευόμενος νίκες, κατακτήσεις και τόπους ησυχασμού.
Αναστέναξε, σηκώθηκε στα σκοτεινά, έβαλε την εικόνα στην θέση της και κάθισε πάλι. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Άρχισε πάλι να προσεύχεται κοιτώντας το μαύρο περίγραμμα της εικόνας. Με μια θέρμη που όλο και μεγάλωνε, με μια δύναμη, με μια ορμή, σαν να ήθελε η ψυχή να ξεκολλήσει από τον πήλινο τόπο της και να πάει στον τόπο που δημιουργήθηκε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά, που έλεγες θα σπάσει. Με μια βοή, που στιγμές στιγμές σκέπαζε και αυτόν τον θόρυβο του ανέμου ακόμα. Ή έτσι νόμιζε. Πήρε μια ανάσα. Αναστέναξε. Άρχισε να ηρεμεί. Η προσευχή σαν χάδι πέρασε πάνω από την ψυχή του και την κανάκεψε. Όπως τόσες φορές. Όπως τόσα χρόνια, εδώ και παντού. Όπου κι αν μόναζε, όπου κι αν ασκήτευε, όπου κι αν αναχωρούσε, ο Πατέρας ήταν κοντά και τον πρόσεχε. Και τότε, μέσα στο μαύρο του σκοτεινού κελιού, κάτι σαν ψίθυρος έφτασε στ αυτιά του. Μια πνοή, ένα θρόισμα ανέμου, ένα σούρσιμο σε πέτρινο πάτωμα. Σηκώθηκε, αφουγκράστηκε, αλλά μόνον τα ουρλιαχτά του ανέμου άκουγε. Το μυαλό παράμενε θολωμένο. Τα αραχνοΰφαντα πέπλα δεν έλεγαν να φύγουν. Σταυροκοπήθηκε και συνέχισε να επικαλείται το όνομα του δημιουργού των πάντων. Έπιασε το ψαλτήρι, που ήταν πάνω στο μικρό τραπέζι. Το ήξερε όλο απ έξω. Δεν χρειαζόταν να το διαβάσει. Σαν καλλιγράφος το είχε αντιγράψει αμέτρητες φορές. Άρχισε να απαγγέλλει στίχους. Στην αρχή αργά και ψιθυριστά με φωνή που όλο δυνάμωνε και γέμιζε με πάθος. Με θείο πάθος. Με έρωτα που κανείς ζωντανός δεν έχει νοιώσει για ζωντανό. Σχεδόν φώναζε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ικετευτικά και σωριάστηκε στα γόνατα. Το πρόσωπο του γέροντα φωτίστηκε, με φως υπερκόσμιο, με άκτιστο φως. Παρακάλεσε τον Πατέρα, όπως τον είχε παρακαλέσει και ο Γιος του, εκεί στον κήπο της Γεθσημανή, χίλια χρόνια πριν. Παρακάλεσε όχι για τον εαυτό του αλλά για εκείνον, τον Νικηφόρο, τον φίλο του, το πνευματικοπαίδι του. Τον παρακάλεσε να αλλάξει την απόφασή του. Να στείλει τον Άγγελό του να σκίσει τα πεπρωμένα και να κεντήσει άλλα. Γιατί ο γέροντας ήξερε, ένοιωθε, αλλά δεν τολμούσε να καταλάβει. Δεν τολμούσε να δει αυτό που φοβόταν. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Έπεφταν στα γένια και φθάνοντας καταγής χάνονταν νοτίζοντας το χώμα του κελιού. Μπροστά του σαν σε όραμα έβλεπε πάλι τον φίλο του, εκεί στο τελευταίο ταξίδι στην Βασιλεύουσα. Ύστατη προσπάθεια να τον φέρει κοντά του. Έπρεπε να τον είχε παρακαλέσει πιο πολύ, έπρεπε να τον είχε απειλήσει περισσότερο, να είχε πέσει στα πόδια του. Έπρεπε να έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να τον φέρει εδώ. Όχι αυτός έφταιγε. Αυτός που δεν έκανε όλα όσα έπρεπε να κάνει. Σηκώθηκε με τα χέρια του να φθάνουν σχεδόν στο ταβάνι. Από τα μάτια του τα δάκρυα έτρεχαν πια ποτάμι. Λυγμοί άρχισαν να συνταράσσουν το γεροντικό κορμί. Ο μικρός ψίθυρος που είχε ακούσει πριν από λίγο, είχε γίνει κραυγή. Μια κραυγή άγρια και πονεμένη. Μια κραυγή ελεημοσύνης. Μια κραυγή συγνώμης και συγχώρεσης.
Θεοτόκε βοήθει! Αντηχούσε στους τοίχους του μοναστηριού. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Φωκά. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του δομέστιχου των σχολών της Ανατολής. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Λευκού Θανάτου στα τείχη του Χάνδακα. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Αυτοκράτορα, του συζύγου, του εραστή, του φίλου. Η κραυγή του ανέμου που σκίζεται στα όρη, του πελάγους που θρυμματίζεται πάνω στον άγριο βράχο. Η κραυγή του σκοτωμένου.
Τα χέρια του γέροντα έπεσαν κάτω βαριά. Ο άνεμος είχε πάψει πια να μαστιγώνει την πλάση. Ένα ελαφρύ παγωμένο αγέρι, έφερνε μικρές νιφάδες χιονιού, υφαίνοντας το σάβανο. Άνοιξε την θύρα και βγήκε έξω. Η παγωμένη ανάσα τον χτύπησε στο πρόσωπο, δροσίζοντάς τον. Ένοιωθε τώρα πάλι στο κορμί του αυτό το γνώριμο κρύο του γερο Άθωνα. Το μυαλό του καθάρισε και η ομίχλη διαλύθηκε. Στράφηκε στο πλάι. Προχώρησε λίγα βήματα και στάθηκε μπροστά στο διπλανό κελί. Άνοιξε την πόρτα με τρεμάμενο χέρι και μπήκε μέσα. Ο Νικηφόρος ήταν εκεί. Το ήξερε. Τον περίμενε. Στην γωνιά του, γονατιστός, φορώντας τον σάκο του, πάνω στο πανθηρόδερμα, προσεύχονταν. Ο γέροντας τον κοιτούσε και έκλαιγε με λυγμούς. Το χιόνι άρχισε να πυκνώνει. Το τρίχινο ράσο του άσπριζε. Ο Νικηφόρος γύρισε και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε. Είχε μια ανείπωτη γαλήνη στο πρόσωπό του. Μια γλυκιά και υπερκόσμια ηρεμία. Μια ηρεμία που τόσο ποθούσε και δεν έβρισκε.
«Είδες γέροντα, που ήρθα τελικά;» του είπε.
«Είδα παιδί μου.» του απάντησε, ενώ οι λυγμοί τον συντάραζαν.
Η φωνή του σκεπάστηκε από τον ήχο του ταλάντου για τον όρθρο. Σκούπισε τα δάκρυά του. Ο Νικηφόρος συνέχιζε να προσεύχεται. Έκλεισε την πόρτα.
«Καλή αντάμωση παιδί μου.» είπε ο γέροντας και βάδισε σκυφτός για την εκκλησία…

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

Η Αγία Παρθενομάρτυς Ελένη (18ος αι.)

Η παρθενομάρτυς του Χριστού Αγία Ελένη καταγόταν από την ωραία Σινώπη, τη μητρόπολη των Ποντιακών πόλεων. Ήταν κόρη της ευσεβούς οικογένειας Μπεκιάρη. Οι γονείς της την ανέθρεψαν με φόβο Θεού. Μέσα στην καθαρή ψυχή της εφύτευσαν τη θερμή αγάπη προς τον Ιησού Χριστό . Ιδιαίτερα στην ανατροφή της επέδρασε ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, που δίδασκε τότε σε ελληνικό (κρυφό) σχολείο της Σινώπης. Ήταν 15 ετών ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητά της προσέδιδε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της. Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και το θερμό έρωτα της ψυχής της προς το νυμφίο Χριστό. Μια ημέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράσει νήματα για το κέντημα από το κατάστημα του Κρυωνά. Στο δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου πασά διοικητού της Σινώπης. Την ώρα που περνούσε η Ελένη ο πασάς την είδε από το παράθυρο. Η ωραιότητά της τράβηξε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να την μολύνει. Διέταξε τότε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν προσπάθησε δύο και τρεις φορές να την μιάνει αλλά μια αόρατη δύναμη τον απομάκρυνε. Ένα αόρατο τείχος την προστάτευσε. Ήταν το τείχος της προσευχής. Η Ελένη καθ’ όλη τη διάρκεια προσευχόταν νοερώς λέγοντας συνεχώς τον εξάψαλμο. Ο αγαρηνός δεν απελπίστηκε, διέταξε τους στρατιώτες του να την κρατήσουν στο σπίτι του. Ήλπιζε ότι αργότερα θα κατόρθωνε να πετύχει το βδελυρό σκοπό του. Κατά την διάρκεια της κρατήσεως η αγνή κόρη κατόρθωσε, με τη σκέπη του Θεού, να ξεφύγει από την προσοχή των στρατιωτών και να πάει στους γονείς της, στους οποίους και διηγήθηκε αυτά που συνέβησαν. Σε λίγο ο πασάς αντελήφθη την απόδρασή της, έγινε έξω φρενών απειλώντας τους πάντες και τα πάντα. Κάλεσε τη Δημογεροντία της Σινώπης και ζήτησε να του φέρουν την Ελένη, γιατί διαφορετικά θα επακολουθούσε γενική σφαγή των Ελλήνων της Σινώπης. Η Δημογεροντία τότε συνήλθε σε σύσκεψη στο Ελληνικό Σχολείο της Σινώπης και κάλεσε τον πατέρα της Ελένης. Του ζήτησαν για το συμφέρον του συνόλου να παραδώσει στον πασά την κόρη του. Ο πατέρας ξέσπασε σε λυγμούς, αναγκάσθηκε όμως να δεχθεί αυτό για να μη γίνει γενική σφαγή. Πήγε στο σπίτι του και αφού καταλλήλως ενίσχυσε αυτήν, την παρέλαβε και σαν νέος Αβραάμ την παρέδωσε στον πασά για να προσφέρει τον εαυτό της όχι στις ασελγείς ορέξεις του αγαρηνού αλλά ως θυμίαμα ευώδες στο νυμφίο της Χριστό. Ο βδελυρός Ουκούζογλου πασάς με ανείπωτη χαρά εδέχθη την ωραιότατη Ελένη και ήλπιζε ότι πλέον θα κορέσει τις ακόρεστες ασελγείς ορέξεις του. Έτσι προσπάθησε πάλι πολλές φορές για να τη μιάνει, αλλά πάλι το ίδιο εμπόδιο, ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη εμπόδιζε τον πασά ενώ μια αόρατη δύναμη τον απωθούσε. Η Αγία προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον εξάψαλμο τον οποίο εγνώριζε από στήθους καθώς και άλλες προσευχές. Τα είχε μάθει στο σχολείο από το θείο της Μπεκιάρη. Την επόμενη μέρα επιχείρησε πάλι ο πασάς αλλά πάλι βρέθηκε μπροστά στο ίδιο εμπόδιο. Τότε εκνευρίστηκε και οργισμένος διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές υγρές φυλακές της Σινώπης. Η καρδιά του πασά σκλήρυνε συνεχώς, τα μάτια του δεν έβλεπαν το θαύμα, η βρωμερή ψυχή του δεν συνερχόταν αλλά αντιθέτως φούντωνε για να μολύνει την αγία παρθένο. Έτσι την επόμενη ημέρα της φυλακίσεως πήγε στη φυλακή, ήλπιζε ότι τώρα θα κατόρθωνε να πετύχει τον άνομο σκοπό του. Αλλά και πάλι ο Νυμφίος Χριστός προστάτευσε την νύμφη Του. Πάλι το αόρατο τείχος, πάλι η θεία δύναμις τον απωθούσε. Υπερβολικά οργισμένος ο πασάς διατάζει να την βασανίσουν και να την θανατώσουν. Το ιερό και πάνσεπτο λείψανό της το τοποθέτησαν κατόπιν μέσα σ’ ένα σάκκο και το έριξαν στη θάλασσα. Αυτό όμως αντί να βυθισθεί επέπλεε ενώ ουράνιο φως κατέβαινε από τον ουρανό και φώτιζε το ιερό λείψανό της. Οι Τούρκοι τα ‘χασαν τρόμαξαν και άρχισαν να φωνάζουν «Η γκιαούρισα καίγεται, η γκιαούρισα καίγεται». Αυτό επέπλεε, και έφθασε στην τοποθεσία Γάει όπου λόγω του βάθους της θάλασσας τα νερά είναι μαύρα . Εκεί βυθίστηκε. Ύστερα από μερικές μέρες ένα ελληνικό πλοίο είχε αγκυροβολήσει στην τοποθεσία Γάει. Το τρίτο βράδυ ο φύλακας του πλοίου παρατήρησε ότι από τον πυθμένα εξέρχονταν φως. Νόμισε ότι στον πυθμένα της θάλασσας υπήρχε μεγάλος θησαυρός από χρυσό. Ειδοποίησε τον πλοίαρχο και με δύτες ανέλκυσαν το θησαυρό. Αλλά αντί φθαρτού θησαυρού από χρυσό βρήκαν σπουδαιότερο θησαυρό, το σάκκο με το τίμιο λείψανο της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης. Άνοιξαν το σάκκο και βρήκαν την τίμια κεφαλή της αγίας αποκομμένη από το υπόλοιπο σώμα, στη κορφή ένα καρφί μπηγμένο και μια τρύπα από καρφί. Οι άνομοι αφού βασάνισαν την αγία, έμπηξαν δύο καρφιά στο κεφάλι της και την αποκεφάλισαν. Δύο από τους τούρκους δύτες εγνώριζαν για το μαρτύριο και ότι έριξαν την Αγία στη θάλασσα
φοβούνταν όμως να μιλήσουν προηγουμένως. Ο πλοίαρχος τότε επειδή φοβήθηκε τους αγαρηνούς επιβίβασε το τίμιο σώμα της αγίας σε παραπλέον πλοίο που έφευγε με
Έλληνες στη Ρωσία και την τιμία κάρα της κρυφά τη μετέφερε στο ναό της Παναγίας στη Σινώπη. Στο τόπο που βυθίστηκε μέσα στη θάλασσα εξήλθεν ως πίδακας γλυκύ νερό, αγίασμα, και από τότε η περιοχή εκεί ονομάσθηκε Αγιάσματα. Η αγία κάρα της αγίας Νεομάρτυρος και Παρθενομάρτυρος Ελένης έκαμε πολλά θαύματα στη Σινώπη. Ιδιαίτερα όταν υπέφεραν από πονοκεφάλους, καλούσαν τον ιερέα ο οποίος έφερνε την αγία κάρα,
έψαλλε παράκληση και αγιασμό και θεραπεύονταν ο πονοκέφαλος. Ο πρόεδρος Καφαρόπουλος Χρήστος κατά την ανταλλαγή, πριν από το 1924 έφερε την τιμία κάρα της Αγίας και την εναπέθεσε στο Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στη συνοικία της Άνω Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Πλήρη Ακολουθία στην Αγία εποίησε ο Οσιολογιώτατος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Η μνήμη της εορτάζεται την 01 του μηνός Νοεμβρίου.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Για αυτούς που γνώρισαν το Άγιον Όρος από τις τηλεοράσεις...

Άγιον Όρος. Μεγάλο Σάββατο. Ίσως 1994…
Ο ουρανός με μια μουντή συννεφιά , που πότε-πότε, μας χαιρετά με ψιχάλες.
Φύγαμε από την Μέγιστη Λαύρα και βαδίσαμε για τη σκήτη των Ρουμάνων. Το μικρό μονοπάτι μέσα από τα χαμόδεντρα μας έβγαλε στον χωμάτινο δρόμο. Αριστερά μας τα κτήματα της μονής με τις λιγοστές καλλιέργειες, πλάι στα ορθόχτιστα τείχη. Μια μαυροφορεμένη σκιά, σκυφτή στην πράσινη θάλασσα, ξεχορτάριαζε. Δεξιά μας τα πόδια του Άθωνα κατέβαιναν να ακουμπήσουν την θάλασσα. Τα βήματά μας αντηχούσαν
βαριά πάνω στα χαλίκια. Το τοπίο άγριο και ερημικό. Χωρίς δέντρα μεγάλα. Μονάχα χαμηλοί θάμνοι, άγριοι και αναμαλλιασμένοι από τα χτυπήματα του ανέμου.
Η ματιά μου, τραυματιζόταν από σταχτί της τραχιάς πέτρας και το βαθύ σκούρο γαλάζιο του πελάγους. Μικρές πράσινες πινελιές συστρέφονταν στο χώρο ολόγυρα σε διάφορες αποχρώσεις, σαν από χρωστήρα ζωγράφου. Μια ησυχία παντού, μια υπενθύμιση για το
ιερό του τόπου. Ένα μήνυμα, επιλογής μοναξιάς και απομόνωσης με συντροφιά την τραχιά πέτρα και το φθαρτό του κόσμου τούτου απέναντι στο Άφθαρτο.
Ένα παράξενο συναίσθημα με κατέλαβε. Ένα συναίσθημα μικρότητας και ασημαντότητας. Σημάδι πάνω στον ανθρώπινο χάρτη, εκεί στην άκρη του βράχου. Μικρός και ασήμαντος μπροστά στο Θεϊκό μεγαλείο. Σκόνη του συμπαντικού δημιουργήματος.
Φθάσαμε στη σκήτη. Αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο. Στην άκρη του γερο-Άθωνα. Με τη θάλασσα να χτυπά αλύπητα τον αρχέγονο βράχο, με μια απόκοσμη και υποβλητική βροντή. Σαν γαντζωμένο λίγο πριν το τέλος του κόσμου τούτο το μοναστήρι. Γκρίζα πέτρινα
οικοδομήματα γύρω από το κέντρο της μοναστικής ζωής. Τα σημάδια από τα ξεσπάσματα της γης, ορατά στους τοίχους. Σημειώσεις, για το προσωρινό και το πεπερασμένο. Ψηλά κυπαρίσσια, άλλα σεβάσμια και ρασοφορεμένα και άλλα αναμαλλιασμένα μας υποδέ-
χτηκαν. Ένα λιπόσαρκο γεροντάκι, σαν γεννημένο μέσα από παλιά αναχωρητικά συναξάρια, μας οδήγησε στον ναό. Λιγοστά τα λόγια του και πιο πολλά τα νοήματά του από τα καλαμένια χεράκια του, μας διηγήθηκε την ιστορία του ιερού χώρου. Βγήκαμε στην αυλή. Μολυβένιος θόλος από σύννεφα πάνω μας. Μας οδήγησε στο απέναντι κτίριο. Βαδίζο-
ντας σε σκοτεινούς διαδρόμους αλλοτινών χρόνων, μπήκαμε σε ένα καμαράκι με μεγάλο παράθυρο. Ο χώρος μικρός, γεμάτος με τα εργόχειρά τους. Κομποσχοίνια, σταυρουδάκια, εικόνες, μικρά ξυλόγλυπτα. Τα άγγιζα ένα-ένα και προσπαθούσα να δω μέσα από τα
φθαρτά υλικά, τα δάκρυα και τις προσευχές. Τις γονυκλισίες και τις μετάνοιες. Την αγρύπνια και τον αγώνα. Πήρα μερικά κομποσχοίνια με κεντημένο σχέδιο πάνω τους αντί για χάντρα. Ένα ροζ μικρό και ταπεινό σχεδιάκι. Τα έβαλα στην τσέπη μου ακούγοντας τις ευχαριστίες από τους ερημίτες να αντηχούν στα Αθωνικά σπήλαια. Κοίταξα τις εικόνες. Βαλμένες πλάι-πλάι, πάνω στο μικρό τραπέζι. Ζωγραφισμένες άλλες με τα ανατολικά πρότυπα, άλλες με τα ρουμάνικα. Τι σημασία είχε; Αραδιασμένες Παναγιές με το λυπημένο βλέμμα, κρατώντας τον μονάκριβο στην αγκαλιά. Παντοκράτορες να ευλογούν και γέροντες Άγιοι να στέλνουν ευλαβικά τις προσευχές τους στον Ύψιστο. Ψωνίσαμε έλεος και κατευθυνθήκαμε προς την τράπεζα. Ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι με πάγκους. Καθίσαμε αντικριστά. Εμείς και τα μαυροπούλια. Λιγοστοί γέροντες με έκδηλα τα σημάδια πάνω τους από την αγρύπνια. Μάτια φωλιασμένα βαθιά μέσα σε δασύτριχα κουρασμένα πρόσωπα. Χαμογελούν και μας μιλούν ρουμάνικα. Τους απαντούμε στα ελληνικά. Οι ψυχές κατάλαβαν. Συνεννοήθηκαν στην γλώσσα που είναι πλασμένες. Το φαγητό λιτό. Αλάδωτο. Ένα ζουμί με κριθαράκι και κομμάτια από διάφορα λαχανικά και φρούτα. Ελάχιστη συμπαράσταση στο Θεϊκό μαρτύριο.
Κυλά μέσα μας σαν μέλι. Σαν αμβροσία θεϊκή. Σαν ευλογία. Σηκωθήκαμε. Η προσευχή στα ρουμάνικα, ευχαρίστησε τον Πλάστη. Φιλήσαμε τα διάφανα χεράκια του γέροντα και πήραμε το μονοπάτι μαζί με την ευλογία του, για το τέλος του κόσμου. Εκεί, που με ένα απότομο κόψιμο σαν μαχαιριά , η γη δίνει την θέση της στην θάλασσα. Σταμάτησα στην άκρη του βράχου. Πίσω μου το μοναστήρι. Μπροστά μου το πέλαγος. Η βοή των κυμάτων στ’ αυτιά μου απόμακρη. Σαν ισοκράτημα βγαλμένο από γήινα έγκατα. Κοίταξα κάτω. Το έρεβος. Το Απέραντο γαλάζιο, να σπάει δυνατά πάνω στο γκρίζο, σε μια ατέλειωτη πορεία γέννησης και θανάτου. Ο άνεμος έφερνε μυρωδιές θαλασσινές. Έκλεισα τα μάτια. Πού βρισκόμουν; Ήμουν κομμάτι της ύλης; Είχα σάρκα και οστά; Ήμουν πλάσμα του κόσμου τούτου ή όχι; Εάν εκείνη την στιγμή άφηνα τον βράχο, θα πετούσα; Τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το νοητό, είχαν καταργηθεί. Η λογική προσπαθούσε να οδηγήσει, να συμμορφώσει. Μάταια. Δεν ήταν το Βασίλειο της εδώ. Άγγιξα τον άνεμο και τον άφησα να μου μιλήσει. Δεν ήμουν όμως ακόμα έτοιμος να τον ακούσω. Μπερδεμένα τα λόγια του, έπεφταν από τα χαμόκλαδα και κρύβονταν στα χορτάρια. Έστριψα δεξιά και άρχισα να κατηφορίζω σε ένα βραχόφρυδο, που πότε γινόταν σκάλα, πότε χανόταν σε αρχέγονη πέτρα, για να καταλήξει σε ένα μικρό πλάτωμα. Ένα ερειπωμένο κελί, με το παλιό εκκλησάκι δίπλα στην σπηλιά. Μια χαραμάδα του βράχου, μια κόχη, που ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης μόναζε τα καλοκαίρια. Κρανία μοναχών βαλμένα με τάξη, το ένα επάνω στο άλλο, υπενθύμιζαν το προσωρινό. Το προσωρινό και όμως σκληρά καθοριστικό για την όποια μέλλουσα πορεία. Κόκαλα ξασπρισμένα από τον αγέρα, που μιλούσαν για αυτούς που πέθαναν στην ζωή για να γεννηθούν με τον θάνατο. Ανεβήκαμε τα λιγοστά σκαλοπάτια. Μια μικρή καμπάνα κρέμονταν από ένα ξύλινο δοκάρι. Ο άνεμος έμπαινε σφυρίζοντας από τα σκελετωμένα παράθυρα. Μεγάλες χαραμάδες έχασκαν στο παλιό ξύλινο πάτωμα. Τοίχοι νοτισμένοι από την υγρασία και μαυρισμένοι από τα κεριά. Γωνιές σκεπασμένες από αραχνοΰφαντα πέπλα. Μπήκαμε στο εκκλησάκι. Αυτά τα αμέτρητα εκκλησάκια σε κάθε γωνιά και σχισμή του Όρους. Ένας ολάκερος ναός σε λίγα μέτρα. Με εικόνες, ιερό, στασίδια, καντήλια. Σ ένα μικρό τραπέζι, παλιά βιβλία. Το ψαλτήρι, οι χαιρετισμοί, η Καινή Διαθήκη. Παραδίπλα, το καρβουνάκι σε σκόνη με το μυρωδάτο λιβάνι. Ανάψαμε. Μια ευωδία σαν χάδι μας τύλιξε. Μια άυλη ζεστασιά. Μια ευχαριστιακή προσευχή προς τον Πλάστη. Ανοίξαμε τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Τα φύλλα λεπτά σαν τσιγαρόχαρτο. Λεκέδες από λάδι και κερί στις σελίδες του. Σημάδια πίστης και αναμονής. Σημάδια ελέους και ευλογίας. Το λιγοστό φως του κεριού χρύσωνε τα γράμματα. Αρχίσαμε να διαβάζουμε, με τις ψαλμωδίες του ανέμου να μας συνοδεύουν. Αγγελικά φτερουγίσματα στον μαυρισμένο τοίχο.
Τα λόγια μας αντηχούσαν στον μικρό χώρο και όλοι εκεί είχαμε γίνει με μιας, αρχαίοι μοναχοί, αναχωρητές, γέροντες αλλοτινών χρόνων. Όλος ο κόσμος ένας μικρός
κόκκος άμμου, ένα ξωκλήσι μεταξύ ουρανού και γης, ένα φύλλο ριγμένο στο πέλαγος της Δημιουργίας. Τα ταλαιπωρημένα μας πρόσωπα είχαν δανειστεί μια λάμψη από το μαλάκωμα της ψυχής μας. Το άγριο του Άθωνα μας έτριψε και μας γυάλισε. Κοίταξα το κερί που κρατούσα. Τα χέρια μου μύριζαν μέλι από το άγγιγμά του. Στη σκέψη μου ήλθαν τα λόγια ενός γέροντα, που έλεγε για την απέραντη αγάπη του Θεού, που δίνοντάς σε μας το μέλι για να γλυκαινόμαστε αυτός δέχεται με ευχαρίστηση το κατακάθι που του καίμε και μας ευλογεί.
Βγήκα έξω. Ο δροσερός αγέρας πήρε την ζεστασιά του κεριού από πάνω μου. Ο ουρανός πέρα στο βάθος ξάνοιγε. Κάτω το χάος. Ο κοφτός απότομος βράχος, που σε κάθε παραπάτημα ετοιμάζεται να μας καταπιεί. Γύρω μου οι νεροφαγωμένες πέτρες με το
άγριο καφέ πάνω τους. Ο κόσμος μεγάλωσε ξανά. Μάκρυνε. Η απεραντοσύνη του αρχιπελάγους με συνεπήρε. Κοίταξα την τρύπα του γέροντα πίσω μου. Τον ένοιωσα ότι μας ευλογούσε. Πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Βαδίσαμε πάνω στα ίδια χνάρια, αντάμα με το χάος. Τα σύννεφα διωγμένα από χέρι παντοδύναμο άφηναν τις ακτίνες του απογευματινού ήλιου να χρυσώνουν τον τόπο. Μια υπερκόσμια ηρεμία μαλάκωσε την αγριάδα του βράχου και βγαίνοντας στο ίσωμα ένοιωσα ότι βαδίζω σε περιβόλι καλλιεργημένο από ανθρώπινο χέρι. Η θάλασσα άρχισε να παίρνει τα χρώματα του αποκαμωμένου δειλινού. Περάσαμε πάλι από το πλάι της σκήτης που είχε πάρει μια μελένια απόχρωση και βγήκαμε στον χωμάτινο δρόμο. Επιστροφή στη Λαύρα. Επιστροφή για ξεκούραση και προετοιμασία ψυχής , για το βράδυ της Αναστάσεως. Ο δρόμος τραχύς και γεμάτος πέτρες. Βαδίζουμε πλάι-πλάι συνεπαρμένοι από την φύση και την πληθώρα των εμπειριών. Μιλάμε χωρίς να ακουγόμαστε και ακούμε χωρίς να μιλάμε. Ένα μακρινό θρόισμα πίσω μας φανερώνει ότι κάποιοι μας ακολουθούν. Δυό γέροντες. Δυό μαυροντυμένες σκιές, στο πέρασμα για τον Παράδεισο. Έφθασαν γρήγορα κοντά μας. Χαιρετηθήκαμε. Νέοι μοναχοί, γέροντες από κάποια σκήτη στην άκρη του Άθωνα, με προορισμό την Λαύρα για την Αναστάσιμη λειτουργία. Πορευτήκαμε μαζί. Βαδίζουν και αυτοί πλάι-πλάι. Μορφές εξαϋλωμένες, πρόσωπα που εκπέμπουν ταπεινότητα, νηστεία και προσευχή. Ξαφνικά λέει ο ένας στον άλλον “έλα από εδώ να περπατάς και να έρθω εγώ από την άλλη μεριά γιατί οι πέτρες εδώ είναι πιο στρωτές και εκεί κουράζεσαι”. Στάθηκα συγκλονισμένος. Ζούσα μια εμπειρία ανεπανάληπτη. Η έμπρακτη αγάπη των λόγων του Χριστού, οι γραφές του Αποστόλου Παύλου, των συναξαριών και των βίων των Αγίων, μπροστά μου ολοζώντανες. Κοίταξα κάτω. Πράγματι ο δρόμος ήταν πιο άγριος απ την μια μεριά. Κάτι που δεν το είχα δει, κάτι που δεν του είχα δώσει καμιά σημασία. Κι όμως ο γέροντας το είδε, το πρόσεξε και σκεφτόμενος με αγάπη για τον αδελφό του είπε αυτά τα λόγια. Αυτά τα λόγια που εγώ δεν θα τα έλεγα ποτέ. Είχα σταθεί εκεί στην μέση του δρόμου και προσπαθούσα να κατανοήσω αλλά και να αφομοιώσω αυτό το γεγονός, ένα γεγονός που με έκανε να ζήσω για δευτερόλεπτα στις Συριακές Λαύρες των πρώτων χρόνων. Ένα γεγονός που συντελείται καθημερινά στο Περιβόλι τούτο. Ένα γεγονός που θα έπρεπε να το ζουν κάθε μέρα και κάθε στιγμή, όλοι όσοι θέλουν να λέγονται χριστιανοί .
Συνέχισα να περπατώ. Η ψυχή μου είχε αναταραχτεί όμως. Φτερούγιζε. Δεν ήταν η καρδιά μου. Όχι. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που είχε γίνει, αυτό που είχα ζήσει. Μια τόσο ασήμαντη κουβέντα για τα ανθρώπινα δεδομένα και όμως με τέτοιο πνευματικό βάρος,
που ήταν τρομερά ασήκωτο για την ψυχική μου απαιδευσιά. Οι γέροντες συνέχισαν να βαδίζουν σκυφτοί και αμίλητοι. Ακολουθούσα προσέχοντας και την παραμικρή τους κίνηση και την παραμικρή τους ανάσα και το παραμικρό ανέμισμα του ράσου τους. Προσπαθούσα να διακρίνω τα φτερά στους ώμους τους. Με συνεπήραν οι ιστορίες των συναξαριών και των βιβλίων.
Έφθασα πνευματικά κατάκοπος στην Λαύρα .

Σ.Σ.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

Αθωνικά...

Και ξαφνικά, οι τηλεοράσεις μας γεμίσανε με πλάνα από μοναστήρια, Αθωνικά τοπία, μοναχούς, ιερείς, εικόνες, σταυρούς, κομποσχοίνια!...
Τι έγινε; Αποφάσισαν σύσσωμα τα ΜΜΕ να κάνουν στροφή προς τον ορθόδοξο μυστικισμό; Ένοιωσαν ξαφνικά οι τηλεοπτικοί άρχοντες την αμαρτωλότητα τους, και σε μια κίνηση βαθιάς μεταμέλειας, αποφάσισαν να αλλάξουν τρόπο ζωής και παρουσιάσεως;
Δυστυχώς, τίποτα από όλα αυτά δεν συνέβη. Για ακόμη μια φορά βιώνουμε μια δήθεν λαϊκόφιλη επίθεση κατά της πίστεώς μας.
Αυτόκλητοι σωτήρες εμφανίστηκαν στην τηλεόραση, που κόπτονται και ενδιαφέρονται να φωτίσουν κάποιες «σκοτεινές» δοσοληψίες μεταξύ μοναχών και κρατικών υπαλλήλων. Ακούμε για συμβόλαια, λογαριασμούς, ανταλλαγές, αξίες, κόμματα, κυβερνήσεις, ονόματα.
Ακούμε για ρασοφόρους που εκμεταλλεύονται τον ιδρώτα της φτωχολογιάς.
Για Θεό μόνο δεν ακούμε. Αλλά ποιος δίνει σημασία σε αυτό. Εδώ έχουμε σημαντικότερες υποθέσεις να διελευκάνουμε…
Οι αναμάρτητοι ρίχνουν τον λίθο στους αμαρτωλούς που τρώνε τα λεφτά του ελληνικού λαού, και ζητούν την παραδειγματική τους τιμωρία..
Και ποιο είναι το τελικό συμπέρασμα σε όλη αυτή την υπόθεση;
Είναι ότι οι παπάδες «τα παίρνουνε», οι μοναχοί «αράζουν και περνάνε καλά εις υγείαν των κορόϊδων» και ο πιστός που δίδει από το υστέρημά του στις εκκλησίες είναι με τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό «αφελής».
Ο μισόκαλος θα βρει πολλούς τρόπους να σκανδαλίσει και να διαιρέσει το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Εμείς ως άνθρωποι αμαρτωλοί δεν θα κρίνουμε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Αυτό είναι στο κριτήριο του Θεού. Εμείς υποχρέωση έχουμε προς την ψυχή μας για τη σωτηρία μας, να προσευχηθούμε και για μας και για τους άλλους.
Ας μην επισύρουμε κριτική σε ανθρώπους και μάλιστα μοναχούς που πολεμούνται περισσότερο από τον δαίμονα. Γιατί θα κριθούμε κι εμείς με τις ίδιες παραμέτρους.
Τελειώνω με τον μεστό λόγο του γέροντας Παύλου της Μονής Κωνσταμονίτου στο Άγιον Όρος :
«Ο Θεός εσάς τους λαϊκούς θα σας κρίνει κρατώντας ξύλινη ράβδο, εμάς τους μοναχούς με σιδερένια…»


Σ.Σ.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Καιρός για μετάνοια.

Αδελφοί, ο τωρινός καιρός είναι καιρός για μετάνοια.

Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος, που δεν έπεσε καθόλου στα δίχτυα του εχθρού.

Μακάριος είναι για μένα και εκείνος που έπεσε στα δίχτυα του, αλλά κατόρθωσε να τα σκίσει και να του ξεφύγει όσο βρίσκεται στην παρούσα ζωή. Αυτός, ζώντας ακόμα σωματικά, μπόρεσε να ξεφύγει από τον πόλεμο και να σωθεί, όπως ξεγλιστράει το ψάρι από το δίχτυ. Γιατί το ψάρι και να πιαστεί, αν σκίσει το δίχτυ και ορμήσει προς το βυθό, όσο βέβαια είναι ακόμα στο νερό, σώζεται. Αν όμως το τραβήξουν στη στεριά, τότε πια δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του.

Έτσι και εμείς. Όσο είμαστε σε αυτή τη ζωή, έχουμε πάρει τη δύναμη και την εξουσία από το Θεό να σπάσουμε μόνοι μας τις αλυσίδες των θελημάτων του εχθρού, να πετάξουμε το φορτίο των αμαρτιών μας με τη μετάνοια και να σωθούμε, κερδίζοντας την βασιλεία των ουρανών. Αν όμως μας προφτάσει το φοβερό εκείνο πρόσταγμα, αν η ψυχή χωριστεί από το σώμα και το σώμα μπει στον τάφο, τότε δεν μπορούμε πια να βοηθήσουμε τον εαυτό μας (όπως ακριβώς συμβαίνει και με το ψάρι), που το τράβηξαν από το νερό και το έκλεισαν μέσα σε δοχείο.

Αδελφέ, μην πεις «Σήμερα αμαρτάνω και αύριο μετανοώ», γιατί δεν έχεις σιγουριά.

Στον Κύριο ανήκει η φροντίδα για το αύριο.


Άγιος Εφραίμ.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Η Αγιότητα

Στο Λευΐτικόν (ιθ 1-37) μας δίδεται από τον ίδιο τον Θεό μια καταπληκτική ερμηνεία στο ερώτημα «Ποιος είναι άγιος;». Ένα ερώτημα που δυστυχώς στις μέρες μας αναφέρεται και συναντάται με ειρωνική χροιά εκφερόμενο… Αυτά που γράφονται εκεί δεν ισχύουν μόνον για την Παλαιά Διαθήκη, αλλά είναι ρήματα του Θεού Πατέρα προς τον Μωϋσή με ανθρωπολογική και σωτηριολογική διαχρονικότητα. Εκεί λοιπόν γράφει πως ο άγιος: φοβείται (σέβεται) τον πατέρα του και τη μητέρα του, τηρεί τα Σάββατα, δεν προσκυνάει τα είδωλα, αγαπά τον πλησίον του, δεν λέει ψέματα, δεν απατά και δεν αδικεί. Δεν κακολογεί, δεν κρίνει άδικα, δεν συκοφαντεί, δεν μισεί, δεν κλέβει δεν ψεύδεται. Δεν ακολουθεί τους ανθρώπους με πνεύμα μαντείας, σέβεται τους γεροντότερους και τους έχοντες άσπρα μαλλιά, αγαπά τους ξένους και τους φέρεται όπως στους ομοεθνείς του. Και τέλος ο άγιος φυλάττει τον Νόμο του Θεού και τα Προστάγματα Αυτού. Σκοπός μας εδώ στη γη είναι να αγιάσουμε. Να γίνουμε πολίτες της Άνω Ιερουσαλήμ. Να πάρουμε την πόλη.
Την Άνω Πόλη…
Ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσουμε, ακόμα και ένα λεπτό πριν το τέλος. Το τέλος που όμως δεν ξέρουμε πότε θα έλθει. Το τωρινό λεπτό μπορεί να είναι και το τελευταίο μας. Οι Άγιοί μας το προσπάθησαν αυτό και το πέτυχαν με θείο ζήλο, με θείο έρωτα με κλαμένα μάτια, με υπομονή και προσμονή για την σωτηρία. Και τώρα αυτούς τους πρώην μονομάχους της φρικτής αρένας τους παρακαλούμε εμείς να μεσιτεύσουν για την δική μας σωτηρία.

Σ.Σ.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Στην καλύβα του Γέροντος Γρηγορίου.

Βαδίσαμε προς την καλύβα του γέροντα Γρηγορίου του Δικαίου της Νέας Σκήτης για εκείνη τη χρονιά, να ζητήσουμε φιλοξενία ως είθισται. Ανοίξαμε την παλαιά ξύλινη εξώπορτα και προχωρήσαμε μέσα σε κηπάκο από λαχανικά. Ο Γέροντας μαγείρευε στην κουζίνα και ήρθε να μας κάνει παρέα ένας Γερμανός που φιλοξενούταν στην καλύβα.
Ο Χανς μιλούσε πολύ καλά ελληνικά και η συζήτηση ήταν ευχάριστη. Το φαγητό έγινε. Σαλάτα με ντομάτα, αγγούρι, άνηθο. Ομελέτα με πατάτες. Περιττό να πω, οι γεύσεις από τη σαλάτα ήταν απίστευτες. Την βούτα στο ζουμί με το ψωμί, την ευχαριστήθηκα όσο ποτέ άλλοτε. Αυτό δεν ήταν ζουμί, ήταν Αμβροσία. Ε, και πώς να μην είναι αφού τα προϊόντα ήταν από το κήπο του, μακριά από συντηρητικά και λίπασμα μόνο κοπριά. Και για όσους πιστεύουνε, ήταν ακόμα πιο νόστιμα γιατί κατά την περιποίηση του κήπου, λέγεται αδιάλειπτα η ευχή ``Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με``, όπως και σε κάθε εργασία, ο μοναχός δεν σταματά να λέει την ευχή. Πάνω και πέρα από όλα βάζεις το Θεό να νοιαστεί ακόμα και για τα πιο απλά. Ούτε φύλλο δέντρου δεν πέφτει αν δεν αποφασίσει ο Θεός.
Ο Γέροντας, παρατήρησα, δεν έβαλε ούτε μισή μερίδα στο πιάτο του. Εμάς μας σέρβιρε παραπάνω από το κανονικό και επέμενε και μας έβαλε και το περίσσευμα και δεν έμεινε τίποτα. Ενώ αυτός έφαγε πολύ λίγο. Πως άντεχε; Από το πρωί στο πόδι στο Κυριακό, μετά να κάνει τις δουλειές στο κελί του, είναι και αγιογράφος και είχε και κάτι παραγγελίες που έπρεπε να κάνει για να βγάλει τα προς το ζην.
Μετά το φαγητό, ξεκουραστήκαμε λίγο στο κοιτώνα της Σκήτης και ανηφορίσαμε πάλι για την καλύβα του γέροντα για τον εσπερινό. Μας έψησε καφεδάκια και έπειτα μπήκαμε στο κελί του. Διώροφο, στο ισόγειο η κουζίνα και η τουαλέτα και στον πάνω όροφο το δωμάτιο του και το εκκλησάκι. Μικρό, ίσα που χωρούσε στριμωγμένους δέκα άτομα. Αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο. Διαβάσαμε τον εσπερινό, εναλλάξ όλοι μας, ενώ ο Γερμανός παρακολουθούσε με ενδιαφέρον. Πρωτόγνωρη εμπειρία. Τέσσερα άτομα σε ένα εκκλησάκι να κάνουμε την ακολουθία, μόνοι μας. Ο ήλιος ίσα που έμπαινε από το μοναδικό παράθυρο που το αγκάλιαζε μια κληματαριά.
Κατηφορίσαμε προς το Κυριακό της Σκήτης, όλοι μαζί αυτή τη φορά. Στο δρόμο, ο Γέροντας Γρηγόριος σταματάει και με την μαγκούρα πιάνει και κόβει ένα κλαδί δάφνης. Δίπλα στο Κυριακό ήταν το κοιμητήριο της Σκήτης και το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων που γιόρταζε αύριο. Έπρεπε να το ετοιμάσουμε για την αυριανή γιορτή. Ο εξωτερικός περίβολος ήταν σε άσχημη κατάσταση. Λόγω κάποιων εργασιών που είχαν γίνει πριν από κάποια χρόνια, ο εργολάβος είχε αφήσει γύρω από κοιμητήριο ξύλα και σίδερα πολλά και αμετακίνητα. Ίσα ίσα που φαινόταν οι τρείς ξύλινοι σταυροί, το μόνο σημείο που υποδηλώνει ότι εκεί είναι νεκροταφείο. Ούτε μάρμαρα, ούτε πολυτέλειες, ούτε υπόλοιπες εκδηλώσεις ματαιοδοξίας. Ένας απλός ξύλινος σταυρός και περίφραξη από πέτρες. Και σε τρία χρόνια ανακομιδή του λειψάνου και πια δεν υπάρχει τάφος, σταυρός. Δεν υπάρχει πια μετά θάνατον γήινη κατοικία. Μόνο ένας από τους τρείς σταυρούς ήταν μαρμάρινος και αυτό επειδή, λαϊκοί, από έξω από τον κόσμο προς τιμή του κεκοιμημένου γέροντα που αγάπησαν θέλανε να βάλουν. Όταν η κοσμικότητα μπαίνει στο Άγιο Όρος...
Με τσάπες βγάλαμε τα αγριόχορτα, ισιώσαμε το χώμα, κουβαλήσαμε πάγκους από την Τράπεζα του αρχονταρικιού για να καθίσουν όσοι θα ερχόντουσαν καθώς το εκκλησάκι ήταν μικρό. Το δάπεδο του το γεμίσαμε με τα φύλλα της δάφνης.
Η ώρα πήγε οκτώ. Πήγαμε ξανά στο κελί του Γέροντα και καθίσαμε στην αυλή μέχρι να μαγειρέψει το φαί. Με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι βλέπαμε το ηλιοβασίλεμα. Δεν το περιγράφω. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται.. Αλλά, όποιο ηλιοβασίλεμα και να δω, το συγκεκριμένο θα είναι το καλύτερο. Γιατί πουθενά αλλού στον κόσμο η ομορφιά δεν συμπλέκεται με τον μυστικισμό του τόπου. Πιάσαμε συζήτηση με τον Χανς. Το ρώτησα πως ήρθε στο Άγιον Όρος.
-Έρχομαι συνέχεια από τη δεκαετία του εξήντα. Η γυναίκα μου είναι Ελληνίδα. Σε μια εφημερίδα διάβασα για το Άγιο Όρος και από εκείνη τη στιγμή μου καρφώθηκε η ιδέα να πάω. Το ήθελα πολύ. Η γυναίκα μου δεν ήθελε. Κάλεσε τα αδέλφια και με απειλήσανε να μην πάω. Μάλιστα με περάσανε και για ομοφυλόφιλο. Όμως εγώ επέμενα και με αφήσανε με συνοδεία δύο αδελφών. Από τότε έρχομαι κάθε χρόνο και τώρα που πήρα σύνταξη τρείς φορές τον χρόνο. Ύστερα από δυό τρείς φορές πείστηκε και η οικογένεια μου, ότι όχι κακό, αλλά καλό μου κάνει και με αφήνουν. Και συνέχισε.
-`Εδώ, εμείς τα βλέπουμε ρομαντικά, θαυμάζουμε το ηλιοβασίλεμα, λέμε τι ωραία να μέναμε, αλλά τα πράγματα είναι δύσκολα. Ιδίως το χειμώνα. Μες στην μοναξιά. Για φαντάσου τι δύσκολα που είναι. Ο Γέροντας Γρηγόριος είναι ψυχούλα, ας μη φάει αυτός, αρκεί να φάει όλος ο άλλος κόσμος. Και έχει τόσες ανάγκες. Να, βλέπεις το κελί. Το μισό ετοιμόρροπο είναι.
Ο Γέροντας τηγάνισε σκουμπριά. Και σαλάτα. Ένα αυτός και από δύο με το ζόρι εμείς. Οι γάτες γύρω από το τραπέζι έσκουζαν και ήθελαν μεζέ.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό. Η ώρα είχε πάει δέκα. Υπό το αμυδρό φως των κινητών μας κατηφορίσαμε τα σκαλοπάτια της Σκήτης. Κανείς δεν κυκλοφορούσε. Από κάποιες καλύβες έβλεπες φώτα. Από κάποιες άλλες όχι. Πέσαμε ξεροί για ύπνο....

Ηλίας Βουτσινάς

Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Η προσευχή του παπά-Τύχωνα


«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού.»
Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χριστού! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χριστού, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαριστήσει, έστω κι αν είχε Αγγελικό νούν; Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα. Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγιά Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψει τις πληγές σας! Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξιώσει με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνομε τα πανάχραντά Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήσει να πλύνει τις αμαρτίες μας και θα μας ανοίξει τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και τους Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.
Ιερομόναχος Τύχων - Άγιον Όρος

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

Μνημόσυνα

Τελικά, καταλαβαίνουμε τι είναι τα μνημόσυνα ;

Είναι για να καθίσουμε άλλα δέκα λεπτά στην εκκλησία αδημονώντας να πάρουμε το αντίδωρο; Είναι μια αναγκαία αγγαρεία; Είναι μία ευκαιρία να συναντηθούμε με παλαιούς γνώριμους και συγγενείς; Είναι ακόμη ένα κόλπο των παπάδων για να “τα παίρνουν” από ζωντανούς και πεθαμένους; Τι είναι τελικά;

Στο Άγιον Όρος όταν γίνεται μνημόσυνο, οι παρευρισκόμενοι εύχονται “και στα δικά μας”. Εύχονται να υπάρξει και για αυτούς μνημόνευση, να υπάρξουν και για αυτούς άνθρωποι που θα τους σκέπτονται και που θα προσευχηθούν για την σωτηρία και της δικής τους ψυχής. Μιας ψυχής που μετά τον θάνατο μένει στάσιμη και δεν μπορεί να έχει καμία ροπή ούτε προς το καλό, ούτε προς το κακό. Μιας ψυχής που περιμένει από εμάς να κάνουμε κάτι για αυτήν. Να προσευχηθούμε, για την σωτηρία της, να την μνημονεύσουμε, να κάνουμε Σαρανταλείτουργα, ελεημοσύνες, αγαθοεργίες. Γιατί αυτή η ίδια δεν μπορεί να κάνει τίποτα πλέον. Και καλά για τις ψυχές που λαμβάνουν θαλπωρή Παραδείσου. Αυτές είναι μάλλον καλά. Για τις άλλες, που ακούν τον κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων; Γι’ αυτές τις ψυχές που μας παρακαλάνε να κάνουμε εμείς οι ζωντανοί κάτι;

Το μνημόσυνο δεν κρατάει πάνω από δέκα λεπτά . Όσο να προσευχηθούμε με ένα εκατοστάρι κομποσχοίνι “Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον την ψυχήν του δούλου σου…. τάδε”, έχει τελειώσει. Ας μην αγανακτούμε, ας μην συζητούμε και ας μην αδημονούμε για το τελείωμά του. Ας προσευχόμαστε για την σωτηρία του κεκοιμημένου. Στο κάθε μνημόσυνο ο άγγελος κατεβάζει την ψυχή του μεταστάντος εκεί μαζί με μας. Εκείνη την στιγμή, όπως έλεγε και ο γέροντας Παίσιος, δίνουμε στην ψυχή αυτή μια δροσιστική πορτοκαλάδα. Οι ψυχές των κεκοιμημένων έχουν ανάγκη την μνημόνευση. Την περιμένουν με αγωνία βρισκόμενες πιο κοντά στην τελική Κρίση απ’ ότι εμείς. Ας το θυμόμαστε πάντα αυτό.

Άντε και στα δικά μας…

Σ. Σ.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2008

Θεοσεβές πνεύμα

Όταν δεν έχεις χρόνο να ασκηθείς στην προσευχή, τότε όσο το δυνατόν περισσότερο, κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε ασχολίας, απέκτησε ένα θεοσεβές πνεύμα, δηλαδή έχε τον Θεό στην ενθύμηση σου και ασκήσου με κάθε τρόπο, με τα πνευματικά σου μάτια, να τον δεις ενώπιον σου με σεβασμό και αγάπη. Και αισθανόμενος τον Θεόν σαν να ήταν πραγματικά ενώπιον σου, με υπάκουη ευλάβεια σε όλες τις πράξεις σου, δεσμεύσου στην Παντοδυναμία Του, Πανταχού Παρουσία Του και Παντογνωσία Του, με τέτοιο τρόπο, που σε κάθε σου πράξη, λέξη και σκέψη, να θυμάσαι τον Θεό και το Άγιο θέλημα Του. Αυτό εν ολίγοις, είναι τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα πνεύμα προσευχής. Για έναν που αγαπά την προσευχή πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, με σταθερή βαθειά προσοχή, να τοποθετήσει την δική του αντίληψη κάτω από την αντίληψη του Θεού, και ταπεινά και με ευλάβεια να υποτάξει τον εαυτό του στον Θεό.


Γέρων Αγάπιος ο τυφλός