Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ο Πνευματικός Λεόντιος.




Του Ιερομονάχου Αντωνίου () από το βιβλίο «Αγιορείτες Πατέρες του ΙΘ΄αιώνος»



Ο π. Λεόντιος γεννήθηκε στην Ουκρανία. Ένα χρόνο μετά την γέννηση του εκοιμήθη η μητέρα του, και ο πατέρας του τον έδωσε σ’ έναν πλούσιο άτεκνο Μολδαβό. Σε ηλικία είκοσι δύο ετών ο π. Λεόντιος δραπέτευσε από τον παιδαγωγό του και κρύφθηκε στην Μονή Καλνταρουσάνι, που βρίσκεται σε απόσταση είκοσι βέρστια από το Βουκουρέστι. Εκεί έζησε δεκαέξι χρόνια. Κατόπιν κατευθύνθηκε προς το Άγιον Όρος μαζί με έναν φίλο του, τον οποίον ο ίδιος αργότερα έκειρε μοναχό, δίδοντας του το όνομα Αντώνιος. Οι δύο μοναχοί εγκαταστάθησαν στην Μολδαβική Σκήτη Λάκκου, όπου ο π. Λεόντιος έζησε ως την κοίμησή του, τριάντα πέντε έτη.
- Όταν προσήλθα στη μοναχική πολιτεία διηγείτο ο π. Λεόντιος σ’ έναν συνομιλητή του, ο Γέροντας μου έδωσε την εξής συμβουλή: Εκτός από την εξομολόγηση προ της κουράς για όσα συνέβησαν στον κοσμικό βίο, πάντοτε πρέπει να αποκαλύπτομε τους λογισμούς μας και να έχομε τελεία υπακοή. Τους αδελφούς μας να τους θεωρούμε ως αγγέλους και να τους υπηρετούμε όπως τον ίδιο τον Θεό. Πρέπει επίσης να προσέχομε τον νου από τους διάφορους λογισμούς, αλλά και τις αισθήσεις.
Σύντομα τον χειροτόνησαν ιεροδιάκονο. Ο προσωπικός του κανόνας στο κελλί ήταν ο εξής: τριακόσιες εδαφιαίες μετάνοιες με την «ευχή του Ιησού» και αντί για μικρές μετάνοιες ανάγνωσις του αγίου Ευαγγελίου. Τις μεγάλες μετάνοιες συνέχιζε να τις κάνει ακόμη και στα βαθιά του γεράματα, μαζί με την αδιάκοπη νοερά προσευχή. Ο Γέροντας, όσο αισθανόταν τις δυνάμεις του, δεν εγκατέλειπε ούτε τις σωματικές ασκήσεις. Έλεγε δε ότι είναι δυνατόν να κάνει κάποιος χίλιες μετάνοιες και να μην αισθάνεται σωματική κόπωση, ενώ άλλος μετά τις πενήντα να χάνει την αναπνοή, οπότε και αυτός εξισώνεται με όσους κάνουν τις χίλιες.
- Εμείς, Γέροντα, είπε κάποιος συνομιλητής, τρώμε και πίνομε πολύ, κοιμόμαστε επίσης αρκετά, αλλά οι δυνάμεις μας είναι μέτριες.
- Αν δεν δώσετε στο σώμα ότι είναι αναγκαίο, ακόμα περισσότερο θα αδυνατίσετε, απήντησε ο π. Λεόντιος. Ο όσιος Παΐσιος είδε κάποτε έναν αδελφό μετά από διήμερη νηστεία να έχει εξαντληθεί τελείως∙ τόσο αδύναμος ήταν, ώστε δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από τη γη. Ο όσιος παραξενεύτηκε, επειδή ο ίδιος πέρασε εξήντα ημέρες χωρίς να φάγει τίποτε, και εν τούτοις δεν έχασε τις δυνάμεις του. Τότε του εμφανίσθηκε ο Κύριος και του είπε:
- Μη σκέπτεσαι έτσι∙ εσύ ενήστευσες με την χάρη μου, ενώ εκείνος με την δύναμή του και με μεγάλη δυσκολία.
- Και τι είδους έπαινο θα λάβει εκείνος; συνέχισε ο  Παΐσιος.
- Όμοιο με τον ιδικόν σου! απήντησεν ο Κύριος.
Και εδώ στην σκήτη, συνέχισε ο Γέροντας, υπάρχουν μοναχοί που νηστεύουν δυο και τρείς ημέρες, ακόμη και μία εβδομάδα∙ αλλά αυτό γίνεται με τη βοήθεια της χάριτος!
Αν θέλεις, λέγει ο Μέγας Αντώνιος, να εξετάσεις κάποιον που είναι ονομαστός, αν πράγματι είναι πνευματικός άνθρωπος, ατίμωσε τον και ταπείνωσέ τον∙ στην περίπτωση που θα υπομείνει, όντος είναι τέλειος∙ αν όμως δεν το σηκώσει, δεν έχει τίποτε το πνευματικό. Όταν δε κάποιος σε ταπεινώνει, και συ δεν χάνεις την αγάπη προς αυτόν, τότε είσαι στον δρόμο του Θεού.
 Ο Γέροντας, όταν λόγω ανάγκης έπρεπε να πάει σε σκήτη, σε μοναστήρι ή κάπου αλλού, πριν αναχωρήσει από το κελλί του έκανε μερικές μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, για να είναι εις θέσιν να υπομείνει χωρίς ταραχή όσα τυχόν θα του συνέβαιναν. Έλεγε δε πως χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία δεν πρέπει ο μοναχός να εξέρχεται από το κελλί του.
Ο ίδιος πήγε κάποτε στις Καρυές, σ’ έναν Βούλγαρο γνωστό του, ο οποίος τον δέχθηκε με αγάπη∙ δεν είχε χρόνο όμως να μείνει αμέσως μαζί του και του υπέδειξε τον τόπο για να ξεκουρασθεί στο αρχονταρίκι, ώσπου να τακτοποιήσει όλες τις δουλειές. Ο Γέροντας εισήλθε προσευχόμενος στον χώρο υποδοχής, υποκλίθηκε κατά την συνήθεια και είπε:
- Ευλογείτε!
Εκείνη την στιγμή βρισκόταν εκεί ένας μοναχός, ο οποίος ξαφνικά άρχισε να του επιτίθεται με ύβρεις. Ξαφνιασμένος ο επισκέπτης, κατάφερε μόνο να επαναλαμβάνει:
- Έτσι είναι, πάτερ, έτσι είναι, αλήθεια λες.
Ο μοναχός έφυγε, για να αναζητήσει μπαστούνι∙ επειδή όμως σε όλο το αρχονταρίκι δεν βρήκε τίποτε ανάλογο, έτρεξε προς τα έξω. Ο Γέροντας έμεινε να τον περιμένει, και αναστενάζοντας προς το μέρος της Θεοτόκου μονολόγησε: «Ιδού Λεόντιε, απόδειξε τώρα για ποιο πράγμα προετοιμάσθηκες!» Η πίστις όμως στην Θεοτόκο δεν τον εγκατέλειψε. Ήλπιζε ότι Αυτή θα τον ενδυναμώσει τόσο, ώστε δεν θα εξαντλείτο η υπομονή του πριν σταματήσουν να τον κτυπούν.
Και τότε, να! Τρέχει εκείνος, ο υβριστής. Ο Γέροντας περίμενε ότι θα ορμούσε εναντίον του, αλλ’ αυτός έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε για συγχώρηση. Κάποιος Βλάχος, που έμοιαζε με τον π. Λεόντιο, τον είχε λυπήσει, και εκείνος νόμισε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Όταν όμως έτρεξε κάτω για το ραβδί, συναντήθηκε με τον οικοδεσπότη που τον ρώτησε για τον πνευματικό Λεόντιο, και τότε αντελήφθη το λάθος του. Πήγε γρήγορα να ζητήσει συγχώρηση, ο άκακος όμως επισκέπτης είδε την ταπείνωση και την συντριβή και του είπε:
- Ο Θεός να σε συγχωρήσει∙ κάνε μόνον έναν μικρό κανόνα: εκατό μετάνοιες στην Θεοτόκο!
Μόλις εκείνος άρχισε να προσκυνεί, ο Γέροντας είδε την ειλικρίνεια της μετανοίας του και τον σταμάτησε, λέγοντας:
- Εν τάξει, φθάνει!
Ο π. Λεόντιος ήταν μορφωμένος, σοφός και με αγαθή ψυχή. Όσοι πλησίαζαν για εξομολόγηση, του θεράπευε και τους παρηγορούσε τόσο, ώστε έφευγαν χαρούμενοι.
Για τον ασκητή Ιλαρίωνα τον Γεωργιανό (Όσιος Ιλαρίων ο Αθωνίτης, 14 Φεβρουαρίου) ο γέρων Λεόντιος είχε ακούσει πριν ακόμη έλθει στο Άγιον Όρος και φθάνοντας, αμέσως τον επισκέφθηκε με διερμηνέα. Εκείνος του μίλησε για τους κανόνες της καρδιακής ευχής και για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στη μοναχική ζωή. Ως τότε δεν είχε ασχοληθεί με την νοερά προσευχή, μολονότι το επιθυμούσε∙ διότι χωρίς έμπειρο καθοδηγητή δεν ήθελε να αρχίσει. Αργότερα συνέχισε να συμβουλεύεται τον Γεωργιανό Γέροντα, μερικές φορές μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιλαρίων πήγαινε σε αυτόν
Ο π. Λεόντιος κατέστη βαθύς γνώστης της νοεράς προσευχής και αργότερα την εδίδαξε στον Μολδαβό π. Αντίπα, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Ρωσία και τελείωσε την επίγειο πορεία του στην Μονή Βαλαάμ.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
- Σε θορυβώδες και πολυάνθρωπο μοναστήρι, εξ αιτίας των ποικίλων χαρακτήρων της αδελφότητος, είναι δύσκολο να διαφυλάξει κανείς την νήψη∙ αλλά, όταν έχει φθάσει την τελεία υπακοή και διαρκώς εξομολογείται τους λογισμούς και με τέτοιες συνθήκες σώζεται.
- Ότι και αν κάνει ο άνθρωπος, όπου και αν πάει, όλα τα πραγματοποιεί με την προσευχή του Ιησού.
- Ο ίδιος ο Σωτήρας μας, έζησε τριάντα τρία έτη στην γη και έκανε υπακοή στον Ιωσήφ και στην Μητέρα του. Κανείς δεν τον είδε να γελά, ενώ να κλαίει τον είδαν μερικές φορές. Μ’ αυτόν τον τρόπο έδειξε πώς να βαδίζομε την οδό της σωτηρίας.
- Η καθαρά συνείδησις μόνη της προβάλλει την προτεραιότητα της εσωτερικής ζωής έναντι της εξωτερικής!
Για τον αγώνα εναντίον των παθών ο Γέροντας συμβούλευε:
- Αν κάτι σου επετέθη, και σε αναστάτωσε, επί παραδείγματι η ζήλεια προς τον αδελφό, αναζήτησε αμέσως σε βιβλίο την σχετική διδαχή κάποιου γέροντος και διάβασε την. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα πάθη∙ αμέσως αναζήτησε την ανάλογη σελίδα. Έτσι, είναι ευκολότερο στον άνθρωπο να αμύνεται εναντίον των παθών.
- Όποιος έχει υπακοή και ταπείνωση, προοδεύει στην πνευματική ζωή χωρίς να το καταλαβαίνει.
- Αν συμβεί μοναχός, έστω και νέος, να ομιλεί περί του θείου φόβου ή γενικώς περί της οδού σωτηρίας, πρέπει να τον ακούτε και κατά το δυνατόν να εφαρμόζετε τα λεγόμενα∙ ενώ, αν κάποιος έχει λευκή γενειάδα, διδάσκει όμως αντίθετα προς τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων, και αν ακόμη είναι πνευματικός όπως εγώ, αυτόν δεν πρέπει να τον ακούτε καθόλου.
- Πρέπει διαρκώς να έχομε μνήμη θανάτου και δάκρυα, διότι αυτή είναι η οδός της μετανοίας∙ άλλη οδός, εκτός από αυτή, δεν υπάρχει.
Ο π. Λεόντιος είχε εύρωστο σώμα και ακόμη ζωηρότερη την ελπίδα προς τον προνοητή Θεό. Πολλές φορές μετέφερε στους ώμους του από το Ρωσικό ή από άλλα απομεμακρυσμένα μέρη σάκκον γεμάτον με παξιμάδια και άλλα τρόφιμα, που το βάρος τους ήταν περίπου τριάντα οκάδες. Εν τούτοις, τα περισσότερα και τα καλύτερα τα μοίραζε στους πτωχούς, στους αρρώστους και στους υπερήλικες. Για τον εαυτό του άφηνε μόνο παξιμάδι ή κάτι άλλο το οποίο δεν χρειαζόταν να μαγειρευθεί.
Ο υποτακτικός του, ο π. Αθανάσιος, σπανίως έβγαινε από την σκήτη και μόνον για ότι ήταν απαραίτητο. Σχετικά με την διατροφή φρόντιζε ο ίδιος ο Γέροντας, ο δε μαθητής καθόταν σαν μικρό παιδί στην κατοικία τους και έτρωγε τα έτοιμα.
Ο π. Λεόντιος εκοιμήθη εν Κυρίω την 25η Μαΐου του έτους 1876. Τον έκλαψαν όλα τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και εκείνοι που ωφελήθηκαν και παρηγορήθηκαν από τις πνευματικές του διδαχές.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

Γερο-Παϊσίου επίσκεψη



Του Μον. Μωϋσή Αγιορείτου () από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο. Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες; Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη. Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ‘πε. Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ‘πε.  Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω που θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;… Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη. Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει. Το πρωί μου εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.


Για τα πάθη

Του Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Ο άνθρωπος που ζει τις μέρες του με αμέλεια, ξεγελά τον εαυτό του, χωρίς διόλου να συλλογίζεται τα αγαθά που ο Κύριος ετοίμασε για τους δικαίους, ούτε την τιμωρία που είναι ετοιμασμένη για τους αμαρτωλούς, αλλά απεναντίας οδηγεί τον εαυτό του με αφοβία. Σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο ο Πονηρός κατορθώνει κάθε σαρκική επιθυμία∙ και δεν μπορεί αυτός να το αντιληφθεί, όπως δεν μπορεί να αντιληφθεί και η πύλη μιας πόλης εκείνους που μπαίνουν και βγαίνουν απ’ αυτήν∙ διότι η επιθυμία, που μπήκε στο νου του, σκέπασε τελείως τα μάτια του. Τους αγωνιστές όμως τους πολεμά ο Εχθρός με διαφορετικό τρόπο. Και πριν βέβαια να πραγματοποιηθεί η ανομία, ο Εχθρός την μικραίνει μπροστά τους πάρα πολύ∙ και κυρίως την επιθυμία της ηδονής, τόσο πολύ την μικραίνει, σαν να χύνει δηλαδή κανείς ένα ποτήρι κρύο νερό στο χώμα. Κατά τον ίδιο τρόπο μικραίνει ο Εχθρός την αμαρτία στα μάτια του αδελφού προτού να την πραγματοποιήσει. Ύστερα όμως από την πραγματοποίησή της, τόσο πολύ μεγαλοποιεί ο Πονηρός την ανομία εκείνου που έπεσε σ’ αυτή, όσο τίποτε άλλο. Ακόμη, σηκώνει εναντίον του κύματα απελπισίας, και συχνά μάλιστα παρατάσσει εναντίον του με παραβολές, υπαγορεύοντάς του τέτοια και του λέει∙ «Τι έκανες, άνθρωπε που ανώφελα κοπιάζεις; Τώρα θα σου μάθω με τι μοιάζει η εργασία σου. Μοιάζεις με κάποιον που φύτευσε για τι εαυτό του ένα αμπέλι και το περίφραξε και το φύλαξε, ωσότου έκανε καρπό∙ και αφού το τρύγησε, γέμισε τα πιθάρια του με κρασί από το αμπέλι του. Και έπειτα, αφού σηκώθηκε απότομα και πήρε ένα τσεκούρι, κομμάτιασε τα πιθάρια, και το κρασί χύθηκε και πάει. Μ’ αυτόν μοιάζει η εργασία σου». Αυτά υπαγορεύει ο Πονηρός στον αδελφό, θέλοντας να τον ρίξει στον βυθό της απελπισίας.
Γνωρίζοντας λοιπόν από πριν, αγαπητέ, αυτές τις πανουργίες του Εχθρού, απόφευγε τις αμαρτίες. Και αν συμβεί να παρασυρθείς σε κάποιο παράπτωμα, μην παραμένεις στο παράπτωμα, αλλά σήκω επάνω και γύρισε πίσω στον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, για να σωθεί η ψυχή σου. Πες μάλιστα στον πονηρό λογισμό∙ «Αν και κομμάτιασα τα πιθάρια και άφησα να χυθεί το κρασί, όμως το αμπέλι υπάρχει, και ο Δεσπότης είναι μακρόθυμος και πολυεύσπλαχνος και ελεήμων και δίκαιος∙ και ελπίζω, με τη βοήθεια της αγαθότητάς του, ότι πάλι θα καλλιεργήσω και θα φυλάξω το αμπέλι του, και θα γεμίσω τα πιθάρια του, όπως προηγουμένως. Διότι λέει με τον προφήτη Ησαΐα∙ “Αν οι αμαρτίες σας είναι σαν το χρώμα της πορφύρας, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι, και αν είναι κόκκινες θα τις λευκάνω σαν το λευκό μαλλί. Και αν θελήσετε να με ακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Αν όμως δε θελήσετε να με ακούσετε, θα σας φάει η μάχαιρα∙ διότι αυτά τα διακήρυξε το στόμα του Κυρίου” (Ησ. 1, 18-20)». Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.