Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;



 του Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου


 Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού. Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής. Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς  Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!...
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου - Δεκεμβρίου 1984

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Κάθαρσις





Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ - παφ, παφ, παφ, παφ -, «έχετε λίγη σκόνη» να είπω «κύριε Άλφα».
Ύστερα έπρεπε να περιμένω στη γωνιά, κι όταν αντίκριζα την κοιλιά του άλλου, αφού θα 'χα επί τόσα χρόνια παρακολουθήσει τα αισθήματα και το σφυγμό της, να σκύψω άλλη μια φορά και να ψιθυρίσω εμπιστευτικά: «Ωχ, αυτός ο Άλφα, κύριε Βήτα...»
Έπρεπε πίσω από τα γυαλιά του Γάμμα, να καραδοκώ την ιλαρή ματιά του. Αν μου την εχάριζε, να ξεδιπλώσω το καλύτερο χαμόγελό μου και να τη δεχθώ όπως σε μανδύα ιππότου ένα βασιλικό βρέφος. Αν όμως αργούσε, να σκύψω για τρίτη φορά γεμάτος συντριβή και ν' αρθρώσω: «Δούλος σας, κύριε μου».
Αλλά πρώτα πρώτα έπρεπε να μείνω στη σπείρα του Δέλτα. Εκεί η ληστεία γινόταν υπό λαμπρούς, διεθνείς οιωνούς, μέσα σε πολυτελή γραφεία. Στην αρχή δεν θα υπήρχα. Κρυμμένος πίσω από τον κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θα οσφραινόμουν. Θα είχα τρόπους λεπτούς, αέρινους. Θα εμάθαινα τη συνθηματική τους γλώσσα. Η ψαύσις του αριστερού μέρους της χωρίστρας θα εσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ένα επίμονο τίναγμα της στάχτης του πούρου θα έλεγε: «σύμφωνος». Θα εκέρδιζα την εμπιστοσύνη όλων. Και, μια μέρα, ακουμπώντας στο κρύσταλλο του τραπεζιού μου, θα έγραφα εγώ την απάντηση: «Ο αυτόνομος οργανισμός μας, κύριε Εισαγγελεύ...»
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες!
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαρας μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει.
Σήμερα επήρα τα κλειδιά κι ανέβηκα στο ενετικό φρούριο. Επέρασα τρεις πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπά τείχη, με ριγμένες επάλξεις. Όταν βρέθηκα μέσα στον εσωτερικό, τρίτο κύκλο, έχασα τα ίχνη σας. Κοιτάζοντας από τις πολεμίστριες, χαμηλά, τη θάλασσα, την πεδιάδα, τα βουνά, ένιωθα τον εαυτό μου ασφαλή. Εμπήκα σ' ερειπωμένους στρατώνες, σε κρύπτες όπου είχαν φυτρώσει συκιές και ροδιές. Εφώναζα στην ερημία. Επερπάτησα ολόκληρες ώρες σπάζοντας μεγάλα, ξερά χόρτα. Αγκάθια κι αέρας δυνατός κολλούσαν στα ρούχα μου. Με ήβρε η νύχτα…
(1928)
                                                                               Κ. Καρυωτάκης

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο.





Του Ν. Θ. Μπουγάτσου από το βιβλίο «Καπιταλισμός και Ορθόδοξος Χριστιανισμός»



Οι «θέσεις» του Χριστιανισμού για τον πλούτο (πρόχειρα και συντομότατα) είναι οι εξής:
1. Τρόποι αποκτήσεως του πλούτου. Η πλεονεξία, η κληρονομιά ή κάποια βία (π.χ. πόλεμος), λέει ο Χρυσόστομος είναι αιτία πλουτισμού. Αλλά «αυτός που επίμονα επιθυμεί τον πλουτισμό, λέει ο Θεοδώρητος ο Κύρου, και τα πάντα χρησιμοποιεί για να τον αποκτήσει, δεν θα κορέσει την επιθυμία του ποτέ».
2. Ο πλούτος είναι του Θεού. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», γράφει ο Δαυίδ κι επαναλαμβάνει ο Παύλος. Αφού «η ψυχή σου δεν είναι δική σου, λέει ο Χρυσόστομος, πως τα χρήματα είναι δικά σου;... Τα πλούτη δεν είναι δικά μας, αλλά, του Δεσπότη (Χριστού)».
3. Ο Θεός επιτρέπει τον πλούτο. Ο άνθρωπος, λέει ο Χρυσόστομος, γίνεται πλούσιος γιατί ο Θεός του δίνει ή στους περισσότερους γιατί ο Θεός το επιτρέπει. Οι Καλβινιστές, υποστηρίζουν κατά τον Βέμπερ πως ο πλούτος πάντοτε είναι ευλογία Θεού. Ενώ η Ορθόδοξη άποψη (ο Χρυσόστομος) δέχεται πως ορισμένες φορές ο Θεός απλώς ανέχεται τον ανήθικο πλουτισμό.
4. Χρειάζεται μέτρο στην απόλαυση του πλούτου. Παραστατικότατο είναι το παράδειγμα του Κλήμη του Αλεξανδρινού: Είναι απαραίτητο το «μέτρο στο παπούτσι… Το περιττό είναι το βάρος» και στο πόδι και στο σώμα και στην ψυχή. Αλλά «πλεονεξία είναι, λέει ο Νείλος, όχι μόνο να φροντίζει πως θα αφαιρέσει την ξένη (περιουσία) αλλά και το να θέλει να έχει κάτι παραπάνω απ’ την αυτάρκεια». «Καθορίστε μέτρα για τη χρήση του (υλικού) βίου. Δεν  είναι όλα δικά μας, αλλά (ένα) μέρος ας είναι και των πτωχών, των αγαπητών του Θεού», γράφει ο Γρηγόριος ο Νύσσης.
5. Ο πλουτισμός προκαλεί πολλούς ηθικούς κινδύνους. Κατ’ αρχήν «είναι σχεδόν αδύνατον, εκτός σπανίας περιπτώσεως, το να συσσωρεύσεις υλικό πλούτο χωρίς αμαρτία», λέει ο επίσκοπος Αστέριος. Όλα αυτά τα υπονοεί η έκφραση του Κυρίου: «Για κείνους που έχουν τα χρήματα πόσο δύσκολο είναι να μπουν στη βασιλεία του Θεού».
6. Ο Καπιταλισμός (το φιλόπλουτο πνεύμα) βρίσκεται σε τέλεια αντίθεση με τον Χριστιανισμό. Ο Καπιταλιστής (κεφαλαιοκράτης) είναι ένα συγχρονισμένο είδος του πλεονέκτη και του φιλόπλουτου, που καταλήγει να γίνει ο «άφρων πλούσιος». Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτηρίζει πλεονέκτη «αυτόν που δεν παραμένει επίμονα στην αυτάρκεια» κι ο Γρηγόριος ο Παλαμάς «αυτόν που κάνει δικά του ότι ο Θεός εδημιούργησε για όλους». Ο Χρυσόστομος προβάλλει καθαρά την αντίθεση: «Ο Χριστός, λέει, δίνεται σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη, συγχώρησε αυτούς που σε αδικούν και σχεδιάζουν κακά εναντίον σου, να αγαπάς τους ανθρώπους και να είσαι ήμερος. Η φιλαργυρία (ο Καπιταλισμός) λέει, άρπαξε (κι απ’) αυτούς που έχουν ανάγκη, φτιάνε παγίδες (και) γι’ αυτούς που καθόλου δε σε αδίκησαν, να είσαι ωμός και σκληρός και να μην υπολογίζεις τα δάκρυα των φτωχών». Κι αλλού λέει ο ίδιος ο Χρυσόστομος: «Αυτός που με μανία αγαπά τα χρήματα όχι μόνο τους εχθρούς (του) δεν θα αγαπήσει, αλλά και τους φίλους του θα χρησιμοποιήσει σαν εχθρούς». ¨Κανείς , λέει ο Κύριος Ιησούς, δεν μπορεί  να δουλεύει σε δύο κυρίους… Δεν μπορείτε να υπηρετείτε (και) το Θεό και το Μαμωνά». Κι ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του «άφρονα πλουσίου» συμπεραίνει: «Αυτά παθαίνει εκείνος που θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν φροντίζει να γίνει πλούσιος ως προς το Θεό». Κι ο Παύλος λέει για τη διαστροφή των χριστιανών απ’ τη φιλαργυρία: «Η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Εξ’ αιτίας αυτού του πάθους, μερικοί (χριστιανοί) πλανήθηκαν απ’ την πίστη και εκάρφωσαν τον εαυτό τους με πολλά βάσανα.
7. Ο χριστιανός είναι διαχειριστής (οικονόμος) της περιουσίας του Θεού. Τα τάλαντα που μας δίνει ο Θεός πρέπει να τα καλλιεργούμε και να τα χρησιμοποιούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. «Η εντολή του Κυρίου, λέει ο Μέγας Βασίλειος, (μας συνιστά) όχι να πετάξεις (την περιουσία σου) σαν νάναι κάτι κακό και να φύγεις, αλλά (σε) εκπαίδευσε να την διαχειρισθείς (καλά), (γιατί ο πλούτος) δίνεται από τον Θεό για να τον διαχειριστείς (καλά)». Και ο προφήτης Αγγαίος χαρακτηριστικά λέει για τον χωρίς αφοσίωση στο Θεό πλούσιο, ότι «μαζεύει τα χρήματά του απ’ τους κόπους του και τα ρίχνει σ’ ένα τρύπιο πουγκί». Και ο τρόπος και το είδος της αποδόσεως στην καλλιέργεια των ταλάντων, που αναφέρει ο Κύριος στη σχετική παραβολή βρίσκεται στο συμπέρασμα της παραβολής του άφρονα πλουσίου. Δηλαδή «να γίνεις πλούσιος ως προς τον Θεόν», στις αρετές, στην αγιότητα, κι άσχετα από το χρηματικό κεφάλαιο, το χρήμα. (Κι όμως αντίθετα υποστηρίζει ο κεφαλαιοκράτης-αστός).
8. Κριτήριο για το χριστιανό είναι η πραγματική αρετή κι όχι ο πλούτος. Την πραγματική αρετή, λέει ο Χρυσόστομος δεν μπορεί να την διαστρέψει ο πλούτος, αφού «αυτός που έγινε δούλος του Χριστού, δεν είναι δούλος, αλλά απόλυτος κύριος του Μαμωνά». Και συμπεραίνει: Τα πλούτη «θέλω να τα έχετε αποκτήσει με (πνευματική) ασφάλεια, (και) με τον τρόπο που πρέπει (σε χριστιανούς). (Δηλαδή σεις να βρίσκεστε) στη θέση του απολύτου κύριου κι όχι στη θέση του δούλου (των χρημάτων), και να τα κυβερνάς και να μην σε κυβερνούν, να τα μεταχειρίζεσαι (καλά) και όχι κακά. «Χρήματα» λέγονται για να τα χρησιμοποιούμε στις απαραίτητες υπηρεσίες (κι) όχι να τα φυλάμε, γιατί τα φυλάνε οι υπηρέτες, ενώ το αφεντικό τα χρησιμοποιεί». «Τον φίλο (όμως) και τον εχθρό του Θεού να μη τους εξετάζεις απ’ την (υλική) ευημερία ή την δυστυχία, αλλά απ’ την συμπεριφορά και την ευσέβεια». Ακριβώς δηλαδή αντίθετα απ’ τον Καλβινισμό κατά τον Βέμπερ.
9. Ο χριστιανός με την εργατικότητά του, την πειθαρχημένη και οικονομική ζωή του δεν αποκτά πλούτη, γιατί πιστεύει πως «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος...» και τα προσφέρει σ’ αυτούς που έχουν ανάγκη. «Αυτός, λέει ο Μέγας Βασίλειος, που βιάζεται να γίνει τέλειος (χριστιανός) εργάζεται ημέρα και νύχτα, για να έχει να προσφέρει σ’ αυτόν που έχει ανάγκη». Στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου ένας ασκητής, ο Δωρόθεος, έκτιζε κάθε χρόνο ένα σπιτάκι και το χάριζε σε πτωχό που δεν είχε σπίτι.
10. Τα χρήματα είναι όργανο (εργαλείο) που η χρήση του βαθμολογεί την αρετή του ανθρώπου. Ο πλούτος δεν έχει καμιά πραγματική (πνευματική) αξία, μόνον ο άνθρωπος με τη χρήση του μπορεί να τον αξιοποιήσει. Στην Αίγυπτο μια πλούσια πόρνη μετάνιωσε και θέλησε να μπεί στην εκκλησία, να εξομολογηθεί και να επικοινωνήσει με τη χριστιανική κοινότητα. Ο επίσκοπος της ζήτησε τότε να κάψει δημόσια τα χρήματα της, που είχε αποκτήσει απ’ την πορνεία κι έπειτα να μπεί στον ναό, γιατί τα πλούτη της ήταν ηθικά μολυσμένα (όχι να τα δωρίσει στους πτωχούς ή στο ναό). Εδώ φαίνεται καθαρά η χριστιανική αντίληψη για τον πλούτο. Ο οικονομολόγος ή ο Καπιταλιστής εκτιμά τον πλούτο απ’ την ποσότητα (λογιστικά - υλικά), ενώ ο χριστιανός τον εκτιμά απ’ την ποιότητα. Θυμηθείτε το δίλεπτο της χήρας, που γι’ αυτό ο Κύριος είπε «η χήρα αυτή η πτωχή, πλείον πάντων έβαλε».
11. Το μέγεθος της φιλαλληλίας είναι αντιστρόφως ανάλογο με το μέγεθος του πλούτου. Ο Μέγας Βασίλειος είπε: «Όσον πλεονάζεις τω πλούτω τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη». Δηλαδή ο πραγματικός χριστιανός δεν μπορεί να είναι πλούσιος όσον υπάρχουν άνθρωποι φτωχοί.
12. Ο χριστιανός καπιταλιστής είναι χειρότερος από τον μη χριστιανό. «Για να μη σκοτιστεί και να λάμψει το Θείο (πνεύμα, μέσα στη) γαληνεμένη ψυχή μας και να μη ταράζεται από κανένα πάθος, πρέπει… να παύσεις να φροντίζεις για τα πλούτη», λέει ο Μέγας Βασίλειος. «Αυτοί (όμως) που εγκατέλειψαν τις κοσμικές φροντίδες (για να γίνουν τέλειοι-ασκηταί) και παράλληλα θέλουν να έχουν χρήματα κατασπαράσσεται (η ψυχή τους, γιατί) πολεμούνται απ’ τα δαιμονικά (πάθη της φιλοχρηματίας)», λέει ο Μέγας Αντώνιος. Ο λεγόμενος δηλαδή χριστιανός κεφαλαιοκράτης είναι πολύ χειρότερος στο πάθος του (έστω και αν νομίζει πως είναι εξαγιασμένο) απ’ τον άπιστο κεφαλαιοκράτη, κατά τον Μέγα Αντώνιο. Ο Χρυσόστομος προσέχει πως οι γαιοκτήμονες χρησιμοποιούν τους πτωχούς χωρικούς «σαν νάναι γαϊδούρια και μουλάρια, μάλλον δε σαν νάναι από πέτρα». Κι ο Απόστολος Ιάκωβος λέει: «Οι πλούσιοι δεν σας καταδυναστεύουν, κι αυτοί δεν είναι που σας σέρνουν στα δικαστήρια; (Οι πλούσιοι) δεν είναι αυτοί (που με τη ζωή τους) βλαστημούν το καλό σας όνομα (την καλή σας φήμη σαν χριστιανών) που έχετε αποκτήσει;… Να! Ο μισθός αυτών που θέρισαν τα χωράφια σας φωνάζει, (γιατί) εσείς τους τον στερήσατε [ή τους τον λιγοστέψατε], και οι φωνές των εργατών φθάσανε στ’ αυτιά του κυρίου (μας)… Καταδικάσατε (σεις οι πλούσιοι και) σκοτώσατε τον αθώο (που) δεν σας φέρνει αντίσταση».

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Η θεότης του Χριστού. Πως εσαρκώθη ο λόγος του Θεού.



Αποσπάσματα από το Διάλεξις προς τους αθέους Χιόνας 
του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

  ...Εκείνοι δε είπαν:


- Αλλά αυτό πες μας, πως τον Χριστό τον λέγετε Θεό, ενώ είναι άνθρωπος που γεννήθηκε ως άνθρωπος;
Και εκείνος απάντησε:
- Ο Θεός όχι μόνον είναι παντοκράτορας και παντοδύναμος, αλλά και δίκαιος, όπως λέγει ο προφήτης Δαυίδ: «Δίκαιος είναι ο Θεός μας και αγάπησε τις δικαιοσύνες» (Ιώβ 33,4)  «και δεν υπάρχει σε αυτόν αδικία» (Ψαλμ. 106, 20). Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα έργο του Θεού που δεν έχει μαζί του και τη δικαιοσύνη, και όπως η ακτίνα του ηλίου έχει μαζί της και τη ζωογόνο δύναμη και το φως έχει την θέρμη, έτσι και η ενέργεια του Θεού έχει μαζί της και την θεία δύναμη και την δικαιοσύνη. Αφού λοιπόν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με προορισμό τα αγαθά έργα και τον πρόσταξε να ζει σύμφωνα με την θεία εντολή του, επειδή ο άνθρωπος αυτός υποτάχθηκε στον διάβολο με εκούσια υπακοή και παραβαίνοντας την θεία εντολή αμάρτησε και καταδικάστηκε δίκαια σε θάνατο, δεν ήταν ταιριαστό στον Θεό να λυτρώσει τον άνθρωπο απ’ αυτόν κατά τρόπο δυναστικό. Διότι έτσι θα αδικούσε τον διάβολο, αποσπώντας με την βία από τα χέρια του τον άνθρωπο, τον οποίο εκείνος δεν έλαβε με τη βία. Αλλά αν ο Θεός ελευθέρωνε τον άνθρωπο με βία και καταναγκασμό, θα καταλυόταν και το αυτεξούσιο του ανθρώπου, και δεν ήταν άξιο του Θεού να καταλύσει το έργο του. Ήταν λοιπόν αναγκαίο να γίνει ένας άνθρωπος αναμάρτητος και να ζήσει αναμάρτητα, ώστε έτσι να βοηθήσει τον άνθρωπο που αμάρτησε με την θέληση του. Διότι λέγει, «κανείς δεν είναι αναμάρτητος έστω και αν η ζωή του διαρκέσει μόνο μία ημέρα» (Ιώβ 14,4), και ο προφήτης Δαυίδ επίσης, «μέσα σε ανομίες έγινε η σύλληψή μου και σε αμαρτίες με κυοφόρησε η μητέρα μου» (Ψαλμ. 50,7).
Γι αυτό ο μόνος αναμάρτητος λόγος του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου. Γεννάται από παρθένο και μαρτυρείται από τους ουρανούς με την πατρική φωνή (Ματθ. 3,17), πειράζεται (Ματθ 4,1) και πολεμείται από τον διάβολο και νικά τον πειραστή. Με έργα και λόγια και θαύματα μεγάλα δείχνει και επιβεβαιώνει την πίστη και την διαγωγή της σωτηρίας. Και έτσι αυτός, που έζησε ανεύθυνα και αναμάρτητα, ανέλαβε μέχρι θανάτου τα πάθη ημών των ενόχων, ώστε καταβαίνοντας και στον Άδη να σώσει και εκείνους που πίστευσαν.
...Ενώ όμως ο Θεσσαλονίκης ήθελε πάλι εδώ να μιλήσει για την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου και να επικαλεσθεί τις μαρτυρίες από τους προφήτες, με τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο Χριστός είναι Θεός και μαρτυρείται ότι ο Θεός είναι ο ίδιος εκείνος που ενανθρώπησε από την παρθένο, που έπαθε για χάρη μας, που αναστήθηκε, και όλα τα άλλα, οι Τούρκοι με θόρυβο τον εκράτησαν λέγοντας:
- Πως λέγεις ότι ο Θεός γεννήθηκε και τον χώρεσε μήτρα γυναικός και πολλά παρόμοια άλλα; Απλώς είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Εκείνος είπε προς αυτούς :
- Ο Θεός δεν είναι μεγάλο σώμα, ώστε να μην μπορεί να χωρέσει σε λίγο μέρος λόγω του μεγέθους, αλλά επειδή είναι ασώματος, και παντού μπορεί να είναι και επάνω από το παν και μέσα στο ένα, και το μικρότερο αντικείμενο να σκεφθεί κανείς, και σ’ εκείνο μπορεί ολόκληρος να χωρέσει.
Εκείνοι πάλι με πολύν θόρυβο έλεγαν:
- Είπε ο Θεός και έγινε και ο Χριστός.
Ο δε Θεσσαλονίκης είπε πάλι:
- Εσείς λέγετε ότι ο Χριστός είναι Λόγος του Θεού. Πως λοιπόν ο Λόγος γίνεται πάλι από άλλον λόγο; Έτσι θα συμβεί να μην είναι ο Λόγος του Θεού συνάναρχος με τον ίδιο τον Θεό. Εδείχθηκε όμως αυτό στην αρχή της συζητήσεως και συμφωνήσατε και εσείς ότι ο Θεός έχει συνάναρχό του και Λόγο και Πνεύμα, γι αυτό και λέγετε ότι ο Χριστός είναι όχι μόνο Λόγος αλλά και πνεύμα του Θεού. Είπε δε ο Θεός και έγινε και αυτή η πέτρα (κι έδειξε δίπλα του μία), και το βότανο (Γεν. 1, 11) και αυτά τα ερπετά (Γεν. 1, 24). Αν λοιπόν εξ αιτίας του ότι ο Χριστός έγινε με λόγο του Θεού είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα, τότε και η πέτρα και το βότανο και κάθε ερπετό είναι Λόγος του Θεού και Πνεύμα του, εφ’ όσον και γι’ αυτά είπε και έγιναν. Βλέπετε πόσο κακό είναι να λέγετε: - Είπεν ο Θεός και έγινε και ο Χριστός; Διότι ο προαιώνιος Λόγος του Θεού, που ενανθρώπησε και έγινε σάρξ (Ιω. 1, 14) χωρίς ανάμιξη είναι Πνεύμα και Λόγος του Θεού όχι κατά την σάρκα. Διότι αργότερα προσέλαβε από μας για χάρη μας την ανθρώπινη φύση, ήταν δε πάντοτε στον Θεό, ως συναΐδιος Λόγος του, με τον οποίον ο Θεός εποίησε και τους αιώνες. (Εβρ 1, 2).

 



Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Από τον βίο του Αγίου Ιωάννου του ελεήμονος. (12 Νοεμβρίου)



Τον καιρό που πλήθος πολύ κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια, διαφεύγοντας από τα χέρια των Περσών, ο Άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να δανεισθεί από κάποιους χίλιες λίτρες χρυσάφι, γιατί παρουσιάστηκε τεράστια έλλειψη τροφίμων. Εκείνη τη χρονιά μάλιστα ο Νείλος δεν είχε πλημμυρίσει, όπως γινόταν πάντα, και τα χρήματα της Εκκλησίας είχαν ξοδευτεί. Όταν και αυτά που δανείστηκε τα ξόδεψε, μεγάλη έγνοια τον βασάνιζε. Παρακαλούσε λοιπόν τον φιλάνθρωπο Θεό να τον βγάλει από το αδιέξοδο.
Μολονότι όμως έφτασε σε τέτοιαν απόλυτη ανέχεια, δεν φάνηκε κατώτερος από την συμφορά, δεν καταφρόνησε δηλαδή τους θείους νόμους και τις ιερές διατάξεις, μα ούτε και καμιάν αμέλεια έδειξε στην ακριβή διαποίμανση του λαού που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Τότε λοιπόν ένας κατώτερος κληρικός (ίσως αναγνώστης) με πολλά πλούτη, που αν και είχε συνάψει δεύτερο γάμο (γεγονός το οποίο αποτελεί κώλυμα ιεροσύνης) επιθυμούσε να λάβει τον βαθμό του διακόνου, όταν έμαθε τη στεναχώρια τούτη του πατριάρχη, άρπαξε σαν κατάλληλη την ευκαιρία, για να πετύχει αυτό που ποθούσε, ικανοποιώντας με τα χρήματά του την ανάγκη εκείνου. Στέλνει λοιπόν στον μακάριο Ιωάννη επιστολή που έγραφε περίπου τα εξής:
“Όταν έμαθα σε πόσο μεγάλη στενοχώρια βρίσκεται η γενναιόδωρη δεξιά του δεσπότη μου, θεώρησα άπρεπο εγώ μεν να ζω μέσα στην αφθονία και την απόλαυση, ενώ εκείνος μέσα στη στέρηση. Έχω λοιπόν σιτάρι, πολλές χιλιάδες λίτρες, και χρυσάφι, εκατόν πενήντα λίτρες. Αυτά παρακαλώ να δοθούν από σένα στο Χριστό, φθάνει μόνο να αξιωθώ να Τον υπηρετήσω ως διάκονος, αφού δεχθώ από σένα την άγια χειροτονία. Είναι άλλωστε κάπου γραμμένος και τούτος ο αποστολικός λόγος: «ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.» (Εβρ. 7:12).”
Τότε ο πατριάρχης στέλνει και καλεί κοντά του τον άνδρα. Τον παίρνει ξέχωρα, γιατί δεν ήθελε να τον ντροπιάσει μπροστά σε πολλούς και του λέει:
- Η προσφορά σου, παιδί μου, είναι μεγάλη και αναγκαία στην παρούσα περίσταση, αλλά αξιοκατάκριτη, και γι αυτό ακριβώς απαράδεκτη. Γιατί θα γνωρίζεις, ότι και τα πρόβατα, που, σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο, προσφέρονταν για θυσία, ακόμα και μεγαλόσωμα να ήταν, δεν γίνονταν δεκτά, αν δεν ήταν καθαρά (Λευϊτ. 22:21). Για τον ίδιο λόγο δεν δέχθηκε ο Θεός και του Κάιν τη θυσία. Όσο γα το «ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις γίνεται.», αυτό ξέρουμε πως ειπώθηκε από τον απόστολο για τον παλαιό νόμο και έχει άλλη σημασία. Αλλά και πέρα από αυτό, τι λες για εκείνο που γράφει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος.» (Ιακ.. 2:10); Τους αδελφούς μας, τους φτωχούς, κι αν ακόμα εμείς δεν μπορέσουμε, ο Θεός πάντως, που τους έθρεψε ως τώρα, θα τους φροντίσει και στο μέλλον, φτάνει να κρατήσουμε ακέραιες τις εντολές Του. Μην είναι τάχα αδύνατο ή δύσκολο σε Εκείνον που πολλαπλασίασε τα πέντε ψωμιά στην έρημο (Ματθ. 14:13-21), να ευλογήσει και να πολλαπλασιάσει τους δέκα μόδιους σιτάρι που έχω στην αποθήκη μου; Γι αυτό, παιδί μου, σου πρέπει αυτό που ειπώθηκε από τον Απόστολο Πέτρο στο Σίμωνα, και αναφέρεται στις Πράξεις: «οὐκ ἔστι σοι μερὶς οὐδὲ κλῆρος» σε αυτόν εδώ τον τόπο (Πραξ. 8:21). Έτσι τον έδιωξε.
Δεν είχε ακόμη φθάσει εκείνος άπρακτος στο σπίτι του, όταν ο Άγιος Ιωάννης πήρε την είδηση, ότι δύο πλοία της Εκκλησίας, φορτωμένα με πολλές χιλιάδες λίτρες σιτάρι από την Σικελία, είχαν μόλις πιάσει στο λιμάνι. Μόλις το άκουσε, έπεσε στα γόνατα και ευχαριστούσε το Θεό λέγοντας:
- Όσοι ποθούν Εσένα, Κύριε, και φυλάνε τις εντολές Σου, δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό (πρβλ. Ψαλμ. 33:11). Δοξάζω λοιπόν το πανάγιο Σου όνομα, γιατί δεν άφησες το δούλο Σου να κάνει τη χάρη Σου εμπόρευμα. Με αυτόν τον τρόπο ανακουφίστηκε ο αοίδιμος από τη στεναχώρια του, χωρίς να θυσιάσει την ακρίβεια των ιερών κανόνων για την περιστατική ανάγκη.
***
Θέλοντας ο μακάριος Ιωάννης να διορθώσει εκείνους τους ράθυμους, που δεν συμμετείχαν με επιμέλεια στις ιερές ακολουθίες, έκανε κάτι αξιομνημόνευτο: Μιαν επίσημη μέρα, επειδή είχε διαπιστώσει ότι πολλοί αμελείς έβγαιναν μετά την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου από την εκκλησία και φλυαρούσαν άσκοπα μεταξύ τους, αφήνει και αυτός την θεία ιερουργία, βγαίνει από το ναό και κάθεται μαζί με όλους τους άλλους. Όλοι παραξενεύτηκαν με αυτό. Τότε εκείνος τους εξήγησε :
- Δεν πρέπει να απορείτε. Όπου βρίσκονται τα πρόβατα, εκεί εξάπαντος πρέπει να είναι και ο βοσκός. Γιατί τις λειτουργικές συνάξεις τις κάνουμε, σύμφωνα με την παράδοση, για σας και για την δική σας ωφέλεια. Αν λοιπόν εσείς κάθεστε έξω, τότε είναι ανώφελος ο κόπος μας. Να γιατί αποφάσισα, όταν εσείς βγαίνετε έξω, να βγαίνω κι εγώ μαζί σας, και όταν πάλι μπαίνετε, να μπαίνω κι εγώ.
Έτσι διορθώθηκαν πολλοί και λυτρώθηκαν από την κακή συνήθεια.
Αλλά και εκείνους που ασύνετα συζητούσαν μέσα στην εκκλησία, φρόντιζε όσο μπορούσε να τους διορθώνει. Αν όμως έβλεπε κανέναν, μετά από μία και δύο συμβουλές, να μη διορθώνεται, τον έβγαζε αμέσως έξω, λέγοντας του και τον Δεσποτικό λόγο «Τον οίκον του Θεού, οίκον προσευχής δει είναι» (πρβλ. Λουκ. 19:46). Εκείνους πάλι που συμμετείχαν με ευλάβεια και κατάνυξη στις ακολουθίες, τους επαινούσε επιδοκίμαζε την φιλοθεΐα τους, ακόμα και με τιμητικά αξιώματα τους επιβράβευε.


Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ποιμαντική επιστολή του Αγίου Νεκταρίου προς τις μοναχές της Μονής Αγίας Τριάδος Αιγίνης.




11 Νοεμβρίου 1905

Οσιωτάτη εν Κυρίω θυγάτηρ Ξένη , εύχομαι σοι πατρικώς (η παρούσα ν’ αναγνωσθεί εις επήκοον πασών)
Χθές με επεσκέφθησαν η κ. Ζερβουλάκου, η Αμαλία και η Μαρίκα· παρά ταύτης έμαθον ότι ασθενείς. Η είδησις αύτη με έθλιψεν, αλλά πλην της θλίψεως της εκ της ασθενείας σου και της άκρας αδυναμίας σου, περί ης μοι είπεν η Ελένη, ήτις με ανησύχησεν, έτερον τι συναίσθημα δυσάρεστον ανεπτύχθη εν εμοί, αγνοώ πόθεν και με έβαλεν εις δυσθυμίαν. Μοι εφάνη, ότι προήλθεν εκ της εσφαλμένης μου υποθέσεως ότι ασθενείς, διότι αι αδελφαί δεικνύουσιν, ότι δεν απηλλάγησαν εντελώς κοσμικών τινων ελλείψεων και ψυχικών τινων παθών. Επιθυμώ να απατώμαι και να ώσι ψευδείς αι υποθέσεις μου, αλλά εάν εισιν αληθείς η καθ’ όλου ή κατά μέρος, ή εάν αληθεύουσι διά μίαν ή πλείονας και βεβαιωθώ περί τούτου θα θλιβώ μεγάλως. Εγώ αγαπητή Ξένη και αγαπητά τέκνα εν Κυρίω σας φαντάζομαι ως παρθένους φρονίμους, σπευδούσας εις την τελειότητα, εχούσας αεί τας λαμπάδας ανημμένας και φερούσας πάντοτε μεθ’ εαυτάς έλαιον και ετοίμους, ίνα εισέλθητε εις τον θείον νυμφώνα της δόξης του Χριστού. Φρονώ περί υμών, ότι άπασαι αγρυπνείται, όπως εν τη φωνή «ιδού ο Νυμφίος έρχεται» εξέλθετε εις υπάντησιν αυτού, άπασαι ευρεθήτε, έχουσαι κεκοσμημένας τας λαμπάδας υμών. Τοιαύτη η περί υμών πεποίθησις· διά τούτο και δεν παραδέχομαι τους ανησυχήσαντάς με λογισμούς και πράγματι δεν θα έχω δίκαιον· διότι πως είναι δυνατόν να μη φροντίζει μία παρθένος περί της διακοσμήσεως της εαυτής λαμπάδος, μεθ’ ής μόνης θα σπεύση εις υπάντησιν του Κυρίου, ον νυμφίον εαυτή ηρετίσατο; Πως δε είναι δυνατόν ν’ αμελήσει ταύτης, αφού διά την ταύτης διακόσμησιν εξήλθε εις την έρημον αναζητούσα έλαιον προς αγορά παρά των πωλούντων; Τι δε εξήλθε, εάν οκνή ν’ αγοράση και ταμιεύση παρ’ αυτή; Τι δε κοπιά περί πολλά άλλα, αφού ελλείπει το έλαιον; Πως δέ έσται φρόνιμος, αφού άπασαν την εαυτής φροντίδα δεν έστρεψε προς την διακόσμησιν της εαυτής ψυχής, όπως αρέση τω Κυρίω; Πως δε θέλει αρέσει τω Κυρίω υπέρ ου αγωνίζεται, εάν μετά πολλής προσοχής και επιμελείας δεν μελετά καθ’ εκάστην εαυτήν, όπως επιγνώσηται εαυτήν και ίδη τα υπό του εγωισμού και της φιλαυτίας υποκρυπτόμενα πάθη της ψυχής;
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, εγώ περί υμών φρονώ, ότι άπασαι εστέ φρόνιμοι παρθένοι· αλλ’ επειδή μοι εγεννήθη ανησυχία μη τις εξ υμών και προς στιγμήν απελάθετο του έργου της εαυτής αποστολής, προς ησυχίαν της καρδίας μου έκρινα αναγκαίον, να σας γράψω την παρούσαν μου και να σας παρακαλέσω θερμώς να προσέχετε εαυτάς μη εν αμελεία διέλθητε τον βίον εις την έρημον, διότι το παν δια της αμελείας απόλλυται. Η περί τας προσευχάς και τας νηστείας περιοριζομένη ενασχόλησις άνευ της μελέτης υμών αυτών δεν είναι επιμέλεια ψυχής· ουδέ επιφέρει η εργασία αύτη μόνη τους ποθούμενους καρπούς· η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή εισί τα μέσα προς επίιτευξιν του σκοπού και ουχί ο σκοπός, δι ον εξήλθατε εις την έρημον. Τούτο επιθυμώ να το ενθυμήσθε διηνεκώς, ίνα μη εκπέσητε της αποστολής σας και αποτύχητε του σκοπού σας· διότι πολλοί νηστευταί και εργάται των σωματικών ασκήσεων λαβόντες ως σκοπόν τα μέσα και περί ταύτα μόνα τον βίον ανύσαντες, εγκατέλιπον τον σκοπόν και φοβερόν ειπείν, απέτυχον του σκοπού και εκοπίασαν μάτην.
Κοσμήσατε τας λαμπάδας υμών δια του ελαίου των αρετών. Αγωνισθήτε, ίνα αποβάλητε τα πάθη της ψυχής· καθαρήσατε υμών την καρδίαν· τηρήσατε αυτήν αγνήν και πάντα ρύπον αποβάλητε απ’ αυτής τη πόα των πλυνόντων, κατά το γραφικόν ρητόν, όπως ο Κύριος έλθη εν υμίν και ενοικήση και εμπεριπατήση και μονήν παρ’ αυταίς ποιήση, και όπως το Πανάγιον Πνεύμα, πλημμυρίση αυτάς των θείων Αυτού δωρεών, και οι καρποί της Χάριτος Αυτού κομώσιν εν αυταίς αφθόνως.
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, περί ταύτα στραφήτω η φροντίς υμών, περί ταύτα άπασα η ασχολία υμών γινέσθω. Ταύτα ημών είησαν σκοπός, ταύτα πόθος διηνεκής, τούτων η επιζήτησις διαθερμαινέτω υμών την καρδίαν, υπέρ τούτων άπασα η προσοχή υμών προς τον εν Τριάδι Θεόν· υπέρ τούτων κρούετε την θύραν του ελέους και ανοιγήσεται αύτη προς υμάς. Ζητήτε καθ’ εκάστην τον Κύριον, αλλά εν τη καρδία σας και ουχί εκτός αυτής, και όταν εύρητε Αυτόν στήτε μετά φόβου και τρόμου, ως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, διότι θρόνος Θεού εγένετο η καρδία υμών, αλλ’ ίνα εύρητε τον Κύριον ταπεινωθήτε μέχρις εδάφους ενώπιον του Κυρίου, διότι ο Κύριος βδελύσσεται τους υψηλοκαρδίους, αγαπά δε και επισκέπτεται τους ταπεινούς την καρδίαν, διό και λέγει: «προς τίνα επιβλέψω, ή επί τον πράον και ταπεινόν την καρδίαν έργον υμών έστω η έρευνα της καρδίας υμών, μη εν αυτή εμφωλεύη, ως όφις ιοβόλος, η υπερηφανία, η πολύτοκος αύτη κακία, η τω ιώ αυτής πάσαν αρετήν δηλητηριάζουσα και απονεκρούσα. Περί ταύτης της εωσφορικής κακίας δύναμαι να είπω, ότι πρέπει να στραφή άπασα η φροντίς υμών και ταύτης την έρευναν ημερινόν και νυκτερινόν ποιήσασθε έργον αδιάλειπτον, διότι πανταχού εμφωλεύει, ως όφις και πάντα δηλητηριάζει· εάν τολμήσω να ειπώ, ότι μελέτη εαυτού και έρευνα της καρδίας είναι η εν πάσιν αναζήτησις της υπερηφανίας και των εκγόνων της κοιλίας αυτής και η ταύτης καταδίωξις, φρονώ, ότι έσομαι εν τη αληθεία. Διότι εάν απαλλαγώμεν ταύτης και αντ’ αυτής κτησώμεθα την ταπεινοφροσύνην και ταύτην ενθρονίσωμεν εν τη καρδία ημών, έχομεν το παν· διότι αφού η ταπείνωσις είναι υψοποιός, έπεται, ότι φέρει μεθ’ εαυτής άπαντα τον χορόν των αρετών· διότι εάν εν τη ταπεινώσει μη είποντο άπασαι αι αρεταί ουκ αν ήν η ταπείνωσις υψοποιός, διότι ο όλος χορός των αρετών υψοί και ουχί τινες εξ αυτών. Άλλως τε αι αρεταί, ως ούσαι ακτίνες από του ηλίου εκπεμπόμεναι, η ως ούσαι τα χρώματα της μίας ακτίνος ηλιακής διαθλασθείσης επί του καθαρού της ψυχής μας κατόπτρου, δεν δύνανται τα μεν να υπάρχωσι τα δε να μην υφίστανται. Διά ταύτα όπου η αληθής κατά Χριστόν ταπείνωσις εκεί και άπασαι αι αρεταί· διά τούτο και υψοποιός η ταπείνωσις. Ταύτην λοιπόν εκζητήσατε και ταύτην αγαπήσατε και εν κόλποις της καρδίας υμών θέσθε, όπως υψωθήτε από γης προς ουρανόν·άνευ ταύτης τα έκγονα της υπερηφανίας μετ’ αυτής δολίως και κρυφίως συνεργαζόμενα έλκουσιν ημάς προς την γην και κωλύουσι την προς τα άνω πτήσιν ημών και ματαιούσι το έργον της αποστολής ημών.
Ταύτα εγερθείς πρωί προ πάσης εργασίας μου έγραψα προς υμάς, όπως καταπαύσω ανησυχίαν τινα της καρδίας μου. Θέλω να μανθάνω, ότι καθ’ εκάστην υψούσθε, διότι εν τούτω χαίρω και η υπέρ υμών φροντίς αυξάνει και μέλημά μου σταθερόν αποβαίνει η της Μονής πρόοδος και τελείωσις. Θλιβερά τις και παρά προσδοκίαν είδησις δια την ψυχικήν μου αδυναμίαν δύναται να επιδράση επί των διαθέσεών μου ψυχρώς. Ταύτα εκ πατρικού ενδιαφέροντος και εύχομαι πάσαις υμίν την επίσκεψιν της Θείας Χάριτος.

Ο πνευματικός σας πατήρ Πενταπόλεως Νεκτάριος