Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Περί της μετά θάνατον μέσης καταστάσεως των ψυχών.



του Αγίου Νεκταρίου

Αι ψυχαί μετά θάνατον ευρίσκονται εν καταστάσει τινί, ήτις καλείται μέση, ως μη έχουσα την τέλεια ανταπόδωσιν ούτε της αρετής, ούτε της κακίας. Αύτη δε, θέλει διαρκέσει μέχρι της μεγάλης κρίσεως της γενησομένης κατά την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν. Εν τη μέση ταύτη καταστάσει αι μεν ψυχαί των δικαίων προαπολαύουσι της ητοιμασμένης αυτοίς μακαριότητος, αι δε των αμαρτωλών υφίστανται την αναμένουσαν αυτούς εν μέτρω τινί αιώνιαν και τελείαν κόλασιν. Κατά τον Ωριγένη αι ψυχαί εν τη μέση καταστάσει καθαρίζονται διά πνευματικού τινός πυρός. Η διδασκαλία αύτη περί καθαρτηρίου πυρός διεδόθη διά του Αυγουστίνου εις την Δυτικήν Εκκλησίαν, εν η ανυψώθη εις δόγμα πίστεως υπό του Μεγάλου Γρηγορίου. Εν τη Ανατολική όμως Εκκλησία, ουδέποτε ανεγνωρίσθη η περί καθαρτηρίου πυρός δοξασία ως ορθή.
Η Παλαιά Γραφή περί της μέσης καταστάσεως των ψυχών χρήται τη λέξει Σεώλ, ίνα σημάνη γενικώς και αορίστως την κατάστασιν των κεκοιμημένων αγαθών και πονηρών, την μεταξύ του θανάτου και της αναστάσεως αυτών. Αντιστοιχεί δε, προς την ελληνικήν Άδης, κατάστασιν γνόφου και κατηφείας, κατέχουσαν τα κατώτατα μέρη της γης. Είναι δε εν χρήσει αντί του τάφου, ως του δοχείου του σώματος μετά θάνατον, αλλά κυρίως, ίνα εκφράσει τον τόπον, όστις δέχεται τα πνεύματα των τεθνεώτων χωρίς τινός ρητής αναφοράς εις εκατέραν των διαιρέσεων των κατεχομένων υπό των δικαίων ή πονηρών. Ως προς τους αγαθούς η διαμονή αυτών εν Σεώλ εθεωρείτο μόνον ως μεσαία τις μεταξύ του θανάτου και της ευδαίμονος αναστάσεως κατάστασις.
Περί του τόπου εν ω μεταβαίνουσιν αι ψυχαί εκείνων των υπό θείαν οργήν ευρισκομένων εν τη Ομολογία Πέτρου του Μογίλα φέρονται τα εξής: «Ο τόπος εκείνων με διαφορετικά ονόματα λέγεται. Πρώτον, ονομάζεται  άδης, εις τον οποίον απώσθηκεν ο διάβολος, από τον Ουρανόν διωχθείς ως λέγει ο προφήτης (Ησαΐου ιδ’ 14) έσομαι ομοίως τω Υψίστω (είπεν ο διάβολος), νυν δε εις άδου καταβήση και εις τα θεμέλια της γης. Δεύτερον, λέγεται πυρ αιώνιον. Λέγει γαρ (Ματθ. κε’ 41) η Γραφή,  πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Ακόμη και σκότος εξώτερον (εις το αυτό 30) και τον αχρείον δούλον εκβάλλειν εις το σκότος το εξώτερον. Εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Ονομάζεται ακόμη και με άλλα ονόματα και όλα σημαίνουσι πως είναι τόπος της κατακρίσεως και της θείας οργής εις τον οποίον καταβαίνουσιν οι ψυχαί εκείνων όπου μισεύουσιν απ’ εδώ ωργισμένοι από τον Θεόν και απεγνωσμένοι. Μα τούτο είναι άξιον να το ηξεύρει καθ’ ένας πως αι ψυχαί των δικαίων, αγκάλα και να είναι εις τους Ουρανούς δεν επήρασι μ’ όλον τούτο τέλειον τον στέφανον πριν της τελευταίας κρίσεως, μήτε αι ψυχαί των κατακρίτων τελείαν κόλασιν πάσχουσι. Μα ύστερα από την εσχάτην κρίσιν, θέλουσι πάρει αι ψυχαί μαζί με τα σώματα τελείως τον στέφανον της δόξης ή την κόλασιν».

Περί των καταβαινουσών εις Άδην ψυχών.

Η Εκκλησία περί των εις Άδην καταβαινουσών ψυχών δοξάζει, ότι αυταί εαυταίς ουδεμίαν δύνανται να παράσχωσι σωτηριώδη ενέργειαν ή δια της μετανοίας ή δι’ εξομολογήσεως κατά τον ψαλμωδόν (ψαλμ. στ’ 6), όστις λέγει «εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι και αλλαχού (ψαλμ ριε’ 16) «ουχ οι νεκροί αινέσουσί σε, Κύριε, ουδέ πάντες οι καταβαίνοντες εις Άδην», αλλά ταις των επιζώντων ευποιίας και προσευχαίς ταις υπέρ αυτών υπ’ αυτής γινομέναις και τη αναιμάκτω θυσία τη καθ’ εκάστην προσφερομένη υπέρ ζώντων και τεθνεώτων κουφοτέρα η κόλασις αυτών καθίσταται, ίλεων υπέρ αυτών των Θεόν επεργαζομένη, και ότι οι μεν μικρά επταικότες και μη προς θάνατον, σωτηρίας τυγχάνουσιν, οι δε θανάσιμα αμαρτήσαντες της βαρείας αυτών κολάσεως απαλλάσσονται, κουφοτέρας της κολάσεως αυτών γινομένης κατά τον θείον Χρυσόστομον.
Ο Θεοφύλακτος λέγει εις το κατά Λουκάν στ’ κεφάλαιον ερμηνεύων τον λόγον του Σωτήρος Χριστού, ον είπε, ότι εξουσίαν έχει επί της γης αφιέναι αμαρτίας. «Όρα, ότι επί της γης αφίεται αι αμαρτίαι . Έως ου γας εσμέν επί της γης δυνάμεθα εξαλείψαι τας αμαρτίας ημών. Μεθ’ ο μέντοι της γης επαναστώμεν, ουκέτι ημείς αυτοί δυνάμεθα δι’ εξομολογήσεως εξαλείψαι τας αμαρτίας υμών. Αποκέκλεισται γαρ η θύρα». Και εις το κβ’ του Ματθαίου ερμηνεύων το «δήσαντες αυτού χείρας και πόδας», περί των πρακτικών της ψυχής δυνάμεων λέγει: «Εν τω αιώνι μεν γαρ τω ενεστώτι εστί πράξαι και ενεργείσαι τι, εν δε τω μελλόντι δεσμούνται πάσαι αι πρακτικαί δυνάμεις της ψυχής και ουκ έστι ποιήσαι τι αγαθόν εις αντισήκωσιν των αμαρτιών». Και το κε’ κεφάλαιον του αυτού Ευαγγελίου ερμηνεύων λέγει: «μεταμελείας γαρ και εργασίας καιρός ουκ έστι μετά την ενθένδε αποβίωσιν».
Εξ όλων δη τούτον δήλον γίνεται, ότι η ψυχή μετά τον θάνατον αδυνατεί να κάμει τι έργον σωτηριώδες και να απαλλαγεί των του Άδου αλύτων δεσμών, και ότι μόνον αι θείαι λειτουργίαι, αι προσευχαί, των οικείων, των δικαίων, αι υπέρ αυτών γινόμεναι και αι ελεημοσύναι γίνονται πρόξενοι σωτηρίας και ελευθερίας από των δεσμών του Άδου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: