Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

Ο Ψαλμός ΠΖ’ (87) σε απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου.

Κύριε, Θεέ της σωτηρίας μου , σε κράζω μέρα και νύχτα.
Ας έρτει ως εσένα η προσευχή μου, γύρε το αυτί σου στο παράπονό μου.
Γιατί γιόμισε πόνο η ψυχή μου, και η ζωή μου άγγιξε τον Άδη.
Λογαριάστηκα με εκείνους που κατεβαίνουν στο λάκκο, απόμεινα σαν άνθρωπος απροστάτευτος, ξεχασμένος μέσα στους νεκρούς.
Σαν τους πληγιασμένους που κοιμούνται μέσα στους τάφους και δεν τους θυμάσαι πια, που τους ξέγραψες απ’ την έννοιά σου.
Με βάλανε μέσα σε βαθύτατο λάκκο, μέσα στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου.
Απάνω μου ξεθύμανε ο θυμός σου, και όλη την οργή σου απάνω μου την άδειασες.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου τους δικούς μου, κατάντησα γι’ αυτουνούς σίχαμα.
Παραδόθηκα και δεν έφυγα, τα μάτια μου θολώσανε απ’ τη φτώχεια.
Φώναξα προς εσένα, Κύριε όλη μέρα, άπλωσα προς εσένα τα χέρια μου.
Μήπως θα κάνεις θάματα στους πεθαμένους; ή οι νεκροί θα αναστηθούνε και θα σε δοξολογήσουν;
Μην τάχα θα διαλαλήσει κανένας μέσα στον τάφο τη σπλαχνιά σου, και την αλήθεια σου μέσα στο χαμό;
Μήπως θα μαθευτούνε τα θάματά σου μέσα στο σκοτάδι; Και η δικαιοσύνη σου σε γη ξεχασμένη;
Κ’ εγώ, Κύριε, φώναξα εσένα να με συντρέξεις, και το πρωί θα σε προφτάξει η προσευχή μου.
Γιατί, Κύριε, αμπώχνεις την ψυχή μου, γιατί γυρίζεις το πρόσωπό σου από μένα;
Εγώ είμαι φτωχός και μέσα στα βάσανα απ’ τα νιάτα μου, κι αφού αναδείχτηκα, πάλι ταπεινώθηκα κ’ έγινα ένα τίποτα.
Από πάνω μου περάσανε οι θυμοί σου, οι φοβέρες σου με ταράξανε, με τριγυρίσανε σα να ‘τανε νερό όλη τη μέρα, και πήγανε να με πνίξουν.
Ξεμάκρυνες από κοντά μου κάθε φίλο και κάθε δικό μου.

Σάββατο 13 Μαρτίου 2010

Περί ελεημοσύνης

Του Διονυσίου Ιερομονάχου,
από το βιβλίο «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΙ»
των εκδόσεων Β. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ


Έναν καιρόν έσμιξα με τον αββάν Ιωσήφ εις τον Έννατον, και ήτον μαζί και ο ρήτωρ ο Σωφρόνιος. Και σμίγοντας ημείς με τον Λέοντα, ιδού ήλθεν ένας κάποιος από Αϊλά, και του έδιδε τρία φλωρία λέγοντας: «Δέξου ταύτα, Πάτερ τίμιε, να ευχηθείς το καράβι μου, ότι το εφόρτωσα, και το έπεμψα εις την Αιθιοπίαν». Και ο Γέρων ολοτελώς δεν του έδωσεν απάντησιν. Λέγει λοιπόν εις τον Γέροντα ο Σωφρόνιος: «Δέξου ταύτα, Πάτερ, και δώσε τα πάλιν εις αδελφόν χρειαζόμενον». Απεκρίθη ο Γέρων: «Διπλή εντροπή είναι τέκνον μου, να λάβω εκείνα όπου δεν χρειάζομαι, και με τα δικά μου χέρια να τρέφω ξένας ακάνθας. Άμποτε να ημπόρουν να εθέριζα τας ακάνθας της ιδικής μου ψυχής, διότι είναι γεγραμμένον. «Εάν σπείρεις, σπείρε τα ιδικά σου, διότι τα ξένα είναι πικρότερα από ταις είραις του σιταριού», και περισσότερον, ω τέκνον μου, ότι δεν είναι, παρά αφορμή να ζημιωθεί η ψυχή». Του είπεν ο Σωφρόνιος: «Το λοιπόν όσα κάνει ο άνθρωπος ελεημοσύνην δεν του λογαριάζει ο Θεός;». Απεκρίθη ο Γέρων: «Πολλαί είναι αι διαφοραί εις τον σκοπόν της ελεημοσύνης. Διότι είναι άνθρωπος όπου κάμνει ελεημοσύνην, διά να ευλογηθεί το σπίτι του, και ο Θεός το ευλογεί. Άλλος διά το καράβι του, και ο Θεός το κατευοδώνει. Άλλος διά τα τέκνα του, και ο Θεός τα φυλάττει. Άλλος διά να δοξασθεί και ο Θεός τον δοξάζει. Επειδή ο Θεός δεν καταφρονεί κανένα, και ότι θέλει κάθε εις, του τα δίδει όταν δεν βλάπτεται η ψυχή του. Και αυτοί όλοι έχουσι παρμένον τον μισθόν τους, διότι προς τον σκοπόν όπου έκαμαν την ελεημοσύνην, ο Θεός τους έδωκε, και τίποτες δεν τους χρεωστεί εις το μέλλον. Λοιπόν εσύ, αν κάμνεις ελεημοσύνην, κάμε την διά την ψυχήν σου, και θέλει σου δώσει ο Θεός, εκείνο όπου επιθυμείς. Διότι είναι γεγραμμένον, άμποτες ο Θεός να σου δώσει κατά την καρδίαν σου. Είναι όμως μερικοί, όπου φαίνονται να κάμνωσιν ελεημοσύνην, και θυμώνουσι περισσότερον τον Θεόν». Και ο Σωφρόνιος είπε: «Ξεκαθάρισόν μου, Πάτερ, τον λόγον». Και εκείνος είπεν: «Ο Θεός επρόσταξεν τα πρώτα γεννήματα, και όλον τον καρπόν και τα καθαρά ζώα δια να του προσφέρωσι δια την ευλογίαν των επίλοιπων και δια την συγχώρησιν των αμαρτιών. Ακόμη και από τα πρωτογεννημένα βρέφη να του αφιερώνωσι. Και οι πλούσιοι κάμνουσι το εναντίον, τα ωφελημώτερα κρατούσιν αυτοί, και τα άχρηστα μοιράζουν εις τους πτωχούς και αδελφούς των. Λόγου χάριν το καλόν κρασί πίνουν αυτοί, και το ξυνόν, ή βρωμερόν, το δίδουσιν εις τας χήρας και ορφανά, και το πωρικόν το φυλαγμένον τρώγουσι, και το σάπιον προσφέρουσι. Και τα τίμια και χρήσιμα φορέματα εις τον εαυτόν των αποδίδουσι, και τα ξεσχισμένα και παλαιά ρίπτουσιν εις τους πτωχούς. Και τα παιδία τα υγιή και εύμορφα ετοιμάζουσιν εις γάμους και υπανδρείας, και κάνουσι πολλήν φροντίδα δι’ αυτά, αλλά τα αρρωστημένα, ή μονόφθαλμα, ή κολοβά, ή άσχημα, αφιερώνουσιν εις τον Θεόν, και βάνουσιν εις Μοναστήρια.
Διά ταύτα γίνονται απρόσδεκτα εκείνα όπου προσφέρουσι. Διότι τέτοιας λογής ο Κάϊν προσφέρων όχι μόνον δεν ευχαρίστησε τον Θεόν, αλλά και τον εθύμωσεν. Έπρεπε αυτοί να μετρώσωσιν, ότι ανίσως και θελήσουν να τιμήσουν ομοίους μας ανθρώπους, σπουδάζουν να προσφέρωσιν εκείνα όπου φαίνονται μάλιστα τιμιώτερα, πόσω μάλλον τον Πλάστην μας, από τον οποίον έχομεν και εκείνα τα ίδια όπου προσφέρομεν; Τούτον όταν θέλομεν να τον ημερώσωμεν δια την ελεημοσύνην, χρεωστούμεν να του φέρωμεν τα τιμιώτερα από ότι έχομεν, όπως μη η προσφορά ήθελε στραφεί εις τον κόλπον μας με εντροπήν μας, και η θυσία μας ήθελε γενεί συχαμένη και απρόσδεκτος. Διότι, καθώς η θυσία του Νώε ούσα κνίσα και καπνός, δια την καλήν γνώμην εκείνου όπου την επρόσφερεν, ελογαριάσθη εις τον Θεόν μυρωδία ευώδης ως είναι γεγραμμένον, ο Κύριος εμυρίσθη μυρωδίαν ευώδη, ούτω και η καρποφορία όπου προσφέρεται από κακήν γνώμην, αν και φαίνεται καλή κατά το φαινόμενον, λογαριάζεται σύχαμα εις τον Κύριον. Όπως η θυσία και το θυμίαμα των Ιουδαίων, όπου ο Θεός τους είπε διά του Προφήτου, το θυμίαμά σας είναι σύχαμα».
Και ο Γέρων καταλαμβάνων ημάς ότι αμφιβάλλομεν εις τους λόγους του, σηκωνόμενος έμπροσθεν μας και υψώνων τα χέρια και τα ομμάτια εις τον ουρανόν, είπεν εις επήκοον μας: «Ιησού, ο Θεός ημών όπου έκαμες τον ουρανόν, την γήν, την θάλασσαν, και όσα είναι εις αυτά, ο ελευθερωτής των ψυχών μας, ανίσως εκείνα όπου είπα εις τους αδελφούς είναι ψεύματα, ας μείνει αυτή η πέτρα αβλαβής, (και εκεί σιμά ήτον κομμάτι κολώνα τεσσάρων πήχεων) ει δε αληθινά, ας κοπεί». Και με τον λόγον εκόπη η πέτρα εις πέντε κομμάτια. Και ημείς θαυμάζοντες και ωφελούμενοι, εμισεύσαμεν. Και συνοδεύων μας ο Γέρων είπε: «Τέκνα, ελάτε το ερχόμενον Σάββατον, διότι έχω ανάγκη από εσάς».
Και φθάνοντας το Σάββατον, ώρα τρίτη, τον εύρηκαν αποθαμένον, θαπτοντές τον, ανεχώρησαν, ευχαριστούντες τω Θεώ, όπου τους ηξίωσε να κηδεύσουν τοιούτον άγιον. Πάντων των πραττομένων υφ’ υμών τον σκοπόν ζητεί ο Θεός, είτε δι’ αυτόν πράττομεν, είτε διά άλλην αιτίαν. Όταν ακούσης της Γραφής λεγούσης, ότι συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, ου δια παρά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα, ει και δοκεί είναι, ο Θεός καλά αποδίδωσιν, αλλά δια τα κατά τον ορθόν σκοπόν πραττόμενα. Ου δε γαρ εις τα γενόμενα, αλλά εις τον σκοπόν των γινομένων η κρίσις του Θεού αφορά. Εισί τινά πολλά φύσει καλά υπό των ανθρώπων γινόμενα, αλλ’ ου καλά πάλιν δια τινα αιτίαν. Οίον η νηστεία και η ψαλμωδία, η ελεημοσύνη και η φιλοξενία. Φύσει ουν ταύτα καλά έργα εισίν, αλλ’ όταν δια κενοδοξίαν γίνωνται, ουκ έστι καλά. Μισθοί των πόνων της αρετής εισίν η απάθεια και η γνώσις. Αύται γαρ πρόξενοι της αιωνίου ζωής.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Η ΣΑΡΞ

Διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη

Διάβαζε τον ψαλμό ΞΘ’, όταν άκουσε τη βροχή που είχε πιάσει.
-Βρέχει, σκέφτηκε. Περίεργο! Δε φαινόταν από νωρίς πως ήτανε για βροχή ο καιρός.
Διέκοψε απότομα τους συλλογισμούς του. Η βροχή ήταν ένα εξωτερικό γεγονός και δεν άξιζε να διακόψει τον ψαλμό γι’ αυτήν. Ξανάρχισε τον ψαλμό:
«μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου, εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός βοηθησόν μοι».
Έξω η βροχή δυνάμωνε ολοένα.
Είχε δύο βδομάδες περίπου που είχε εγκατασταθεί σ’ αυτήν τη συνοικία. Ήτανε η πρώτη του ενορία. Η αλήθεια είναι πως είχε ζητήσει ο ίδιος να τοποθετηθεί σε λαϊκή συνοικία. Είχε πει στους αρμοδίους:
- Θα ήθελα να αρχίσω το στάδιό μου ως εφημέριος σε μία λαϊκή συνοικία.
Οι δύο αυτές λέξεις «λαϊκή συνοικία» χτυπούσανε μέσα του με παράξενο ήχο. «Είμαι ένας ρομαντικός, φαίνεται», συλλογιζότανε καμιά φορά. Ήτανε νέος και δεν είχε ως τότε την ευκαιρία να γνωρίσει τη ζωή από πολλές πλευρές. Η οικογένειά του, μια μικροαστική οικογένεια. Ο πατέρας του, τραπεζικός υπάλληλος. Είχε πεθάνει πρόπερσι. Από αυτόν είχε κληρονομήσει τον φόβο του Θεού και την αφοσίωση στις εντολές Του. Γράφτηκε στη Θεολογική σχολή, τελειώνοντας το γυμνάσιο, και το όνειρό του ήτανε να γίνει ιερεύς. Να υπηρετήσει έτσι το Θεό. Να φέρει κοντά στον Ποιμένα όσα μπορούσε περισσότερα «απολωλότα πρόβατα».
Από τη διπλανή κάμαρα ακουγότανε η βαριά ανάσα της γυναίκας του. Η πόρτα ήτανε μισάνοιχτη.
Δύο βδομάδες μονάχα είχε σ’ αυτήν τη συνοικία, όμως είχε κιόλας την ευκαιρία να διαπιστώσει πως οι ενορίτες του, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε μακριά από το δρόμο του Θεού. Ιδίως από την άποψη ηθών, η κατάσταση απελπιστική. Ωστόσο ο ίδιος δεν απελπιζότανε. Την περασμένη Κυριακή είχε μιλήσει στη μικρή Εκκλησία πάνω στο θέμα των ηθών. Πύρινος ο λόγος του. Έκανε μεγάλη εντύπωση. Και κατάστρωνε το σχέδιό του, που θα το έβαζε σ’ εφαρμογή το συντομότερο. Είχε έρθει κιόλας σ’ επαφή με μερικούς ευσεβείς ενορίτες, μέλη μιας χριστιανικής οργάνωσης, που ήτανε κι αυτοί σύμφωνοι πως η διαφθορά είχε προχωρήσει πολύ στη συνοικία τους.
- Οι εγκόσμιοι πειρασμοί κυριαρχούν εις την συνοικίαν μας, είπε, σε μια συγκέντρωση που κάνανε, ο μεγαλύτερος μπακάλης της γειτονιάς, που ήταν εξέχον μέλος της χριστιανικής οργάνωσης. (Στην Κατοχή, είχε πλουτίσει με τη μαύρη αγορά αλλά τούτο δεν είχε σημασία για τη χριστιανική οργάνωση. Έτερον εκάτερον…)
- Η σάρξ! Πετάχτηκε ένας άλλος, έμπορος ψιλικών. Προπαντός, η σάρξ!
Η φωνή του είχε τόνο υστερικό.
- Επιμένω επί της σαρκός! συνέχισε, και το καρύδι στο λαιμό του ανεβοκατέβαινε.
- Και εγώ επιμένω επί του αλκοολισμού! είπε κάποιος άλλος.
Ο καθένας είχε κάτι και σ’ αυτό επέμενε. Ο εφημέριος τους τούς ησύχασε, και καταλήξανε όλοι στο συμπέρασμα πως πρέπει να προχωρήσουν με σχέδιο μελετημένο καλά, για να κατατροπώσουν τη διαφθορά.
Διάβαζε τώρα τον ψαλμό Ος΄. Ρεύτηκε την ψαρόσουπα που είχε φάει πριν από λίγο. Η γυναίκα του την πετύχαινε πολύ.
Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση.
Ξαφνικά δυνατά χτυπήματα στην πόρτα.
- Ανοίχτε! μια φωνή που του φάνηκε παιδική.
Έριξε το παλτό του, γιατί ήτανε με τα νυχτικά του, άνοιξε. Μπήκε ένα αγόρι, ίσαμε δώδεκα χρονώ, μούσκεμα από τη βροχή.
- Τι συμβαίνει; το ρώτησε.
- Με έστειλε η μάνα μου, είναι ένας πεθαμένος, λέει, και να κάνεις γρήγορα να τον μεταλάβεις, λέει, γιατί όπου νάναι πεθαίνει.
Του έδωσε μια πετσέτα να σκουπιστεί.
- Δε βαριέσαι, έκανε το παιδί και την άφησε.
Ήθελε να ντυθεί. Στην κρεβατοκάμαρα κοιμόταν η γυναίκα του, φοβότανε μη την ξυπνήσει.
- Γύρισε το κεφάλι σου στον τοίχο, είπε του παιδιού για να περάσει το παντελόνι του.
Το είδε που κρυφοκοίταζε.
- Φοβερή εξαχρείωσις! συλλογίστηκε
Βγήκανε, τέλος, οι δυό τους. Θα πέρναγε από την Εκκλησία να πάρει το δισκοπότηρο. Είχε αφήσει ένα σημείωμα, δύο λόγια στη γυναίκα του, μην ξυπνήσει και δεν τον δει και τρομάξει.
Η βροχή έπεφτε πάντα δυνατή. Μπροστά πήγαινε το παιδί.
- Που μένει; το ρώτησε.
- Παρακάτω.
Το παιδί δεν είχε όρεξη για κουβέντα. Βάδιζε μπροστά και η βροχή το χτυπούσε. Ακολουθούσε αυτός, βαστώντας το δισκοπότηρο σφιχτά στο στήθος του.
Βαδίζοντας, η σκέψη του δούλευε. Ήταν η πρώτη φορά που θα κοινωνούσε ετοιμοθάνατο. Ήτανε φυσικό νάναι συγκινημένος. Και μάλιστα, που τύχαινε η πρώτη αυτή φορά νάναι σε μια περιοχή οπού οι άνθρωποι είχανε ξεχάσει το Θεό και ζούσανε στην αμαρτία.
Προσευχήθηκε, περπατώντας, και ζήτησε από το Θεό να του δώσει δύναμη, κείνη τη νύχτα, να φέρει κοντά του ένα «απολωλός πρόβατον».
Το παιδί βούλιαξε σε μια λακκούβα γεμάτη νερό.
- Τα κέρατά σου, δήμαρχε! βλαστήμησε.
Συλλογίστηκε πως έπρεπε να του κάνει την παρατήρηση για τις βλαστήμιες που έλεγε κάθε τόσο. Θα του μιλούσε αργότερα.
- Εδώ ‘μαστε, είπε το παιδί.
Το δωμάτιο, 3 Χ 3 περίπου, ήτανε στο βάθος της αυλής. Κι ο άνθρωπος ήτανε μόνος εκεί, στο σιδερένιο κρεβάτι, το κεφάλι του και το ένα χέρι, το αριστερό, έξω από την κουβέρτα.
Από ένα άλλο δωμάτιο ακουγότανε γραμμόφωνο.
- Έχει γούστο να πέθανε κιόλας, είπε το παιδί.
Δεν προχώρησε όμως. Στάθηκε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε.
Μια λάμπα πετρελαίου, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι, έριχνε λιγοστό φώς. Στο γυαλί της μια φουρκέτα.
Έκλεισε την ομπρέλα του. Άφησε το δισκοπότηρο στο τραπέζι κι έσκυψε πάνω στον άνθρωπο. Ήταν ακίνητος, με κλειστά μάτια. Ίσαμε εξήντα χρονώ. Όμως, δεν είχε πεθάνει. Ανάσαινε.
Η βροχή εξακολουθούσε, πιο δυνατή. Κείνη τη στιγμή, τον είδε και άνοιξε τα μάτια του. Ήθελε να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Ο άνθρωπος ξανάκλεισε τα μάτια κι έπεσε στο λήθαργο του.
- Δεν πέθανε, είπε το παιδί από τη γωνιά.
- Όχι, είπε αυτός.
Γίνηκε σιωπή. Σε λίγο ρώτησε:
- Μόνος του είναι;
- Ναι.
- Είναι καιρός που αρρώστησε;
- Είναι.
- Τι έχει;
Το παιδί ήθελε να πει «πείνα», δεν είπε τίποτα. Του φάνηκε παράξενο που ο παπάς δεν είχε καταλάβει ακόμα τι έτρεχε κει μέσα, που δεν είχε καταλάβει τι αρρώστια είχε ο άνθρωπος. Δεν ήταν βέβαια παρών ο παπάς τις προάλλες που ήρθε ο γιατρός και είπε: «Δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύ εξαντλημένος. Είναι πολύ αργά.»
Κοίταξε γύρω του. Το δωμάτιο είχε μερικά έπιπλα, το σιδερένιο κρεβάτι, το τραπέζι, μια καρέκλα και ένα ντουλάπι.
Ήταν κι ένα ημερολόγιο στον τοίχο. Έδειχνε Πέμπτη, 10 Ιουλίου, ενώ ήτανε Νοέμβρης.
Ήτανε ακόμα ένα κάδρο που παρίστανε ένα ειδυλλιακό τοπίο. Κι ένα δίπλωμα απονομής πολεμικού μεταλλίου, σε κάδρο, μαζί με το μετάλλιο.
Ο άνθρωπος άνοιξε τα μάτια του.
-Ήρθες; είπε.
Η φωνή του έβγαινε με πολύν κόπο από μέσα του.
- Ναι, είπε. Ήρθα.
- Γιατί φοράς μαύρα; ρώτησε ο άνθρωπος.
Κοίταξε το παιδί. Η ανάσα του ανθρώπου γινόταν ολοένα και πιο βαριά.
- Ήθελα να σου μιλήσω, είπε, κι έσκυψε πάνω στο κατακίτρινο πρόσωπο.
Να, τώρα θα του έλεγε για το Θεό, για την αιωνιότητα. Όμως ο άνθρωπος έκλεισε ξανά τα μάτια του.
Το γραμμόφωνο στο διπλανό δωμάτιο έπαιζε πάντα. Το παιδί στεκότανε σαν απολιθωμένο στο βάθος.
Ακούμπησε το χέρι στο μέτωπο του ανθρώπου. Ήτανε ιδρωμένο. Ένας ιδρώτας παγωμένος.
Πήρε το δισκοπότηρο από το τραπέζι. Έγνεψε του παιδιού, που ήρθε κοντά και τον ανασήκωσε λίγο. Άνοιξε τα μάτια του.
Έβαλε μετάληψη στη λαβίδα.
- Έλα, είπε.
Μισάνοιξε το στόμα του.
Πήγε να πει αυτός:
- Εις το όνομα του Πατρός…
Δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Δώσ’ μου! είπε ο άνθρωπος, προτού καταπιεί καλά καλά.
Τον κοίταξε.
- Δώσ’ μου!
Το στόμα του, μισάνοιχτο, περίμενε. Κι αυτός που ήταν έτοιμος να πει για την αιωνιότητα! Μια σύγχυση ήτανε μέσα του.
- Δώσ’ μου!
Κάτι ξέσπασε μες στο στήθος του, μια στοργή, μια τρυφερότητα, σαν πατέρας ένοιωθε που ταΐζει το παιδί του που πεινάει. Άρχισε να δίνει τη μία κουταλιά ύστερ’ από την άλλη.
Τα μάτια του ανθρώπου ήταν αλλιώτικα τώρα. Τα μάτια του παιδιού ήταν αλλιώτικα τώρα.
Η βροχή έπεφτε πάντα. Το γραμμόφωνο έπαιζε πάντα.
- Θεέ μου! είπε ο άνθρωπος.
Δεν είπε τίποτα αυτός.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2010

Ο Άγιος Αυξέντιος ο Νεομάρτυρας

Από το «Νέον Μαρτυρολόγιον»
του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Εμαρτύρησεν εν Κωνσταντινουπόλει περίπου το αψκ΄ (1720) Ιανουαρίου κε΄ (25)
Αυξεντίω στέφανος ηυξήθη μέγας,
εις ουράνια διά του μαρτυρίου.

Ούτος ο μάρτυς του Χριστού Αυξέντιος, ήτον από μίαν Επισκοπήν των Ιωαννίνων, ονομαζομένων Βελλάς, γέννημα ευσεβών Χριστιανών. Νέος δε έτι ων, επείγε εις Κωνσταντινούπολιν και εδούλευε την τέχνην των γουναράδων εις το χάνι το λεγόμενον Μαχμούτ Πασσά. Αλλά ο εχθρός του καλού διάβολος όπου πάντοτε δεν παύει να πολεμεί τους νέους με διάφορους τρόπους, δεν υπέφερε να βλέπει και τούτου του νέου την καθαρότητα, όθεν έσπειρεν εις αυτόν λογισμούς τοιούτους. Ήγουν, ότι, να απεράσει ετούτην την πρόσκαιρον ζωήν με ηδονάς και ξεφαντώματα και με άλλα παρόμοια. Και έτζη τον επλάνεσε και άφησε την τέχνην του, και επήγε με τα βασιλικά καράβια. Εκεί λοιπόν κάμνοντας μερικόν καιρόν και ξεφαντώνοντας με τους συντρόφους του τους αλλοφύλους, εσυκοφαντήθει παρ’ αυτών των ιδίων ψευδώς, πως ηρνήθει τον Χριστόν και ομολόγησε την θρησκείαν αυτών. Όθεν φοβηθείς, μήπως τον διαβάλουν εις τον αυθέντην του καραβίου του, έφυγεν εκείθεν κρυφίως και ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (ήτον γαρ έξω αυτής) ενδυμένος όχι με τα συνήθη των Καλιουντζήδων (στρατιωτών σε πολεμικά πλοία) φορέματα, αλλά με άλλα ταπεινά, και αγοράσας ένα καΐκιον, εδούλευε με αυτό, δια να εβγάνει την ζωοτροφίαν του. Εμετανόησε δε και ολοψύχως δια τα πρότερα σφάλματα όπου έκαμε, και μάλιστα κατεκαίετο η καρδία του από τον έρωτα του Μαρτυρίου, και νύκτα και ημέραν παρεκάλει τον Θεόν μετά θερμών δακρύων, να του δείξει κανένα έμπειρον πνευματικόν δια να εξομολογηθεί εις αυτόν, και να του φανερώσει τον πόθον, όπου είχεν εις το να πίει το του Μαρτυρίου ποτήριον. Ο δε Θεός δεν παρήκουσε την δέησίν του, αλλά του έστειλεν ιατρόν έμπειρον, κατά τον πόθον του, με τοιούτον τρόπον.
Ο σύγκελλος της Μεγάλης Εκκλησίας Γρηγόριος, (όστις ήτον αγιορείτης, εκ της σεβασμίας μονής του Ξηροποτάμου) θέλοντας να περάσει μιαν ημέραν από το Καράκιοϊ εις το Φανάρι, κατ’ οικονομίαν Θεού, εμβήκεν εις το καΐκιον του νέου. Ο δε νέος βλέποντας το ευλαβητικόν ήθος του συγκέλλου, απεφάσισε να αποκαλύψει εις αυτόν τον σκοπόν του. Και λοιπόν, αφού εβγήκεν από το καΐκι, επήρεν αυτόν καταμόνας και του εφανέρωσε την διάπυρον αγάπην, όπου είχεν εις το να μαρτυρήσει δια τον Χριστόν. Ο δε σύγκελλος επαίνεσε μεν τον σκοπό του, τον εμπόδισεν όμως από τον αγώνα του Μαρτυρίου, φοβούμενος μήπως δειλιάσει εις τας βασάνους, και έτζη του είπεν: άκουσον τέκνον μου, αι επιβουλαί του πονηρού διαβόλου είναι πολλαί και φοβούμαι, μήπως σε κάμει και δειλιάσεις εις τα βάσανα και υστερηθείς τον γλυκύτατόν μας Ιησούν Χριστόν. Αλλά φύγε από εδώ και πήγαινε εις καμμίαν ησυχίαν και εκεί γίνου καλόγηρος, και πέρασε την ζωήν σου ενάρετα. Και ελπίζω εις την αγαθότητα του γλυκυτάτου μας Ιησού να σε συναριθμήσει μετά θάνατον, εις τον χορόν των Μαρτύρων, διά να χαίρεσαι αιωνίως.
Ο δε νέος ακούοντας ταύτα εσιώπα μεν, ευλαβούμενος τον πνευματικόν αυτού πατέραν, η καρδία του όμως κατεφλέγετο από τον θείον έρωτα του Μαρτυρίου. Όθεν εδούλευε πάλιν με το καΐκιον του, και από τα άσπρα που έβγανεν, εκράτει μόνον όσα ήσαν αρκετά διά ζωοτροφίαν του, τα δε λοιπά, εμοίραζεν είς τους πτωχούς. Επέρνα δε και εις το εξής την ζωήν του με νηστείας και με ολονυκτίους αγρυπνίας. Πολλάκις δε επήγαινεν εις τον ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, έξω εις την Ζωοδόχον πηγήν, και όλην την νύκτα παρεκάλει την πανάχραντον, δια να τον ενδυναμώσει να τελειώσει την ζωήν του με Μαρτύριον. Και λοιπόν με τοιαύτα και τοσαύτα όπλα αρματώθη από την θείαν χάριν του Αγίου πνεύματος και ενδυναμώθη από την πρεσβείαν της Θεοτόκου, και ούτως επήγε πάλιν εις το πρότερον καράβι όπου ήτον. Οι δε σύντροφοί αυτού και οι άλλοι όπου τον εγνώριζαν, ευθύς όπου τον είδον, ώρμησαν κατεπάνω του με μεγάλον θυμόν και τον εκτύπουν. Άλλοι δε του έλεγον, εσύ ήσουν εις την θρησκείαν μας και πως τώρα άλλαξες την γνώμην σου; Και ταύτα λέγοντες, ετράβηξαν εις το κριτήριον. Ο δε Μάρτυς του Χριστού, χωρίς να δειλιάσει ολότελα, με φαιδρόν πρόσωπον αντέλεγεν εις αυτούς, φωνάζωντας παρησσία. «Εγώ Χριστιανός ήμουν και είμαι και δια τον Χριστόν μου έτοιμος είμαι να λάβω μυρία βάσανα».
Ένας δε από εκείνους, μην υποφέροντας την τόσην παρρησίαν του Αγίου, εκτύπησεν αυτόν εις το μέτωπον με σίδηρον και εχύθη ο δεξιός του οθφαλμός. Ο δε Μάρτυς μηδέν δειλιάσας εις τούτο, ευχαρίστει τον Κύριον όπου τον ηξίωσε να πάσχει διά το όνομά του. Ο δε αλιτήριος εκείνος, πάλιν εκτύπησεν εις το στόμα του Μάρτυρος και ευθύς έπεσαν δύο του οδόντια. Αλλά ο Μάρτυς πάλιν με λαμπράν φωνήν εκύρηττε τον Χριστόν, Θεόν αληθινόν. Όθεν επήγαν αυτόν εις το κριτήριον του μουλά πρώτον και ηρώτησεν αυτόν ο κριτής, διατί άλλαξε την προτέραν του γνώμην και ηρνήθη την θρησκεία των; Καθώς μαρτυρούν οι εκεί παρόντες μάρτυρες, ότι ηρνήθει τον Χριστόν και ομολόγησε δια καλήν την θρησκείαν αυτών; Τότε ο Άγιος αναβιβάσας τον νούν του εις τον Θεόν και ζητήσας την θείαν του βοήθειαν, εστράφη εις τον κριτήν, και του λέγει με πεπαρρησιασμένην φωνήν: «Εγώ, δικαστά, ουδέποτε αρνήθηκα τον γλυκύτατόν μου Χριστόν, αλλά πιστεύω και ομολογώ αυτόν Θεόν παντοδύναμον και ποιητήν του σύμπαντος κόσμου, και είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου δια την πίστην μου και όχι να τουρκίσω. Μη γένοιτο ποτέ Κυριέ μου».
Ταύτα ως ήκουσεν ο δικαστής, όλος επλήσθη θυμού και προστάσσει τους υπηρέτας να κτυπήσουν τριακοσίας ραβδίας εις τους πόδας του Αγίου. Οι δε υπηρέται ετέλεσαν παρευθύς το προσταττόμενον, όθεν έτρεχε το αίμα ποταμηδόν από τους όνυχας των ποδών του Μάρτυρος. Ο δε Άγιος ευχαρίστει μεγάλως τον Κύριον, παρακαλώντας τον, δια να τον ενδυναμώσει και εις το εξής να τελειώσει τον δρόμον του Μαρτυρίου. Είτα επρόσταξεν ο κριτής να υπάγουν τον Μάρτυρα εις το Πασσιά καπισί, και να τον φυλακώσουν εκεί, έως ου να γένη μεγαλυτέρα κρίσις, δια να τον κρίνουν, επειδή τότε έτυχε να είναι ημέρα Παρασκευή, ο και εγένετο. Ο δε πνευματικός αυτού πατήρ, ο προρρηθείς λέγω Γρηγόριος, μαθών την παρρησίαν του Αγίου και τα βάσανα όπου υπέμεινε διά τον Χριστόν, έκαμε τρόπον και επήγε και τον αντάμωσε μέσα εις την φυλακήν, και με τους λόγους του τον επαραθάρρυνε να μη δειλιάσει εις τους αγώνας, αλλά να σταθεί με ανδρείον φρόνημα, δια να καταισχύνει τον διάβολον κα να λάβει λαμπρούς τους στεφάνους της νίκης παρά του αθλοθέτου Θεού. Ο δε Μάρτυς εζήτησε να μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια, και ευθύς του τα έφερε ο σύγκελλος και επλήρωσε την αίτησίν του. Την ερχομένην Τρίτην έφεραν τον Άγιον εις το κριτήριον, με βαρείας αλύσεις δεδεμένον, ωσάν κακούργον. Αυτός δε έστεκε χαρούμενος, ωσάν να έστεκεν εις καμμίαν πανήγυριν. Βλέποντας δε αυτόν ο βεζύρης, με άγριον και φονικόν βλέμμα, του λέγει: «διατί εσύ δεν ομολογείς την εδικήν μας θρησκείαν καλήν και αληθινήν, αλλά την αποστρέφεσαι και την εξουθενείς;» Τότε ο Μάρτυς του λέγει: «εγώ Χριστιανός εγεννήθηκα και Χριστιανός θέλω να αποθάνω, και δεν αρνούμαι την πίστην μου, καν μύρια βάσανα μου κάμετε, διατί αυτή είναι καλή και αληθινή. Και άμποτε να πιστεύσετε και εσείς αυθέντα, διά να μη κολασθείτε.»
Ταύτα ακούσας παρ’ αυτού ο βεζύρης, όλος επλήσθει θυμού, και βλέπων το αμετάθετον της γνώμης του Μάρτυρος, έδωκε κατ’ αυτού την τελευταίαν διά ξίφους απόφασιν. Και παρευθύς αρπάζοντες τον οι υπηρέται, τον έφερον εις τον τόπον της καταδίκης. Ο δε Άγιος έκαμε δέησιν προς τον Θεόν, διά την σύστασιν και την ειρηνικήν κατάστασιν των ορθοδόξων Χριστιανών, και όλα του κόσμου. Έπειτα γονατίσας, είπεν εις τον δήμιον να κάμει εκείνο, όπου επροστάχθη. Ο δε, απέκοψε την Αγίαν αυτού κεφαλήν τη κέ Ιανουαρίου ημέρα γ΄, ώρα β΄ της ημέρας, και ούτως έλαβεν ο αοίδιμος του Μαρτυρίου τον στέφανον, όντας εις την ηλικίαν ετών τριάκοντα. Τη δε ερχομένη Τετάρτη προς το ξημέρωμα, φώς ουράνιον εκατέβη επάνω εις το μαρτυρικόν λείψανον, το οποίο είδον όχι μόνον πολλοί Χριστιανοί, αλλά και πολλοί Τούρκοι, οίτινες και το ωμολόγουν και το εκήρυττον ενώπιον πάντων. Ο δε φιλόχριστος άρχων, Μιχαήλ ο του βασιλέως τερτζίμπασης (αρχιράπτης), έχων θάρρος εις την σουλτάναν, παρεκάλεσεν αυτήν, διά να προστάξει να του δοθεί το σώμα του Μάρτυρος, διά να το θάψει, ήτις επρόσταξε και του το έδωσαν. Λαβών δε ο άρχων το σώμα του Αγίου, το έπλυνε με διάφορα μύρα και αρώματα, καθώς έκαμε και ο Νικόδημος εις το τεθεωμένον σώμα του Ιησού, και ούτω με πολλήν ευλάβειαν το εσήκωσαν οι Χριστιανοί, ομού με τον Πατριάρχην και τους παρευρεθέντας αρχιερείς, και το επήγαν εις τον ναόν της Ζωοδόχου Πηγής, και εκεί το ενταφίασαν εντίμως. Μετά δύο χρόνους ο προρρηθείς άρχων, έχων πολλήν ευλάβειαν εις τον Μάρτυρα, έκαμεν ανακομιδήν του λειψάνου του και ευθύς όπου άνοιξαν τον τάφον, εβγήκε τόση άρρητος ευωδία, ώστε οπού εθαύμασαν όλοι οι εκείσε ευρεθέντες Χριστιανοί και εδόξασαν τον Θεόν, όπου δοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας. Επήρε δε ο άρχων την Αγίαν κάραν του Μάρτυρος εις τον οίκον του, και επειδή έτυχε να είναι ασθενείς οι υιοί του με δεινήν και βαρυτάτην ασθένειαν, ευθύς οπού ησπάσθησαν από την κλίνην με πίστιν και ευλάβειαν την Αγίαν κάραν, ώ του θαύματος! ηγέρθησαν από την κλίνην και εγένοντο τελείως υγιείς, δοξάζοντες τον Θεόν και τον Άγιον.
Αλλά και κάποιος ράπτης, Νικόλαος ονομαζόμενος, εις δεινήν και χαλεπήν ασθένειαν ευρισκόμενος, και αποφασισθείς εις θάνατον από τους ιατρούς, επειδή πλέον απελπίσθη από τη παρούσαν ζωήν, ενθυμήθη το θαύμα όπου έκαμεν ο Άγιος εις τους υιούς του τερτζίμπαση, και ευθύς έστειλε και έφεραν την Αγίαν κάραν. Και καθώς την έθεσαν επάνω του, δόξασε τον Θεόν και τον Μάρτυρα. Ο δε προρρηθείς Παπά Γρηγόριος ο Ξηροποταμηνός, ακούσας τα θαύματα του Μάρτυρος και έχοντας ευλάβειαν εις τον Άγιον, επήγεν εις τον άρχοντα, όστις ήτον φίλος του και τον παρεκάλεσε να αφιερώσει την Αγίαν κάραν του Μάρτυρος εις το εδικόν του Μοναστήριον του Ξηροποτάμου.
Ο δε άρχων και διά την ευλάβειαν οπού είχεν εις το αυτό Μοναστήριον και διά την φιλίαν, οπού είχε με τον άνωθεν σύγκελλον, αφιέρωσεν αυτήν ως δώρον πολύτιμον, ήτις ευρίσκεται μέχρι του νύν εις την αυτήν σεβασμίαν Μονήν, πηγάζουσα καθ’ εκάστην διάφορα θαύματα, λυτρώνουσα πολλούς από την θανατηφόρον ασθένειαν της λοιμικής και της πανώλης, και από πολλά άλλα πάθη και νόσους ελευθερούσα εκείνους, όπου μετ’ ευλαβείας και θερμής πίστεως εις αυτήν καταφεύγουσιν, εις δόξαν Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009

Η Γέννηση του Κυρίου

Από το βιβλίο του Μοναχού Γρηγορίου Κρούγκ "Σημειώσεις ενός εικονογράφου"


«Τον δι' ημάς τους ανθρώπους
και διά την ημετέραν σωτηρίαν
κατελθόντα εκ των ουρανών...»

Η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού εμφανίζεται στην αρχή του Χριστιανισμού, πιθανώς στην αποστολική εποχή. Οι αποστολικοί κανόνες προτρέπουν να εορτάζεται η ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού την 25η Δεκεμβρίου, δείχνοντας έτσι τη σημασία αυτής της εορτής για την Εκκλησία.
«Προσέξτε, αδελφοί, τας εορτάς. Πρώτη των εορτών, η της Γεννήσεως του Χριστού».
Αυτή η ιδιαίτερη μνεία του εορτασμού των Χριστουγέννων χαρακτηρίσθηκε από τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο με τα ακόλουθα λόγια: «Και δεν θα έχει κάνει λάθος, αυτός που θα ονομάσει την εορτή των Χριστουγέννων μητέρα όλων των άλλων εορτών...».
Όπως πηγάζουν από την ίδια πηγή τα διάφορα ρυάκια, έτσι και όλες οι εορτές πηγάζουν από την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού, που είναι σαν μια καινούργια δημιουργία του κόσμου. Η σάρκωση του λόγου του Θεού που εορτάζεται σ’ αυτή την εορτή γίνεται ακρογωνιαίος λίθος. Η σάρκωση του Θεού χωρίζει μυστηριωδώς το φως από το σκοτάδι, σύμφωνα με τα λόγια του Αγίου Ιωάννου: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί, ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε σαν άνθρωπος, είναι απ’ τον Θεό, και κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε σαν άνθρωπος, δεν είναι από τον Θεό. Είναι το πνεύμα του Αντιχρίστου...».
Ο χρόνος που προηγείτο της Γεννήσεως του Χριστού ήταν γεμάτος από το βαθύ αίσθημα ενός απροσδιόριστου κακού… Κάθε στιγμή αισθανόταν κανείς την αβεβαιότητα αυτού του χρόνου. Οι λαοί που έζησαν πριν τη Σάρκωση του Χριστού βρίσκονταν σε μια συνεχή κίνηση. Η πνευματική κληρονομιά των λαών δεν διατηρούσε μια στατική ιδιαιτερότητα, αλλά εμπλουτιζόταν και ένωνε διαφορετικά στοιχεία. Οι πολιτισμοί διαφορετικών λαών εισέδυαν, επηρέαζαν και μετέβαλαν ο ένας τον άλλο. Ο κόσμος πριν από τη Γέννηση του Χριστού μοιάζει με καλοοργωμένο χωράφι, έτοιμο να λάβει τον σπόρο της αιώνιας ζωής - απαρχή του μέλλοντος Αιώνος.
Η εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού περιέχεται μυστηριακά στο όνειρο του Ναβουχοδονόσορα και εξηγείται προφητικά από τον προφήτη Δανιήλ (κεφ. 2). Ο βράχος που ξεριζώθηκε από το όρος χωρίς να τον αγγίξει ανθρώπινο χέρι και κατέστρεψε το μεγάλο είδωλο, είναι η εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού. Συνήθως στην εικόνα της Γεννήσεως του Χριστού, ο Σωτήρας έχει μια κάποια εικονική ομοιότητα με την πέτρα που νίκησε και κατέστρεψε τον τρομερό ανθρώπινο εγωισμό υπό την μορφή του ειδώλου. Το Παιδίον αναπαριστάνεται στο μέσο της εικόνας, σπαργανωμένο. Το μέγεθος του είναι εξαιρετικά μικρό. Συχνά λόγω των διαστάσεών της, η αναπαράσταση του Σωτήρα είναι πιο μικρή απ’ όλα τα άλλα πρόσωπα της εικόνας, κι όμως παρ’ όλα αυτά παραμένει η εικόνα του Κυρίου, η εικόνα του Χριστού. Μέσα στην εικόνα ο Σωτήρας καταλαμβάνει τη βασιλική θέση του Δεσπότου. Ωστόσο η Θεοτόκος εικονίζεται πιο μεγάλη απ’ όλα τα άλλα πρόσωπα της εικόνας κι εδώ είναι ακριβώς που ερμηνεύεται η προφητεία του Δανιήλ, δια μέσου του ονείρου του Ναβουχοδονόσορα. Ο τύπος του όρους και του βράχου που ξεριζώθηκε από μόνος του είναι η προφητική εικόνα της αειπαρθενίας της Θεοτόκου.
Αυτή η ελαχιστότητα του Σωτήρα δέχτηκε την ταπείνωση των σπαργάνων και της φάτνης των ζώων. Αυτή η ελαχιστότητα είναι το μυστήριο, χάρη στο οποίο το ανθρώπινο γένος σώθηκε από το δηλητήριο του εγωισμού, που διοχετεύθηκε από το σατανά στον άνθρωπο με την παρακοή της Εύας. Ολόκληρη η ανθρώπινη ματαιοδοξία που γεννήθηκε από τον εγωισμό του σατανά, μπροστά στη γέννηση του Χριστού έχασε κάθε δύναμη και φαινομενική δόξα. Η εκπλήρωση της προφητείας συμπεριλαμβάνεται στον ύμνο της Θεοτόκου: «Κατέβασε από θρόνους άρχοντες και ανύψωσε ταπεινούς». Η εικόνα της γεννήσεως του Χριστού είναι τύπος της δόξας που δεν έχει τέλος, της εθελουσίας κενώσεως του Χριστού. Ολόκληρη η σύνθεση αυτής της εικόνας το μαρτυρεί. Το θεμελιώδες νόημα της εορτής, που εκφράζεται με την εικόνα αυτή, γίνεται σφραγίδα για όλες τις άλλες εικόνες: παρουσιάζει τη δόξα του Χριστού που έγινε με τη θέληση του άνθρωπος. Δόξα της ταπείνωσής του.
Η νίκη του Δαυίδ όταν χτύπησε με μία πέτρα τον γίγαντα της φυλής των Φιλισταίων Γολιάθ, φαίνεται να προεικονίζει, όπως και στη Γέννηση του Χριστού, την κατάργηση του εγωισμού.
Για τον Χριστό, Παιδίον-Θεό, το ξαπλωμένο μέσα στη σπηλιά σαν μέσα στα σπλάχνα της γης, μαρτυρεί και η εικόνα της παραβολής του κόκκου σινάπεως, όταν ο ίδιος ο Σωτήρας μίλησε για τη βασιλεία των ουρανών. Ο σπόρος του σιναπιού, ο μικρότερος απ’ όλους τους σπόρους, φυτεύεται στη γη για να δώσει ένα μεγάλο δέντρο. Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί να πει κανείς ο Χριστός, ουράνιο βασίλειο, που έλαβε σάρκα, ζωντανή Ιερουσαλήμ, έπεσε σαν «κόκκος σινάπεως» στα σκοτεινά σπλάχνα της γης κι εβλάστησε σε μια σπηλιά σκαμμένη στη γη. Το γεγονός ότι η ίδια η μητέρα του Θεού ανέκλινε τον Υιό της, όχι μέσα σε ένα οποιοδήποτε σπίτι, ούτε στην επιφάνεια της γης, αλλά σ’ ένα σπήλαιο, βαθειά στη γη κατά κάποιο τρόπο, αυτό λοιπόν το γεγονός είναι το αλάτι που αλάτισε τα σπλάχνα της γης, αυτά που δέχτηκαν μια νέα ζωή άγνωστη ως εκείνη τη στιγμή. Στην εικόνα της Γεννήσεως η σπηλιά παρουσιάζεται συνήθως πολύ απλά, χωρίς προσπάθεια να φανούν οι λεπτομέρειες, ή να δοθεί κάποιος φωτισμός ιδιαίτερος. Παρουσιάζεται σαν ένα άνοιγμα εντελώς μαύρο, σαν το ανοιχτό στόμα της γης. Κι αυτή η μαυρίλα δεν γλυκαίνεται με τίποτε. Κι αυτή η μαυρίλα έρχεται σε δυνατή αντίθεση με το φως του Σωτήρα, με το φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του, με τη λευκότητα των σπαργάνων με τα οποία τον σπαργάνωσε η Θεομήτωρ.
Η γη στην εικόνα της Γεννήσεως, δεν παρουσιάζεται ομαλή και επίπεδη, όχι. Είναι γεμάτη κίνηση , τινάγματα, λόφους, σκάμματα. Η κίνηση αυτή θυμίζει τα κύματα της θάλασσας. Κι αυτό το ορεσίβιο στοιχείο, το επικίνδυνο, της γήινης επιφάνειας, δε μαρτυρεί μόνο τον επικίνδυνο χαρακτήρα του συγκεκριμένου τόπου κοντά στην Ιερουσαλήμ, αλλά και ένα άλλο μυστικό και γενικότερο νόημα. Η γη αναγνώρισε την έλευση του Σωτήρα και ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν αναγεννώμενη και αναζωογονούμενη. Σαν ένα φύραμα άρχισε να ζυμώνεται, διότι ένοιωσε μέσα της τη μαγιά της αιώνιας ζωής. Κι αυτές οι κυματιστές αναδιπλώσεις της γης και τα τινάγματα του εδάφους γύρω από το σπήλαιο δεν είναι άδεια, αλλά γεμάτα από την κατανόηση και τη χαρά του γεγονότος. Συνήθως στις εικόνες της Γεννήσεως εικονίζονται επίσης οι άγγελοι, οι μάγοι και οι βοσκοί. Οι άγγελοι, ως οι πρώτοι αγγελιοφόροι και μάρτυρες της Καλής Αγγελίας της Γεννήσεως του Χριστού. Οι μάγοι και οι βοσκοί ως το ανθρώπινο γένος που καλείται να προσκυνήσει τον Χριστό. Σημειωτέον, ότι οι μάγοι και οι βοσκοί δεν συνθέτουν μια κοινή σύναξη και αυτοί καθεαυτοί δεν βρίσκονται κοντά μεταξύ τους.
Οι βοσκοί παρουσιάζουν τον εκλεκτό ιουδαϊκό λαό. Ο ουρανός άνοιξε γι’ αυτούς και η σύναξη των αγγέλων που ψάλλουν ωδή στον Θεό έγινε ορατή. Εκλήθησαν να προσκυνήσουν τον Χριστό στο όνομα του Ισραήλ. Δέχτηκαν κατευθείαν από του αγγέλους την Καλή Αγγελία. Οι μάγοι που είναι η κορυφή του ειδωλολατρικού κόσμου ανυψώνονται ως το επίπεδο της κατανόησης του νοήματος της Γεννήσεως. Ανυψώνονται μ’ ένα τρόπο, όχι απλό, αλλά δύσκολο και σύνθετο κι έρχονται να προσκυνήσουν τον Χριστό, όχι από μέρη κοντινά, αλλά πολύ μακρινά. Κατά την ορθόδοξη παράδοση, από την Περσία. Η πορεία των μάγων, που οδηγούνται από ένα άστρο, είναι δύσκολη και μακρινή. Δεν οδηγήθηκαν από τους αγγέλους, αλλά από την κίνηση του αστέρος, χωρίς εδώ να αποκαλυφθούν τα πάντα. Έτσι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι το αστέρι που οδηγούσε τους μάγους στη Βηθλεέμ δεν ήταν ένα απλό αστέρι, αλλά ένας άγγελος που ακτινοβολούσε σαν άστρο και οδηγούσε τους μάγους της ανατολής στην προσκύνηση του Χριστού.
Η Καλή Αγγελία έχει διαφορετικές όψεις, όπως και οι δρόμοι των ποιμένων και των μάγων, που συνδέονται τελικά από τον Εμμανουήλ, τον Χριστό που ήλθαν να προσκυνήσουν, με τον ίδιο τρόπο, που οι δύο τοίχοι ενός οικοδομήματος συνδέονται από τον πέτρινο σύνδεσμο πάνω στον οποίο στηρίζεται ολόκληρη η οικοδομή. Χωρίς αυτόν τον σύνδεσμο οι δύο τοίχοι δεν θα συναντιούνταν ποτέ και δεν θ’ αποτελούσαν τοίχους του ίδιου οικοδομήματος. Αυτή η ιδέα εκφράζεται πολύ καθαρά στην εικόνα της Γεννήσεως. Οι μάγοι συνθέτουν μια ομάδα ξεχωριστή από την ομάδα των ποιμένων. Οι ποιμένες παρουσιάζονται επίσης ξεχωριστά καθώς ακούνε τους αγγέλους. Στο πάνω μέρος της εικόνας, ακριβώς πάνω από το σπήλαιο, τοποθετείται ο αστέρας που οδήγησε τους μάγους και παρουσιάζεται μ’ έναν τρόπο πολύ λίγο συνηθισμένο. Είναι σαν να εστάλει να σταθεί πάνω ακριβώς από τη σπηλιά. Δεν παρουσιάζεται σε κάποια άκρη, ξεχωριστά από την όλη σύνθεση, αλλά εξέρχεται από τις ουράνιες σφαίρες που ζωγραφίζονται στο κέντρο της εικόνας. Το άστρο της Βηθλεέμ διατηρήθηκε σαν σύμβολο, όχι μόνο στις εικόνες της Γεννήσεως, αλλά και στη θεία λειτουργία. Όταν τελειώνει η προσκομιδή, τοποθετεί ο ιερέας στον «δίσκο» τον «αστέρα» πάνω από τον αμνό του υψωθέντος και ευλογηθέντος άρτου. Αυτός ο αστέρας είναι σε ανάμνηση εκείνου που στάθηκε πάνω από τη φάτνη, όπου ανακλίθηκε το θείον βρέφος. Και το μανουάλι που τοποθετείται, την παραμονή των Χριστουγέννων, στη μέση της εκκλησίας, συμβολίζει το άστρο της Γεννήσεως.
Φαίνεται πως το άστρο κατέχει μια τέτοια θέση στη γιορτή των Χριστουγέννων επειδή είναι το μυστικό αρχέτυπο του Χριστού, όπως μαρτυρεί η Αποκάλυψη: «Είμαι ρίζα και απόγονος του Δαυίδ – Ο φωτεινός και πρωινός αστέρας».
Συνήθως, παρουσιάζουν στην εικόνα της Γεννήσεως τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Παρθένου, σκυμμένον από θλίψη, βασανιζόμενον από αμφιβολίες, μη όντας σε θέση να αφομοιώσει το μυστήριο της Γεννήσεως υιού από Παρθένο. Μπροστά του στέκεται ο δαίμων με τη μορφή ενός γέρου βοσκού, που δοκιμάζει να ταράξει τον Ιωσήφ. Είναι χαρακτηριστικό πολλών εικόνων της Γεννήσεως ότι η Θεομήτωρ έχει το πρόσωπο στραμμένο, όχι προς τον Σωτήρα, αλλά προς τον Ιωσήφ με μία έκφραση κατανόησης και βαθειάς λύπης. Η Θεομήτωρ μοιάζει να θέλει να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις της τον Ιωσήφ. Σε αυτή τη φροντίδα προσδιορίζεται κιόλας το υπούργημά της ως Βασίλισσας των ουρανών μεσίτριας του ανθρωπίνου γένους, αυτής που φέρει τις θλίψεις των ανθρώπων.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορίες της Γαλιλαίας...

Ο ήλιος έκανε τα βοσκοτόπια της Ιουδαίας να αχνίζουν εκείνο το ζεστό απομεσήμερο. Οι ξωμάχοι είχαν σταματήσει από ώρα τις δουλειές τους και είχαν αναζητήσει τη δροσερή σκιά κάτω από τα δέντρα και τα βράχια. Βοσκοί και μικρογεωργοί οι περισσότεροι, αποζητούσαν καθημερινά και παρακαλούσαν για το Θεϊκό έλεος. Στρουθία, που μάζευαν τους σπόρους που έριχνε ο Πλάστης .
Ένα στενό μονοπάτι περνώντας μέσα από τα άγονα χωραφάκια και τις σκονισμένες ελιές, μέσα από τα λιγοστά δένδρα και τα ξερά χορτάρια, οδηγούσε μακριά, στη χώρα της Αιγύπτου.
Σαν μια μαύρη κουκίδα μέσα στο καφεπράσινο του τοπίου, ένα υπομονετικό ζώο προχωρούσε κουρασμένο. Στην πλάτη του καθόταν μια νέα γυναίκα, σχεδόν κοριτσάκι, με ένα μωρό στην αγκαλιά και πλάι περπατούσε ένας άνδρας μεσόκοπος στηριγμένος στο ραβδί του. Σχεδόν νύχτα είχαν φύγει από τη Βηθλεέμ σαν κυνηγημένοι. Κυνηγημένοι και οδηγημένοι από Θεϊκές εντολές. Βάδιζαν σιωπηλοί, κάτω από το βάρος της αγάπης που είχε επιλέξει εκείνους ως δοχεία να πληρωθούν με Άγιο Πνεύμα. Ως εκτελεστές των εντολών Του για τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Ως παιδιά, που ο πατέρας τα εμπιστεύτηκε και τα έστειλε να φέρουν το Ζων Ύδωρ.
Περπατούσαν συνεχώς από το πρωί, χωρίς στάση, χωρίς ξεκούραση, προσπαθώντας να ξεφύγουν από την εκδικητική μανία της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Μιας ματαιοδοξίας που θα γινόταν στεφάνι μαρτυρίου για χιλιάδες νήπια. Για νήπια που χωρίς ακόμα να καταλάβουν, γιατί ήλθαν στον κόσμο τούτο έφευγαν με τον πιο άγριο τρόπο. Σε λίγη ώρα οι σπαρακτικές κραυγές των δύστυχων γονέων, μαζί με τις κραυγές χιλιάδων παιδιών που σφαγιάζονταν, θα αντιλαλούσαν πάνω στις ξερολιθιές και τα βράχια. Πάνω στα κορφοβούνια και τις κοιλάδες. Πάνω στα ξερόκλαδα και τα αγκάθια. Θα γινόταν αέρινο μαχαίρι κοφτερό, που θα μάτωνε τις φυλλωσιές και τα χορτάρια.
Το τοπίο, βήμα το βήμα, μεταβαλλόταν και γινόταν όλο και πιο άγριο όλο και πιο σκληρό. Οι βράχοι εναλλάσσονταν με την άμμο και τα λιγοστά καχεκτικά δέντρα. Εδώ δεν ήταν πια, ο τόπος των χωρικών. Ήταν ο τόπος των καραβανιών, των ληστών και των κυνηγημένων. Ήταν ο τόπος που καίγονταν οι ψυχές και μεταλλάσσονταν είτε για καλό είτε για κακό. Ένας τόπος που έμελλε πολλά χρόνια αργότερα να γίνει στίβος αγώνα και πάλης πνευματικής. Μια απόκοσμη ερημιά που θα φύτρωναν χιλιάδες άνθη ευωδιαστά, που το στεγνό αγέρι της ερήμου θα έφερνε στις ψυχές μας, για αιώνες τη μυρωδιά τους. Για αιώνες και μέχρι τη συντέλεια του αιώνος …
Η παρουσία και τα ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας είχαν πια χαθεί εδώ και πολλή ώρα και μπροστά τους απλωνόταν το άγριο τοπίο.
Το μυαλό του άνδρα ήταν ξέχειλο από τον χείμαρρο των υπερφυσικών γεγονότων. Παρασυρμένος και βαλμένος σε ένα Θεϊκό σχέδιο. Επιλεγμένος αυτός, από μυριάδες άλλους να εκπληρώσει τα προφητικά λόγια των γραφών, που χρόνια τώρα άκουγε, από τους δασκάλους και τους διαβασμένους. Αυτός ο μικρός, ο ταπεινός, ο σχεδόν αγράμματος, να είναι ο προστάτης της Παρθένου που θα γεννήσει τον Μεσσία;
Εδώ και μήνες ζούσε μέσα σε μια ονειρική πραγματικότητα. Ζούσε στον προθάλαμο του Παραδείσου. Έβλεπε τους Αγγέλους. Μιλούσε μαζί τους. Τους άκουγε να ψέλνουν. Έβλεπε υπερκόσμια γεγονότα στον νυκτερινό ουρανό. Τα επουράνια είχαν γίνει ένα με τα επίγεια. Άγγιζε τον Μεσσία, έβλεπε το χαμόγελο του και άκουγε το κλάμα του. Πολλές φορές αναρωτιόταν και παιδευόταν, προσπαθώντας να εξηγήσει με την λογική του όλα αυτά που του συνέβαιναν. Μάταιος κόπος. Πάντα όμως βρισκόταν δίπλα του ένα Αγγελικό χέρι που διώχνοντας τα σκοτάδια της λογικής τον οδηγούσε στο Θεϊκό παράλογο και υπέρλογο.
Κοίταξε την γυναίκα στο πλάι του. Ήταν κουρασμένη. Το παιδί κοιμόταν ζαλισμένο από το κούνημα του ζώου. Έπρεπε να βρει γρήγορα κάποιο κατάλυμα για να περάσουν το βράδυ. Κοίταξε γύρω του. Ερημιά. Όμως δεν φοβήθηκε. Οι μυριάδες στρατιές των Αγγέλων ήταν πλάι τους, έτοιμες να κατακεραυνώσουν την κάθε απειλή και να προσφέρουν την όποια βοήθεια.
Προχώρησαν λίγο ακόμη.
Ένα μικρό σημάδι φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα χαράζοντας την απεραντοσύνη του τοπίου. Στράφηκαν προς το μέρος εκείνο. Σιγά σιγά άρχιζε να διαγράφεται μια καλύβα με ένα αδύνατο δένδρο στο πλάι της. Ένα ξεροπήγαδο πιο πέρα και μια γυναίκα στην ξύλινη πόρτα με ένα μωρό στην αγκαλιά. Πλησίασαν. Η καθισμένη γυναίκα σηκώθηκε και τους κοίταξε άγρια. Το βλέμμα της τρομαγμένο και επιθετικό μαζί, σαν το αγρίμι που βρίσκεται σε κίνδυνο. Τους ρώτησε τι θέλουν. Ο άνδρας απάντησε ταπεινά ότι θα ήθελαν ένα μέρος για να περάσουν το βράδυ τους. Πήγε να τους διώξει. Όμως η ματιά της έπεσε πάνω στην γυναίκα στο γαϊδουράκι. Ήταν και αυτή σχεδόν στην ηλικία της και με ένα μωρό, σχεδόν σαν το δικό της. Κρατήθηκε. Ένοιωσε ένα απαλό χάδι στην τραχιά ψυχή της. Μια εσωτερική ζεστασιά, που όμως ήταν και δροσιά ταυτόχρονα στο στεγνό τούτο μέρος. Δεν μπορούσε να τους διώξει. Κάτι πάνω από τις δυνάμεις της, την κρατούσε. Μια γλυκιά φωνή σαν θρόισμα ανέμου ήχησε στ' αυτιά της που την παρότρυνε να κρατήσει τους ξένους. Να τους βάλει για μια νύχτα στο σπίτι της. Μούδιασε και παραμερίζοντας τους είπε να καθίσουν. Για ένα βράδυ όμως. Ο άντρας της έλειπε. Ήταν ληστής και θα επέστρεφε αύριο. Δεν θα ήταν καλό να τους βρει εκεί. Οι δύο γυναίκες μπήκαν μέσα στο καλύβι με τα παιδιά και ο άντρας έμεινε απ έξω. Σουρούπωνε. Το δειλινό με τα απαλά του χρώματα, μαλάκωσε το σκληρό τοπίο.
Το ζωντανό πιο πέρα προσπαθούσε να βρει κάποιο ξεροχόρταρο να φάει. Έβγαλε λίγο νερό από το ξεροπήγαδο και του έβαλε σε μια γούρνα. Ήπιε και αυτός λίγο.
Τυλίχτηκε με μια κουβέρτα και ακούμπησε στον ετοιμόρροπο τοίχο. Τα πρώτα αστέρια άρχισαν να κεντούν το ουράνιο εργόχειρο.
Η γυναίκα του ληστή βγήκε έξω και του έδωσε λίγο ψωμί. Ξαναμπήκε μέσα. Κάθισε σε μια γωνιά δίπλα στο παιδί της. Κοίταξε στην άλλη γωνία την ξένη δίπλα στον γιο της που καθόταν ήρεμη. Μια ηρεμία, που όμοια της δεν είχε ποτέ ξαναδεί. Μια ηρεμία που ξεχείλιζε από μέσα της και γαλήνευε τον κόσμο όλο. Το καλύβι έπαιρνε φως από εκείνη τη γυναίκα και έλαμπε ολόκληρο. Το παιδί της κοιμόταν ήσυχα δίπλα της .
Κοίταξε και το δικό της παιδί. Κοιμόταν και αυτό με μια ουράνια γαλήνη ζωγραφισμένη στο μικρό του πρόσωπο. Περίεργο και αυτό. Ήταν πολύ άγριο παιδί, σαν τον ληστή πατέρα του. Έκλαιγε και φώναζε συνέχεια. Μα τώρα λες και κάτι το έκανε να ηρεμήσει και να κοιμάται ήσυχο και χαμογελαστό.
Τι μυστήριο πράγμα είναι τούτο αναρωτήθηκε. Προσπάθησε να πιάσει κουβέντα με την άγνωστη γυναίκα, αλλά παρ όλες της προσπάθειές της, εκείνη της απαντούσε μονολεκτικά. Η γυναίκα του ληστή έγειρε στο πλάι, γαλήνεψε. Αύριο θα γυρνούσε ο άντρας της και φωνές και αγριάδες την περίμεναν. Μα τώρα ήταν σα να ζούσε σε όνειρο. Ένα όνειρο που δεν ήθελε να τελειώσει. Μια φωνή άκουσε πάλι δίπλα της. Μια φωνή που όμως δεν την τρόμαξε. Μια φωνή που την νανούρισε, λέγοντας, να μη φοβάται για τον γιο της. Να μην φοβάται, ότι και να γίνει, γιατί θα είναι παρέα με το άλλο παιδάκι …
Κοίταξε για μια ακόμη φορά την άγνωστη γυναίκα. Καθόταν στη γωνιά της και κοιτούσε το παιδί της, σαν να μην υπήρχε τίποτε άλλο πάνω στον κόσμο τούτο παρά μόνο εκείνο το παιδί. Σαν να ήταν το παιδί της το κέντρο του κόσμου όλου.
Έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε.
Η νύχτα πέρασε ήσυχα και τα πρώτα σημάδια της μέρας φάνηκαν.
Ο άντρας σηκώθηκε και άρχισε να ετοιμάζεται για την συνέχεια της οδοιπορίας.
Οι γυναίκες είχαν και αυτές ξυπνήσει από ώρα θηλάζοντας τα παιδιά τους. Η γυναίκα του ληστή βγήκε έξω με μια λεκάνη στα χέρια. Καλημέρισε τον άντρα και πήγε στη γούρνα με το λιγοστό νερό που είχε αφήσει το ζωντανό από το προηγούμενο βράδυ και την γέμισε. Μετά πήρε το παιδί της και άρχισε να το πλένει. Έγνεψε και στην ξένη να φέρει και το δικό της παιδί να το πλύνει.
Τα έπλυναν εκεί μαζί στο ίδιο νερό και αυτά δίχως να μιλούν, κοιτούσαν το ένα το άλλο και χαμογελούσαν. Σταύρωναν τα χεράκια τους και συνομιλούσαν στην δική τους πνευματική γλώσσα.
Αφού τελείωσαν, έχυσαν το νερό δίπλα από την πέτρινη γούρνα, πάνω στο ξερό χώμα .
Ο άνδρας είχε ήδη ετοιμασθεί για την πορεία. Ανέβασε την γυναίκα πάνω στο γαϊδουράκι και ευχαριστώντας, πήραν το μακρύ δρόμο της ερήμου.
Η γυναίκα του ληστή, τους κοίταγε για ώρα μέχρι που έγιναν μια μικρή κουκίδα πάνω στο έρημο τοπίο. Ο άνδρας της θα επέστρεφε σε λίγο.
Αναστέναξε. Γύρισε να μπει στο καλύβι με το μωρό στην αγκαλιά.
Ξαφνικά το μάτι της στάθηκε στη γούρνα με το νερό. Ένα μικρό φυτό πράσινο υπήρχε στο πλάι της. Δεν ήταν δυνατόν. Πριν λίγο εκεί δεν υπήρχε τίποτα. Δεν μπορεί, θα την γελούν τα μάτια της. Θα την χτύπησε ο ήλιος της ερήμου, που ήδη είχε ανέβει ψηλά. Πλησίασε. Πράγματι, δεν ήταν οφθαλμαπάτη. Ένα μικρό όμορφο φυτό ήταν εκεί, που ανέδιδε ένα υπέροχο άρωμα. Εκεί, στο σημείο που είχε ρίξει το νερό που πλύθηκαν τα παιδιά. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Το μύρισε. Μια ευωδία υπέροχη, περίεργη και γνώριμη μαζί. Σαν δύο μυρωδιές ενωμένες σε μία. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ της κάτι τέτοιο. Δεν είχε μυρίσει ποτέ κάτι παρόμοιο.
Κοίταξε προς τη μεριά του δρόμου. Ο άνδρας με τη γυναίκα είχαν πια χαθεί στο βάθος του ορίζοντα. Και όμως αυτή την ευωδία του φυτού την ήξερε. Ήταν η μυρωδιά του παιδιού της και του ξένου παιδιού. Δύο οσμές σε μία. Τι θαύμα ήταν αυτό; Δάκρυσε και θυμήθηκε τον ξεχασμένο από καιρό Θεό της. Θέλησε να τρέξει να προλάβει τους ξένους και να τους παρακαλέσει, να τους εκλιπαρήσει, να της πουν ποιοι ήταν. Θυμήθηκε κάτι βοσκούς που έλεγαν για μια νύχτα υπέροχη, που οι Άγγελοι είχαν κατέβει από τον ουρανό και έψελναν, γιατί γεννήθηκε ο Μεσσίας. Τότε τους είχε κοροϊδέψει. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει τίποτα. Από μακριά άκουσε την φωνή του άντρα της που επέστρεφε. Σκούπισε τα δάκρυα της και μπήκε γρήγορα μέσα στο καλύβι.
Τα χρόνια πέρασαν. Σε έναν ξερό λόφο έξω από την Ιερουσαλήμ, τρείς άνδρες φρικτά καρφωμένοι πάνω σε ξύλινους σταυρούς, αργοπέθαιναν. Δύο ληστές και στη μέση ο Βασιλεύς των Ιουδαίων. Ένα στέμμα από αγκάθια μάτωνε το κεφάλι Του. Πληγές από μαστίγιο όργωναν το σώμα Του.
Οι τρομακτικοί πόνοι έκαναν το μαρτύριο ακόμα πιο ανελέητο. Ο αριστερός ληστής μέσα στο φοβερό παραλήρημα του επικείμενου θανάτου, στράφηκε προς τον μεσαίο άντρα. Τον άντρα που κάποιοι έλεγαν ότι ήταν ο Μεσσίας και κάποιοι άλλοι , πως ήταν ένας πλάνος . Έβαλε όση δύναμη του είχε απομείνει και είπε: «εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς».
Ο μεσαίος άντρας δεν απάντησε. Όμως ο δεξιός ληστής στρεφόμενος κατά του πρώτου και μέσα από το ψυχορράγημα είπε: «οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε».
Έπειτα στρεφόμενος προς τον μεσαίο άντρα και με φωνή που έσβηνε ψέλλισε: «μνήσθητί μου , Κύριε , ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλεία σου».
Τότε ο μεσαίος άντρας που άλλοι τον έλεγαν Μεσσία και άλλοι πλάνο, σήκωσε το κεφάλι Του, κοίταξε τον δεξιό ληστή και είπε: «ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ».
Ο δεξιός ληστής έγειρε το κεφάλι, νιώθοντας την ανάσα του θανάτου πλάι του και αναλογίστηκε τα κρίματα του. Όμως, δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα. Ένα πέπλο ομίχλης είχε σκεπάσει τα πάντα στο νου και δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Σαν να είχε γεννηθεί εκείνη τη στιγμή. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή πρίν από τον επικείμενο θάνατο. Όχι, όχι, ήταν αμαρτωλός. Έπρεπε να θυμηθεί. Να δώσει λόγο για τις πράξεις του. Να τιμωρηθεί κι άλλο. Να βασανιστεί περισσότερο. Μάταια. Τίποτα δεν μπορούσε να θυμηθεί. Ούτε εικόνες, ούτε πρόσωπα. Σαν να σβήστηκαν όλα μονομιάς. Προσπάθησε. Τίποτα. Κενό. Ομίχλη. Αλλά, να, να. Κάτι θυμήθηκε. Ναι. Την μητέρα του. Περίεργο, τη μητέρα του, που του έλεγε μια ιστορία όταν ήταν μικρός και που ποτέ δεν την είχε πιστέψει. Μια ιστορία για ένα παιδάκι στην ηλικία του, που είχε έρθει κάποτε στο σπίτι τους για ένα βράδυ και που όταν τα έπλυναν μαζί και έχυσε το νερό φύτρωσε ένα φυτό, που η μητέρα του το έλεγε δυόσμο.
Μόνο αυτό θυμόταν. Τίποτε άλλο. Σήκωσε με πόνο τα μάτια. Κοίταξε τον Βασιλέα των Ιουδαίων και δάκρυσε.
Ένοιωσε την ψυχή του να είναι έτοιμη για το μεγάλο ταξίδι.
Δεν πονούσε πια. Δεν φοβόταν.
Ήταν παρέα μαζί με το άλλο παιδάκι…

Σ.Σ. (αναδημοσίευση από το περιοδικό ΕΝΔΟΝ Δεκεμβρίου 2007)