Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

Το παράδειγμα του Χριστού

Του Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης


Σαν πολύτιμη πνευματική κληρονομιά άφησε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός στην Εκκλησία Του τη διδασκαλία, τα θαύματα και, προ παντός, το παράδειγμά Του. Ότι δίδαξε, το εφήρμοσε πρώτος στην επίγεια ζωή Του. Ότι προείπε για την Εκκλησία Του, εκπληρώθηκε πρώτα στον εαυτό Του. Δίδαξε την αγάπη προς τους εχθρούς, και πρώτος τήρησε αυτή την εντολή, όταν στο αποκορύφωμα του πάθους Του, ικέτευε τον ουράνιο Πατέρα Του υπέρ των σταυρωτών Του: «πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34). Δίδαξε την άμετρη ανεξικακία: «ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Ματθ. 5,39) και παραδόθηκε εκούσια στα χέρια των ανόμων Ιουδαίων. «ὃς λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δὲ τῷ κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρου 2,23). Δίδασκε να μη φοβούμεθα «ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10,28), και δεν φοβήθηκε τους φονευτάς Του. Ευαγγελίσθηκε την ανάσταση των νεκρών και την αιώνια ζωή, και ο ίδιος πρώτος «γήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α’ Κορ. 15,20). Η ανάστασις του Κυρίου είναι η κορύφωσις του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία μας, το θύμα των θαυμάτων του Θεού, με το οποίο προαγγέλλεται και η ανάστασις των ανθρώπων που θα ακολουθήσουν το παράδειγμα Του, αφού ο Χριστός «ἔπαθεν ὑπὲρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμὸν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (πρβλ. Α’ Πετρ. 2,21)

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Η άκρα ταπείνωση.

Του Αρχιμανδρίτου Καλλίστρατου Λυράκη.

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης παρουσιάζεται μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας βήμα προς βήμα η αγωνία και το Πάθος του Θεανθρώπου. Παρακολουθούμε «τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην, και προ πάντων τον Σταυρόν και τον θάνατον», τα οποία ο Κύριος έπαθε για μας με την θέλησή Του.

Το βράδυ της Μ. Πέμπτης που είναι ο Όρθρος της Μ. Παρασκευής, μετά την ανάγνωση του 5ου Ευαγγελίου γίνεται η έξοδος του Εσταυρωμένου. Τότε εκφωνείται και ψάλλεται το επόμενο τροπάριο, που μέσα από χαώδεις αντιθέσεις εγγίζει κάπως την απροσμέτρητη θεϊκή αγάπη και την ανθρώπινη ακατανόμαστη κακία και αγνωμοσύνη.
Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι τήν γήν κρεμάσας. Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο τών Αγγέλων Βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τόν ουρανόν έν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τόν Αδάμ. Ήλοις προσηλώθη, ο Νυμφίος τής Εκκλησίας. Λόγχη εκεντήθη, ο Υιός τής Παρθένου. Προσκυνούμέν σου τά Πάθη Χριστέ. Δείξον ημίν, καί τήν ένδοξόν σου Ανάστασιν.
«Σήμερον», μετά από τρία χρόνια αδιάκοπης προσφοράς και ανεπανάληπτων ευεργεσιών, «κρεμάται επί ξύλου» ατιμωτικού ως ο χειρότερος κακούργος Εκείνος που δημιούργησε και περιέβαλλε τη γη κοσμώντας την με τα νερά των θαλασσών. Ο Πλάστης υπομένει τον σταυρό για τη σωτηρία του πλάσματός Του. Περιπαικτικό και υβριστικό «στέφανον εξ ακανθών» φορεί στο κεφάλι Του «ο των αγγέλων βασιλεύς»! Από αυτούς ασιγήτως δοξολογείται με τον επινίκιο ύμνο: «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου». Ταπεινωτική και «ψευδή πορφύραν περιβάλλεται» Αυτός που κυβερνά και κοσμεί το ουράνιο στερέωμα με τα ποικιλόχρωμα νέφη και τα δισεκατομμύρια των αστέρων. Ως να ήταν ένας άθλιος δούλος υπέμεινε και «ράπισμα» ακόμη από ρωμαίο στρατιώτη Εκείνος που «εν Ιορδάνη» ελευθέρωσε τον Αδάμ και τους απογόνους του από την σκλαβιά της αμαρτίας και την κατάδυναστεία του διαβόλου. Ο «ωραίος κάλλει» από όλα τα παιδιά των ανθρώπων, «ο νυμφίος της Εκκλησίας», που τόσο την αγαπά, ώστε να τη λούζει με το αίμα Του και να την τρέφει με το Σώμα Του, με «ήλους» (καρφιά) καρφώθηκε στον σταυρό. Τον άμωμο και πανάγιο Υιό της αμώμου και πανάγνου Παρθένου και Μητέρας τόλμησαν οι μιαροί άνθρωποι να ¨κεντήσουν» (πλήξουν) με τη λόγχη του μίσους και της δυσπιστίας τους. Μπροστά σ’ αυτό το ανέκφραστο μυστήριο της θείας αγάπης με συντριβή αναφωνούμε: «Προσκυνούμεν Σου τα πάθη Χριστέ». Και ικετεύομε: «Δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανάστασιν».

Σάββατο 14 Μαρτίου 2009

Το περιεχόμενο και ο σκοπός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Ας νεκρώσομε τα μέλη μας τα επίγεια, πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, επιθυμία κακή και πλεονεξία, και μάλιστα κατά την διάρκεια αυτών των ημερών της νηστείας.
Γι αυτό ακριβώς η χάρις του πνεύματος κατά σειρά, πρώτα μας δίδαξε περί της μελλούσης φρικωδέστατης κρίσεως του Θεού, έπειτα μας υπενθύμισε περί της εξορίας του Αδάμ και μετά από αυτό μας υπέδειξε την ασφαλέστατη πίστη, έτσι ώστε με το φόβο της πρώτης και με τον θρήνο της δευτέρας να τηρούμε με βεβαιότητα την πίστη, να συμμαζεύομε τους εαυτούς μας, να μην παραδιδόμαστε στην ακράτεια, να μην ανοίγομε θύρα και προσφέρομε χώρο δια της άπιστης και άπληστης κοιλίας σε όλα τα πάθη και φθάνομε στην ευρύχωρη και πλατειά οδό, καταστρεφόμενοι με ευχαρίστηση κατά κάποιον τρόπο.
Αλλά, αφού αγαπήσομε την στενή και θλιμμένη οδό που οδηγεί στην αιώνια ζωή, της οποίας η αρχή και πρώτο στάδιο είναι η νηστεία, να διανύσομε αυτήν την τεσσαρακοστή των νηστησίμων ημερών με ευρωστία.
Πραγματικά εάν, όπως για κάθε πράγμα υπάρχει κατάλληλος καιρός, κατά τον Σολομώντα (Εκκλ. 3,1), και για όλα υπάρχει ο χρόνος, έτσι και για την εκτέλεση της αρετής πρέπει κανείς να ζητήσει τον κατάλληλο καιρό, αυτός εδώ είναι καιρός, αυτή η τεσσαρακοστή των ημερών.

(Ομιλία Ι’ τη Β’ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής)

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Το μύνημα των Χριστουγέννων

Οἱ τρόποι ὅμως μὲ τοὺς ὁποίους πανηγυρίζουμε στὸν καιρό μας τὰ Χριστούγεννα ἀποτελοῦν, ἀντίθετα, μιὰ θλιβερὴ ἔκπληξη. Στὴ θέση τῆς λιτότητος καὶ τῆς ταπεινώσεως, δεσπόζει ἡ χλιδή, ἡ ἐπίδειξη, ἡ πλεονεξία, ὁ πόθος καὶ ἡ προβολὴ τοῦ ὑλικοῦ πλούτου, ὁ φανταχτερὸς εὐδαιμονισμός, ἡ ὑποτίμηση καὶ περιφρόνηση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν. Αὐτὴ μάλιστα τὴν ἐποχή, ἀναστατώνει τὴν οἰκουμένη μιὰ ἄλλη δυσάρεστη ἔκπληξη: Ἡ κατάρρευση τῆς οἰκονομίας. Ἡ στρεβλὴ οἰκονομικὴ δραστηριότητα, ποὺ λατρεύει τὸ κέρδος, περιφρονεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ λεηλατεῖ τὴν κτίση, ὁδήγησαν στὴ γνωστὴ παγκόσμια οἰκονομικὴ κρίση, ποὺ σὰν φοβερὸς κυκλώνας ἀπειλεῖ τὶς περισσότερες χῶρες, ἀναπτυγμένες καὶ ἀναπτυσσόμενες. Κυρίως ὅμως καταλήγει σὲ νέα ταλαιπωρία τῶν ἑκατομμυρίων φτωχῶν καὶ ἁπλῶν ἀνθρώπων. Οἱ προτάσεις γιὰ τὴν ἄμεση διέξοδο ἀπὸ τὴν κρίση, πολλὲς καὶ ἀξιέπαινες. Ἀλλὰ μακροπρόθεσμα, ἡ γενικότερη δοκιμασία ποὺ περνᾶ ἡ ἀνθρωπότητα ἀπαιτεῖ ριζικότερες ἀλλαγές. Ὁ αἰώνιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, τοῦ ὁποίου τὴ Σάρκωση ἑορτάζουμε, δείχνει διαχρονικὰ τὴν κατεύθυνση: Λιτότητα καὶ ἐγκράτεια στὴν προσωπικὴ ζωή. Περισσότερη ἀλληλεγγύη, γνησιότερη ἀγάπη. Ἀληθινὸ σεβασμὸ στὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ κάθε ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπου καὶ σὲ ὅποιες συνθῆκες καὶ ἂν γεννήθηκε. Διότι μετέχει στὴν ἀνθρώπινη φύση τὴν ὁποία προσέλαβε καὶ ἀνύψωσε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ μορφὴ βιοτῆς ἀνακαινίζει τὴ ζωὴ καὶ τὴν πλουτίζει πνευματικά, χαρίζοντάς της μοναδικὴ ὀμορφιά. Καὶ τελικά, στηρίζει τὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ διαμορφώνει τὸν ἀληθινὸ πολιτισμό. Ἂς γιορτάσουμε τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτοῦ καὶ ἂς φανερώσουμε τὴν ἀφοσίωση καὶ τὴν πιστότητά μας σ᾽ Αὐτόν, μὲ μιὰ ἀντίσταση ποιότητος στὴν κρατοῦσα νοοτροπία πλεονεξίας, βίας, σκληροκαρδίας καὶ καταχρήσεως τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Αὐτὲς ἔχουν ὁδηγήσει τὴν ἀνθρωπότητα στὴ νεοειδωλολατρία τοῦ χρήματος, τοῦ ἀθέμιτου πλουτισμοῦ. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, τοποθετώντας στὸ περιθώριο τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ περιφρονώντας τὸν Θεάνθρωπο, κατέληξε στὸν ὑπάνθρωπο. Ὅσοι πονοῦμε γιὰ οὐσιαστικὴ ἀνύψωση τῆς κοινωνίας καλούμεθα νὰ ἀντισταθοῦμε στὴ νοοτροπία αὐτή, ἀπ᾽ ὅπου καὶ ἂν προέρχεται, ἀπὸ ὅποιους καὶ ἂν συντηρεῖται. Ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος τοῦ Θεοῦ τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης ἂς κατευθύνει καθημερινὰ τὴ ζωή μας, γεμίζοντάς την αἰσιοδοξία καὶ χαρά· καὶ στὶς γιορτινὲς αὐτὲς μέρες καὶ σ᾽ ὅλο τὸν ἐρχόμενο χρόνο.Εὐλογημένα Χριστούγεννα.

(Από το μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου)

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Για τον θάνατο του 15χρονου μαθητή...

Τοῦ Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου Ἐπιστολή 6η
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΥΖΥΓΟΝ ΤΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ για νά τήν παρηγορήσει γιά τό θάνατο τοῦ παιδιοῦ της.

Ἐσκόπευα νά σιωπήσω ἀπέναντι τῆς κοσμιότητός σου μέ τήν σκέψη ὅτι, μέ τήν ψυχή συμβαίνει ὅτι καί μέ ἕνα μάτι πού πάσχει ἀπό φλεγμονή. Αὐτό, δηλαδή τό μάτι καί τό πιό ἁπαλό πράγμα νά τό ἐγγίσει ἐρεθίζεται. Ἔτσι αἰσθάνεται καί ἡ ψυχή πού ἔχει τραυματιστεῖ ἀπό βαριά θλίψη, ὅταν πάει κανείς νά τῆς μιλήσει. Γιατί τά λόγια ὅσο καί ἄν εἶναι παρηγορητικά ὅταν λέγονται τήν ὥρα πού ἡ ψυχή πάσχει καί ἀγωνιᾶ, τίς φαίνονται πολύ ἐνοχλητικά. Ἐπειδή ὅμως σκέφθηκα ὅτι τώρα ἔχω νά κάνω μέ Χριστιανή ἐκπαιδευμένη στά θεῖα ἀπό πολύ καιρό καί πεπειραμένη στά ἀνθρώπινα, ἐνόμισα ὅτι δέν θά ἦταν σωστό νά παραλείψω τό καθῆκον μου. Γνωρίζω ποιά εἶναι τά σπλάγχνα τῶν μητέρων καί ἰδιαίτερα ὅταν θυμηθῶ τούς δικούς σου καλούς καί ἥμερους τρόπους πρός ὅλους, λογαριάζω πόσο μεγάλος πρέπει νά εἶναι ὁ πόνος γιά τή συμφορά πού σ᾽ ἔχει βρεῖ τώρα. Ἔχασες γιό, τόν ὁποῖο, ὅσον ζοῦσε, μακάριζαν ὅλες οἱ μητέρες καί εὔχονταν τέτοιοι νά εἶναι καί οἱ δικοί τους γιοί. Καί ὅταν πέθανε, ἔκλαψαν σάν νά εἶχε θάψει κάθε μία τόν δικό της. Ὁ θάνατος ἐκείνου ὑπῆρξε πλῆγμα στίς δύο πατρίδες (ἐννοεῖ καί τοῦ πατέρα καί τῆς μητέρας του), τήν δική μας καί τήν χώρα τῶν Κιλίκων. Μ᾽ ἐκεῖνον μαζί ἔπεσε καί τό μέγα καί ἔνδοξον γένος (σημ: Ἴσως τό πεθαμένο παιδί νά ἦταν μονάκριβο. Ἔτσι μέ τό θάνατό του ξεκληριζόταν ἡ γενιά τους), κατέρρευσε σάν νά μετακινήθηκε ἡ βάση του. Ὤ συναπάντημα πονηροῦ δαίμονος! Πόσο τρομερό κακό κατώρθωσες νά προκαλέσεις! Ὤ γῆ, πού ἀναγκάστηκες νά ὑποφέρεις ἕνα τέτοιο πάθος! Καί ὁ ἥλιος ἀσφαλῶς θά ἔφριττε, ἄν εἶχε αἴσθηση μπροστά σ᾽ ἐκεῖνο τό σκυθρωπό θέαμα. Καί τί μπορεῖ νά πεῖ κανείς ἄξιο νά ἐκφράζει ὅσα τοῦ ὑπαγορεύει ἡ ἀπελπισία τῆς ψυχῆς. Ἀλλά, ὅπως διδαχθήκαμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τά ὅσα μᾶς συμβαίνουν δέν εἶναι ἔξω ἀπό τή θεία Πρόνοια, γιατί οὔτε σπουργίτης δέν πέφτει χωρίς τό θέλημα τοῦ Πατέρα μας. Ὥστε ὅ,τι ἔχει συμβεῖ ἔγινε μέ τό θέλημα τοῦ Δημιουργοῦ μας. Καί ποιός μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἄς δεχτοῦμε λοιπόν τό συμβάν. Διότι μέ τήν δυσανασχέτηση οὔτε αὐτό πού ἔχει γίνει διορθώνουμε καί ἐπί πλέον καταστρέφουμε τούς ἑαυτούς μας. Ἄς μή κατηγορήσουμε τήν δίκαιη κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι εἴμαστε πολύ ἀμαθεῖς, γιά νά ἐλέγχουμε τίς ἀνέκφραστες κρίσεις Του. Τώρα ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν ἀγάπη σου σ᾽ Ἐκεῖνον. Τώρα ἔχεις τήν εὐκαιρία νά κερδίσεις μέ τήν ὑπομονή σου τήν μερίδα τῶν Μαρτύρων. Ἡ μητέρα τῶν Μακκαβαίων εἶδε τό θάνατο ἑπτά παιδιῶν της καί δέν ἐστέναξε, οὔτε ἔχυσε ἄσκοπα δάκρυα, ἀλλά ἐνῶ ἔβλεπε τά παιδιά της νά φεύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή μέ σκληρά βασανιστήρια, εἶχε εὐχαριστιακά βιώματα πρός τό Θεό. Γι᾽ αὐτό καί κρίθηκε καί ἀπό τό Θεό καί ἀπό τούς ἀνθρώπους τέλεια καί καταξιωμένη Χριστιανή. Μεγάλη ἡ συμφορά, τό ὁμολογῶ καί ἐγώ. Μεγάλοι ὅμως καί οἱ μισθοί πού ὁ Κύριος ἔχει ἑτοιμάσει γιά ὅσους κάνουν ὑπομονή. Ὅταν ἔγινες μητέρα καί εἶδες τό παιδί σου καί εὐχαριστοῦσες τό Θεό, γνώριζες ὁπωσδήποτε ὅτι εἶσαι θνητή καί ὅτι θά γέννησες θνητό. Τί τό παράδοξον λοιπόν, πού ὁ θνητός πέθανε; Μήπως σέ στενοχωρεῖ πού πέθανε πρόωρα; Δέν μποροῦμε νά ξέρουμε ἐάν δέν ἦταν τώρα ὁ κατάλληλος καιρός νά φύγει. Γιατί ἐμεῖς δέν ξέρουμε τί συμφέρει τήν ψυχή μας οὔτε ὁρίζουμε προθεσμίες στήν ἀνθρωπίνη ζωή. Στρέψε τά μάτια σου γύρω σ᾽ ὅλο τόν κόσμο ὅπου κατοικεῖς καί θά κατανοήσεις ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουμε εἶναι θνητά καί ὅτι ὑπόκεινται ὅλα στή φθορά. Κύτταξε ἐπάνω στόν οὐρανό. Κάποτε καί αὐτός θά διαλυθεῖ. Κύτταξε τόν ἥλιο. Oὔτε καί αὐτός θά παραμείνει. Τά ἀστέρια ὅλα, τά ζῶα τῆς ξηρᾶς καί τῶν ὑδάτων, αἱ ὡραιότητες τῆς γῆς, ἡ ἴδια ἡ γῆ, ὅλα εἶναι φθαρτά, ὅλα μετά ἀπό λίγο δέν θά ὑπάρχουν. Ἄς εἶναι λοιπόν ἡ σκέψις ὅλων αὐτῶν παρηγοριά γιά ὅτι σοῦ ἔχει τώρα συμβεῖ. Μή μετρᾶς τή συμφορά στό βάθος της, γιατί τότε θά σοῦ φανεῖ ἀφόρητη. Ἄν ὅμως τό συγκρίνεις μέ ὅλα τά ἀνθρώπινα, τότε θά βρεῖς παρηγοριά. Ἐπάνω δέ ἀπό ὅλα ἔχω νά σοῦ πῶ ἐκεῖνο τό σπουδαῖο: Λυπήσου τόν σύζυγόν σου. Νά παρηγορεῖ ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Μή κάμεις σκληρότερη τή συμφορά μέ τό νά σέ βλέπει νά καταστρέφεις ἀπό τή στενοχώρια τόν ἑαυτό σου. Καί μέ λίγα λόγια ἔχω τή γνώμη ὅτι δέν ὑπάρχουν λόγια τέτοια πού νά μποροῦν νά χαρίσουν σ᾽ αὐτό τόν πόνο σας παρηγοριά. Πιστεύω ὅτι αὐτή τή δοκιμασία θά τήν ξεπεράσετε μονάχα μέ τήν προσευχή. Εὔχομαι λοιπόν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος νά ἀγγίξει τήν καρδιά σου μέ τήν ἀνέκφραστη δύναμή Του καί νά ἀνάψει μέ ἀγαθούς λογισμούς τό φῶς στή ψυχή σου, ὥστε νά βρεῖς μέσα σου τήν παρηγοριά.
 

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Η παγερή ανάσα του ανέμου.

(Μία μυθοπλασία για τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη και τον Άγιο Νικηφόρο Φωκά από τον Σ. Σ.)

Ο γέροντας, γονατισμένος στο χωμάτινο πάτωμα του κελιού, ανασήκωσε τα κοκκινισμένα μάτια του από τα δάκρυα και κοίταξε μπροστά. Έβαλε το χέρι του πάνω στο ξύλινο λιτό κρεβάτι και σηκώθηκε όρθιος. Τα χείλη του ακόμα κινούνταν στον ρυθμό της καρδιακής προσευχής. Περασμένα μεσάνυχτα από ώρα πολλή. Ο αγέρας φυσούσε, με μια δύναμη πρωτοφανή, ουρλιάζοντας, τα δένδρα λύγιζαν στο πέρασμα του και το κύμα ακουγόταν βαρύ στο σπάσιμο του βράχου. Λες και ζωντάνεψε ο από χρόνια πεθαμένος πια θεός της θάλασσας και ήθελε να καταπιεί τους βέβηλους που μόλυναν τον βράχο του. Το κερί στην γωνιά σιγόκαιγε και τρομαγμένο προσπαθούσε να κρυφτεί σε κάθε ριπή του ανέμου που έμπαινε από τις χαραμάδες . Η εικόνα της Κυράς ακουμπισμένη στο ξύλινο τραπέζι, κρατούσε προσεχτικά τον Γιο της. Ώρες ατελείωτες μπροστά της προσευχόταν κάθε μέρα, χρόνια τώρα, με δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα για αυτόν, για τους άλλους, για τον κόσμο ολάκερο. Τα μαλλιά του και τα γένια του άσπρισαν, τα χέρια του ρόζιασαν και η καρδιά του μαλάκωσε μέρα με την μέρα, στον δύσκολο δρόμο που επέλεξε να βαδίσει. Τραπεζούντα, Κωνσταντινούπολη, Κυμινά, Κρήτη και τώρα εδώ και χρόνια στην άκρη αυτή του κόσμου. Στο Όρος. Αυτόν τον βράχο που λες και είναι ριγμένος από τον Θεό στην μέση ενός υδάτινου κόσμου. Άγγιξε το τριμμένο και ξασπρισμένο από χρόνια ράσο και το έσφιξε πάνω του. Αναστέναξε. Ένιωθε απόψε ένα κρύο. Ένα κρύο μεταφυσικό, ένα κρύο απόκοσμο σα να έβγαινε από μέσα του. Όχι, δεν ήταν η παγωνιά που κατέβαινε από το βουνό. Την ήξερε, την είχε συνηθίσει. Τόσα χρόνια πια είχαν γίνει φίλοι με τον γέρο Άθωνα και γνώριζε όλες τις παραξενιές του και τα καμώματά του. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταξε τον πέτρινο τοίχο του κελιού απέναντι, νοτισμένο από την υγρασία. Το μυαλό του πήγε στα πνευματικοπαίδια του, που τώρα θα έπρεπε να κοιμούνταν τον λιγοστό τους ύπνο πριν τον όρθρο. Είδε τα πρόσωπά τους ένα ένα με τα σημάδια της προσευχής και της νηστείας πάνω τους, βαθουλωμένα και σχεδόν διάφανα και τα ευλόγησε νοερά. Πολλοί από αυτούς ήταν χτίστες από τον καιρό της ανέγερσης του μοναστηριού, που ο μαύρος τους είχε κάνει να ξεραθούν τα άκρα τους και να πέφτουν κάτω και να σπαρταράνε κι ο γέροντας με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον Πατέρα να γίνουν καλά. Και εκείνος, έκανε την προσευχή του γέροντα χάρη και ευλογία και τους γιάτρεψε. Αγώνας και κόπος χρόνων για να χτίσει αυτό το μοναστήρι, ποτισμένο με τα δάκρυα της προσευχής και της μετανοίας, οργανωμένο στα πρότυπα των μεγάλων λαύρεων της Συρίας, αλλά και γερά οχυρωμένο στα πρότυπα των αυτοκρατορικών οχυρών, φτιαγμένο με τα χρήματα που του έστελνε ο Νικηφόρος. Και παίρνοντας τους αγαπημένους του μαθητές, να εγκαταβιώσουν εδώ μακριά από τον κόσμο και κοντά στον Κύριο. Μακριά από την αμαρτία και κοντά στον αγώνα. Τον αγώνα για την ταπείνωση. Τον αγώνα για την αγάπη. Έναν αγώνας που καιρό τώρα, είχε αποκτήσει και ένα άλλο παρακλάδι. Έπρεπε σαν πατέρας να μεριμνά για το σπίτι του και για τα παιδιά του. Έκανε ταξίδια στην Βασιλεύουσα, παρακάλεσε τον Νικηφόρο και αρχόντους άλλους, πήρε χρυσόβουλα, υποσχέσεις, χρήματα, μέχρι και στην Κύπρο έφυγε. Και όλα αυτά για την μονή και τα φτωχά του μαυροπούλια, που σαν τον έβλεπαν να γυρίζει πίσω με το καράβι έτρεχαν να πάρουν την ευλογία του. Την ευλογία του πατέρα τους. Όμως όλες αυτές οι μέριμνες τον είχαν κουράσει. Ποθούσε το ησυχαστήριό του εκεί μέσα στην χαράδρα, στον δασωμένο Άθωνα ή στην άκρη του γκρεμού εκεί που τα κύματα του Αρχιπελάγους βογκούσαν σε κάθε χτύπημά τους στον αρχέγονο βράχο.
Ξανασφίχτηκε πάλι στο ράσο του. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Το μυαλό το ήταν κάπως θολωμένο απόψε. Προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε πολύ, αλλά αυτή η θολούρα δεν έφευγε. Ήταν κάτι το δαιμονικό; Ήταν κάτι από αυτά τα περίεργα παιχνίδια του μισόκαλου; Που χρόνια τώρα είχε γίνει ο σύντροφος και εχθρός του στον μοναστικό στίβο; Όχι δεν ήταν. Τα είχε μάθει πια καλά όλα αυτά τα τεχνάσματα και τις πονηριές. Αμέτρητες φορές τον είχε αντιμετωπίσει και τον αντιμετώπιζε καθημερινά. Σε κάθε βήμα, σε κάθε σκέψη, σε κάθε ανάσα, ήταν εκεί δίπλα για να του υπενθυμίζει ότι η σωτηρία μπορεί να χαθεί ακόμα και μια τρίχα πριν το τέλος. Από την γέννησή του εκεί στα βάθη του Πόντου και μέχρι τώρα πάνω στον βράχο τούτο, βάδιζαν πλάι πλάι και αντιμέτωποι. Και θα βάδιζαν ως το τέλος. Το όποιο τέλος…
Κοίταξε ένα γύρω το καμαράκι. Το τραπέζι, το ψαλτήρι, το σκαμνί για την μελέτη του και το κρεβάτι χωρίς στρώμα για τον λίγο ύπνο. Αυτά και πολλά ήταν, για την ζωή που είχε επιλέξει να κάνει. Πότε μόνος και πότε μαζί με άλλους. Πότε σε κελιά και πότε σε χαραμάδες βράχων. Πότε δάσκαλος και πότε μαθητής. Πότε φίλος και πότε εχθρός. Πότε συγγενής και πότε άγνωστος. Τα μάτια γύρισαν και στάθηκαν στην μικρή γωνιά του κελιού. Κάτι σαν να σάλευε, κάτι σαν να απλωνόταν γλυκά και απαλά στον χώρο και τον γέμιζε. Σαν θυμίαμα που καίγεται και στέλνει την ευωδιαστή προσευχή του ψηλά, το μικρό κελάκι άρχισε σιγά σιγά να γεμίζει με μορφές. Μορφές γνωστές, από το παρελθόν. Παιδικοί φίλοι από την Τραπεζούντα. Συμμαθητές από την Κωνσταντινούπολη. Μοναχοί και συνασκητές από τόπους ερημίας και προσευχής. Στρατιώτες από την κρητική εκστρατεία. Γέροντες και υποτακτικοί από το Όρος. Τους κοιτούσε έναν έναν και δάκρυζε. Από όλους αυτούς είχε πάρει και από ένα λιθαράκι για να φτιάξει το δικό του οικοδόμημα. Την δική του ζωή. Φίλοι που έχασαν τον δρόμο και ακολούθησαν την ευρεία οδό. Συμμαθητές που γένηκαν αρχιερείς και πατριάρχες. Ασκητές που τους βρήκαν χρόνια μετά τον θάνατο τους σε θέση προσευχής σαν να πέθαναν πριν λίγο. Γέροντες που αγίασαν εν ζωή και έδιναν απλόχερα την αγάπη του Χριστού στον καθένα. Αναχωρητές που τους τάιζαν πουλιά και άγγελοι, σε ερημικά σπήλαια. Στρατιώτες που βρήκαν τον θάνατο κάτω από τα τείχη του Χάνδακα πολεμώντας στο όνομα του Χριστού και άλλοι που πέταξαν τα όπλα και αναχώρησαν για τον θελημένο σωματικό θάνατο στη έρημο, προς ανάσταση της ψυχής τους. Πρόσωπα βιβλικά από γωνιές του Όρους γυμνά και εξαϋλωμένα, που ζούσαν χωρίς τροφή και νερό σχεδόν, προς δόξαν Κυρίου. Το μικρό κελί γέμισε. Τον κύκλωσαν σαν μια ομάδα φίλων που βρέθηκαν μαζί μετά από χρόνια. Που χώρεσαν όλοι αυτοί εκεί μέσα; Ήταν κάτι το πραγματικό; Ήταν στην φαντασία του; Τους έφερε ο Κύριος για κάποιο λόγο όλους αυτούς εδώ απόψε; Δεν ήξερε. Τη νύχτα αυτή που λες και ο χρόνος είχε σταματήσει, είχε λουφάξει, φοβούμενος τα ουρλιαχτά του ανέμου, το μυαλό του το είχε σκεπάσει μια ομίχλη και δεν μπορούσε να δει καθαρά, παρ όλες τις προσευχές και τις επικλήσεις στην Μητέρα. Ήταν σαν αυτές τις ομίχλες που κατεβάζει θυμωμένα ο Άθωνας και σκεπάζουν τα πάντα. Μια ομίχλη που προσπαθούσε με το απαλό αεράκι της προσευχής να την σηκώσει, να την διαλύσει, αλλά αυτή τίποτα. Εκεί. Σαν να ήθελε κάτι να κρύψει από τα μάτια του. Ο άνεμος έξω βάλθηκε να ρίξει το μοναστήρι και φυσούσε όλο και πιο μανιασμένα. Άκουγε τα κλαδιά των δένδρων να σπάνε τις πέτρες να κουνιούνται από την θέση τους. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά από τα δυνατά ραπίσματα και το κερί έσβησε. Η εικόνα της Παναγίας έπεσε με θόρυβο πάνω στο τραπέζι. Η παγωμένη ανάσα του ανέμου έκανε τον γέροντα να ξαφνιαστεί, που με δυσκολία σηκώθηκε και έκλεισε την πόρτα. Δεν άναψε πάλι το κερί. Σήκωσε μόνο την εικόνα, την αγκάλιασε σαν να ήταν βρέφος και ξανακάθισε στο κρεβάτι με την εικόνα στην αγκαλιά του. Ένιωσε πάλι αυτό το ρίγος να τον διαπερνά. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Το κελί ήταν σκοτεινό και παγωμένο. Όλες οι μορφές που τον είχαν κυκλώσει πριν, είχαν χαθεί. Έχε απομείνει εκεί καθισμένος με την εικόνα στην αγκαλιά του και τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτεινό τοίχο. Το χέρι του άρχισε πάλι να κινείται αργά και να μετρά με τα κομποδάκρυα τις προσευχές. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με .
Δίπλα από τον τοίχο του κελιού του, το κελάκι του Νικηφόρου, περίμενε να γεμίσει με τον μετανοούντα αυτοκράτορα, με τον μετανοούντα μοναχό. Χρόνια φίλοι, από τις δύσκολες εποχές που πάντα έλεγαν ότι θα περάσουν, από τις εποχές των σχεδίων, των προσμονών και των ονείρων. Δρόμους διαφορετικούς και οι δυο τους, αλλά με κοινό όνειρο. Να μονάσουν και να ασκηθούν μαζί. Δίπλα δίπλα, στο ίδιο μοναστήρι, στο ίδιο σπήλαιο, στην ίδια χαραμάδα. Να δακρύσουν και να προσευχηθούν, να κλάψουν και να πονέσουν, να νοιώσουν και να πάρουν το θεϊκό χάδι απλόχερα. Ο γέροντας είχε κάνει πολλές προσπάθειες από τότε, να τον φέρει εδώ. Του θύμισε τα όνειρά τους και τις υποσχέσεις τους. Τον παρακάλεσε, τον λυπήθηκε, τον απείλησε και τέλος τον ευλόγησε. Βουτηγμένος μέσα στο απύθμενο πέλαγος της εφήμερης δόξας και της εξουσίας, έρμαιο της λαγνείας και της γυναικείας πονηράδας, πάντα του έλεγε « λίγο ακόμα να τελειώσω αυτό και θα έρθω ». Και όλο του έδινε χρήματα και κειμήλια ιερά και χρυσόβουλα και εξουσίες και προνόμια, για να τα κάνει όλα σωστά και καλά και να είναι όσο το δυνατόν καλλίτερο το μοναστήρι, με μεγάλη εκκλησία, με τράπεζα, με πλοίο, με παρακολουθήματα πολλά, για να περάσουν εκεί το τελείωμα του βίου τους μαζί. Και ο καιρός περνούσε και το μοναστικό κελάκι, άδειο έμενε να προσμένει τα δάκρυα και τις προσευχές του Νικηφόρου. Του Νικηφόρου που βουτηγμένος μέσα στην αμαρτία αλλά και την επίγνωση, έφευγε κάθε βράδυ από τον κοιτώνα της Σειρήνας του και φορώντας τον σάκο προσευχόταν ώρες. Ζητούσε συγχώρεση και φώτιση, προσπαθούσε να σπάσει τα επίγεια δεσμά που τον κρατούσαν εκεί σ αυτή την θέση, σ’ αυτό το ανάκτορο σ’ αυτή την γυναικεία αγκαλιά. Έδινε όρκους πίστεως και μεταμέλειας. Όρκους ότι δεν θα συνευρεθεί πάλι μαζί της, παρότι ήξερε πολύ καλά ότι το επόμενο κιόλας βράδυ θα τους πατήσει. Έχυνε δάκρυα και η ψυχή του φλεγόταν από την αναχωρητική θέρμη, μια θέρμη που όμως δεν ήταν δυνατή για να χτυπήσει εκείνη, την άλλη θέρμη, με την τριανταφυλλένια μυρωδιά και το ζεστό κορμί. Με τα ερωτικά λόγια και το λάγνο βλέμμα. Ώσπου τον έπαιρνε ο ύπνος πάνω στο πανθηρόδερμα , ονειρευόμενος νίκες, κατακτήσεις και τόπους ησυχασμού.
Αναστέναξε, σηκώθηκε στα σκοτεινά, έβαλε την εικόνα στην θέση της και κάθισε πάλι. Όχι αυτό το κρύο κάτι άλλο ήταν. Άρχισε πάλι να προσεύχεται κοιτώντας το μαύρο περίγραμμα της εικόνας. Με μια θέρμη που όλο και μεγάλωνε, με μια δύναμη, με μια ορμή, σαν να ήθελε η ψυχή να ξεκολλήσει από τον πήλινο τόπο της και να πάει στον τόπο που δημιουργήθηκε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά, που έλεγες θα σπάσει. Με μια βοή, που στιγμές στιγμές σκέπαζε και αυτόν τον θόρυβο του ανέμου ακόμα. Ή έτσι νόμιζε. Πήρε μια ανάσα. Αναστέναξε. Άρχισε να ηρεμεί. Η προσευχή σαν χάδι πέρασε πάνω από την ψυχή του και την κανάκεψε. Όπως τόσες φορές. Όπως τόσα χρόνια, εδώ και παντού. Όπου κι αν μόναζε, όπου κι αν ασκήτευε, όπου κι αν αναχωρούσε, ο Πατέρας ήταν κοντά και τον πρόσεχε. Και τότε, μέσα στο μαύρο του σκοτεινού κελιού, κάτι σαν ψίθυρος έφτασε στ αυτιά του. Μια πνοή, ένα θρόισμα ανέμου, ένα σούρσιμο σε πέτρινο πάτωμα. Σηκώθηκε, αφουγκράστηκε, αλλά μόνον τα ουρλιαχτά του ανέμου άκουγε. Το μυαλό παράμενε θολωμένο. Τα αραχνοΰφαντα πέπλα δεν έλεγαν να φύγουν. Σταυροκοπήθηκε και συνέχισε να επικαλείται το όνομα του δημιουργού των πάντων. Έπιασε το ψαλτήρι, που ήταν πάνω στο μικρό τραπέζι. Το ήξερε όλο απ έξω. Δεν χρειαζόταν να το διαβάσει. Σαν καλλιγράφος το είχε αντιγράψει αμέτρητες φορές. Άρχισε να απαγγέλλει στίχους. Στην αρχή αργά και ψιθυριστά με φωνή που όλο δυνάμωνε και γέμιζε με πάθος. Με θείο πάθος. Με έρωτα που κανείς ζωντανός δεν έχει νοιώσει για ζωντανό. Σχεδόν φώναζε. Σήκωσε τα χέρια ψηλά, ικετευτικά και σωριάστηκε στα γόνατα. Το πρόσωπο του γέροντα φωτίστηκε, με φως υπερκόσμιο, με άκτιστο φως. Παρακάλεσε τον Πατέρα, όπως τον είχε παρακαλέσει και ο Γιος του, εκεί στον κήπο της Γεθσημανή, χίλια χρόνια πριν. Παρακάλεσε όχι για τον εαυτό του αλλά για εκείνον, τον Νικηφόρο, τον φίλο του, το πνευματικοπαίδι του. Τον παρακάλεσε να αλλάξει την απόφασή του. Να στείλει τον Άγγελό του να σκίσει τα πεπρωμένα και να κεντήσει άλλα. Γιατί ο γέροντας ήξερε, ένοιωθε, αλλά δεν τολμούσε να καταλάβει. Δεν τολμούσε να δει αυτό που φοβόταν. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του. Έπεφταν στα γένια και φθάνοντας καταγής χάνονταν νοτίζοντας το χώμα του κελιού. Μπροστά του σαν σε όραμα έβλεπε πάλι τον φίλο του, εκεί στο τελευταίο ταξίδι στην Βασιλεύουσα. Ύστατη προσπάθεια να τον φέρει κοντά του. Έπρεπε να τον είχε παρακαλέσει πιο πολύ, έπρεπε να τον είχε απειλήσει περισσότερο, να είχε πέσει στα πόδια του. Έπρεπε να έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να τον φέρει εδώ. Όχι αυτός έφταιγε. Αυτός που δεν έκανε όλα όσα έπρεπε να κάνει. Σηκώθηκε με τα χέρια του να φθάνουν σχεδόν στο ταβάνι. Από τα μάτια του τα δάκρυα έτρεχαν πια ποτάμι. Λυγμοί άρχισαν να συνταράσσουν το γεροντικό κορμί. Ο μικρός ψίθυρος που είχε ακούσει πριν από λίγο, είχε γίνει κραυγή. Μια κραυγή άγρια και πονεμένη. Μια κραυγή ελεημοσύνης. Μια κραυγή συγνώμης και συγχώρεσης.
Θεοτόκε βοήθει! Αντηχούσε στους τοίχους του μοναστηριού. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Φωκά. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του δομέστιχου των σχολών της Ανατολής. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Λευκού Θανάτου στα τείχη του Χάνδακα. Θεοτόκε βοήθει! Η κραυγή του Αυτοκράτορα, του συζύγου, του εραστή, του φίλου. Η κραυγή του ανέμου που σκίζεται στα όρη, του πελάγους που θρυμματίζεται πάνω στον άγριο βράχο. Η κραυγή του σκοτωμένου.
Τα χέρια του γέροντα έπεσαν κάτω βαριά. Ο άνεμος είχε πάψει πια να μαστιγώνει την πλάση. Ένα ελαφρύ παγωμένο αγέρι, έφερνε μικρές νιφάδες χιονιού, υφαίνοντας το σάβανο. Άνοιξε την θύρα και βγήκε έξω. Η παγωμένη ανάσα τον χτύπησε στο πρόσωπο, δροσίζοντάς τον. Ένοιωθε τώρα πάλι στο κορμί του αυτό το γνώριμο κρύο του γερο Άθωνα. Το μυαλό του καθάρισε και η ομίχλη διαλύθηκε. Στράφηκε στο πλάι. Προχώρησε λίγα βήματα και στάθηκε μπροστά στο διπλανό κελί. Άνοιξε την πόρτα με τρεμάμενο χέρι και μπήκε μέσα. Ο Νικηφόρος ήταν εκεί. Το ήξερε. Τον περίμενε. Στην γωνιά του, γονατιστός, φορώντας τον σάκο του, πάνω στο πανθηρόδερμα, προσεύχονταν. Ο γέροντας τον κοιτούσε και έκλαιγε με λυγμούς. Το χιόνι άρχισε να πυκνώνει. Το τρίχινο ράσο του άσπριζε. Ο Νικηφόρος γύρισε και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε. Είχε μια ανείπωτη γαλήνη στο πρόσωπό του. Μια γλυκιά και υπερκόσμια ηρεμία. Μια ηρεμία που τόσο ποθούσε και δεν έβρισκε.
«Είδες γέροντα, που ήρθα τελικά;» του είπε.
«Είδα παιδί μου.» του απάντησε, ενώ οι λυγμοί τον συντάραζαν.
Η φωνή του σκεπάστηκε από τον ήχο του ταλάντου για τον όρθρο. Σκούπισε τα δάκρυά του. Ο Νικηφόρος συνέχιζε να προσεύχεται. Έκλεισε την πόρτα.
«Καλή αντάμωση παιδί μου.» είπε ο γέροντας και βάδισε σκυφτός για την εκκλησία…

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2008

Η Αγία Παρθενομάρτυς Ελένη (18ος αι.)

Η παρθενομάρτυς του Χριστού Αγία Ελένη καταγόταν από την ωραία Σινώπη, τη μητρόπολη των Ποντιακών πόλεων. Ήταν κόρη της ευσεβούς οικογένειας Μπεκιάρη. Οι γονείς της την ανέθρεψαν με φόβο Θεού. Μέσα στην καθαρή ψυχή της εφύτευσαν τη θερμή αγάπη προς τον Ιησού Χριστό . Ιδιαίτερα στην ανατροφή της επέδρασε ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, που δίδασκε τότε σε ελληνικό (κρυφό) σχολείο της Σινώπης. Ήταν 15 ετών ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητά της προσέδιδε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπό της. Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και το θερμό έρωτα της ψυχής της προς το νυμφίο Χριστό. Μια ημέρα η μητέρα της την έστειλε να αγοράσει νήματα για το κέντημα από το κατάστημα του Κρυωνά. Στο δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου πασά διοικητού της Σινώπης. Την ώρα που περνούσε η Ελένη ο πασάς την είδε από το παράθυρο. Η ωραιότητά της τράβηξε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να την μολύνει. Διέταξε τότε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν προσπάθησε δύο και τρεις φορές να την μιάνει αλλά μια αόρατη δύναμη τον απομάκρυνε. Ένα αόρατο τείχος την προστάτευσε. Ήταν το τείχος της προσευχής. Η Ελένη καθ’ όλη τη διάρκεια προσευχόταν νοερώς λέγοντας συνεχώς τον εξάψαλμο. Ο αγαρηνός δεν απελπίστηκε, διέταξε τους στρατιώτες του να την κρατήσουν στο σπίτι του. Ήλπιζε ότι αργότερα θα κατόρθωνε να πετύχει το βδελυρό σκοπό του. Κατά την διάρκεια της κρατήσεως η αγνή κόρη κατόρθωσε, με τη σκέπη του Θεού, να ξεφύγει από την προσοχή των στρατιωτών και να πάει στους γονείς της, στους οποίους και διηγήθηκε αυτά που συνέβησαν. Σε λίγο ο πασάς αντελήφθη την απόδρασή της, έγινε έξω φρενών απειλώντας τους πάντες και τα πάντα. Κάλεσε τη Δημογεροντία της Σινώπης και ζήτησε να του φέρουν την Ελένη, γιατί διαφορετικά θα επακολουθούσε γενική σφαγή των Ελλήνων της Σινώπης. Η Δημογεροντία τότε συνήλθε σε σύσκεψη στο Ελληνικό Σχολείο της Σινώπης και κάλεσε τον πατέρα της Ελένης. Του ζήτησαν για το συμφέρον του συνόλου να παραδώσει στον πασά την κόρη του. Ο πατέρας ξέσπασε σε λυγμούς, αναγκάσθηκε όμως να δεχθεί αυτό για να μη γίνει γενική σφαγή. Πήγε στο σπίτι του και αφού καταλλήλως ενίσχυσε αυτήν, την παρέλαβε και σαν νέος Αβραάμ την παρέδωσε στον πασά για να προσφέρει τον εαυτό της όχι στις ασελγείς ορέξεις του αγαρηνού αλλά ως θυμίαμα ευώδες στο νυμφίο της Χριστό. Ο βδελυρός Ουκούζογλου πασάς με ανείπωτη χαρά εδέχθη την ωραιότατη Ελένη και ήλπιζε ότι πλέον θα κορέσει τις ακόρεστες ασελγείς ορέξεις του. Έτσι προσπάθησε πάλι πολλές φορές για να τη μιάνει, αλλά πάλι το ίδιο εμπόδιο, ένα αόρατο τείχος γύρω από την κόρη εμπόδιζε τον πασά ενώ μια αόρατη δύναμη τον απωθούσε. Η Αγία προσευχόταν θερμά, έλεγε μυστικά τον εξάψαλμο τον οποίο εγνώριζε από στήθους καθώς και άλλες προσευχές. Τα είχε μάθει στο σχολείο από το θείο της Μπεκιάρη. Την επόμενη μέρα επιχείρησε πάλι ο πασάς αλλά πάλι βρέθηκε μπροστά στο ίδιο εμπόδιο. Τότε εκνευρίστηκε και οργισμένος διέταξε να την κλείσουν στις φοβερές υγρές φυλακές της Σινώπης. Η καρδιά του πασά σκλήρυνε συνεχώς, τα μάτια του δεν έβλεπαν το θαύμα, η βρωμερή ψυχή του δεν συνερχόταν αλλά αντιθέτως φούντωνε για να μολύνει την αγία παρθένο. Έτσι την επόμενη ημέρα της φυλακίσεως πήγε στη φυλακή, ήλπιζε ότι τώρα θα κατόρθωνε να πετύχει τον άνομο σκοπό του. Αλλά και πάλι ο Νυμφίος Χριστός προστάτευσε την νύμφη Του. Πάλι το αόρατο τείχος, πάλι η θεία δύναμις τον απωθούσε. Υπερβολικά οργισμένος ο πασάς διατάζει να την βασανίσουν και να την θανατώσουν. Το ιερό και πάνσεπτο λείψανό της το τοποθέτησαν κατόπιν μέσα σ’ ένα σάκκο και το έριξαν στη θάλασσα. Αυτό όμως αντί να βυθισθεί επέπλεε ενώ ουράνιο φως κατέβαινε από τον ουρανό και φώτιζε το ιερό λείψανό της. Οι Τούρκοι τα ‘χασαν τρόμαξαν και άρχισαν να φωνάζουν «Η γκιαούρισα καίγεται, η γκιαούρισα καίγεται». Αυτό επέπλεε, και έφθασε στην τοποθεσία Γάει όπου λόγω του βάθους της θάλασσας τα νερά είναι μαύρα . Εκεί βυθίστηκε. Ύστερα από μερικές μέρες ένα ελληνικό πλοίο είχε αγκυροβολήσει στην τοποθεσία Γάει. Το τρίτο βράδυ ο φύλακας του πλοίου παρατήρησε ότι από τον πυθμένα εξέρχονταν φως. Νόμισε ότι στον πυθμένα της θάλασσας υπήρχε μεγάλος θησαυρός από χρυσό. Ειδοποίησε τον πλοίαρχο και με δύτες ανέλκυσαν το θησαυρό. Αλλά αντί φθαρτού θησαυρού από χρυσό βρήκαν σπουδαιότερο θησαυρό, το σάκκο με το τίμιο λείψανο της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης. Άνοιξαν το σάκκο και βρήκαν την τίμια κεφαλή της αγίας αποκομμένη από το υπόλοιπο σώμα, στη κορφή ένα καρφί μπηγμένο και μια τρύπα από καρφί. Οι άνομοι αφού βασάνισαν την αγία, έμπηξαν δύο καρφιά στο κεφάλι της και την αποκεφάλισαν. Δύο από τους τούρκους δύτες εγνώριζαν για το μαρτύριο και ότι έριξαν την Αγία στη θάλασσα
φοβούνταν όμως να μιλήσουν προηγουμένως. Ο πλοίαρχος τότε επειδή φοβήθηκε τους αγαρηνούς επιβίβασε το τίμιο σώμα της αγίας σε παραπλέον πλοίο που έφευγε με
Έλληνες στη Ρωσία και την τιμία κάρα της κρυφά τη μετέφερε στο ναό της Παναγίας στη Σινώπη. Στο τόπο που βυθίστηκε μέσα στη θάλασσα εξήλθεν ως πίδακας γλυκύ νερό, αγίασμα, και από τότε η περιοχή εκεί ονομάσθηκε Αγιάσματα. Η αγία κάρα της αγίας Νεομάρτυρος και Παρθενομάρτυρος Ελένης έκαμε πολλά θαύματα στη Σινώπη. Ιδιαίτερα όταν υπέφεραν από πονοκεφάλους, καλούσαν τον ιερέα ο οποίος έφερνε την αγία κάρα,
έψαλλε παράκληση και αγιασμό και θεραπεύονταν ο πονοκέφαλος. Ο πρόεδρος Καφαρόπουλος Χρήστος κατά την ανταλλαγή, πριν από το 1924 έφερε την τιμία κάρα της Αγίας και την εναπέθεσε στο Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στη συνοικία της Άνω Τούμπας στη Θεσσαλονίκη. Πλήρη Ακολουθία στην Αγία εποίησε ο Οσιολογιώτατος μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Η μνήμη της εορτάζεται την 01 του μηνός Νοεμβρίου.