Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Από την πολιορκία του Μεσολογγίου.



 Ένα επεισόδιο από τα απομνημονεύματα του αγωνιστού Κασομούλη



...Την αυγήν εσυναθροίσθησαν εις του Τζιαβέλα την οικίαν να σκεφθούν ωρίμως πως έπρεπεν να οικονομήσωμεν τον λαόν, ώστε οι εχθροί να μη μας καταλάβουν. Εις ταύτην την συνεδρίασιν ήτον μόνον οι αξιωματικοί, αι τοπικαί αρχαί και ο αρχιερεύς Ιωσήφ Ρωγών.
Μετά περίπου από μίαν ώραν συζήτησιν, είπαν ότι δια να σωθή το περισσότερον μέρος ημών πρέπει να προλάβωμεν τα αίτια, τα οποία υποπτεύομεν ότι εις την εσχάτην ώραν ή από δειλίαν ή από φιλοζωίαν δύνανται να μας προδώσουν. Αποφασίσθη λοιπόν να φονεύσωμεν όσους αιχμαλώτους είχομεν εις φυλακήν, Τούρκους και Χριστιανούς, οίτινες υπηρετούσαν εις το δημόσιον, την ίδιαν ώραν, και καθένας εάν έχη ύποπτον κοντά του, ή Τούρκον ή Χριστιανόν, να τον φονεύση.
Ο Τζιαβέλας επρόσταξεν να φονεύσουν αμέσως τον αγαπημένον του και πιστόν Αράπην Τούρκον, και έβαλαν όλοι εις πράξιν. Αμέσως εφόνευσαν και έκοψαν όλους τους Κοζάκους, έως 30, όπου είχομεν αιχμαλώτους μέσα, και άλλους μαστόρους, όπου εδούλευαν τον εχθρόν σκάπτοντες και εσυλλήφθησαν παρ’ ημών, καθώς και όλους τους Τούρκους. Η καρδία μας εσκληρύνθη τότες τόσον, ώστε δεν ηξεύραμεν τι εκάμναμεν.
Ο αυτάδελφός μου Μήτρος Κασομούλης, αναλαβών έως τότες από την ασθένειαν του και ειδοποιηθείς τούτο, έτρεξεν και έκοψεν δώδεκα μόνος του εις την ακρογιαλιάν. Ήλθεν καθημαγμένος (καταματωμένος) από τα πόδια έως το κεφάλι, χαρούμενος. Τον επίπληξα διότι μόνον αυτός επιχειρίσθη ως πελεκάτωρ να κόψει τόσους.
- Έ, λέγει, άφησέ με τώρα. Πεντακόσιους κόπτω, κι άλλους ακόμη, αν μου πέσουν εις το χέρι. Έπειτα, τι μας έμεινεν πλέον τώρα παρά να πιούμεν και αίμα, διότι δεν έχομεν τίποτες να φάγωμεν.
Ωμίλησαν έπειτα περί των φαμελλιών, ότι έχοντες παιδιά μικρά, θα αρχίσουν να κλαίγουν. Τούτο πως πρέπει να γίνει ώστε να αποτραπή;
Αποφάσισαν όλοι να φονεύσωμεν όλες τες γυναίκες, ανεξαιρέτως, και τα μικρά παιδιά επί τω λόγω να μη προδοθούμεν από τας κραυγάς των, και τότε δεν μένει κανένας μας ζωντανός, και προσέτι δια να μη μείνουν αιχμάλωτοι εις τους εχθρούς. Διά να αποφύγωμεν δε την φιλόστοργον συμπάθειαν των πατέρων και αδελφών, αποφασίσθη να σφάξη ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν.
Όλοι, με μιαν φωνήν, το αποφάσισαν, και ήσαν έτοιμοι να κινηθούν και να ειδοποιήσουν το στράτευμα να αρχίση.
Μία τοιαύτη στρατιωτική απόφασις, αν και γενναία, πλήν σκληρά και απάνθρωπος, επαρακίνησεν τον Αρχιερέαν Ρωγών Ιωσήφ εν τω άμα να σηκωθή επάνω λέγων:
- Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς, αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων, και το αίμα να πέση εις τα κεφάλια σας!
Εκφώνησεν τούτο, εκάθισεν, και άρχισεν να κλαίγη.
Με τες κατάρες του και παρατηρήσεις εμπόδισεν την ορμήν των αξιωματικών, και ούτως άρχισαν να σκέπτωνται πως άλλως δύνανται να προφυλαχθούν από τα αίτια της ενδεχόμενης προδοσίας.
Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες. Ο ένας είπεν: Καθένας να υποσχεθή διά τους εδικούς του, τόσον οι πάροικοι καθώς και οι κάτοικοι Μεσολογγιού. Ούτως άλλοι άλλο συζητούντες, αποφάσισαν να μη θανατωθούν μεν, πλην οι υπανδρευμένοι και οι συγγενείς να πείσουν τας οικογενείας των ότι κατά την έξοδον να τρέξουν κοντά τους και με όλην τη ευχαρίστησιν να σωθούν αλλά και τίποτες δυσκολίες να μη τους προβάλουν, αλλά όλας ίσα ίσα τας ευκολίας χάριν της κοινής σωτηρίας των· τα δε μικρά παιδιά να τα ποτίσουν αφιόνι, την ώραν της εξόδου μας, να κοιμηθούν και να μη κλαίγουν. Και όποιος έχει την τύχην να γλυτώση, καλώς· όποιος πεθάνη, ας πάγη εις το καλόν· κανένα βάρος εις κανέναν δεν μένει. Διότι τοιαύτη ήτον και η υπόσχεσις των υπανδρευμένων όταν, προ τρείς μήνας, τους είπον να πέμψουν έξω τες φαμελλιές των, και δεν ηθέλησαν.
Όλοι οι υπανδρευμένοι, εντόπιοι και ξένοι, ενθυμήθησαν ετούτο, και κανένας πλέον δεν αγανάκτησεν. Αποφασίσθη λοιπόν περί τούτου το άνωθεν.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Κιβωτός» τεύχος 3 Μάρτιος 1952

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Περί της διαίτης των πατέρων



 Από το βιβλίο «Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»

του Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου()



(Το κείμενο έχει γραφεί το 1953)
Ότε η χάρις του Θεού ένευσεν εις την καρδίαν μου ίνα έλθω εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της ησυχίας και προσευχής, ήτο Φεβρουάριος του σωτηρίου έτους 1910˙  ο πόθος μου ήτο να μεταβώ εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων, όπου ήσκησεν ο συντοπίτης μου Όσιος Ακάκιος και όπου εμόναζον και μονάζωσιν εισέτι δύο αυτάδελφοι ιερομόναχοι συμπολίται μου, ων ο πνευματικός Παντελεήμων[1], οσιώτατος και εις άκρον ενάρετος, είναι και ο πρεσβύτερος ίσως των επιζώντων αγιορειτών ήδη 103 ετών γέροντας.
Είχον πράγματι την απόφασιν και μετά την άφιξίν μου εις Άγιον Όρος να μεταβώ και ζήσω ως ασκητής, και εκίνησα διά ξηράς εκ Δάφνης διά Καυσοκαλύβια. Διερχόμενος όμως εκ της ιεράς ταύτης Μονής του Αγίου Διονυσίου και ιδών την ευταξίαν των πατέρων εις συμπεσούσαν εκείνην την ημέραν κηδείαν γηραιού ιεροδιακόνου και επηρεασθείς εκ της ασκητικής μορφής της τε Μονής και του φυσικού περιβάλλοντος παρέμεινα, εις τον πανάγαθον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον επιρρίψας τας ελπίδας της σωτηρίας μου.
Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν εκοινοβίασα (εντάχθηκα στο μοναστήρι) και εδιωρίσθην να υπηρετώ ως βοηθός εις τον ξενώνα της Μονής. Κατ’ εκείνην την έποχήν αι ιεραί Σκήται και τα ερημητήρια ήσαν υπερπλήρη μοναχών, αι δε ιεραί Μοναί έχουσαι τα Μετόχια των τότε, έδιδον αφειδότερον την ελεημοσύνην, και δεν υπήρχε και ο χωρισμός του μνημόσυνου, έφ’ ω κάθε Σάββατον εσπέρας ήρχοντο ασκηταί και ερημίται πατέρες, ίνα και εις την αγρυπνίαν μείνωσι και την καθιερωμένην ελεημοσύνην λάβωσι.
Φυσική συμπάθεια και ευλαβώς προς αυτούς διακείμενος, αλλά και συστελλόμενος εκ σεβασμού δι’ ερωτήσεις, προσεπάθουν οτέ μεν ωτακουστών οτέ δε παρακαθήμενος να υποκλέψω τι εκ των ομιλιών και συζητήσεων των δια να κρίνω εξ αυτών περί της πνευματικής των καταστάσεως.
Ήτο νυξ σχεδόν και ανεμένοντο αι κρούσεις των σημάντρων δια την αγρυπνίαν, είχε δε τελειώσει και το κέρασμα του καθιερωμένου καφέ προς τε τους αδελφούς και ξένους και εκαθήμην ξεκουραζόμενος ένδοθεν της «Καφετζαρίας»[2] εως ου αρχίση η αγρυπνία της Ε’ Κυριακής των Νηστειών.
Θέλων ως φαίνεται, ο πανάγαθος Θεός να με πληροφόρηση περί της διαίτης των ασκητών πατέρων, έτι δε περισσότερον ίνα άρη τον ενδόμυχον γογγυσμόν μου δια τους ακρέμονας (αβρονιές) δι’ ας διττώς εμεμψιμοίρουν, πρώτον ότι ως νεώτερον με έστελλον δις της εβδομάδος προς συλλογήν μετ’ άλλων συνηλικιωτών, και εστερούμεθα της ιεράς ακολουθίας, και δεύτερον διότι δεν ηδυνάμην να τας φάγω μαγειρευομένας ως εκ της πικρότητός των, ωκονόμησε και ήλθον και εκάθησαν εις το έξωθι σκαμνίον δύο ερημίται, και η πρώτη ερώτησις του ενός προς τον έτερον ήτο «πως επέρασαν την αγίαν Τεσσαρακοστήν έως τότε»˙ εις απάντησιν ο άλλος είπε, «δι’ ευχών σας και χάριτι Χριστού καλά, έχομεν στην γειτονιά μας τον άγιον πνευματικόν παπά-Ματθαίον και μας κάμει τας λειτουργίας και μεταλαμβάνουν οι αδελφοί Τετάρτην και Σάββατον, γι αυτό με έστειλεν ο Γέροντας να έλθω να πάρω πρόσφορα και λίγα κεριά και νάμα και να επιστρέψω».
«Κατά τα άλλα τα σωματικά πως περνάτε;» ξαναερώτησεν ο πρώτος˙ «δόξα τω αγίω Θεώ», ανταπάντησεν ο έτερος˙ «εφέτος η ευσπλαγχνία του Θεού μας ελυπήθη και εγέμισεν ο τόπος «αβρονιές» και δεν καταλάβαμε πως πέρασε η αγία Τεσσαρακοστή, κάθε μέρα αυτές βράζομεν με λίγο ρύζι και τα Σαββατοκύργιακα με λίγο λάδι, και είμεθα πλούσιοι από φαγητό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου». Ως ήκουσα ταύτα εταλάνισα εμαυτόν και ιατρεύθην από το πάθος του γογγυσμού, καθότι ημείς εις το Μοναστήριον μόνον μίαν – δύο φοράς την εβδομάδα εμαγειρεύαμεν και επί πλέον είχεν η τράπεζα προσφάγιον ελαίας ή σύκα, ενώ αυτοί εις την ξηράν έρημον στερούνται ίσως και τούτων.
Είναι δε αι «αβρονιές» αι τρυφεραί κορυφαί φυτού εκ της κατηγορίας των «ελλισσομένων» (πού αναρριχούνται) υδροχαρές (που ευδοκιμεί στο νερό) μάλλον, και πικρίζον κατά την γεύσιν, διουρητικόν και καθαρτικόν του αίματος κατά τους βοτανολόγους. Φύεται καθ’ όλας τας διεράδας (υγρά μέρη) του Αγίου Όρους, και οι ακρέμονές (κλωναράκια) του αναδύονται τρυφερώτατοι εκ της γης από αρχάς μέχρι τέλους Μαρτίου, και θεωρούνται ευλογία Θεού δια την νηστήσιμον ταύτην περίοδον. Δια τον τρώγοντα ταύτας πρώτην φοράν και δη άνευ ελαίου, ως γίνεται κατά τας νηστησίμους ημέρας εν Αγίω Όρει, φαίνονται πράγματι ως κάτι το δηλητηριώδες και βλαβερόν, οι πατέρες όμως τας συνηθίζουν συν τω χρόνω και τας ευρίσκουν και εδωδίμους (φαγώσιμους) και ωφελίμους.
Εις την έρημον ταύτην του Άθω από Μικράς Αγίας Άννης και μέχρι «Βίγλας» υπάρχουν και πολλοί σαλιάγγοι (σαλιγκάρια) και εις μέγεθος και εις γεύσιν εξαίρετοι.
Μοι έτυχε να γνωρίσω πατέρας της ερήμου ταύτης, οι οποίοι ουδέποτε καταλύουσι μαγειρευμένον φαγητόν, καρποφάγους ούτως ειπείν και φρουτοφάγους, ως άρτον δε έχοντες το παξιμάδιον, ήτοι τον διπυρίτην τοιούτον.
Υπήρχε τότε καλλίστη συνήθεια εις την Μονήν μας όπως τα περισσεύματα των κλασμάτων του άρτου εκ της τραπέζης των πατέρων, γίνονται «παξιμάδι» και διανέμονται δωρεάν εις τους ασκητάς. Όθεν ερχόμενοι ούτοι κατά καιρούς, ίνα λάβωσι την «ευλογίαν» και γνωρίζοντες ότι η Μονή μας παράγει εν «Μονοξυλίτη» πολλά και εκλεκτά σύκα, έφερον και τους σαλιάγγους των και αντήλλασσον αυτούς με ελαίας και σύκα.
Ίσως να μη υπάρχωσι εν τω Όρει πατέρες άκρως νηστευταί ως οι παλαιοί της Αιγύπτου, Παλαιστίνης και Θηβαΐδος, οίτινες διήγον νήστεις ολόκληρα δεκαήμερα και πλέον ή ηρκούντο το καθ’ ημέραν εις τρείς ισχάδας (σύκα) ή πέντε φοίνικας (χουρμάδες), υπάρχουν όμως και σήμερον πατέρες ευλαβέστατοι και εγκρατέστατοι, τόσον εις την έρημον και τας Σκήτας όσον και εις τας ιεράς Μονάς, οι οποίοι και τριήμερον και πενθήμερον ασιτίαν διάγουσι, την δε καθημερινήν μονοφαγίαν και ταύτην άνευ ελαίου, δηλαδή ξηροφαγίαν θεωρούσιν ως φυσικήν δίαιταν του μοναχού.
Οι τοιούτοι μακαριστοί πατέρες είναι ισάξιοι των προαναφερθέντων παλαιών, όταν ληφθή υπ’ όψιν και μόνη η διαφορά του κλίματος του Άθω, βορεινοτέρου όντος και φυσικώς απαιτούντος περισσοτέρας θερμίδας δι’ επιβίωσιν ή εις τας θερμάς και ξηράς εκείνας χώρας της Ανατολής και του μεσημβρινού, ως διαπιστούσι και οι εκείσε ζήσαντες και ενταύθα διερχόμενοι ή εγκαταβιούντες.
Επί πλέον δε με την ελλάτωσιν του προσωπικού εις όλα τα ιερά ιδρύματα του Όρους, με τον μετριασμόν της ελεημοσύνης εκ μέρους των ιερών Μονών, αφότου αύται, ως έφημεν, έχασαν τα Μετόχια των, και με την διάθεσιν του χριστιανικού κόσμου, ο οποίος ή ουδόλως έρχεται εις το Άγιον Όρος και δη εις τους πτωχούς ερημίτας ή και ερχόμενος ουδέν σχεδόν αφίνει αυτοίς ως ελεημοσύνην, αναγκάζονται ούτοι, παρά την σωματικήν των αδυναμίαν, παρά την ηλικίαν να εργάζονται σκληρά διά την πτωχήν συντήρησίν των.
Μόνον όσοι εγνώρισαν τας δυσβάτους ατραπούς (μονοπάτια) του Άθω και είδον τους πατέρας των Σκητών και της ερήμου με τας επινωτίους πήρας των (τορβάδες) με 20 και 30 οκάδας βάρος ενίοτε βαδίζοντας πεζή και επί ώρας τας ανωφερείας και κατωφερείας του Όρους, αυτοί μόνον δύνανται να εκτιμήσωσι τον κόπον και τον μόχθον των θαυμασίων αυτών αγωνιστών.
Και μη νομίση ή ειπή τις ότι οι πατέρες ούτοι ήσαν συνειθισμένοι εκ του κόσμου εις τας τοιαύτας χειρωνακτικάς και αχθοφορικάς εργασίας. Παρακατιόντες θέλομεν παρουσιάσει επιζώντας και σήμερον ανθρώπους ευπορούντας, υψηλά αξιώματα κατέχοντας εν τω κόσμω, επιστήμονας λαμπρούς, σοβαρούς και εξόχους, και εκ βασιλικών εισέτι οίκων ελκόντων την καταγωγήν, οι οποίοι τα πάντα καταλιπόντες ήλθον εις τα ερημητήρια του Άθω και αίρουσι τον ελαφρόν ζυγόν του Κυρίου, αποσυνηθίσαντες και των προτέρων ευμαρειών του βίου και προσαρμοσθέντες θεία βοηθεία τη ασκητική σκληραγωγία.
Κατά κανόνα εις τας Σκήτας και την έρημον απαγορεύεται η κτήσις φορτηγού ζώου και οι πατέρες εκτελούσιν εργασίας, καθ’ όλα μεν τιμίας και επαινετάς πλήν αήθεις (ασυνήθιστες) ως επί το πλείστον εις αυτούς∙ μόνοι των κόπτουσι τα ξύλα, αυτοί τα μεταφέρουσι, αυτοί σκάπτουσι και καλλιεργούσι τους μικρούς κήπους των, ζυμώνουσι, μαγειρεύουσι, πλύνουσι και όσα ανθρώπω χρήσιμα και απαραίτητα εν τη παρούσι ζωή.
Αλλ’ εκτός τούτου και το «απαρνησάσθω εαυτόν» (Μτ. 16,24∙ Μρκ. 8,34∙ Λκ. 9,23). Η φύσις του σώματος ζητεί μετά την από μεσονυκτίου επίπονον ακαλουθίαν, τροφήν και τόνωσιν, η τάξις όμως, ο κανών της μοναχικής πολιτείας, επιτάσσει και επιβάλλει νηστείαν έως «ενάτης» δηλαδή έως 3ης απογευματινής. Η διάθεσις η ανθρωπίνη, ζητεί συνομιλίας, αναστροφάς και ψυχαγωγίας, η αυτοσυγκέντρωσις όμως η πνευματική, η νήψις, η ψυχική κατά Θεόν εργασία, υπαγορεύει εις το ούς του μοναχού την σιωπήν, το «πρόσεχε σεαυτώ» (Γεν. 24,6), το «φεύγε και σώζου» [3].
Και έρχονται είτα τα καθ’ αυτό μοναχικά καθήκοντα, η υπακοή του υποτακτικού άνευ διακρίσεως και αντιλογίας, η υπομονή και εν οίς υπέρ αυτού το δίκαιον έχει, η κοπή του θελήματος και τα λοιπά, όσα τα κατά προαίρεσιν μαρτύριον ήγουν η μοναχική ζωή απαιτεί.
Δια τούτο αδελφοί, όσοι της κατά Θεόν ζωής και πολιτείας εφίεσθε (επιθυμείτε) και όσοι της εν τω κόσμω χριστιανικής αρετής επιμελείσθε και την σωτηρίαν της ψυχής σας ποθείτε, ευλαβείσθε εξ όλης της καρδίας τους πτωχούς αυτούς ταπεινούς μοναχούς, τους εθελουσίως πτωχεύσαντας και εξουθενωθέντας, ίνα Χριστόν κερδήσωσι. Μη γίνεσθε, παρακαλώ και ικετεύω, ταχείς εις την κατάκρισιν και εκ του μικρού ή εκ μέρους κρίνετε το όλον. Είθισται τη αταξία και τη αναιδεία να εκτίθεται εις την κοινήν θέαν, ενώ εξ εναντίας, η αρετή ευσχημονεί, ταπεινοφρονεί και κρύπτεται.
Μη δίδεται απόλυτον πίστην εις φημολογουμένας κατηγορίας κατά των μοναχών, αλλ’ ως  νουνεχείς και φρόνιμοι, έχετε υπ’ όψιν πάντοτε ότι και εις πάσαν τάξιν ανθρώπων υπάρχουν οι κακοί, ότι και μεταξύ των αποστόλων ευρέθη ο προδότης και ότι μόνον εις τον ουρανόν υπάρχει το απόλυτον.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι Γέροντες του Μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου
[2] Χώρος στο Αρχονταρίκι για την παρασκευή καφέ και αφεψημάτων.
[3] Απόφθεγμα του Μεγάλου Αρσενίου.


Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Ο Πνευματικός Λεόντιος.




Του Ιερομονάχου Αντωνίου () από το βιβλίο «Αγιορείτες Πατέρες του ΙΘ΄αιώνος»



Ο π. Λεόντιος γεννήθηκε στην Ουκρανία. Ένα χρόνο μετά την γέννηση του εκοιμήθη η μητέρα του, και ο πατέρας του τον έδωσε σ’ έναν πλούσιο άτεκνο Μολδαβό. Σε ηλικία είκοσι δύο ετών ο π. Λεόντιος δραπέτευσε από τον παιδαγωγό του και κρύφθηκε στην Μονή Καλνταρουσάνι, που βρίσκεται σε απόσταση είκοσι βέρστια από το Βουκουρέστι. Εκεί έζησε δεκαέξι χρόνια. Κατόπιν κατευθύνθηκε προς το Άγιον Όρος μαζί με έναν φίλο του, τον οποίον ο ίδιος αργότερα έκειρε μοναχό, δίδοντας του το όνομα Αντώνιος. Οι δύο μοναχοί εγκαταστάθησαν στην Μολδαβική Σκήτη Λάκκου, όπου ο π. Λεόντιος έζησε ως την κοίμησή του, τριάντα πέντε έτη.
- Όταν προσήλθα στη μοναχική πολιτεία διηγείτο ο π. Λεόντιος σ’ έναν συνομιλητή του, ο Γέροντας μου έδωσε την εξής συμβουλή: Εκτός από την εξομολόγηση προ της κουράς για όσα συνέβησαν στον κοσμικό βίο, πάντοτε πρέπει να αποκαλύπτομε τους λογισμούς μας και να έχομε τελεία υπακοή. Τους αδελφούς μας να τους θεωρούμε ως αγγέλους και να τους υπηρετούμε όπως τον ίδιο τον Θεό. Πρέπει επίσης να προσέχομε τον νου από τους διάφορους λογισμούς, αλλά και τις αισθήσεις.
Σύντομα τον χειροτόνησαν ιεροδιάκονο. Ο προσωπικός του κανόνας στο κελλί ήταν ο εξής: τριακόσιες εδαφιαίες μετάνοιες με την «ευχή του Ιησού» και αντί για μικρές μετάνοιες ανάγνωσις του αγίου Ευαγγελίου. Τις μεγάλες μετάνοιες συνέχιζε να τις κάνει ακόμη και στα βαθιά του γεράματα, μαζί με την αδιάκοπη νοερά προσευχή. Ο Γέροντας, όσο αισθανόταν τις δυνάμεις του, δεν εγκατέλειπε ούτε τις σωματικές ασκήσεις. Έλεγε δε ότι είναι δυνατόν να κάνει κάποιος χίλιες μετάνοιες και να μην αισθάνεται σωματική κόπωση, ενώ άλλος μετά τις πενήντα να χάνει την αναπνοή, οπότε και αυτός εξισώνεται με όσους κάνουν τις χίλιες.
- Εμείς, Γέροντα, είπε κάποιος συνομιλητής, τρώμε και πίνομε πολύ, κοιμόμαστε επίσης αρκετά, αλλά οι δυνάμεις μας είναι μέτριες.
- Αν δεν δώσετε στο σώμα ότι είναι αναγκαίο, ακόμα περισσότερο θα αδυνατίσετε, απήντησε ο π. Λεόντιος. Ο όσιος Παΐσιος είδε κάποτε έναν αδελφό μετά από διήμερη νηστεία να έχει εξαντληθεί τελείως∙ τόσο αδύναμος ήταν, ώστε δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί από τη γη. Ο όσιος παραξενεύτηκε, επειδή ο ίδιος πέρασε εξήντα ημέρες χωρίς να φάγει τίποτε, και εν τούτοις δεν έχασε τις δυνάμεις του. Τότε του εμφανίσθηκε ο Κύριος και του είπε:
- Μη σκέπτεσαι έτσι∙ εσύ ενήστευσες με την χάρη μου, ενώ εκείνος με την δύναμή του και με μεγάλη δυσκολία.
- Και τι είδους έπαινο θα λάβει εκείνος; συνέχισε ο  Παΐσιος.
- Όμοιο με τον ιδικόν σου! απήντησεν ο Κύριος.
Και εδώ στην σκήτη, συνέχισε ο Γέροντας, υπάρχουν μοναχοί που νηστεύουν δυο και τρείς ημέρες, ακόμη και μία εβδομάδα∙ αλλά αυτό γίνεται με τη βοήθεια της χάριτος!
Αν θέλεις, λέγει ο Μέγας Αντώνιος, να εξετάσεις κάποιον που είναι ονομαστός, αν πράγματι είναι πνευματικός άνθρωπος, ατίμωσε τον και ταπείνωσέ τον∙ στην περίπτωση που θα υπομείνει, όντος είναι τέλειος∙ αν όμως δεν το σηκώσει, δεν έχει τίποτε το πνευματικό. Όταν δε κάποιος σε ταπεινώνει, και συ δεν χάνεις την αγάπη προς αυτόν, τότε είσαι στον δρόμο του Θεού.
 Ο Γέροντας, όταν λόγω ανάγκης έπρεπε να πάει σε σκήτη, σε μοναστήρι ή κάπου αλλού, πριν αναχωρήσει από το κελλί του έκανε μερικές μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, για να είναι εις θέσιν να υπομείνει χωρίς ταραχή όσα τυχόν θα του συνέβαιναν. Έλεγε δε πως χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία δεν πρέπει ο μοναχός να εξέρχεται από το κελλί του.
Ο ίδιος πήγε κάποτε στις Καρυές, σ’ έναν Βούλγαρο γνωστό του, ο οποίος τον δέχθηκε με αγάπη∙ δεν είχε χρόνο όμως να μείνει αμέσως μαζί του και του υπέδειξε τον τόπο για να ξεκουρασθεί στο αρχονταρίκι, ώσπου να τακτοποιήσει όλες τις δουλειές. Ο Γέροντας εισήλθε προσευχόμενος στον χώρο υποδοχής, υποκλίθηκε κατά την συνήθεια και είπε:
- Ευλογείτε!
Εκείνη την στιγμή βρισκόταν εκεί ένας μοναχός, ο οποίος ξαφνικά άρχισε να του επιτίθεται με ύβρεις. Ξαφνιασμένος ο επισκέπτης, κατάφερε μόνο να επαναλαμβάνει:
- Έτσι είναι, πάτερ, έτσι είναι, αλήθεια λες.
Ο μοναχός έφυγε, για να αναζητήσει μπαστούνι∙ επειδή όμως σε όλο το αρχονταρίκι δεν βρήκε τίποτε ανάλογο, έτρεξε προς τα έξω. Ο Γέροντας έμεινε να τον περιμένει, και αναστενάζοντας προς το μέρος της Θεοτόκου μονολόγησε: «Ιδού Λεόντιε, απόδειξε τώρα για ποιο πράγμα προετοιμάσθηκες!» Η πίστις όμως στην Θεοτόκο δεν τον εγκατέλειψε. Ήλπιζε ότι Αυτή θα τον ενδυναμώσει τόσο, ώστε δεν θα εξαντλείτο η υπομονή του πριν σταματήσουν να τον κτυπούν.
Και τότε, να! Τρέχει εκείνος, ο υβριστής. Ο Γέροντας περίμενε ότι θα ορμούσε εναντίον του, αλλ’ αυτός έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε για συγχώρηση. Κάποιος Βλάχος, που έμοιαζε με τον π. Λεόντιο, τον είχε λυπήσει, και εκείνος νόμισε ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο. Όταν όμως έτρεξε κάτω για το ραβδί, συναντήθηκε με τον οικοδεσπότη που τον ρώτησε για τον πνευματικό Λεόντιο, και τότε αντελήφθη το λάθος του. Πήγε γρήγορα να ζητήσει συγχώρηση, ο άκακος όμως επισκέπτης είδε την ταπείνωση και την συντριβή και του είπε:
- Ο Θεός να σε συγχωρήσει∙ κάνε μόνον έναν μικρό κανόνα: εκατό μετάνοιες στην Θεοτόκο!
Μόλις εκείνος άρχισε να προσκυνεί, ο Γέροντας είδε την ειλικρίνεια της μετανοίας του και τον σταμάτησε, λέγοντας:
- Εν τάξει, φθάνει!
Ο π. Λεόντιος ήταν μορφωμένος, σοφός και με αγαθή ψυχή. Όσοι πλησίαζαν για εξομολόγηση, του θεράπευε και τους παρηγορούσε τόσο, ώστε έφευγαν χαρούμενοι.
Για τον ασκητή Ιλαρίωνα τον Γεωργιανό (Όσιος Ιλαρίων ο Αθωνίτης, 14 Φεβρουαρίου) ο γέρων Λεόντιος είχε ακούσει πριν ακόμη έλθει στο Άγιον Όρος και φθάνοντας, αμέσως τον επισκέφθηκε με διερμηνέα. Εκείνος του μίλησε για τους κανόνες της καρδιακής ευχής και για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται στη μοναχική ζωή. Ως τότε δεν είχε ασχοληθεί με την νοερά προσευχή, μολονότι το επιθυμούσε∙ διότι χωρίς έμπειρο καθοδηγητή δεν ήθελε να αρχίσει. Αργότερα συνέχισε να συμβουλεύεται τον Γεωργιανό Γέροντα, μερικές φορές μάλιστα ο ίδιος ο π. Ιλαρίων πήγαινε σε αυτόν
Ο π. Λεόντιος κατέστη βαθύς γνώστης της νοεράς προσευχής και αργότερα την εδίδαξε στον Μολδαβό π. Αντίπα, ο οποίος εγκαταστάθηκε στη Ρωσία και τελείωσε την επίγειο πορεία του στην Μονή Βαλαάμ.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
- Σε θορυβώδες και πολυάνθρωπο μοναστήρι, εξ αιτίας των ποικίλων χαρακτήρων της αδελφότητος, είναι δύσκολο να διαφυλάξει κανείς την νήψη∙ αλλά, όταν έχει φθάσει την τελεία υπακοή και διαρκώς εξομολογείται τους λογισμούς και με τέτοιες συνθήκες σώζεται.
- Ότι και αν κάνει ο άνθρωπος, όπου και αν πάει, όλα τα πραγματοποιεί με την προσευχή του Ιησού.
- Ο ίδιος ο Σωτήρας μας, έζησε τριάντα τρία έτη στην γη και έκανε υπακοή στον Ιωσήφ και στην Μητέρα του. Κανείς δεν τον είδε να γελά, ενώ να κλαίει τον είδαν μερικές φορές. Μ’ αυτόν τον τρόπο έδειξε πώς να βαδίζομε την οδό της σωτηρίας.
- Η καθαρά συνείδησις μόνη της προβάλλει την προτεραιότητα της εσωτερικής ζωής έναντι της εξωτερικής!
Για τον αγώνα εναντίον των παθών ο Γέροντας συμβούλευε:
- Αν κάτι σου επετέθη, και σε αναστάτωσε, επί παραδείγματι η ζήλεια προς τον αδελφό, αναζήτησε αμέσως σε βιβλίο την σχετική διδαχή κάποιου γέροντος και διάβασε την. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα πάθη∙ αμέσως αναζήτησε την ανάλογη σελίδα. Έτσι, είναι ευκολότερο στον άνθρωπο να αμύνεται εναντίον των παθών.
- Όποιος έχει υπακοή και ταπείνωση, προοδεύει στην πνευματική ζωή χωρίς να το καταλαβαίνει.
- Αν συμβεί μοναχός, έστω και νέος, να ομιλεί περί του θείου φόβου ή γενικώς περί της οδού σωτηρίας, πρέπει να τον ακούτε και κατά το δυνατόν να εφαρμόζετε τα λεγόμενα∙ ενώ, αν κάποιος έχει λευκή γενειάδα, διδάσκει όμως αντίθετα προς τα συγγράμματα των αγίων Πατέρων, και αν ακόμη είναι πνευματικός όπως εγώ, αυτόν δεν πρέπει να τον ακούτε καθόλου.
- Πρέπει διαρκώς να έχομε μνήμη θανάτου και δάκρυα, διότι αυτή είναι η οδός της μετανοίας∙ άλλη οδός, εκτός από αυτή, δεν υπάρχει.
Ο π. Λεόντιος είχε εύρωστο σώμα και ακόμη ζωηρότερη την ελπίδα προς τον προνοητή Θεό. Πολλές φορές μετέφερε στους ώμους του από το Ρωσικό ή από άλλα απομεμακρυσμένα μέρη σάκκον γεμάτον με παξιμάδια και άλλα τρόφιμα, που το βάρος τους ήταν περίπου τριάντα οκάδες. Εν τούτοις, τα περισσότερα και τα καλύτερα τα μοίραζε στους πτωχούς, στους αρρώστους και στους υπερήλικες. Για τον εαυτό του άφηνε μόνο παξιμάδι ή κάτι άλλο το οποίο δεν χρειαζόταν να μαγειρευθεί.
Ο υποτακτικός του, ο π. Αθανάσιος, σπανίως έβγαινε από την σκήτη και μόνον για ότι ήταν απαραίτητο. Σχετικά με την διατροφή φρόντιζε ο ίδιος ο Γέροντας, ο δε μαθητής καθόταν σαν μικρό παιδί στην κατοικία τους και έτρωγε τα έτοιμα.
Ο π. Λεόντιος εκοιμήθη εν Κυρίω την 25η Μαΐου του έτους 1876. Τον έκλαψαν όλα τα πνευματικά του τέκνα, αλλά και εκείνοι που ωφελήθηκαν και παρηγορήθηκαν από τις πνευματικές του διδαχές.

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Γερο-Παϊσίου επίσκεψη



Του Μον. Μωϋσή Αγιορείτου () από το βιβλίο «Αγιορείτικο Μεσονυκτικό»

Ένα πρωινό, μόλις είχε ξημερώσει κι είχα τελειώσει τον Όρθρο, άκουσα ένα διακριτικό κτύπημα στη θύρα. Πηγαίνοντας ν’ ανοίξω σκεπτόμουν ποιος να ‘ταν πρωί-πρωί. Αντίκρισα σκυφτό τον Γέροντα Παΐσιο. Ευλογημένε, μου λέει, πως τακτοποιήθηκες; Αδύνατος, κοντός, πρόχειρα ντυμένος, μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο. Χάρηκα έκτακτα για την απρόσμενη επίσκεψη. Πέρασε διστακτικά μέσα. Ανέβηκε να προσκυνήσει το εκκλησάκι. Κατέβηκε στο κάτω μεγάλο δωμάτιο. Ήταν τότε σχεδόν άδειο. Δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Κάτι του πρόσφερα. Στερεωμένος, μου είπε. Μου μίλησε για τους παλαιούς εδώ Γέροντες. Ήταν εργατικοί, φιλακόλουθοι, ενάρετοι.
Σήμερα, λίαν πρωί, είχα δύο κρούσματα μου ‘πε. Ήλθε ένας μεσόκοπος να γίνει υποτακτικός μου. τον ρώτησα αν έχει οικογένεια. Έχει δυο παιδιά στο Δημοτικό, μου ‘πε.  Του λέω: Θα τελειώσουν το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο, το Πανεπιστήμιο, θα τα παντρέψεις και μετά θα έλθεις να σου πω που θα μονάσεις, γιατί εγώ δεν βαστώ μοναχούς. Έτσι κάνουμε παιδιά και τα παρατάμε και πάμε για μοναχοί;… Η δεύτερη περίπτωση χειρότερη της πρώτης. Ήλθε ένας άλλος και μου λέει: Γέροντα, βρήκα μια γυναίκα πιο πνευματική της γυναίκας μου και ήλθα να πάρω την ευλογία σου… Παλάβωσε ο κόσμος. Πήρα τα βουνά. Ήλθα να δω τι κάνεις.
Δεν κάθισε πολύ. Χάρηκα πολύ. Μετέφερε ευλογία, χαρά, ειρήνη. Όπως τότε στη Σιμωνόπετρα, όπου έμεινε δυο μέρες και δυο νύχτες δίπλα απ’ το κελλί μου και μου δώρισε το πλεχτό σκουφάκι του, μόλις που πήγαινα να του το ζητήσω για ευλογία… Τη δεύτερη νύχτα συνταράχθηκε το κελλί από μια απρόσμενη επίσκεψη. Ήλθε μέσα στη νύχτα να κτυπήσει τη θύρα μου, να μου ζητήσει τάχα την ώρα, να με ρωτήσει σε πόση ώρα αρχίζει η ακολουθία, να με γαληνέψει. Το πρωί μου εξήγησε. Το ταγκαλάκι δεν κοιμόταν. Πάντα θα θυμάμαι τη σύναξη, όπου μας μίλησε για γεροντάκια του Θεού, θεατές του ακτίστου φωτός, μοναχές χαρισματούχες, αγώνες μακρούς, δάκρυα και αγρυπνίες, εικόνες, άγια λείψανα και θαύματα. Κανείς δεν έφθασε στον Θεό άκοπα, όπως λέει και ο αββάς Ισαάκ. Πρέπει ν’ απομακρύνουμε το κοσμικό πνεύμα από τον μοναχισμό. Ο ιδρώτας είναι το λουτρό και το μύρο του μοναχού…
Η προσευχή είναι το κύριο έργο του μοναχού, ανώτερη και από την ιεραποστολή και τη φιλανθρωπία. Η προσευχή χαρίζει αιώνια ανάπαυση στις ψυχές των κεκοιμημένων. Πιο πολύ να προσευχόμαστε για τους αγαπητούς κεκοιμημένους αδελφούς μας, αδελφοί μου. Αιωνία η μνήμη αυτών. Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια.


Για τα πάθη

Του Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Ο άνθρωπος που ζει τις μέρες του με αμέλεια, ξεγελά τον εαυτό του, χωρίς διόλου να συλλογίζεται τα αγαθά που ο Κύριος ετοίμασε για τους δικαίους, ούτε την τιμωρία που είναι ετοιμασμένη για τους αμαρτωλούς, αλλά απεναντίας οδηγεί τον εαυτό του με αφοβία. Σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο ο Πονηρός κατορθώνει κάθε σαρκική επιθυμία∙ και δεν μπορεί αυτός να το αντιληφθεί, όπως δεν μπορεί να αντιληφθεί και η πύλη μιας πόλης εκείνους που μπαίνουν και βγαίνουν απ’ αυτήν∙ διότι η επιθυμία, που μπήκε στο νου του, σκέπασε τελείως τα μάτια του. Τους αγωνιστές όμως τους πολεμά ο Εχθρός με διαφορετικό τρόπο. Και πριν βέβαια να πραγματοποιηθεί η ανομία, ο Εχθρός την μικραίνει μπροστά τους πάρα πολύ∙ και κυρίως την επιθυμία της ηδονής, τόσο πολύ την μικραίνει, σαν να χύνει δηλαδή κανείς ένα ποτήρι κρύο νερό στο χώμα. Κατά τον ίδιο τρόπο μικραίνει ο Εχθρός την αμαρτία στα μάτια του αδελφού προτού να την πραγματοποιήσει. Ύστερα όμως από την πραγματοποίησή της, τόσο πολύ μεγαλοποιεί ο Πονηρός την ανομία εκείνου που έπεσε σ’ αυτή, όσο τίποτε άλλο. Ακόμη, σηκώνει εναντίον του κύματα απελπισίας, και συχνά μάλιστα παρατάσσει εναντίον του με παραβολές, υπαγορεύοντάς του τέτοια και του λέει∙ «Τι έκανες, άνθρωπε που ανώφελα κοπιάζεις; Τώρα θα σου μάθω με τι μοιάζει η εργασία σου. Μοιάζεις με κάποιον που φύτευσε για τι εαυτό του ένα αμπέλι και το περίφραξε και το φύλαξε, ωσότου έκανε καρπό∙ και αφού το τρύγησε, γέμισε τα πιθάρια του με κρασί από το αμπέλι του. Και έπειτα, αφού σηκώθηκε απότομα και πήρε ένα τσεκούρι, κομμάτιασε τα πιθάρια, και το κρασί χύθηκε και πάει. Μ’ αυτόν μοιάζει η εργασία σου». Αυτά υπαγορεύει ο Πονηρός στον αδελφό, θέλοντας να τον ρίξει στον βυθό της απελπισίας.
Γνωρίζοντας λοιπόν από πριν, αγαπητέ, αυτές τις πανουργίες του Εχθρού, απόφευγε τις αμαρτίες. Και αν συμβεί να παρασυρθείς σε κάποιο παράπτωμα, μην παραμένεις στο παράπτωμα, αλλά σήκω επάνω και γύρισε πίσω στον Κύριο τον Θεό σου με όλη την καρδιά σου, για να σωθεί η ψυχή σου. Πες μάλιστα στον πονηρό λογισμό∙ «Αν και κομμάτιασα τα πιθάρια και άφησα να χυθεί το κρασί, όμως το αμπέλι υπάρχει, και ο Δεσπότης είναι μακρόθυμος και πολυεύσπλαχνος και ελεήμων και δίκαιος∙ και ελπίζω, με τη βοήθεια της αγαθότητάς του, ότι πάλι θα καλλιεργήσω και θα φυλάξω το αμπέλι του, και θα γεμίσω τα πιθάρια του, όπως προηγουμένως. Διότι λέει με τον προφήτη Ησαΐα∙ “Αν οι αμαρτίες σας είναι σαν το χρώμα της πορφύρας, θα τις λευκάνω σαν το χιόνι, και αν είναι κόκκινες θα τις λευκάνω σαν το λευκό μαλλί. Και αν θελήσετε να με ακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά της γης. Αν όμως δε θελήσετε να με ακούσετε, θα σας φάει η μάχαιρα∙ διότι αυτά τα διακήρυξε το στόμα του Κυρίου” (Ησ. 1, 18-20)». Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014

Τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου.



Του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς


Όταν η Υπεραγία Θεοτόκος Μαρία έφθασε  σε ηλικία τριών ετών, οι άγιοι γονείς της, Ιωακείμ και Άννα, την πήραν από τη Ναζαρέτ στην Ιερουσαλήμ για να την αφιερώσουν στην υπηρεσία του Θεού, όπως το είχαν υποσχεθεί. Ήταν ένα κοπιώδες τριήμερο ταξίδι από τη Ναζαρέτ μέχρι την Ιερουσαλήμ, αλλά, επειδή ταξίδευαν για θεάρεστο σκοπό δεν δυσκολεύτηκαν.
Πολλοί συγγενείς του Ιωακείμ και της Άννης συγκεντρώθηκαν στην Ιερουσαλήμ για να παρευρεθούν στο γεγονός, κατά το οποίο παρίσταντο επίσης αόρατοι άγγελοι του Θεού. Επικεφαλής της πομπής προς τον Ναό ήταν παρθένοι με αναμμένες λαμπάδες ανά χείρας· ακολουθούσε η Παναγία Παρθένος καθοδηγούμενη, ένθεν και ένθεν, απ’ τον πατέρα και τη μητέρα της. Η Παναγία ήταν στολισμένη με χρυσοκέντητο ένδυμα εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη, πεποικιλμένη, όπως άρμοζε στη «θυγατέρα του βασιλέως» [πᾶσα ἡ δόξα αὐτῆς θυγατρὸς βασιλέως ἔσωθεν (Ψαλμός 44, 13-15)]. Στη συνέχεια ακολουθούσε πλήθος συγγενών και φίλων, όλοι με αναμμένες λαμπάδες. Δεκαπέντε σκαλοπάτια οδηγούσαν στο εσωτερικό του Ναού. Οι θεοπάτορες Ιωακείμ και Άννα ανέβασαν την Παναγία στην πρώτη αναβαθμίδα, στο πρώτο σκαλί και ύστερα εκείνη ανέβηκε μόνη της τρέχοντας μέχρι επάνω.
Εκεί την υποδέχθηκε ο Αρχιερέας Ζαχαρίας, ο μετέπειτα πατέρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε όχι μόνο μέσα στο Ναό, αλλά στα ενδότερα, στα «Άγια των Αγίων», στον ιερότερο απ’ όλους τους ιερούς τόπους, εκεί όπου μόνον ο αρχιερέας εισερχόταν και μόνον άπαξ του ενιαυτού. Λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Θεοφύλακτος Αχρίδος ότι ο Ζαχαρίας ήταν εκστατικός και θεόληπτος, όταν οδηγούσε την Παρθένο στα Άγια των Αγίων του Ναού, πέραν του δευτέρου καταπετάσματος — δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί διαφορετικά αυτή η ενέργειά του! Οι γονείς της Μαρίας τότε έδωσαν την προσφορά τους στον Θεό, σύμφωνα με τον Νόμο, έλαβαν την ευλογία του ιερέως και επέστρεψαν στην πατρίδα τους.
Η Παναγία Παρθένος Μαρία παρέμεινε στον Ναό· εκεί ήταν το ενδιαίτημα της για εννέα ολόκληρα χρόνια. Ενόσω ζούσαν οι γονείς της την επισκέπτονταν συχνά., ιδίως η αγία Άννα.  Όταν ο Θεός τους κάλεσε και αναχώρησαν από τον κόσμο, η Παρθένος Μαρία έμεινε ορφανή και δεν επιθυμούσε να αφήσει τον ναό μέχρι τον θάνατο της, αλλά ούτε και να έλθει εις γάμου κοινωνία. Καθώς αυτό θα ήταν ενάντια στον Νόμο και τα έθιμα του λαού του Ισραήλ, γι’ αυτόν τον λόγο δόθηκε στον άγιο Ιωσήφ, τον υπέργηρο συγγενή της στη Ναζαρέτ, μόλις συμπλήρωσε την ηλικία των δώδεκα ετών. Έτσι, υπό τον παραδεκτό ρόλο της μνηστευμένης, μπορούσε πλέον να ζει εν παρθενία και να εκπληρώσει την επιθυμία της καρδιάς της, ενώ ταυτόχρονα εκπλήρωνε και την επιταγή του Νόμου, διότι διαφορετικά ήταν κάτι ανήκουστο για τα δεδομένα του λαού του Ισραήλ οι νεαρές κοπέλες να επιλέγουν να ζουν εν παρθενία μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η Παρθένος Μαρία ήταν η πρώτη από τις διά βίου αφιερωμένες παρθένους και από τις χιλιάδες επί χιλιάδων παρθένων ανδρών και γυναικών που θα ακολουθούσαν το παράδειγμα εκείνης, στην Εκκλησία του Χριστού.