Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΨΑΛΜΟΣ ΡΒ΄ (102)


Σε απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου

Δόξαζε, ψυχή μου, τον  Κύριο,
κι όλα τα σπλάχνα μου τ’ όνομά του τ’ άγιο·
δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο,
και μη ξεχνάς όλα τα αγαθά που σου έδωσε·
κείνον που σχωρνά όλες τις αμαρτίες σου,
κείνον που γιατρεύει όλες τις αρρώστειες σου,
κείνον που γλυτώνει απ΄ το χαμό τη ζωή σου,
κείνον που σε σπλαχνίζεται και σε πονά,
κείνον που γιομίζει με αγαθά την επιθυμία σου,
θέλει να ξαναγεννηθεί η νιότη σου όπως του αϊτού·
ο Κύριος ελεεί του δίκιους, και προστατεύει τους αδικημένους.
Φανέρωσε το δρόμο του στο Μωϋσή,
στα παιδιά του Ισραήλ τα θελήματά του·
ο Κύριος είναι ψυχόπονος και σπλαχνικός,
μακρόθυμος και πολυέλεος,
δεν θα θυμώσει ως το τέλος, μήτε θα οργιστεί ποτές·
δε μας παίδεψε κατά τα έργα μας,
μήτε κατά τις αμαρτίες μας μας πλήρωσε·
γιατί, όσο είναι το ύψος του ουρανού από τη γής,
έτσι απέραντη είναι η σπλαχνιά του για κείνους πόχουν το φόβο του·
όσο απέχει η ανατολή του ήλιου από το βασίλεμα,
τόσο ξεμάκρυνε από τις αμαρτίες μας·
όπως σπλαχνίζεται ο πατέρας τους γυιούς του,
σπλαχνίστηκε ο Κύριος κείνους πόχου το φόβο του,
γιατί ξέρει το τίποτα μας,
θυμήθηκε πως είμαστε χώμα και γής.
Ο άνθρωπος, σαν το χορτάρι είναι οι μέρες του·
σαν το λουλούδι του αγρού, έτσι θάν ανθίσει·
γιατί πέρασε από μέσα του πνοή και θα σβήσει,
και δεν θα ξέρει πια τον τόπο που ΄χε σταθεί·
μα το έλεος του Κυρίου από τον αιώνα και έως τον αιώνα απάνου σ’ όσους έχουνε το φόβο του·
και η δικαιοσύνη του απάνου σ’ εγγόνια εγγονών·
απάνου σ’ όσους φυλάνε τη διαθήκη του,
και σ’ όσους θυμούνται και κάνουν τις παραγγελιές του.
Ο Κύριος ετοίμασε στον ουρανό το θρόνο του,
κι η βασιλεία του απλώνει απάνου σ’ όλα τα πάντα.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλοι οι αγγέλοι του,
δυνατοί είναι εκείνοι που ακούν και κάνουν το θέλημα του.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλα τα φουσάτα του,
λειτουργοί είναι εκείνοι που κάνουνε τα θελήματά του.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλα τα έργα του
σε κάθε τόπο που ΄ναι κείνος βασιλιάς.
Δόξαζε ψυχή μου τον Κύριο.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Η καλύτερη λύση

Κάποτε έθεσαν το εξής ερώτημα στον π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο:
- Γέροντα , βλέπει κανείς, ότι κατεξοχήν στην εποχή μας κυριαρχεί το οικονομικό πρόβλημα. Όλοι προσπαθούμε να αυξήσουμε τα έσοδά μας. Κι όταν το πετύχουμε, διαπιστώνουμε πάλι ότι δεν μας φθάνουν. Τελικά τα οικονομικό μας πρόβλημα θα μείνει πάντα άλυτο;
Και ο π. Επιφάνιος απήντησε:
- Έχουμε οικονομικό πρόβλημα, διότι είμεθα άπληστοι. Αν ήμεθα ολιγαρκείς, δεν θα υπήρχε τέτοιο πρόβλημα. Η πλεονεξία δημιουργεί το οικονομικό αδιέξοδο. Δεν μας αρκούν αυτά που έχουμε. Θέλουμε όλο και περισσότερα. Ποια άλλη καλυτέρα λύσις του οικονομικού προβλήματος υπάρχει από την ολιγάρκεια;
Ένας αετός, λέγει η διήγησις, είδε κάποτε κοντά στους καταρράκτες του Νιαγάρα να επιπλέει το σώμα ενός ζώου. Πέταξε πάνω του και άρχισε να τρώει με βουλιμία. Τρώγοντας πλησίαζε συνεχώς στους καταρράκτες. Κάποια στιγμή αντελήφθη τον κίνδυνο. Προσπάθησε να πετάξει… Το νερό, όμως, ήταν παγωμένο. Τα νύχια του πάγωσαν και αυτά και έγιναν ένα με το ψοφίμι. Ο καταρράκτης τον παρέσυρε και τον έπνιξε. Από απληστία, για να φάει κάτι περισσότερο έχασε την ζωή του!
Κυνηγάμε το περισσότερο. Αλλ’ ο Κύριος μας προειδοποίησε: «οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. 12,15) Η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα πολλά υπάρχοντα. Να μάθουμε να είμαστε ολιγαρκείς, κατά τον Αποστολικό λόγο: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα» (Α΄ Τιμ. 6,8)
Δύο μέτρα χώμα είναι η κατάληξις όλων μας. Και αν είναι κάποιος πλούσιος και δυνάστης και μεγάλος και τρανός, τι θα κερδίσει παραπάνω από δύο μέτρα χώμα; Το πολύ-πολύ, να του κάνουν έναν ωραίο τάφο. Αυτό είναι το κέρδος του!
Ο Χριστιανισμός όχι μόνο δεν κάνει ζημιά στην οικονομία, αλλά απ’ εναντίας προσφέρει την καλύτερη λύση. Αν όλοι οι άνθρωποι υπήκουαν σ’ αυτό που λέει ο Απ. Παύλος και ηρκούντο στα απολύτως απαραίτητα, και δεν ήθελαν ένα σωρό περιττά, δεν θα υπήρχε οικονομικό πρόβλημα. Την καλυτέρα λύση την προσφέρει ο λόγος της Γραφής. Να αρκούμεθα στα απολύτως απαραίτητα.
Θέλουμε σήμερα, αν είναι δυνατόν, να έχουμε και σπίτια με πισίνα μέσα στην αυλή. Δεκάδες φαγητών σερβίρονται πολλές φορές, όταν κάνουν τραπέζια. Τι τα θέλουμε αυτά; Αυτές οι περιττές δαπάνες χρήματος όταν οι άλλοι άνθρωποι πεινούν, είναι μεγάλη αμαρτία. Αλλά και άσκοπη δαπάνη χρόνου. Ενώ μπορούμε αυτό τον χρόνο να τον διαθέσουμε σε κάτι καλύτερο, είτε σε μία πνευματική μελέτη, είτε στην επίσκεψη κάποιου αρρώστου, είτε σε άλλο θεάρεστο έργο. Υπάρχουν τόσα έργα να κάνουμε. Και τα χρήματα, φυσικά, που εξοικονομούμε από την αποφυγή ανοήτων δαπανών, θα τα δίδουμε σε ανθρώπους, οι οποίοι θα καλύψουν στοιχειωδέστατες ανάγκες της ζωής τους.

Από το βιβλίο «Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» 
των εκδόσεων του Ι. Ησυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος


Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

Ότι οι Αρχιερείς, και ιερωμένοι, και Κληρικοί, δεν πρέπει να βάλουν καπνόν εις την μύτην, και εις το στόμα.


Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη από το βιβλίο «Εγχειρίδιο συμβουλευτικόν. περί φυλακής των πέντε αισθήσεων»


Εδώ ενθυμήθηκα να την υπομνήσω, δια την κακήν μεταχείρισην, όπου κάμνουν την σήμερον, όχι μόνον λαϊκοί, άλλα και Ιερωμένοι και Αρχιερείς, εις το χόρτον το καλούμενον Νικοτιανήν, το οποίο ευρεθέν εις μίαν επαρχίαν της Βορείου Αμερικής, καλουμένην Ανθέαν, και προσφερθέν από τον πρέσβυν του Πορτογάλλου, ως ένα θαύμα του νέου Κόσμου, προς την Αικατερίνην Βασίλισσαν της Γαλλίας, ονομάσθη από αυτήν με τούτον τον υψηλόν τίτλον «Χόρτον Βασιλικόν». Έστι δε τούτο, ο κοινώς παρά πάντων λεγόμενος  Καπνός.
Παρακαλώ λοιπόν τον Πανιερώτατόν μου Δεσπότην, να μη μιμηθεί τους κακώς μεταχειριζομένους το χόρτον τούτο, και εις κάθε καιρόν, και εμπρός εις κάθε πρόσωπον, βάλλοντας τούτο εις το στόμα, και εις τους μυκτήρας, διατί
Α) αυτή η μεταχείρησις είναι ενάντια εις την χρηστοήθειαν, η οποία είναι μία εξαίρετος αρετή από τας ηθικάς.
Β) διατί αυτή είναι ανοίκειος εις τον υψηλόν χαρακτήρα της Ιερωσύνης, και Αρχιερωσύνης, και
Γ) διατί είναι ενάντια εις την υγείαν του σώματος.
Είναι ενάντια εις την χρηστοήθειαν, διατί αν ο όρος της χρηστοήθειας ο αληθινός είναι, κατά την διδασκαλίαν του Γαλατείου1  κάθε πράγμα όπου ημπορεί φυσικώς να βλάψει τας αισθήσεις, ή την φαντασίαν των ευγενών και να προξενήσει αηδίαν.
Ποιος δεν βλέπει, ότι η μεταχείρησις του καπνού, αναιρεί τούτον τον όρον της χρηστοηθείας, και αντεισάγει ήθη βάρβαρα, ήθη αγροίκα, και ήθη αηδή και εις τους βλέποντας και εις τους ακούοντας και εις τους φανταζομένους;
Η χρηστοήθεια διδάσκει τον άνθρωπον, όταν καθαρίζει τας ακαθαρσίας της ρινός του, να γυρίζει το πρόσωπον από το άλλο μέρος, ώστε όπου να μην βλέπει τινάς άλλος, ούτε αυτός ο ίδιος εκείνην την ακαθαρσίαν όπου εκβάλει εις το μανδηλιόν του. Ο δε καπνός αναρροφώμενος  από τους ρυπαρούς μυκτήρας, κάμνει να σταλάζει από την ρίνα, η χυδαία λάσπη εκείνη και να δέχεται εις πλατέα και ρυπαρώτερα μανδήλια έμπροσθεν εις τα πρόσωπα των άλλων. Η χρηστοήθεια διδάσκει, όταν έχει τινάς να πτερνισθή έμπροσθεν εις συντροφίαν άλλων, να πολεμή να εμποδίζει το πτέρνισμα, η να το καταθλίβη με το μανδήλιον, δια να μην ηχήση, ωσάν Σάλπιγξ κεράτινη η ρίνα του, και να προξενήση αηδίαν και ταραχήν. Αλλα οι βάλλοντες και σπρώχνοντες με τα δάκτυλα εις την μύτην την σεσαθρωμένην κόνιν, και κνίζοντες το τετριχωμένον όργανον της οσφρησεώς των, προσκαλούσι, δια να ειπώ έτσι, μόνοι των, και κινούσι το πτέρνισμα, το οποίον είναι ένα σάλευμα του εγκεφάλου, τόσον βίαιον, και φοβερόν, ώστε οπού προσκαλεί την ουράνιον βοήθειαν και κάμνει τους ακροατάς να επιφωνούν τα λόγια ταύτα: υγιαίνοις! Σωθείης! Ο Θεός να σοι βοηθήση!
Το φρικωδέστερον όμως θέαμα είναι, το να βάλλη τινάς εις το στόμα του, το στόμα ενός τορνευμένου και βρωμερού κέρατος, ή καλαμίου, και ξύλου τρυπημένου, και από εκείνο το λαυρώδες και καπνισμένον ξύλον, να καταρροφά την ταρταρώδη αναθυμίασιν του καπνού, δια μέσου του λάρυγγος του, και εξατμίζοντας αυτήν, να εκβάλλη, ωσάν από αναμμένον καμίνι, καπνόν από το στόμα, και από τους μυκτήρας, καθώς και οι ίπποι του Διομήδους, και οι ταύροι του Ιάσωνος, εξερνούσαν από το στόμα, και την μύτην, καπνόν, και σπινθήρας. Και ημπορεί να ευρεθή κακαοθεστέρα, ή αηδηεστέρα, και βδελυρωτέρα πράξη από αυτήν;
Β) Η μεταχείρησις του καπνού είναι ανοίκειος εις τον υψηλόν χαρακτήρα των Αρχιερέων, και Ιερέων. Διατί ο Αρχιερεύς είναι τύπος Θεού, και Εικών του Ιησού Χριστού όθεν και όλα του τα ήθη πρέπει να είναι Χριστομίμητα, σεμνά και πρόξενα, όχι σκανδάλου, αλλά ωφελείας εις τον λαόν. Ποίαν δε σεμνότητα έχει η άσεμνος μεταχείρησις του βρωμερωτάτου χόρτου; Ή ποίαν ωφέλειαν, μάλλον δε  ποίον σκάνδαλον δεν προξενεί εις τους Χριστιανούς, το να βλέπουν τον Αρχιερέα, και Ιερέα των, να βαστάζη με τους οδόντας του μίαν μακριάν Βέργαν τρυπημένην; Να ανάπτη ένα χοάνηρα εις την άκραν; Να ευγάνη από την μύτην και από το στόμα καπνόν δυσωδέστατον; Και να είναι γεμάτος ο οίκος του, από ένα παχύ και μαύρον σύννεφον  μιάς συγχαμεράς αναθυμιάσεως; Οι Αρχιερείς, και οι Ιερείς, έχουν χρέος να πνέουν ευωδίαν Πνευματικήν από όλας τας αισθήσεις, εις τρόπον όπου να ευωδιάζουν όλους τους πλησιάζοντας εις αυτούς. Τόσον τους Χριστιανούς, όσον και τους εθνικούς, καθώς λέγει ο Παύλος: «ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις» (Β’ Κορινθ. 2:15). Όταν δε αυτό και διά της ρινός, και διά του στόματος ροφώσι, και πίνωσι την δυσωδεστάτην αποφορά του καπνού, την οποία πολλοί μη υποφέροντες, λειποθυμούσι,, πώς έπειτα έχουν να είναι, κατά το επαγγελμάτων, ευωδία, και οσμή ζωής εις τους πλησιάζοντας; Διά τούτον και εις όλον το ευσεβέστατον Βασίλειον της Ρωσσίας, είναι νόμος απαράβατος, το να μη μεταχειρίζονται όλως έμπροσθεν των ανθρώπων καπνόν, όλα τα τάγματα των Ιερωμένων, και Κληρικών, ούτε διά της ρινός, ούτε διά του στόματος, και όποιος τούτο ποιήση, νομίζεται από τους πολλούς, τόσον παράνομος, ωσάν σχεδόν να επόρνευσε2.
Γ) δε και τελευταίον η κακή και υπερβολική μεταχείρησις του καπνού, είναι και εναντία και εις αυτήν ακόμη την υγείαν του σώματος. Διατί πολλοί τους τούτον συνεχώς μεταχειριζομένους, ευρέθησαν μετά θάνατον, έχοντες τα σπλάχνα κεκαυμένα, και τον εγκέφαλον εξηραμένον, και καπνισμένον. Διατί ο εγκέφαλος, συνεχώς αναρροφώντας τον καπνόν, όχι μόνον καταδαπανά τον περιττόν χυμόν, αλλά και τον φυσικόν ακόμη και συστατικόν του. Όθεν δεν είναι τινάς σχεδόν από εκείνους τους ιδίους όπου μεταχειρίζονται συνεχώς το χόρτον τούτο, όπου να μην ομολογή, ότι η χρήσις αυτού είναι περισσότερον μία κακία, παρά χρεία, και να μην καταδικάζει διά τούτο τον εαυτόν του. Αλλά και οι Ηθικοί Φιλόσοφοι όλοι κοινώς κατηγορούσι την συνεχή, και έμπροσθεν εις τους άλλους μεταχείρισιν του καπνού, ως χυδαίαν και αγροίκον.
 Πλήν εάν τινάς, Αρχιερεύς, ή Ιερεύς, θέλει να μεταχειρισθή το χόρτον του καπνού, μόνον και μόνον διά υγείαν του σώματος, (Ιατρικόν γαρ τούτο γίνεται, κατά τους Ιατρούς, εις τους δακρύοντας οφθαλμούς, και εις τας πονεμένας πληγάς, και εις τους πυρετούς) ας το μεταχειρίζεται, είτε διά της ρινός, είτε διά του στόματος. Ουχί όμως έμπροσθεν άλλων, αλλά κατ’ ιδίαν και προς ιατρείαν μόνην, ουχί δε προς ηδονήν και ευχαριστίαν3.


(1) Γαλατείον ωνομάσθη το Βιβλιάριον εκείνο όπου εσύνθεσεν Ιωάννης Δελακάζης ο Φλωρεντίνος φιλόσοφος, το οποίον ονομάσθη ούτο, διατί είναι το αληθινόν γάλα, όπου έχει χρείαν να ποτισθεί κάθε ένας όπου θέλει να έμβει εις την πολιτικήν των ευγενών συναναστροφήν, μικρόν μεν κάτοπτρον των χρηστών ηθών, μέγα δε φραγγέλιον των κακών. Το οποίον εδέχθηκε όλη η Ιταλία με μεγάλους επαίνους και από το οποίον, ωσάν από τον Κανόνα του Πολυκλείτου, εμάνθανον τα χρηστά ήθη όλοι οι ευγενείς και διδάσκαλοι και οι ανατροφείς των Βασιλικών τέκνων. Εκ τούτου νομίζω ότι μετεφράσθη εις το Λατινικόν η καλουμένη Χρηστοήθεια και εκ του Λατινικού πάλιν μετεφράσθη εις το Ελληνικόν.

(2)Αλλά και όλοι οι κατοικούντες την πόλιν Φλωρεντίαν, το άνθος των Ιταλικών Πόλεων, και στην ολίγον διαφέρουσαν κατά την ευγένειαν της Βενετίας, καπνόν διά του στόματος δεν μεταχειρίζονται, ως χυδαίαν και βάρβαρον μεταχείρισιν, καθώς οι εκεί διατρίψαντες διηγούνται.
(3) Ειδέ και προφασισθή τινάς ότι η παγκκόσμιος, και κοινή συνήθεια των πολλών έκαμε την κακήν μεταχείρησιν του καπνού ως αρετήν, αποκρινόμεθα: ότι αυτή η κοινή συνήθεια έκαμε και πολλάς άλλας ομολογουμένας κακίας να νομίζονται ως αρεταί , οποία μάλιστα είναι και η νομιζομένη ως αρετή, ευτραπελία. Αλλά όμως ο ορθός λόγος, και ο του Χριστού νόμος, απελέγχει αυτάς όδεν ήτον, ως κακίας, καν και από την άλογον, και κακήν συνήθειαν δεφενδεύωνται