Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Ο Αγάπιος Λάνδος και την εποχή του.

Ο Αγάπιος μοναχός ο Κρής, ο συγγραφέας της «Αμαρτωλών Σωτηρίας», με το κοσμικό όνομα Αθανάσιος Λάνδος γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, ίσως στην τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα. Για την ζωή του δεν σώζονται πολλές πληροφορίες. Ύστερα από τις σπουδές του στην πατρίδα του και στη Βενετία, έμεινε για αρκετά χρόνια στην Κρήτη (στη Φουρνή και στην Ιεράπετρα), έζησε κοντά στο λαό και γνώρισε τα προβλήματά του. Πριν από το 1617 εργάστηκε στο Ηράκλειο για δύο χρόνια ως γραμματικός  του βενετοκρητικού άρχοντα Ανδρέα Κορνάρου, λόγιου συγγραφέα και ποιητή. Αντέγραφε τα ποιήματά του σε ιταλική και ελληνική γλώσσα. Για τον Κορνάρο μιλά με μεγάλη εκτίμηση στην «Αμαρτωλών Σωτηρία». Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς αποφάσισε ο Λάνδος να εγκαταλείψει τα κοσμικά και να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος παίρνοντας το μοναχικό όνομα Αγάπιος. Αρχικά έμεινε για δύο χρόνια στη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου, αλλά τελικά προτίμησε να μην ενταχθεί σε κοινόβιο, για να μπορεί να έχει ελευθερία κινήσεων. Έτσι αποσύρθηκε σε ιδιωτικό κελλί στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης, όπου επιδόθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Πλούσιο υλικό για τη δουλειά του, του προσέφεραν οι βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους μαζί με άλλα βιβλία δικά του, ελληνικά και ιταλικά.
Αλλά το ανήσυχο πνεύμα του δεν έμεινε ικανοποιημένο. Ήθελε να έλθει κοντά στον λαό και τις ανάγκες του, να γίνει δάσκαλός του, γι αυτό περιόδευσε τα νησιά του Αιγαίου, τη Σύρο, την Άνδρο, τη Σίφνο και άλλα, καθώς και την τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο, γνώρισε από κοντά τα προβλήματα του υπόδουλου ελληνισμού, την υλική φτώχεια, αλλά και τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Τον ίδιο καιρό που η καθολική και η προτεσταντική προπαγάνδα αγωνίζονταν να επιβάλουν τις δικές τους απόψεις, ο ελληνικός κόσμος έμεινε χωρίς διαφώτιση. Έλειπαν οι δάσκαλοι που θα τον κρατούσαν στον δρόμο της ορθοδοξίας, δεν υπήρχαν μορφωμένοι κληρικοί για να φωτίσουν το λαό. Έτσι αποφάσισε να δώσει αυτός ότι έλειπε, βιβλία στο λαό του Θεού, που, γραμμένα με απλό τρόπο και σε απλή γλώσσα, θα τον φώτιζαν και θα τον κρατούσαν στην ορθή πίστη, και στους κληρικούς χρήσιμα βοηθήματα για το έργο τους. Αλλά για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο αυτό δεν ήταν αρκετός ο τρόπος πολλαπλασιασμού των βιβλίων με αντιγραφή, όπως συνηθίζονταν ακόμη στο Άγιον Όρος. Τα αντίτυπα με τη μέθοδο αυτή και μετρημένα ήταν και πανάκριβα. Για τον λόγο αυτόν ταξίδεψε στη Βενετία, όπου υπήρχαν τα περίφημα τυπογραφεία που τύπωναν τα ελληνικά βιβλία σε όλα τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Στα τρία ταξίδια που έκανε τύπωσε περισσότερα από δέκα βιβλία, μερικά και σε δεύτερη έκδοση. Τα έξοδα για το τύπωμα τα αναλάμβανε ο ίδιος. Στους προλόγους των βιβλίων του μιλά για τις ταλαιπωρίες των ταξιδιών του, για τα οικονομικά του προβλήματα και παρακαλεί τους αναγνώστες να διαβάζουν τα βιβλία που με τόσες θυσίες τυπώθηκαν. Τα βιβλία του Λάνδου πουλιόνταν όχι μόνο στη Βενετία, αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, πολλά όμως φαίνεται πως τα χάριζε ο συγγραφέας τους, γι αυτό και στον πρόλογο του «Θηκαρά» (1643) εξορκίζει αυτούς που δεν αγόρασαν το βιβλίο, αλλά το πήραν χάρισμα, να το διαβάζουν κάθε μέρα, γιατί θα δώσουν λόγο την ημέρα της Κρίσεως, που το στερούν από τον ίδιο και από τους άλλους που με χαρά θα το διάβαζαν αν το είχαν. Στο τέλος της «Καλοκαιρινής» (1656) ο μητροπολίτης Φιλαδελφείας, που είχε την έδρα του στη Βενετία, έγραφε αφορισμό για όποιον κλέψει κανένα βιβλίο του Αγαπίου, γιατί «εχρεώθη ο πτωχός 300 γρόσια να το τυπώσει και χρήζουν οι κόποι του άλλα τόσα. Όθεν πρέπει ου μόνον να τον πληρώσετε, αλλά και έλεος να του δώσετε, όπου εκοπίασε τόσον και εβασανίσθη δια την ωφέλεια των ψυχών σας». Ο ίδιος τύπωσε με προσωπική του επιμέλεια τα βιβλία του από το 1641 ως το 1656. Δεν ξέρουμε αν πρόλαβε να δει τα δοκίμια του τελευταίου του βιβλίου, του «Νέου Παραδείσου», που το τύπωμά του τελείωσε στις 28 Σεπτεμβρίου 1664. Ο Αγάπιος Λάνδος πρέπει να είχε πεθάνει πριν από τις 8 Μαρτίου, γιατί στην άδεια για το τύπωμα του βιβλίου που εκδόθηκε με την ημερομηνία αυτή, φαίνεται ότι ο συγγραφέας δεν ζούσε πια. Το 1656 κιόλας έγραφε στον πρόλογο ενός άλλου έργου του, της «Τριαδικής Οκτωήχου», ότι έκανε το τρίτο ταξίδι του στη Βενετία από την ξηρά, γιατί είναι άρρωστος και γέροντας. Το 1663 ωστόσο επιμελήθηκε ο ίδιος τη β’ έκδοση του «Εκλογίου» του.
Εκτός όμως από την γραπτή και την προφορική διδασκαλία, ο Λάνδος φαίνεται ότι στις περιοδείες του ασκούσε και το έργο του πρακτικού γιατρού, όπως ο ίδιος πάλι λέγει σε ένα σημείο του «Γεωπονικού» του. Το «Γεωπονικό» είναι το μόνο μη θρησκευτικό έργο του, όπου εκτός από τις πρακτικές γεωπονικές γνώσεις περιέχονται και στοιχεία πρακτικής ιατρικής.
Η πολύπλευρη αυτή δραστηριότητα, ο μεγάλος αριθμός των βιβλίων του, οι κόποι και οι δαπάνες για το τύπωμά τους, αλλά και η αγάπη που έδειξε ο λαός γι αυτά, αναδεικνύουν τον Αγάπιο Λάνδο έναν από τους μεγάλους δασκάλους του καιρού του. Το συγγραφικό του έργο δεν είναι πάντα πρωτότυπο. Τις πιο πολλές φορές μεταφράζει από παλαιότερα έργα και δίνει σε κατανοητή γλώσσα βιβλία εκκλησιαστικά, αλλά παράλληλα και συνθέτει αντλώντας από διάφορα πρωτότυπα, ενώ άλλοτε εκδίδει λειτουργικά κείμενα και ακολουθίες, για να φέρει το λαό κοντά στην εκκλησία.
 Αυτά είναι τα έργα του Αγαπίου Λάνδου κατά χρονολογική σειρά εκδόσεως :
«Αμαρτωλών Σωτηρία»1641. Μελετά τα αμαρτήματα και την αντιμετώπιση τους, για την θλίψη και την καταφρόνηση του κόσμου, στο δεύτερο μέρος του ασχολείται με την
εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, με τη μέλλουσα Κρίση τον Παράδεισό και την Κόλαση, ενώ το τρίτο μέρος του είναι αφιερωμένο στη διήγηση των θαυμάτων της Παναγίας.
«Παράδεισος» 1641. Περιέχει βίους Αγίων του Μεταφραστού σε απλή γλώσσα.
«Εκλογή» 1642-43. Περιέχει εκλογή από τους ωραιότερους, όπως λέγει, βίους Αγίων του Μεταφραστού σε απλή γλώσσα.
«Γεωπονικόν» 1643. Περιέχει γνώσεις γεωπονικής και πρακτικής ιατρικής.
«Θεοτοκάριον» 1643. Περιέχει επιλογή ύμνων και τροπαρίων για την Θεοτόκο εκκλησιαστικά βιβλία.
«Θηκαράς» 1643. Περιέχει ύμνους και ευχές στην Αγία Τριάδα.
«Ψαλτήριον» 1643. Περιέχει σε απλή γλώσσα την ερμηνεία των ψαλμών που έγραψε ο Θεοδώρητος επίσκοπος Κύπρου.
«Εκλόγιον» 1644. Περιέχει εκλογή από βίους Αγίων του Μεταφραστού, σε απλή γλώσσα.
«Καλοκαιρινή» 1656. Περιέχει επιλογή από βίους Αγίων του καλοκαιριού, 1 Μαρτίου ως τέλος Αυγούστου, σε απλή γλώσσα.
«Τριαδική Οκτώηχος» 1656. Περιέχει κανόνες στη Αγία Τριάδα και στον Χριστό, άλλοτε δικές του συνθέσεις και άλλοτε από παλιούς «διδασκάλους».
Ύστερα από τον θάνατό του εκδόθηκαν:
«Νέος Παράδεισος» 1664. Περιέχει βίους Αγίων του Μεταφραστού σε απλή γλώσσα.
«Κυριακοδρόμιον» 1675. Περιέχει 56 ομιλίες για τα Ευαγγέλια των Κυριακών μεταφρασμένες σε απλή γλώσσα, έργα διαφόρων συγγραφέων.
«Χριστιανών Οδηγία» 1675. Αναπτύσσει τις τρείς μεγάλες αρετές.
Μερικά από τα βιβλία αυτά ξαναεκδόθηκαν πολλές φορές μετά τον θάνατο του Λάνδου.
Τα χρόνια όπου έζησε και έγραψε τα βιβλία του ο Αγάπιος Λάνδος ανήκουν σε μία δύσκολή εποχή της τουρκοκρατίας. Ο υπόδουλος ελληνισμός διακρινόταν σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που βρίσκονταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό και σε εκείνους που ζούσαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, στην Κρήτη και στα Επτάνησα. Ο δεύτερος αυτός ζυγός ήταν ο καλύτερος. Τα ταραγμένα χρόνια των θρησκευτικών διαφορών και των επαναστάσεων είχαν περάσει. Οι Έλληνες ζούσαν συμφιλιωμένοι με τους Βενετούς άρχοντες, οι Βενετοί άφηναν πολλές ελευθερίες στους Έλληνες. Μέσα στην ατμόσφαιρα αυτή της ελευθερίας μπορούσε να αναπτυχθεί πολύ διαφορετικά το πνεύμα των Ελλήνων. Οι εκκλησίες λειτουργούσαν χωρίς περιορισμούς, τα ελληνικά σχολεία είχαν μορφωμένους δασκάλους, το πολιτιστικό πνεύμα από τη Δύση είχε ευεργετικές επιδράσεις στους μορφωμένους και στο λαό. Πολλοί συγγραφείς άφησαν έργα αξιόλογα και θρησκευτικά και κοσμικά. Ο 17ος αιώνας είναι για την Κρήτη μια εποχή πνευματικής ακμής, ως το 1669. Τότε με την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους, σταμάτησε κάθε πνευματική παραγωγή. Τα σχολεία και οι βιβλιοθήκες μεταφέρθηκαν στα Επτάνησα και τη Βενετία. Σε αυτό το κλίμα της ελευθερίας γεννήθηκε, σπούδασε και εργάστηκε στα νεανικά του χρόνια ο Λάνδος.
Ο ελληνισμός της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος ζούσε τον ίδιο αυτό καιρό το μαρτύριο του. Οι πνευματικές προσπάθειες που ξεκινούσαν με πολύν αγώνα δεν έφταναν πάντα στην πραγματοποίηση των σκοπών τους. Έτσι ο λαός συνέχιζε να ζει στο σκοτάδι της αμάθειας παρόλο που λαχταρούσε να ακούσει και να διδαχθεί. Μία αναγεννητική προσπάθεια άρχισε στα χρόνια του πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη (1620-1638). Στον καιρό του ιδρύθηκε το πατριαρχικό τυπογραφείο στην Κωνσταντινούπολη, που δεν μπόρεσε όμως να διατηρηθεί. Με την δική του παρακίνηση έγινε η πρώτη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην ομιλούμενη γλώσσα, που δεν πρόφθασε όμως να τη δει τελειωμένη, γιατί το 1638 πέθανε με μαρτυρικό θάνατο. Την ίδια τύχη είχαν και άλλοι πατριάρχες λίγα χρόνια αργότερα, ο Παρθένιος ο Β’ (1653) και ο Παρθένιος ο Γ’ (1657). Η μετάφραση της Καινής Διαθήκης απαγορεύτηκε μετά τον θάνατο του Λούκαρη.
Στα δύσκολα αυτά χρόνια ο Λάνδος είναι ο μόνος ορθόδοξος συγγραφέας που εκδίδει βιβλία για τον απλό λαό, ενώ άλλοι Έλληνες που ασπάσθηκαν τον καθολικισμό ή τον προτεσταντισμό τύπωναν με ξένα χρήματα προπαγανδιστικά βιβλία για να τα διαθέσουν στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Ο Λάνδος συνδύαζε τη μόρφωση με τη βαθειά θρησκευτικότητα, έβλεπε τη διαφορά των συνθηκών ζωής ανάμεσα στους κρητικούς συμπατριώτες του και στους άλλους Έλληνες, γι αυτό και αφιέρωσε όλες του τις προσπάθειες για τη διαφώτιση του λαού.
Δίκαια λοιπόν παίρνει τον τίτλο του δασκάλου, που δίδαξε με τα βιβλία του γενιές ολόκληρες Ελλήνων στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, τότε που η πίστη του Χριστού ήταν η μόνη δύναμη που στήριζε τις ψυχές.

                               Του Ε.Δ.Κ. από το βιβλίο «Αμαρτωλών Σωτηρία» των εκδόσεων Β. Ρηγόπουλου

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Από πού προέρχεται η σημερινή κρίση;

Το κείμενο εγράφη πριν ογδόντα σχεδόν χρόνια! Τότε που η Αμερική και ο κόσμος όλος συγκλονιζόταν από το οικονομικό κραχ του 1929. Το κείμενο του Σέρβου τότε Ιεράρχου, Μητροπολίτου Αχρίδος, του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς είναι σαν να εγράφη σήμερα.

Με ρωτάς, άνθρωπε του Θεού, από που προέρχεται η σημερινή κρίση, και τι σημαίνει αυτή. Ποιος είμαι εγώ για να με ρωτάς για ένα τόσο μεγάλο μυστικό; «Μίλα, όταν έχεις κάτι καλύτερο από τη σιωπή», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Όμως παρόλο που θεωρώ, ότι η σιωπή είναι τώρα καλύτερη από κάθε ομιλία, και όμως λόγω αγάπης προς εσένα, θα σου εκθέσω εκείνα που σκέπτομαι περί αυτού που ρώτησες.
Η κρίση είναι ελληνική λέξη, και σημαίνει δίκη. Στην Αγία Γραφή αυτή η λέξη χρησιμοποιείται πολλές φορές. Έτσι ο ψαλμωδός λέει: «δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει» (Ψαλμ. 1, 5). Σε άλλο μέρος πάλι λέει: «έλεος και κρίσιν άσομαί σοι, Κύριε» (Ψαλμ. 100, 1). Ο σοφός Σολομώντας γράφει, ότι «παρά δε Κυρίου πάντα τα δίκαια». (Παρ. Σολ. 16, 33). Ο ίδιος ο Σωτήρας είπε, «αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιώ» (Ιωάν. 5, 22), ενώ λίγο πιο κάτω λέγει πάλι «νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου» (Ιωάν. 12, 31). Ο απόστολος Πέτρος γράφει «ότι ο καιρός τού άρξασθαι το κρίμα από του οίκου του Θεού» (Α' Πετρ. 4, 17).
Αντικατάστησε τη λέξη «κρίση» με τη λέξη «δίκη» και διάβασε: «Δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν δίκη» ή «αλλά την δίκην πάσαν δέδωκε τω υιώ» ή «νυν δίκη εστί του κόσμου τούτου» ή ότι «αποδώσουσι λόγον τω ετοίμως έχοντι δικάσαι ζώντας και νεκρούς».
Έως τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιούσαν την λέξη «δίκη», αντί για τη λέξη «κρίση», όποτε και να τους έβρισκε κάποια συμφορά. Τώρα η καινούργια λέξη αντικατέστησε την παλιά, και το κατανοητό έγινε ακατανόητο. Όταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος ή έπεφτε επιδημία, όταν έριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί και άλλες συμφορές, λέγανε «Θεία δίκη!».
Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξηρασίες, κρίση μέσα από πλημμύρες, μέσα από πολέμους, μέσα από επιδημίες κ.λπ. Και τη σημερινή χρηματοοικονομική δυσκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη, όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση. Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη «δίκη», ήταν γνωστή και η αιτία, λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία, ήταν γνωστός και ο Δικαστής, ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία, ήταν γνωστός και ο σκοπός τής επιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποιήθηκε η λέξη «κρίση», λέξη ακαταλαβίστικη σε όλους, κανείς δεν ξέρει πια να εξηγήσει ούτε για ποιο λόγο, ούτε από Ποιόν, ούτε ως προς τι. Μόνο σ' αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρχονται από την ξηρασία ή την πλημμύρα ή τον πόλεμο ή την επιδημία ή τους πνιγμούς ή κάποιους άλλους πειρασμούς.
Με ρωτάς για την αιτία τής τωρινής κρίσης, ή της τωρινής Θείας δίκης! Η αιτία είναι πάντα η ίδια. Η αιτία για τις ξηρασίες, τις πλημμύρες, τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων είναι η αιτία και για την τωρινή κρίση. Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό. Με την αμαρτία της Θεοαποστασίας οι άνθρωποι προκάλεσαν αυτή την κρίση, και ο Θεός την επέτρεψε, ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να τους κάνει ενσυνείδητους, πνευματικούς και να τους γυρίσει προς Εκείνον. Στις μοντέρνες αμαρτίες—μοντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρησιμοποίησε μοντέρνα μέσα ώστε να το συνειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημάτων. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλλαγές σ' όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στο ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια τής υλικής σιγουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προσκυνήσουμε τον ύψιστο Θεό, τον ζωντανό Θεό.
Μέχρι πότε θα διαρκέσει η κρίση; Όσο το πνεύμα των ανθρώπων παραμείνει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο. Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν, την ακαταλαβίστικη λέξη «κρίση», να τη μεταφράσουν στη γλώσσα τους, ώστε με αναστεναγμό και μετάνοια να φωνάξουν: «η Θεία δίκη»!

Πες και εσύ, τίμιε πατέρα, η Θεία δίκη, αντί η κρίση, και όλα θα σου γίνουν ξεκάθαρα.

Χαιρετισμούς και ειρήνη


(Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται...», Ιεραποστολικές επιστολές Α', εκδ. «Εν πλω», Αθήνα 2008, σσ. 33-36. Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι: «Στον παπα-Κάραν για την κρίση τού κόσμου»)

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Το ασκητικό Μοναστήρι


Από το βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Άγιον Όρος»

(το ταξίδι στο Άγιον Όρος έγινε από τον συγγραφέα το 1923)

Φτάσαμε στο μοναστήρι το μεσημέρι. Ο αρχοντάρης  κατέβασε τα φρύδια του και ανοίγοντας μια πόρτα μας έδειξε ένα δωμάτιο με τέσσερα καταλερωμένα κρεβάτια. Ήταν ο ξενώνας.
Μπαίνοντας κοιτάξαμε την παρηγοριά του φυλακισμένου: το παράθυρο. Ήταν ένα και μοναδικό. Αν έβλεπε σε κανένα καλό τοπίο! Θα ήταν η ελευθερία! Για τη δυστυχία μας το παράθυρο έβλεπε σε μιάν απότομη ρεματιά, σε μια χούνη γεμάτη από μια πληκτική δασοφυτεία για ξύλα και για φρύγανα, μέσα στην οποία δεν ξεχώριζες ένα σχήμα, έναν κορμό. Ώστε το μάτι δεν είχε να ελπίζει τίποτα. Το τοπίο ήταν από κείνα που η φύσις έκαμε απάνω στην πλήξη και στην κακία της. Κάτι ήξεραν οι καλόγεροι που το διάλεξαν.
Κατά το μεσημέρι μπήκε μέσα ένας μεγάλος δίσκος, γεμάτος μεγαλοπρέπεια.– έχει κάτι τέτοια λούσα η ξεροφαγία! Τίποτα δεν τρωγόταν από τα φαγώσιμα που με θαυμάσια τάξη είχε τοποθετήσει ο αρχοντάρης μέσα στον δίσκο. Ο πρώτος από τους δύο που τα δοκίμασε σήκωσε το χέρι του κι έκαμε στον άλλο μεγάλο σινιάλο κινδύνου, που εσήμαινε : «Πυρκαϊά!» Τέτοιο ήταν και το δείπνο, τέτοιο και το γεύμα της άλλης ημέρας. Τα όσπρια και τα αμυλώδη έκαιγαν από το πιπέρι, αχάλαστη μάρκα του μοναστηριού.
Τα πράγματα έγιναν χειρότερα, επειδή ο γαλήνιος καιρός αγρίεψεν ξαφνικά και σηκώθηκε ένας αέρας μανιασμένος από κείνους που φυσούν συχνά στον Άθω. Κοιτάζομε από το παράθυρο της φυλακής μας και βλέπομε την τεράστια ρεματιά ανάστατη. Τα πηχτά της φυλλώματα στριφογύριζαν σε αγωνιώδη χορό με ον άνεμο και, για να θυμηθώ τη φράση κάποιου συγγραφέα, τα κλαριά τινάζονταν σα μικροί σκύλοι που θέλουν να γλυτώσουν από την αλυσίδα. Καταχνιά κατέβαινε στο βουνό. Κάποιος αγωγιάτης μας είπε πως ο αγέρας αυτός, όταν έρχεται, μπορεί να πάψει σε λίγες ώρες ή να κρατήσει και δυό βδομάδες. Αν γινόταν λοιπόν το δεύτερο, θα έπρεπε να φάμε όλο το πιπέρι του μοναστηριού. Αρχίζαμε να βηματίζομε στο χαγιάτι σαν τα κλεισμένα θηρία. Μια παρηγοριά μόνο έφεγγε στην απελπισίαν αυτή. Η ελπίδα πως κάποτε θα φύγομε. Μα θα φύγομε; Η καταχνιά που όλο κατέβαινε, ο αέρας που τάραζε τη χούνη, μας έλεγε πως η στιγμή αυτή αργεί. Η σιωπή ήταν απόλυτη. Κανένας μας δεν μιλούσε. Αν ακουγόταν κανένα βήμα καλόγερου στη σκάλα, έσβηνε αμέσως. Ο καλόγερος που κρατούσε το κλειδί της βιβλιοθήκης ήταν άφαντος. Ο γέρος ηγούμενος δεν έβλεπε ανθρώπους. Κανένας καλόγερος δεν είχε την περιέργεια να μας μιλήσει, ούτε ίσως και να μας κοιτάξει. Οι θαυμάσιοι αυτοί φιλόσοφοι ήταν αποσυρμένοι στα κελλιά τους. Η πλάνη πως ένας καλόγερος πλήττει μέσα στο κελλί του, πλάνη και δική μας και όλου του κόσμου, διαλύθηκε αμέσως. Μόνο εμείς οι ξένοι είχαμε γεμίσει ανία— την ανία τη δική μας, που την πήγαμε και στο μοναστήρι τους. Αυτοί ήταν πολύ καλά. Στα κατάβαθα της σιωπής, στο άπειρο της μοναξιάς τους, στη φοβερή επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, είχαν βρεί την ευτυχία. Η περιφρόνηση κι η άγνοια στην οποία μας είχαν βυθίσεί ήταν η χειροπιαστή απόδειξη αυτής της ευτυχίας. Κανένας δεν την άλλαξε μια στιγμή για να μας κοιτάξει. Ποτέ δεν είδαμε σε τέτοιο μεγαλείο τη δύναμη της Ανατολής, την απεριέργεια! Κατεβήκαμε κάποτε στο μαγερειό μήπως μας μιλήσει κανένας— θα ήταν πολύτιμη έστω και μια λέξη του Γρηγόρη του παραμάγερα. Πλάνη! Ο Γρηγόρης σιωπούσε σα φορτωμένος από μεγάλες ιδέες, καθώς ξεφλούδιζε κρεμμύδια. Ο αρχοντάρης πηγαινοερχόταν αμίλητος επίσης γύρω στο τζάκι, ενώ στην καλογερική μορφή του ζωγραφιζόταν θεία οργή για τους ενοχλητικούς ξένους. Οι δυό - τρείς λέξεις που καταδέχτηκε να πεί έπεσαν από το στόμα του σαν ελεημοσύνη από πλούσιο φιλάργυρο. Ένας αγωγιάτης καθόταν σταυροπόδι απάνω στο μιντέρι και κοίταζε το τζάκι. Εξαιρετικό θέαμα! Μόνο στα μοναστήρια φτιάνουν τέτοια φωτιά. Την κοιτάζαμε σαν μια περίφημη δύση. Και θα την κοιτάζαμε ώρα πολλή, αν η θυμωμένη σιωπή του αρχοντάρη δε μας ειδοποιούσε πως τα αισθητικά θεάματα στο μοναστήρι είναι πολυτέλεια. Μια στιγμή ήρθε σ’ έναν από μας η ιδέα να κατεβούμε στην αυλή: «Μακριά! φώναξεν ο άλλος. Θα ξαναϊδούμε τη Δευτέρα Παρουσία!» Κι αλήθεια. Η αυλή δεν είναι παρά στενός ανοιχτός χώρος κι η μόνη μας αναψυχή εκεί θα ήταν να περπατούμε στους νάρθηκες του ναού, να βλέπομε ζωγραφισμένη τη φωτιά, το κατράμι που καταπίνει τους αμαρτωλούς, το ζύγισμα των ψυχών και τα θηρία. Έτσι βρήκαμε και μείς τη δική μας ευτυχία: να δρασκελίζομε διαρκώς ένα κλεισμένο χαγιάτι. Εδώ νοιώσαμε τι μεγάλη ευτυχία είναι τα βήματα. .. Η ανακάλυψη του καταδίκου! Η ευτυχία του φρουρού! Αν δεν υπήρχε το χαγιάτι, ώστε να γίνεται κι αυτό; Βηματίζαμε με μεγάλες δρασκελιές, τρώγοντας το διάστημα όπως ο πεινασμένος καταπίνει σε μεγάλες φέτες το ψωμί που θα του τύχει. Από τ’ ανοιχτά παράθυρα της εκκλησίας έρχονταν τα διαβάσματα κι οι ψαλμοί.
Τέτοια ήταν η ζωή μας, όταν την άλλη μέρα βρήκαμε τέλος κι ένα θέαμα —  είδαμε το κοινόβιο να τρώγει. Η μελαγχολική αυτή σκηνή γινόταν κατά τις έξι το απόγευμα στην Τράπεζα, στη μεγάλη αίθουσα των μοναστηριών με τα μαρμάρινα τραπέζια, στους τοίχους της οποίας ξετυλίγονται και πάλι οι ζωγραφιές της Δευτέρας Παρουσίας. Μέσα σε παραστάσεις της θείας ετυμηγορίας, σε σκηνές φοβέρας, σ’ ένα ατελείωτο dies irae, σκυμμένοι οι καλόγεροι έτρωγαν τον ταραμά και την φακή τους. Όρθιος μπροστά στο αναλόγιο ο αναγνώστης καλόγερος διάβαζε μεγαλόφωνα τις Ομιλίες ενός αγίου σύμφωνα με τα καθιερωμένα των μοναστηριών, για να χάσει το ταπεινό εκείνο φαγητό κάθε υλική ηδονή. Βυθισμένος σε μιά γωνιά έτρωγεν ο γέρος ηγούμενος, αυστηρή ασκητική μορφή, την οποίαν έκαναν αγριότερη τα γηρατειά. Θα ήταν ογδόντα χρονών. Στο τέλος του φαγητού άπλωσε το χέρι του και πάτησε κάποιο κουδούνι. Αμέσως οι καλόγεροι, με μία κίνηση απότομη και μηχανική, αποκτημένη από χρόνια, βρέθηκαν ορθοί, παρατεταγμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο σε δύο σειρές και ακίνητοι. Ήταν όλο αυτό σαν μετάνοια που έφαγαν. Με την απότομην ορθοστασία ήρθαν στον εαυτό τους. Το αμάρτημα πως έφαγαν λίγο ταραμά έπρεπε να τελειώσει με μια τιμωρία, με το ρυθμό. Δεν ξέρω ποια κρύα πνοή μας άγγιξε όταν πέρασε μπροστά μας η μαύρη στρατιά των ράσων, προχωρώντας ρυθμικά για να ξετυλιχτεί έξω στην αυλή. Ο γέρος ηγούμενος με την τυραννισμένη και αγριωπή μορφή του στάθηκεν έξω ακίνητος, σήκωσε το χέρι του και ευλόγησε τη μαύρη παράταξη που πέρασε μπροστά του. Έπειτα, κατά την αυστηρή διατύπωση του τυπικού, δύο καλόγεροι, οι δύο μάγειροι, έπεσαν στα πόδια του και τον προσκύνησαν, δείγμα πως ζητούν τη συγχώρησή του για τα λάθη της μαγειρικής τους. Αυτό το θέαμα ήταν η μόνη μας ανταμοιβή.
Και τώρα; Δεν έχομε ελπίδα για τίποτε άλλο. Ξαναγυρίσαμε στη φυλακή μας. Ξαναείδαμε απ’ το παράθυρο τη δασοφυτεία της χούνης και την ομίχλη που κατέβαινε. Ξαναβηματήσαμε… Ά! αν μπορούσαμε να φύγομε! Αν έπαυε ο άνεμος! Αν βρίσκαμε βάρκα! Αφού είδαμε στον ύπνο μας πλοία, σκάλες, σκοινιά, δραπετεύσεις από παράθυρα, πετάγματα στον αέρα και άλλες τέτοιες ακροβασίες, ξημέρωσε και μια μέρα που ο άνεμος ησύχασε και μας είπαν πως θα φύγει η βενζινοκίνητη βάρκα του μοναστηριού. Με τρομερή ταχύτητα κλείσαμε τις βαλίτζες μας και κατεβήκαμε. Ο αρχοντάρης, βλέποντας πως οι ξένοι του ξεκουμπίζονται, έμεινε —θαύμα!— γελαστός, κι όταν του αφήσαμε στο χέρι κάποιο πενηντάρικο, ως αμοιβή για όσες στερήσεις δεν πρόφθασε να μας επιβάλει, έκαμε το μεγαλοπρεπέστερο που είχε να κάμει: το πήρε. Τη συνέχεια του έργου του την εμπιστεύτηκε στη βροχή που άρχισε να πέφτει. Πηδήσαμε στη βάρκα. Ήταν καλοκαμωμένη, στερεή, σαν αυτές του Όρους, που έχουν να παλέψουν με κακή θάλασσα καινουργοβαμμένη, και στο μοτέρ της στεκόταν ο όρθιος ο νέος δόκιμος Ευλόγιος, ο μηχανικός της, ξυπόλητος και έτοιμος… Μαζί μας μπαίνει γηραιότατος καλόγερος που πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη με αποστολή της μονής. Βρέχει… Είμαστε κι οι τρείς τυλιγμένοι με καραβόπανο και με μπατανίες για να γλυτώσουμε το νερό. Φεύγομε. Βρέχει. Άγριοι βράχοι, κορακοφωλιές, μετέωρες πέτρες κρέμονται πάνω απ’ το κεφάλι μας, καθώς περνούμε, χαράδρες ανοίγουν στο βάθος και πάλι κλείνουν, κι άλλοι βράχοι σηκώνονται από πάνω μας, τιτανικές οικοδομές και περίπλοκοι κάβοι που σήκωσε η φύση για ποιο σκοπό τάχα; Για σωτηρία των ψυχών; Για τσάκισμα των πλεόντων; Το δεύτερο αρχίζει να γίνεται πιθανό. Η βάρκα μας έξαφνα μένει ακίνητη. Ο μοτέρ σταμάτησε. Ο Ευλόγιος αγωνίζεται να τον κινήσει. Βρέχει… Πέλαγος έρημο αριστερά μας, δεξιά μας οι κάβοι. Ένα σπρώξιμο των κυμάτων αρκεί να γίνομε όλοι κομμάτια. Ξαναμπαίνει ο μοτέρ σ’ ενέργεια. Φεύγομε. Και πάλι σταμάτησε. Περιμένομε. Η βροχή μας μαστιγώνει. Στο τέλος, ο Ευλόγιος κατορθώνει να βάλει το μοτέρ μία και καλή μπροστά. Αυτή τη φορά φεύγομε δίχως επεισόδια, και κάτω από νεροποντή φτάνομε στη Δάφνη.
Το μικρό χάνι της Δάφνης, με τους αγωγιάτες, τους βαστάζους, τους καλογέρους του, μας φάνηκεν αυτή τη στιγμή ξενοδοχείο της Κυανής Ακτής. Όταν διηγηθήκαμε τη μελαγχολική μας περιπέτεια, μας ρώτησαν:
- Μήπως ήταν η μονή του Διονυσίου; 
- Αυτή ήταν.
- Επέσατε στο ασκητικότερο κοινόβιο! Αν επήγατε για να καλοπεράσετε, αυτό ήταν απερισκεψία. Αν επήγατε για μελέτη του Όρους, ευρήκατε αυτό που σας χρειάζεται. Το κοινόβιον είναι η άγρια μορφή του μοναχισμού και η μονή του Διονυσίου ο τύπος του βλοσυρού κοινοβίου. Μοναχική ζωή θα πεί αποφυγή του κόσμου. Η άμυνα του καλογέρου εναντίον της ιδέας της κοινωνίας, την οποίαν έρχεται ο ξένος να του θυμίσει, είναι αυτά που βρήκατε: το πιπέρι, το λερωμένο σεντόνι και η σιωπή.



Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

ΨΑΛΜΟΣ ΡΒ΄ (102)


Σε απόδοση από τον Φώτη Κόντογλου

Δόξαζε, ψυχή μου, τον  Κύριο,
κι όλα τα σπλάχνα μου τ’ όνομά του τ’ άγιο·
δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο,
και μη ξεχνάς όλα τα αγαθά που σου έδωσε·
κείνον που σχωρνά όλες τις αμαρτίες σου,
κείνον που γιατρεύει όλες τις αρρώστειες σου,
κείνον που γλυτώνει απ΄ το χαμό τη ζωή σου,
κείνον που σε σπλαχνίζεται και σε πονά,
κείνον που γιομίζει με αγαθά την επιθυμία σου,
θέλει να ξαναγεννηθεί η νιότη σου όπως του αϊτού·
ο Κύριος ελεεί του δίκιους, και προστατεύει τους αδικημένους.
Φανέρωσε το δρόμο του στο Μωϋσή,
στα παιδιά του Ισραήλ τα θελήματά του·
ο Κύριος είναι ψυχόπονος και σπλαχνικός,
μακρόθυμος και πολυέλεος,
δεν θα θυμώσει ως το τέλος, μήτε θα οργιστεί ποτές·
δε μας παίδεψε κατά τα έργα μας,
μήτε κατά τις αμαρτίες μας μας πλήρωσε·
γιατί, όσο είναι το ύψος του ουρανού από τη γής,
έτσι απέραντη είναι η σπλαχνιά του για κείνους πόχουν το φόβο του·
όσο απέχει η ανατολή του ήλιου από το βασίλεμα,
τόσο ξεμάκρυνε από τις αμαρτίες μας·
όπως σπλαχνίζεται ο πατέρας τους γυιούς του,
σπλαχνίστηκε ο Κύριος κείνους πόχου το φόβο του,
γιατί ξέρει το τίποτα μας,
θυμήθηκε πως είμαστε χώμα και γής.
Ο άνθρωπος, σαν το χορτάρι είναι οι μέρες του·
σαν το λουλούδι του αγρού, έτσι θάν ανθίσει·
γιατί πέρασε από μέσα του πνοή και θα σβήσει,
και δεν θα ξέρει πια τον τόπο που ΄χε σταθεί·
μα το έλεος του Κυρίου από τον αιώνα και έως τον αιώνα απάνου σ’ όσους έχουνε το φόβο του·
και η δικαιοσύνη του απάνου σ’ εγγόνια εγγονών·
απάνου σ’ όσους φυλάνε τη διαθήκη του,
και σ’ όσους θυμούνται και κάνουν τις παραγγελιές του.
Ο Κύριος ετοίμασε στον ουρανό το θρόνο του,
κι η βασιλεία του απλώνει απάνου σ’ όλα τα πάντα.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλοι οι αγγέλοι του,
δυνατοί είναι εκείνοι που ακούν και κάνουν το θέλημα του.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλα τα φουσάτα του,
λειτουργοί είναι εκείνοι που κάνουνε τα θελήματά του.
Δοξολογάτε τον Κύριο όλα τα έργα του
σε κάθε τόπο που ΄ναι κείνος βασιλιάς.
Δόξαζε ψυχή μου τον Κύριο.