Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Το ατύχημα



Μνήμη Μάνου Σ.

Τα δειλινά της Κυριακής πάντα με διακατέχει μια μελαγχολική διάθεση. Αυτό συμβαίνει ακόμη και τις ημέρες των εορτών, αλλά και τις ημέρες που είμαι σε άδεια από την εργασία μου. Προσπάθησα αρκετές φορές στο παρελθόν να το ερμηνεύσω, αλλά η μόνη εξήγηση που έβρισκα ήταν σε αυτές τις σύγχρονες επιστημονικές απόψεις περί συναισθηματικής καταγραφής στα γονίδια ή περί αρχέγονης αποτύπωσης σε εγκεφαλικές λειτουργίες, ως προς την ταύτιση της δουλειάς με τη δουλεία. Αυτή όμως την Κυριακή, λίγο πριν την εορτή των Χριστουγέννων, υπήρχε σοβαρός λόγος για να μην είμαι ευδιάθετος. 
Πριν από λίγη ώρα, κατά το μούχρωμα (που θα έλεγε και ο ποιητής), άνοιξα το κινητό μου τηλέφωνο. Είχα συνήθειο παλαιό να το κλείνω από το βράδυ της Παρασκευής και να το ξανανοίγω το βράδυ της Κυριακής. Συνήθειο που μου είχε μείνει από την εποχή που απασχολούμουν ως ελεύθερος επαγγελματίας με τα λογιστικά, και η αξιότιμος πελατεία μου είχε σοβαρούς, κατ’ αυτήν, λόγους για να μου τηλεφωνεί ότι ώρα έκρινε σωστό να με ρωτήσει πολύ σημαντικά πράγματα, όπως το πότε θα υποβληθούν οι φορολογικές δηλώσεις ή το γιατί ο κουμπάρος ή ο μπατζανάκης του καθενός ενώ είχε τα ίδια με αυτόν εισοδήματα, πλήρωνε λιγότερο φόρο ενώ αυτός πλήρωνε περισσότερο και άλλα πολλά τέτοια σημαίνοντα, τα οποία δεν έπαιρναν αναβολή απαντήσεως.
Ανοίγοντας λοιπόν το κινητό, βρήκα εννέα αναπάντητες κλήσεις, έξι από το φίλο μου Μαρίνο και τρείς από τον άλλο φίλο μου Γιώργο. Λόγω του ότι το μυαλό μου πάντα πάει στο κακό για να έχω μετά αυξημένο συναίσθημα χαράς όταν δεν έχει συμβεί κάτι κακό, υπέθεσα ότι πάλι κάτι άσχημο θα έχει γίνει, και συνδυάζοντας αυτούς τους δύο φίλους που η σχέση μεταξύ τους είναι πολύ απόμακρη, και σκεπτόμενος ποιους κοινούς γνωστούς μπορεί να έχουν αυτοί οι δύο, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κάτι δυσάρεστο έχει συμβεί στο Μάνο ή στο Θανάση.
Το επόμενο τηλεφώνημα που έγινε ευθύς αμέσως και ενώ σκεπτόμουν αυτά, ήταν από το Μαρίνο και επιβεβαίωνε κατά το ήμισυ τις σκέψεις μου.
- Έφυγε ο Μάνος!
- Τι λες! Πώς έγινε αυτό;
- Εχθές το απόγευμα, δεν αισθάνθηκε καλά, και μέχρι να τον πάνε στο νοσοκομείο είχε τελειώσει.
- Και πότε θα γίνει η κηδεία;
- Δεν ξέρω, γιατί πρέπει να γίνει πρώτα η νεκροψία, αλλά μάλλον την παραμονή των Χριστουγέννων.
- Μάλιστα. Ωραία Χριστούγεννα…
Με το Μάνο είχαμε παλαιά φιλία από τα σχολικά μας χρόνια. Φιλία η οποία κράτησε και αργότερα μετά το πέρας των γυμνασιακών μας σπουδών και ήδη αριθμούσε περί την τριανταπενταετία. Το γεγονός του θανάτου του, μου έκανε εντύπωση, αλλά λόγω του ότι συναισθηματικά λειτουργώ ετεροχρονισμένα, όπως θα έλεγαν την πάλαι ποτέ ένδοξη ελληνική σοσιαλιστική περίοδο ή με χρονοκαθυστέρηση, όπως λένε σήμερα, άρχισα πρώτα να ανακαλώ τις μνήμες από το παρελθόν.
Κατά το περασμένο έτος ο μακαρίτης πλέον Μάνος είχε ένα σοβαρό ατύχημα με τη μοτοσυκλέτα του. Έχασε τον έλεγχο και χτύπησε άσχημα, χωρίς ποτέ να θυμηθεί για ποιό λόγο είχε συμβεί αυτό. Το αποτέλεσμα ήταν να μείνει περί τον ένα μήνα στην εντατική του νοσοκομείου, με τους γιατρούς αρχικά να είναι πολύ φειδωλοί στις εκτιμήσεις τους και να μας προετοιμάζουν έμμεσα για το μοιραίο. Τα κατάφερε όμως, αν και με αρκετές λάμες στο σώμα του και αρκετούς μήνες με φυσιοθεραπείες και αποχή από τη δουλειά, να επανέλθει σχεδόν στην προτεραία κατάσταση. Και τώρα -μετά από τόσο κόπο και ταλαιπωρία- να συμβεί αυτό το ξαφνικό από το οποίο επάνοδος δεν υπάρχει…
Εν όσο αναπολούσα αυτά τα γεγονότα, το τηλέφωνο ξαναχτύπησε και ήταν ο άλλος φίλος μου ο Γιώργος.
-Τα έμαθες;
-Ναι μου τα είπε ο Μαρίνος.
-Σου είπε και το άλλο;
-Ποιο;
-Ο πατέρας του αυτοκτόνησε πριν λίγο.
-Ο πατέρας του Μάνου;
-Ναι! Τίναξε τα μυαλά του με το πιστόλι, δεν άντεξε…
- Και μη χειρότερα…
Το ένα μετά το άλλο! Ο ετεροχρονισμός συνέχιζε να παραμένει ενεργός προστατεύοντάς με από τη συναισθηματική φόρτιση. Ο γέρος ήταν ογδοντακοντούτης και βάλε. Αρχοντάνθρωπος, πρώην στρατιωτικός που χρημάτισε και υπάλληλος τραπέζης, χήρος σχεδόν από δεκαετίας. Ζούσε σε ένα παλαιικό διαμέρισμα γεμάτο βαριά έπιπλα, γυαλικά, βιβλιοθήκες και μια μικρή συλλογή από όπλα, που έμελλε να είναι και το τελευταίο πράγμα που αντίκρυσε στο μάταιο τούτο κόσμο.
Το μούχρωμα είχε πια χαθεί και με τύλιξε η νύχτα. Οι επόμενες δύο ημέρες πέρασαν με αναμνήσεις από τα γυμνασιακά μας χρόνια, τα αστεία της νιότης, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και τους καυγάδες, αλλά και τηλεφωνήματα με παλαιούς φίλους που τώρα μπροστά στο θάνατο θυμήθηκαν τη θνητότητά τους και αποφάσισαν να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλο, γιατί «δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει».
Η κηδεία και των δύο, πατέρα και γιού, ορίστηκε πράγματι για την παραμονή των Χριστουγέννων. Νεκρώσιμη ακολουθία θα τελούσαν και για τον πατέρα, ερμηνεύοντας προφανώς ο οικείος επίσκοπος κατ’ οικονομίαν τους ιερούς κανόνες ή ίσως έχοντας στο χέρι έγγραφο, με διαβεβαίωση ψυχιάτρου ότι ο γέρος δεν είχε σώας τας φρένας.
Πήγα να ζητήσω άδεια με σφιγμένη καρδιά από το διευθυντή που ήταν και ιδιοκτήτης της εταιρείας που δούλευα. Σφιγμένη καρδιά όχι μόνο για τη μνήμη θανάτου, αλλά και για το πώς θα ζητήσω άδεια, καθότι ο κυρ Νίκος, όταν άκουγε αυτή τη λέξη, η μορφή του έπαιρνε μια ερυθρωπή απόχρωση σαν τις ζωγραφιές του Πανσέληνου στο Πρωτάτο, αλλά σε πιο χτυπητό τόνο. Το γραφείο του ήταν γεμάτο από εικόνες. Παντού όλοι οι τοίχοι καλυμμένοι, αλλά και τα έπιπλα, με την πρωτιά να έχει ο προστάτης των θαλασσινών, τον οποίο και χάριζε στους πελάτες κάθε χρόνο και σε κάθε συνάντηση, με κάθε μορφή απεικόνισης, χάρτινη, ξύλινη ή ανάγλυφη. Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες των Αγίων είχε και τη φωτογραφία της συμπεθέρας του. Μόνον αυτή· καμία άλλη· το γιατί ποτέ δεν το έμαθα και ούτε και τόλμησα ποτέ να το ρωτήσω.
-Θα λείψω αύριο, πρέπει να πάω σε δυο κηδείες.
-Τι έγινε;
Του εξιστόρησα τα γεγονότα, χωρίς πολλές λεπτομέρειες για να αποδεσμευτώ όσο μπορούσα γρηγορότερα από την εμπόλεμη ζώνη. Έκανε το σταυρό του και μου απάντησε:
-Τα επιτόκια όμως των δανείων είναι οκτώ τοις εκατό.
-Πάντα με τόσο επιτόκιο δανειζόμαστε.
-Όχι εγώ δεν το ήξερα αυτό.
-Όσα χρόνια είμαι εδώ με αυτό το επιτόκιο δανείζεστε.
-Όχι!!! Το λογιστήριο είναι υπεύθυνο και εσείς φταίτε που δεν έχω λεφτά να αγοράσω ένα καρφί. Δεν έχω συνεργάτες, δεν ενδιαφέρεστε για την εταιρεία.
Έσκυψα το κεφάλι και αποχώρησα θεωρώντας ότι δεν άκουσε τι του είπα, αλλά και θεωρώντας πάλι ότι μου έδωσε την άδεια να λείψω.
Την επόμενη μαζί με το φίλο μου Γιώργο και συγκινησιακά φορτισμένοι ανηφορίσαμε σιωπηλοί προς το νεκροταφείο στις παρυφές του Υμηττού. Καθίσαμε έξω από το σπιτάκι, σχεδόν απέναντι από την εκκλησία, όπου ήταν ο χώρος αναμονής των τεθνεώτων. Ένα ετερόκλητο ενδυματολογικά πλήθος ήταν εκεί από τους παλαιούς φίλους και συμμαθητές, στο μεταίχμιο της νιότης και της ωριμότητας. Οι περισσότεροι είχαν χαρούμενη διάθεση, μια χαρμολύπη θα έλεγες, με την χαρά να κυριαρχεί που συναντούσαν πάλι παλαιούς γνωστούς και φίλους και αν δεν ήταν ο χώρος του νεκροταφείου, θα νόμιζες ότι βρισκόσουν σε κάποιο από αυτά τα λεγόμενα «κτήματα» που πριν την οικονομική κρίση ο καθείς που σεβόταν τον εαυτό του έπρεπε να κάνει εκεί το γάμο του.
Σε λίγο η καμπάνα χτύπησε πένθιμα και οι υπάλληλοι του γραφείου τελετών σηκώνοντας τα δύο φέρετρα κατευθύνθηκαν προς το ναό. Η νεκρώσιμος ακολουθία ξεκίνησε, ο Άμωμος…, μετά των Αγίων ανάπαυσον…, πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα…, δεύτε τελευταίον ασπασμόν…, και η πομπή αναχώρησε για τον τάφο. Ακολούθησα μαζί με το φίλο μου την πορεία με τα δύο φέρετρα να προπορεύονται για την τελευταία κατοικία, εν αναμονή αναστάσεως σωμάτων και φρικτής Κρίσεως. Οι παρευρισκόμενοι στο νεκροταφείο, κυρίως μεσήλικες και ηλικιωμένες γυναίκες που ήταν στους παρακείμενους τάφους έστεκαν εκστατικές και έκαναν το σταυρό τους βλέποντας, το όχι και τόσο συνηθισμένο θέαμα με τα δύο φέρετρα να ηγούνται. Ρίξαμε το χώμα και τα λουλούδια που μας έδωσε ο υπάλληλος του γραφείου τελετών στους τάφους και σκουπίσαμε τα χέρια μας με το αρωματικό μαντηλάκι που πάλι ο ίδιος υπάλληλος μας έδωσε. Ασπαστήκαμε τη χήρα, πλέον, του αναπαυμένου φίλου μας, είπαμε κάποια λόγια για τους τύπους δίνοντας την υπόσχεση να τα πούμε εκτενώς αργότερα όταν θα έχει περάσει λίγος χρόνος και κατηφορίσαμε προς τη έξοδο.
Μια γυναίκα στο πλάι του δρομίσκου, που έπλενε τον τάφο κάποιου οικείου της προφανώς, με σταμάτησε.
-Ατύχημα;
-Πες το κι έτσι.
Και συνέχισα το δρόμο μου.
Σ. Σ.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Οι καλοί λογισμοί και ο «οικουμενικός» Όσιος γέροντας Παΐσιος.



Από το βιβλίο «Ο Γέρων Παΐσιος » του Ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου

Πριν αρκετά χρόνια κατέβηκα στην Αθήνα για κάποια δουλειά και φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός αδελφού χριστιανού. Το σπίτι ήταν κοντά σε έναν κεντρικό δρόμο με αποτέλεσμα να έχει πολλή φασαρία. Το βράδυ μου είπε αυτός ο αδελφός ότι από την πολλή φασαρία δεν μπορούσε τις νύχτες να κλείσει μάτι, με αποτέλεσμα να έχουν σπάσει τα νεύρα του και να παίρνει χάπια ηρεμιστικά. Αφού φάγαμε, μου έδωσαν ένα δωμάτιο, για να πάω να ξεκουραστώ και δείχνοντας το μου είπε:
- Γέροντα, εδώ είναι το δωμάτιο, αλλά δεν ξέρω αν θα κλείσετε μάτι μ’ αυτή τη φασαρία των αυτοκινήτων, που ακούγεται απ’ το δρόμο.
Αφού πέρασε η νύχτα και βγήκα από το δωμάτιο μου, ο αδελφός αυτός μου είπε:
- Δεν έκλεισα μάτι, Γέροντα από τη φασαρία· εσείς τι κάνατε;
Τότε του είπα:
- Ποτέ , ούτε στο Όρος, δεν κοιμήθηκα τόσο καλά και τόσο πολύ.
- Γέροντα, μου είπε, πως είναι δυνατόν να γίνεται αυτό;
Τότε του διηγήθηκα το τι μου συνέβη από τη στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. (Εκείνον τον καιρό ήταν σε εξέλιξη ο πόλεμος στο Βιετνάμ και καθημερινά ακούγαμε δυσάρεστα νέα από τον εκεί πόλεμο και εγώ έκανα προσευχή για να βοηθήσει ο Θεός).
- Όταν μπήκα στο δωμάτιο πήγα και γονάτισα μπροστά στο κρεβάτι. Τα χέρια μου και το κεφάλι μου τα είχα ακουμπισμένα επάνω στο κρεβάτι κι άρχισα να εύχομαι γι’ αυτούς που πολεμούν και σκοτώνονται στο Βιετνάμ. Από κάτω ακούγονταν η φασαρία των αυτοκινήτων, εγώ όμως, επειδή ο νους μου ήταν στο Βιετνάμ, μετέτρεπα με τη φαντασία μου τον ήχο των αυτοκινήτων και φανταζόμουνα τα άρματα μάχης, τον θόρυβο που κάνουν, όταν περνούν, φανταζόμουν πως εκεί κάτω σκορπούν τον θάνατο, γκρεμίζουν σπίτια κ.λ.π. Από κάτω από το δρόμο πότε πότε περνούσε κάποιος μοτοσικλετιστής με μηχανή πολλών κυβικών, που έκανε υπερβολικά δυνατό θόρυβο, με αποτέλεσμα να τρίζουν τα παράθυρα. Αμέσως φανταζόμουν τα αεροπλάνα, που πετούσαν στο Βιετνάμ και βομβάρδιζαν και έβλεπα να σκοτώνονται ανελέητα μικρά παιδιά και γεροντάκια. Με είχε πιάσει ένα γλυκό παράπονο κι έκλαιγα για την όλη εκεί κατάσταση και ελεεινολογούσα τον εαυτό μου, που ήμουν σε ωραίο δωμάτιο με ωραία στρωμένο κρεβάτι, που είχα φάει καλά και γενικά δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και ενώ έκλαιγα γι’ αυτά και είχα μια πολύ μεγάλη πνευματική ηρεμία, με πήρε ο ύπνος γονατιστό και κοιμήθηκα εκεί τη νύχτα, χωρίς να διακοπεί καθόλου ο ύπνος μου. Έτσι, λοιπόν, επειδή ο λογισμός μου ήταν σ’ αυτούς που υπέφεραν στο Βιετνάμ, δεν με πείραζε η φασαρία των αυτοκινήτων.
Έτσι να κάνεις και συ: Να βάλεις με το λογισμό σου ότι έξω γίνεται πόλεμος και ενώ όλοι σκοτώνονται, οι περιουσίες τους καταστρέφονται τα σπίτια τους γκρεμίζονται ή πεθαίνουν από την πείνα, εσένα σ’ έχουν σ’ ένα πολυτελέστατο σπίτι κλεισμένο, τρως, πίνεις, σε πληρώνουν, δεν κινδυνεύεις, μόνο ακούς το θόρυβο αυτών που πολεμούν και μ’ αυτό τον τρόπο να σου γίνεται αιτία να δοξολογείς το Θεό και όχι να αναγκάζεσαι να παίρνεις χάπια ηρεμιστικά· η λύση είναι μία: «ο καλός λογισμός».


Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Σχόλια στο γενεαλογικό δένδρο του Ιησού.

Του Κωστή Μπαστιά από το βιβλίο «Νέον Κυριακοδρόμιον»


Δύο Ευαγγέλια παρουσιάζουν το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού. Το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, που αρχίζει μ’ αυτό, και το Ευαγγέλιο του Λουκά, που παρουσιάζει τη γενεαλογία Του στο τρίτο κεφάλαιο.

Η γενεαλογία του Ματθαίου αρχίζει από τον Αβραάμ για να φτάσει στο Χριστό, ενώ η γενεαλογία του Λουκά αρχίζει αντίστροφα. Από το Χριστό για να φτάσει στον Αδάμ κι απ’ αυτόν στον Θεό. Αλλά δεν είναι αυτή η μόνη διαφορά που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι δυο γενεαλογίες. Είναι κι άλλες πολύ σοβαρές που θορύβησαν πολύ τους εξηγητές αρχαίους και νεώτερους.

Οι απορίες όμως κι οι αντιφάσεις που τάχα η ανθρώπινη επιστήμη ανακαλύπτει στα Ευαγγέλια μεταξύ τους, έχει την αφορμή της στα ανθρώπινα κριτήρια κι όχι στα Ευαγγέλια. Το λάθος είναι πως οι περισσότεροι επιζητούν να δουν το Ευαγγέλιο σαν κείμενο επιδεκτικό κριτικής κι απολησμονούν πως τα Ευαγγέλια είναι κείμενα που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη κρίση. Αν δεν ήταν εμπνευσμένα λόγια, αλλά καρποί ενός ανθρωπίνου μυαλού, ή και περισσοτέρων, τότε θα ’χε μεγάλη σημασία η ασυμφωνία του Ματθαίου και του Λουκά στο θέμα της γενεαλογίας του Ιησού. Επειδή όμως δεν είναι έργο ανθρώπων τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, αλλά έμπνευση Θεού, οι ασυμφωνίες που παρουσιάζουν είναι ολότελα εξωτερικές και δεν αλλοιώνουν διόλου την εσωτερική αλήθεια που ήρθαν ν’ αποκαλύψουν.

Ο Λουκάς ονομάζει τον πατέρα του Ιωσήφ Ηλί, ενώ ο Ματθαίος γράφει πως λέγεται Ιακώβ. Από τον Αβραάμ ως τον Ιωσήφ ο Λουκάς υπολογίζει  τέσσερις φορές δεκατέσσερις γενεές, ενώ ο Ματθαίος λογαριάζει μονάχα τρείς φορές δεκατέσσερις. Στους δύο γενεαλογικούς καταλόγους μονάχα τα ονόματα του Αβραάμ και του Δαυίδ συμπίπτουν, ενώ στα άλλα ονόματα οι δύο κατάλογοι δεν συμφωνούν μεταξύ τους.

Οι παλαιοί εξηγητές βασάνισαν άδικα τη λογική τους, κι η επιχειρηματολογία πως ο Ματθαίος μας δίνει το δέντρο του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς δίνει το δέντρο της Μαρίας, υποψιάζομαι πως ανήκει στην ίδια προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν λογικά κριτήρια για να εξηγηθεί μια υπερλογική προσφορά.

Οι Εβραίοι δίνανε εξαιρετική σημασία στους γενεαλογικούς καταλόγους, γιατί αυτοί ήταν οι νόμιμες περγαμηνές τους για κάθε κοινωνική, ή πολιτική, ή θρησκευτική τους διεκδίκηση. Κι επειδή έδιναν τέτοια σημασία στους γενεαλογικούς καταλόγους γι’ αυτό και τους κρατούσαν φυλαγμένους στο Ναό. Είναι γνωστό όμως ιστορικά, πως ο Ηρώδης, επειδή ήταν ένας τυχάρπαστος, που δεν είχε, σαν άλλους, σπουδαίο οικογενειακό δέντρο, είχε καταστρέψει τους γενεαλογικούς καταλόγους που ήταν φυλαγμένοι στον Ναό, κι έτσι είναι πολύ πιθανό οι δύο Ευαγγελιστές να στηρίχτηκαν στη μνήμη διαφορετικών προσώπων. Αλλά κι η υπόθεση αυτή είναι μακριά από την ουσία, που είναι μία και μόνη. Ότι παρά τις εξωτερικές αυτές διαφορές, υπάρχει απόλυτη ταυτότητα σκοπού και μια σημασία μυστηριακή στα ονόματα που υπάρχουν και στων δύο Ευαγγελιστών τους γενεαλογικούς καταλόγους. Τ’ άλλα αποτελούν λεπτομέρεια χωρίς σημασία. Αν ενοχλούν την επιστημονικότητα σοφών και τους κάνουν να αμφιβάλλουν για την ιστορικότητα των Ευαγγελικών κειμένων, σ’ αυτό δεν φταίνε τα Ευαγγέλια, αλλά οι σοφοί που δεν κατάφεραν να καταλάβουν, πως αυτή ακριβώς η ασυμφωνία των τριών συνοπτικών μεταξύ τους, σε πολλά σημεία, καθώς και των τριών μαζί με το τέταρτο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ιστορικότητας. Οι Ευαγγελιστές δεν θέλησαν να παρουσιάσουν εξωτερική ομοιομορφία για λόγους απολογητικούς.

Δεν συνεργάστηκαν, δεν συνωμότησαν, καθώς θέλησαν και αυτό ακόμα να πουν οι γνωστοί ανατόμοι των κειμένων, αλλά έγραψαν για να εκφράσουν την αλήθεια που τους αποκαλύφτηκε. Και την έγραψαν χωρίς να νοιάζονται για εξωτερικές ομοιομορφίες, πασχίζοντας μόνο να δώσουν τις αλήθειες που έφερε, και τη λύτρωση που πρόσφερε ο Ενσαρκωμένος Λόγος και κύρωσεν ο Σταυρωμένος Χριστός. Και σ’ αυτά καμιά αντινομία δεν υπάρχει  ανάμεσα στα Ευαγγέλια, αλλά απόλυτη και ολοκληρωτική ταυτότητα. Η Εκκλησία, που σεβάστηκε αυτή τη γραμμή των Ευαγγελιστών, ούτε σκέφτηκε, ούτε επιχείρησε να συνταιριάσει τα τέσσερα Ευαγγέλια σ’ ένα εξωτερικά ομοιόμορφο σύνολο, αλλά τ’ άφησε καθώς βγήκαν από το χέρι των Ευαγγελιστών, χωρίς καμιά αυθαίρετη και βέβηλη προσθαφαίρεση.

Αλλά μόνο η στενόκαρδη διανόηση στάθηκε σ’ αυτά τα εξωτερικά, όταν μίλησε για τις δυό γενεαλογίες του Ιησού.

Η πίστη στάθηκε σ’ άλλα, κατά πολύ πιο ουσιαστικά και σπουδαία. Στάθηκε στα ονόματα. Αυτά τα Εβραϊκά ονόματα, που για μας, αυτή τη στιγμή, μπορεί να μη σημαίνουν τίποτα, δεν είναι διόλου γυμνά από βαρυσήμαντο νόημα. Είναι, αντίθετα, γεμάτα από νόημα που υπερπλεονάζει και που αν γυρέψουμε την εξήγησή του, θα το πληροφορηθούμε και μείς.

Αν η Ελλάδα είχε έναν Μεσσία, όπως είχε ο λαός του Ισραήλ, κι επιχειρώντας ο βιογράφος του να σχεδιάσει το γενεαλογικό του δέντρο έγραφε σ’ ένα κατάλογο ονόματα σαν του Μιλτιάδη, σαν του Λεωνίδα, σαν του Θεμιστοκλή, σαν του Αριστείδη, σαν του Περικλή, σαν του Σόλωνα ή του Λυκούργου, δεν θα λέγαμε πως αυτά τα ονόματα είναι λέξεις δίχως σημασία. Θα λέγαμε το αντίθετο. Κάθε ένα απ’ αυτά τα ονόματα, θα ‘μοιαζε με κλειδί που μας αποκαλύπτει, η μας ξαναζωντανεύει στη μνήμη κόσμους ολόκληρους, κόσμους πλούσιους σε ωραία έργα, σε ηρωισμούς, σε θυσίες σ’ επιτεύγματα θαυμαστά και αιώνια.

Το ίδιο κι αυτά τα ονόματα στο γενεαλογικό δέντρο του Χριστού. Το καθένα του είναι ένας κόσμος κι ένα ιερό νόημα. Ζοροβάβελ θα πει: Ο κύριος της θύρας του Θεού, Ελιακείμ, θα πει αναστημένος Θεός, Σαδώκ θα πει ο Δίκαιος, Ελιούδ θα πει ιδού ο Θεός, Μάθαν σημαίνει ο Δότης.

Και το σημαντικό είναι πως στον κατάλογο δεν εκφράζονται μόνο τα ονόματα της αρετής, αλλά και της κακίας.

Αυτά τα γνώριζαν όλοι την εποχή εκείνη και το σημαντικότερο είναι, πως τα ονόματα αυτού του δέντρου τα μελέτησε πολλές φορές ο ίδιος ο Ιησούς, και σ’ αυτά τα ονόματα είδε την εικόνα αυτού, που εμείς ονομάζουμε μοίρα και ιστορία και ανθρώπινα πεπρωμένα. Είδε την κλίμακα όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου και προς τον Ουρανό και προς τον  Άδη. Και στοχάστηκε πόσο είναι βαρύ να ξεπεράσει όλην αυτή την κλίμακα μόνος του. Να ξεπεράσει την ιστορία, για ν’ αποκαλύψει στον άνθρωπο τους δρόμους της υπεριστορίας, που άρχιζε από κει όπου τελειώνει το γενεαλογικό δέντρο στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου, δηλαδή από τη γέννηση Αυτού του Ίδιου.


Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Από την πολιορκία του Μεσολογγίου.



 Ένα επεισόδιο από τα απομνημονεύματα του αγωνιστού Κασομούλη



...Την αυγήν εσυναθροίσθησαν εις του Τζιαβέλα την οικίαν να σκεφθούν ωρίμως πως έπρεπεν να οικονομήσωμεν τον λαόν, ώστε οι εχθροί να μη μας καταλάβουν. Εις ταύτην την συνεδρίασιν ήτον μόνον οι αξιωματικοί, αι τοπικαί αρχαί και ο αρχιερεύς Ιωσήφ Ρωγών.
Μετά περίπου από μίαν ώραν συζήτησιν, είπαν ότι δια να σωθή το περισσότερον μέρος ημών πρέπει να προλάβωμεν τα αίτια, τα οποία υποπτεύομεν ότι εις την εσχάτην ώραν ή από δειλίαν ή από φιλοζωίαν δύνανται να μας προδώσουν. Αποφασίσθη λοιπόν να φονεύσωμεν όσους αιχμαλώτους είχομεν εις φυλακήν, Τούρκους και Χριστιανούς, οίτινες υπηρετούσαν εις το δημόσιον, την ίδιαν ώραν, και καθένας εάν έχη ύποπτον κοντά του, ή Τούρκον ή Χριστιανόν, να τον φονεύση.
Ο Τζιαβέλας επρόσταξεν να φονεύσουν αμέσως τον αγαπημένον του και πιστόν Αράπην Τούρκον, και έβαλαν όλοι εις πράξιν. Αμέσως εφόνευσαν και έκοψαν όλους τους Κοζάκους, έως 30, όπου είχομεν αιχμαλώτους μέσα, και άλλους μαστόρους, όπου εδούλευαν τον εχθρόν σκάπτοντες και εσυλλήφθησαν παρ’ ημών, καθώς και όλους τους Τούρκους. Η καρδία μας εσκληρύνθη τότες τόσον, ώστε δεν ηξεύραμεν τι εκάμναμεν.
Ο αυτάδελφός μου Μήτρος Κασομούλης, αναλαβών έως τότες από την ασθένειαν του και ειδοποιηθείς τούτο, έτρεξεν και έκοψεν δώδεκα μόνος του εις την ακρογιαλιάν. Ήλθεν καθημαγμένος (καταματωμένος) από τα πόδια έως το κεφάλι, χαρούμενος. Τον επίπληξα διότι μόνον αυτός επιχειρίσθη ως πελεκάτωρ να κόψει τόσους.
- Έ, λέγει, άφησέ με τώρα. Πεντακόσιους κόπτω, κι άλλους ακόμη, αν μου πέσουν εις το χέρι. Έπειτα, τι μας έμεινεν πλέον τώρα παρά να πιούμεν και αίμα, διότι δεν έχομεν τίποτες να φάγωμεν.
Ωμίλησαν έπειτα περί των φαμελλιών, ότι έχοντες παιδιά μικρά, θα αρχίσουν να κλαίγουν. Τούτο πως πρέπει να γίνει ώστε να αποτραπή;
Αποφάσισαν όλοι να φονεύσωμεν όλες τες γυναίκες, ανεξαιρέτως, και τα μικρά παιδιά επί τω λόγω να μη προδοθούμεν από τας κραυγάς των, και τότε δεν μένει κανένας μας ζωντανός, και προσέτι δια να μη μείνουν αιχμάλωτοι εις τους εχθρούς. Διά να αποφύγωμεν δε την φιλόστοργον συμπάθειαν των πατέρων και αδελφών, αποφασίσθη να σφάξη ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν.
Όλοι, με μιαν φωνήν, το αποφάσισαν, και ήσαν έτοιμοι να κινηθούν και να ειδοποιήσουν το στράτευμα να αρχίση.
Μία τοιαύτη στρατιωτική απόφασις, αν και γενναία, πλήν σκληρά και απάνθρωπος, επαρακίνησεν τον Αρχιερέαν Ρωγών Ιωσήφ εν τω άμα να σηκωθή επάνω λέγων:
- Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς, αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων, και το αίμα να πέση εις τα κεφάλια σας!
Εκφώνησεν τούτο, εκάθισεν, και άρχισεν να κλαίγη.
Με τες κατάρες του και παρατηρήσεις εμπόδισεν την ορμήν των αξιωματικών, και ούτως άρχισαν να σκέπτωνται πως άλλως δύνανται να προφυλαχθούν από τα αίτια της ενδεχόμενης προδοσίας.
Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες. Ο ένας είπεν: Καθένας να υποσχεθή διά τους εδικούς του, τόσον οι πάροικοι καθώς και οι κάτοικοι Μεσολογγιού. Ούτως άλλοι άλλο συζητούντες, αποφάσισαν να μη θανατωθούν μεν, πλην οι υπανδρευμένοι και οι συγγενείς να πείσουν τας οικογενείας των ότι κατά την έξοδον να τρέξουν κοντά τους και με όλην τη ευχαρίστησιν να σωθούν αλλά και τίποτες δυσκολίες να μη τους προβάλουν, αλλά όλας ίσα ίσα τας ευκολίας χάριν της κοινής σωτηρίας των· τα δε μικρά παιδιά να τα ποτίσουν αφιόνι, την ώραν της εξόδου μας, να κοιμηθούν και να μη κλαίγουν. Και όποιος έχει την τύχην να γλυτώση, καλώς· όποιος πεθάνη, ας πάγη εις το καλόν· κανένα βάρος εις κανέναν δεν μένει. Διότι τοιαύτη ήτον και η υπόσχεσις των υπανδρευμένων όταν, προ τρείς μήνας, τους είπον να πέμψουν έξω τες φαμελλιές των, και δεν ηθέλησαν.
Όλοι οι υπανδρευμένοι, εντόπιοι και ξένοι, ενθυμήθησαν ετούτο, και κανένας πλέον δεν αγανάκτησεν. Αποφασίσθη λοιπόν περί τούτου το άνωθεν.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Κιβωτός» τεύχος 3 Μάρτιος 1952

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Περί της διαίτης των πατέρων



 Από το βιβλίο «Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»

του Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου()



(Το κείμενο έχει γραφεί το 1953)
Ότε η χάρις του Θεού ένευσεν εις την καρδίαν μου ίνα έλθω εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της ησυχίας και προσευχής, ήτο Φεβρουάριος του σωτηρίου έτους 1910˙  ο πόθος μου ήτο να μεταβώ εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων, όπου ήσκησεν ο συντοπίτης μου Όσιος Ακάκιος και όπου εμόναζον και μονάζωσιν εισέτι δύο αυτάδελφοι ιερομόναχοι συμπολίται μου, ων ο πνευματικός Παντελεήμων[1], οσιώτατος και εις άκρον ενάρετος, είναι και ο πρεσβύτερος ίσως των επιζώντων αγιορειτών ήδη 103 ετών γέροντας.
Είχον πράγματι την απόφασιν και μετά την άφιξίν μου εις Άγιον Όρος να μεταβώ και ζήσω ως ασκητής, και εκίνησα διά ξηράς εκ Δάφνης διά Καυσοκαλύβια. Διερχόμενος όμως εκ της ιεράς ταύτης Μονής του Αγίου Διονυσίου και ιδών την ευταξίαν των πατέρων εις συμπεσούσαν εκείνην την ημέραν κηδείαν γηραιού ιεροδιακόνου και επηρεασθείς εκ της ασκητικής μορφής της τε Μονής και του φυσικού περιβάλλοντος παρέμεινα, εις τον πανάγαθον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον επιρρίψας τας ελπίδας της σωτηρίας μου.
Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν εκοινοβίασα (εντάχθηκα στο μοναστήρι) και εδιωρίσθην να υπηρετώ ως βοηθός εις τον ξενώνα της Μονής. Κατ’ εκείνην την έποχήν αι ιεραί Σκήται και τα ερημητήρια ήσαν υπερπλήρη μοναχών, αι δε ιεραί Μοναί έχουσαι τα Μετόχια των τότε, έδιδον αφειδότερον την ελεημοσύνην, και δεν υπήρχε και ο χωρισμός του μνημόσυνου, έφ’ ω κάθε Σάββατον εσπέρας ήρχοντο ασκηταί και ερημίται πατέρες, ίνα και εις την αγρυπνίαν μείνωσι και την καθιερωμένην ελεημοσύνην λάβωσι.
Φυσική συμπάθεια και ευλαβώς προς αυτούς διακείμενος, αλλά και συστελλόμενος εκ σεβασμού δι’ ερωτήσεις, προσεπάθουν οτέ μεν ωτακουστών οτέ δε παρακαθήμενος να υποκλέψω τι εκ των ομιλιών και συζητήσεων των δια να κρίνω εξ αυτών περί της πνευματικής των καταστάσεως.
Ήτο νυξ σχεδόν και ανεμένοντο αι κρούσεις των σημάντρων δια την αγρυπνίαν, είχε δε τελειώσει και το κέρασμα του καθιερωμένου καφέ προς τε τους αδελφούς και ξένους και εκαθήμην ξεκουραζόμενος ένδοθεν της «Καφετζαρίας»[2] εως ου αρχίση η αγρυπνία της Ε’ Κυριακής των Νηστειών.
Θέλων ως φαίνεται, ο πανάγαθος Θεός να με πληροφόρηση περί της διαίτης των ασκητών πατέρων, έτι δε περισσότερον ίνα άρη τον ενδόμυχον γογγυσμόν μου δια τους ακρέμονας (αβρονιές) δι’ ας διττώς εμεμψιμοίρουν, πρώτον ότι ως νεώτερον με έστελλον δις της εβδομάδος προς συλλογήν μετ’ άλλων συνηλικιωτών, και εστερούμεθα της ιεράς ακολουθίας, και δεύτερον διότι δεν ηδυνάμην να τας φάγω μαγειρευομένας ως εκ της πικρότητός των, ωκονόμησε και ήλθον και εκάθησαν εις το έξωθι σκαμνίον δύο ερημίται, και η πρώτη ερώτησις του ενός προς τον έτερον ήτο «πως επέρασαν την αγίαν Τεσσαρακοστήν έως τότε»˙ εις απάντησιν ο άλλος είπε, «δι’ ευχών σας και χάριτι Χριστού καλά, έχομεν στην γειτονιά μας τον άγιον πνευματικόν παπά-Ματθαίον και μας κάμει τας λειτουργίας και μεταλαμβάνουν οι αδελφοί Τετάρτην και Σάββατον, γι αυτό με έστειλεν ο Γέροντας να έλθω να πάρω πρόσφορα και λίγα κεριά και νάμα και να επιστρέψω».
«Κατά τα άλλα τα σωματικά πως περνάτε;» ξαναερώτησεν ο πρώτος˙ «δόξα τω αγίω Θεώ», ανταπάντησεν ο έτερος˙ «εφέτος η ευσπλαγχνία του Θεού μας ελυπήθη και εγέμισεν ο τόπος «αβρονιές» και δεν καταλάβαμε πως πέρασε η αγία Τεσσαρακοστή, κάθε μέρα αυτές βράζομεν με λίγο ρύζι και τα Σαββατοκύργιακα με λίγο λάδι, και είμεθα πλούσιοι από φαγητό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου». Ως ήκουσα ταύτα εταλάνισα εμαυτόν και ιατρεύθην από το πάθος του γογγυσμού, καθότι ημείς εις το Μοναστήριον μόνον μίαν – δύο φοράς την εβδομάδα εμαγειρεύαμεν και επί πλέον είχεν η τράπεζα προσφάγιον ελαίας ή σύκα, ενώ αυτοί εις την ξηράν έρημον στερούνται ίσως και τούτων.
Είναι δε αι «αβρονιές» αι τρυφεραί κορυφαί φυτού εκ της κατηγορίας των «ελλισσομένων» (πού αναρριχούνται) υδροχαρές (που ευδοκιμεί στο νερό) μάλλον, και πικρίζον κατά την γεύσιν, διουρητικόν και καθαρτικόν του αίματος κατά τους βοτανολόγους. Φύεται καθ’ όλας τας διεράδας (υγρά μέρη) του Αγίου Όρους, και οι ακρέμονές (κλωναράκια) του αναδύονται τρυφερώτατοι εκ της γης από αρχάς μέχρι τέλους Μαρτίου, και θεωρούνται ευλογία Θεού δια την νηστήσιμον ταύτην περίοδον. Δια τον τρώγοντα ταύτας πρώτην φοράν και δη άνευ ελαίου, ως γίνεται κατά τας νηστησίμους ημέρας εν Αγίω Όρει, φαίνονται πράγματι ως κάτι το δηλητηριώδες και βλαβερόν, οι πατέρες όμως τας συνηθίζουν συν τω χρόνω και τας ευρίσκουν και εδωδίμους (φαγώσιμους) και ωφελίμους.
Εις την έρημον ταύτην του Άθω από Μικράς Αγίας Άννης και μέχρι «Βίγλας» υπάρχουν και πολλοί σαλιάγγοι (σαλιγκάρια) και εις μέγεθος και εις γεύσιν εξαίρετοι.
Μοι έτυχε να γνωρίσω πατέρας της ερήμου ταύτης, οι οποίοι ουδέποτε καταλύουσι μαγειρευμένον φαγητόν, καρποφάγους ούτως ειπείν και φρουτοφάγους, ως άρτον δε έχοντες το παξιμάδιον, ήτοι τον διπυρίτην τοιούτον.
Υπήρχε τότε καλλίστη συνήθεια εις την Μονήν μας όπως τα περισσεύματα των κλασμάτων του άρτου εκ της τραπέζης των πατέρων, γίνονται «παξιμάδι» και διανέμονται δωρεάν εις τους ασκητάς. Όθεν ερχόμενοι ούτοι κατά καιρούς, ίνα λάβωσι την «ευλογίαν» και γνωρίζοντες ότι η Μονή μας παράγει εν «Μονοξυλίτη» πολλά και εκλεκτά σύκα, έφερον και τους σαλιάγγους των και αντήλλασσον αυτούς με ελαίας και σύκα.
Ίσως να μη υπάρχωσι εν τω Όρει πατέρες άκρως νηστευταί ως οι παλαιοί της Αιγύπτου, Παλαιστίνης και Θηβαΐδος, οίτινες διήγον νήστεις ολόκληρα δεκαήμερα και πλέον ή ηρκούντο το καθ’ ημέραν εις τρείς ισχάδας (σύκα) ή πέντε φοίνικας (χουρμάδες), υπάρχουν όμως και σήμερον πατέρες ευλαβέστατοι και εγκρατέστατοι, τόσον εις την έρημον και τας Σκήτας όσον και εις τας ιεράς Μονάς, οι οποίοι και τριήμερον και πενθήμερον ασιτίαν διάγουσι, την δε καθημερινήν μονοφαγίαν και ταύτην άνευ ελαίου, δηλαδή ξηροφαγίαν θεωρούσιν ως φυσικήν δίαιταν του μοναχού.
Οι τοιούτοι μακαριστοί πατέρες είναι ισάξιοι των προαναφερθέντων παλαιών, όταν ληφθή υπ’ όψιν και μόνη η διαφορά του κλίματος του Άθω, βορεινοτέρου όντος και φυσικώς απαιτούντος περισσοτέρας θερμίδας δι’ επιβίωσιν ή εις τας θερμάς και ξηράς εκείνας χώρας της Ανατολής και του μεσημβρινού, ως διαπιστούσι και οι εκείσε ζήσαντες και ενταύθα διερχόμενοι ή εγκαταβιούντες.
Επί πλέον δε με την ελλάτωσιν του προσωπικού εις όλα τα ιερά ιδρύματα του Όρους, με τον μετριασμόν της ελεημοσύνης εκ μέρους των ιερών Μονών, αφότου αύται, ως έφημεν, έχασαν τα Μετόχια των, και με την διάθεσιν του χριστιανικού κόσμου, ο οποίος ή ουδόλως έρχεται εις το Άγιον Όρος και δη εις τους πτωχούς ερημίτας ή και ερχόμενος ουδέν σχεδόν αφίνει αυτοίς ως ελεημοσύνην, αναγκάζονται ούτοι, παρά την σωματικήν των αδυναμίαν, παρά την ηλικίαν να εργάζονται σκληρά διά την πτωχήν συντήρησίν των.
Μόνον όσοι εγνώρισαν τας δυσβάτους ατραπούς (μονοπάτια) του Άθω και είδον τους πατέρας των Σκητών και της ερήμου με τας επινωτίους πήρας των (τορβάδες) με 20 και 30 οκάδας βάρος ενίοτε βαδίζοντας πεζή και επί ώρας τας ανωφερείας και κατωφερείας του Όρους, αυτοί μόνον δύνανται να εκτιμήσωσι τον κόπον και τον μόχθον των θαυμασίων αυτών αγωνιστών.
Και μη νομίση ή ειπή τις ότι οι πατέρες ούτοι ήσαν συνειθισμένοι εκ του κόσμου εις τας τοιαύτας χειρωνακτικάς και αχθοφορικάς εργασίας. Παρακατιόντες θέλομεν παρουσιάσει επιζώντας και σήμερον ανθρώπους ευπορούντας, υψηλά αξιώματα κατέχοντας εν τω κόσμω, επιστήμονας λαμπρούς, σοβαρούς και εξόχους, και εκ βασιλικών εισέτι οίκων ελκόντων την καταγωγήν, οι οποίοι τα πάντα καταλιπόντες ήλθον εις τα ερημητήρια του Άθω και αίρουσι τον ελαφρόν ζυγόν του Κυρίου, αποσυνηθίσαντες και των προτέρων ευμαρειών του βίου και προσαρμοσθέντες θεία βοηθεία τη ασκητική σκληραγωγία.
Κατά κανόνα εις τας Σκήτας και την έρημον απαγορεύεται η κτήσις φορτηγού ζώου και οι πατέρες εκτελούσιν εργασίας, καθ’ όλα μεν τιμίας και επαινετάς πλήν αήθεις (ασυνήθιστες) ως επί το πλείστον εις αυτούς∙ μόνοι των κόπτουσι τα ξύλα, αυτοί τα μεταφέρουσι, αυτοί σκάπτουσι και καλλιεργούσι τους μικρούς κήπους των, ζυμώνουσι, μαγειρεύουσι, πλύνουσι και όσα ανθρώπω χρήσιμα και απαραίτητα εν τη παρούσι ζωή.
Αλλ’ εκτός τούτου και το «απαρνησάσθω εαυτόν» (Μτ. 16,24∙ Μρκ. 8,34∙ Λκ. 9,23). Η φύσις του σώματος ζητεί μετά την από μεσονυκτίου επίπονον ακαλουθίαν, τροφήν και τόνωσιν, η τάξις όμως, ο κανών της μοναχικής πολιτείας, επιτάσσει και επιβάλλει νηστείαν έως «ενάτης» δηλαδή έως 3ης απογευματινής. Η διάθεσις η ανθρωπίνη, ζητεί συνομιλίας, αναστροφάς και ψυχαγωγίας, η αυτοσυγκέντρωσις όμως η πνευματική, η νήψις, η ψυχική κατά Θεόν εργασία, υπαγορεύει εις το ούς του μοναχού την σιωπήν, το «πρόσεχε σεαυτώ» (Γεν. 24,6), το «φεύγε και σώζου» [3].
Και έρχονται είτα τα καθ’ αυτό μοναχικά καθήκοντα, η υπακοή του υποτακτικού άνευ διακρίσεως και αντιλογίας, η υπομονή και εν οίς υπέρ αυτού το δίκαιον έχει, η κοπή του θελήματος και τα λοιπά, όσα τα κατά προαίρεσιν μαρτύριον ήγουν η μοναχική ζωή απαιτεί.
Δια τούτο αδελφοί, όσοι της κατά Θεόν ζωής και πολιτείας εφίεσθε (επιθυμείτε) και όσοι της εν τω κόσμω χριστιανικής αρετής επιμελείσθε και την σωτηρίαν της ψυχής σας ποθείτε, ευλαβείσθε εξ όλης της καρδίας τους πτωχούς αυτούς ταπεινούς μοναχούς, τους εθελουσίως πτωχεύσαντας και εξουθενωθέντας, ίνα Χριστόν κερδήσωσι. Μη γίνεσθε, παρακαλώ και ικετεύω, ταχείς εις την κατάκρισιν και εκ του μικρού ή εκ μέρους κρίνετε το όλον. Είθισται τη αταξία και τη αναιδεία να εκτίθεται εις την κοινήν θέαν, ενώ εξ εναντίας, η αρετή ευσχημονεί, ταπεινοφρονεί και κρύπτεται.
Μη δίδεται απόλυτον πίστην εις φημολογουμένας κατηγορίας κατά των μοναχών, αλλ’ ως  νουνεχείς και φρόνιμοι, έχετε υπ’ όψιν πάντοτε ότι και εις πάσαν τάξιν ανθρώπων υπάρχουν οι κακοί, ότι και μεταξύ των αποστόλων ευρέθη ο προδότης και ότι μόνον εις τον ουρανόν υπάρχει το απόλυτον.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι Γέροντες του Μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου
[2] Χώρος στο Αρχονταρίκι για την παρασκευή καφέ και αφεψημάτων.
[3] Απόφθεγμα του Μεγάλου Αρσενίου.