Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2018

Προς τον άρρωστον


Του () Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου

Αχ αδελφέ μου! Είσαι άρρωστος ε; Και θα πονείς. Κι θα υποφέρεις. Το ξέρω. Σε λυπούμαι. Σε συμπαθώ. Σε συμπονώ. Σε αγαπώ. Συμπάσχω και εγώ με σένα. Υποφέρουμε και οι δυό. Η ψυχή μου αισθάνεται πόνους, διότι πάσχεις. Τα δάκρυά της τρέχουν από συμπόνια. Θλίβεσαι, αδελφέ μου, μαραίνεσαι, στενοχωρείσαι. Αχ πόσον θα ήθελα να ήσουν υγιής. Να μη πονείς! Να μη πάσχεις! Να μη λυπήσαι! Αλλά τι μπορώ να σου κάμω; Μπορώ να σου δώσω την υγείαν σου; Μπορώ να σταματήσω τους πόνους σου; Αχ Δεν μπορώ! Μπορώ όμως να τους γλυκάνω λίγο, να τους κάμω ποιο υποφερτούς. Πως; Θα μου πεις; Με το να σου πω λίγους λόγους παρηγορητικούς. Με του να σου χύσω λίγο βάλσαμο στην πονεμένη και πληγωμένη σου καρδιά. Με το να σου δώσω λίγο θάρρος. Έτσι ελπίζω να πως θα σε ανακουφίσω. Έτσι ελπίζω πως θα σου πραΰνω και θα σου ελαφρώσω λίγο τους πόνους. Έτσι ελπίζω πως θα σου ολιγοστεύσω τα δάκρυα. Έτσι ελπίζω πως θα σου κάμω λιγότερο δυσάρεστη την κατάστασή σου. Έτσι ελπίζω πως το ποτήρι της αρρώστιάς σου θα το κάμω λιγότερο πικρό. Έτσι ελπίζω πως θα ελαττώσω λίγο τους βαθείς και σπαραξικάρδιους στεναγμούς σου.
  «Ναι αγαπητέ μου», ίσως να μου πεις. «Καλά τα λέγεις. Μα εγώ δεν παίρνω ανακούφισιν. Δεν παίρνω θάρρος. Διότι δεν πονώ μόνον εις το σώμα. Αυτό θεραπεύεται εύκολα. Μα πονώ πολύ περισσότερον εις την ψυχήν. Είμαι απόκληρος από την ζωήν, από την κοινωνίαν. Είμαι απελπισμένος και απογοητευμένος από τον κόσμον. Δεν έχω κανένα που να με πονεί. Κανένα που να με συμπαθεί. Κανένα που να ενδιαφέρεται για μένα. Από όλους ευρήκα ασπλαγχνίαν και εγκατάλειψιν. Από όλους αδιαφορίαν και απάθειαν. Από όλους περιφρόνησιν και αποστροφήν. Είμαι ο δυστυχέστερος των ανθρώπων. Τι θέλω λοιπόν να ζω; Η ζωή μου είναι ανωφελής, είναι άχρηστη, είναι περιττή. Καθημερινώς πίνω ποτήρια πικρίας, οδύνης, και πόνου. Δεν παίρνω λοιπόν παρηγορίαν. Είμαι απαρηγόρητος, αγανακτισμένος. Με κατέχει η απόγνωσις...».
  Αγαπημένε μου αδελφέ! Πόσον είσαι αποθαρρυμένος! Πόσον είσαι απελπισμένος! Ο πόνος σου, η λύπη σου, η πικρία σου, σε κάνει να τα βλέπεις όλα μαύρα και απαίσια και σκοτεινά. Βλέπεις παντού νύκτα, σκοτάδι, κακίαν. Και πουθενά ημέραν, φως, αγάπην. Νομίζεις πως μόνον συ υποφέρεις. Πως μόνον συ πονείς. Πως μόνον συ δυστυχείς. Νομίζεις πως όλοι οι άλλοι είναι υγιείς, είναι ευχαριστημένοι, είναι ευτυχείς. Και όμως πόσον απατάσαι! Πόσον πλανάσαι! Πόσον σφάλλεις…! Λέγεις ότι σε εγκατέλειψαν όλοι. Ω! Πόσον είσαι μακριά από την πραγματικότητα! Ξεχνάς πως όταν και όλοι εγκαταλείπουν, ο Θεός παρακολουθεί και εποπτεύει; Ξεχνάς πως ο Θεός ουδέποτε μας λησμονεί; «Ρίξε σε Μένα», λέγει, «κάθε σου φροντίδα κι Εγώ δεν θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ». Ξεχνάς πως πάντοτε ο σπλαχνικός Αυτός Πατέρας μας μας αγαπά και μας προστατεύει; Ξεχνάς πως έχει σε μας τόσην μεγάλην αγάπην ώστε δεν εδίστασε να στείλει τον Υιόν Του τον Αγαπητόν και Μονογενή δια να σταυρωθεί προς χάριν μας; Ξεχνάς πως μας έχει εις την άλλην Ζωήν ετοιμάσει Βασιλείαν ένδοξον και περίλαμπρον; Ξεχνάς πως από την πολλήν Του αγάπην θα κάμει και εμάς ομοίους με Αυτόν, εάν τηρώμεν τον Νόμον Του; Τα ξεχνάς όλα αυτά;
  «Μα αφού μας αγαπά, γιατί να είμαι στο κρεβάτι, γιατί να είμαι δυστυχής;», ίσως θα μου απαντήσεις.
  Μα ακριβώς, αδελφέ μου, επειδή μας αγαπά μας αφήνει να υποφέρουμε. Ο καλός πατέρας δεν τιμωρεί το παιδί του, όταν σφάλλει; Γιατί το τιμωρεί; Ασφαλώς επειδή το αγαπά και θέλει να το συνετίσει. Έτσι και ο Καλός μας Πατέρας, ο Θεός. Όταν ιδεί ότι φεύγομεν από τας εντολάς Του, μας τιμωρεί δια να μας σωφρονίσει. Εάν μας αφήσει ατιμώρητους θα Τον ξεχάσωμεν. Πρέπει λοιπόν να Τον ευχαριστώμεν, διότι μας τιμωρεί δια καλόν μας.

Λόγοι Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου περί ασθενείας



Από το βιβλίο «Ο ανθρώπινος πόνος»
έκδοση της Συνοδίας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου 
 Νέα Σκήτη Αγίου Όρους



Προηγούνται οι αμαρτίες της σωματικής ασθένειας

Πολλές φορές οι αμαρτίες προηγήθηκαν της σωματικής ασθένειας, όπως στην περίπτωση του Κάιν, διότι, επειδή δεν έκανε καλή χρήση της δυνάμεως του, πολύ σωστά έγινε παράλυτος (Γεν. 4,1)
Το ίδιο συνέβη και με εκείνον που καθόταν κοντά στην κολυμβήθρα· διότι, επειδή αιτία της παραλυσίας του ήταν τα αμαρτήματά του, λέει ο Χριστός: «Πρόσεχε, απέκτησες την υγεία σου, μην αμαρτάνεις λοιπόν στο εξής» (Ιω. 5,14). Και ο Παύλος πάλι λέει: «Γι’ αυτό ανάμεσα σας υπάρχουνε πολλοί ασθενείς» (Α’ Κορ. 113,30)· επειδή αμάρταναν παίρνοντας μέρος στην κοινωνία του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας χωρίς καθαρή συνείδηση. Και εκείνον πάλι που είχε διαπράξει την πορνεία, τον παραδίδει προς καταστροφή του σώματός του  και ζητεί αυτήν την τιμωρία για τα αμαρτήματά του (Α’ Κορ. 5,1).
Βέβαια αυτό το επιτίμιο δεν επιβάλλεται σε όλες τις περιπτώσεις εξ αιτίας των αμαρτημάτων, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις που γίνεται αυτό το πράγμα και αφορμή στεφάνων, όπως στην περίπτωση του Λαζάρου (Λουκ. 16,19 κ.ε.) και του Ιώβ. Και δεν συνέβαιναν μόνο ασθένειες εξ αιτίας των αμαρτημάτων, αλλά και πολλές σωματικές κακώσεις όπως η λέπρα του Οζία συνέβηκε εξ αιτίας της αναίσχυντης γνώμης του (Β’ Παραλ. 26,16), όπως το χέρι του βασιλιά Ιεροβοάμ ξηράθηκε  εξ αιτίας της παραφροσύνης του και της αλαζονείας του (Γ’ Βασιλ. 13,1). Και του Ζαχαρία ακόμη η γλώσσα δεν δέθηκε για καμιά άλλη αιτία, παρά εξ αιτίας της αμαρτίας της ψυχής του (Λουκ. 1,8). Επειδή λοιπόν και στους Ιουδαίους η σωματική δύναμη και η ευρωστία καθώς και η καύχηση γι αυτά τα πλεονεκτήματα γίνονταν αφορμή αλαζονείας, απέκοψε την ρίζα της αλαζονείας, νουθετώντας τους και κάνοντας τους καλύτερους και δίνοντάς τους περισσότερα από εκείνα που τους αφαιρούσε. Διότι ποια βλάβη υπάρχει από το ν’ ασθενεί το σώμα, όταν εξ αιτίας αυτής της ασθένειας ασκείται προς το καλύτερο η ψυχή.
(Εις τον Ησαΐα κεφ. Γ’, ΕΠΕ 8,300-302. PG 56,40)
Οι περισσότερες ασθένειες προέρχονται από την αμαρτία

Τα περισσότερα από τα σωματικά νοσήματα προέρχονται από ψυχικά νοσήματα. Διότι, εάν το σπουδαιότερο νόσημα, αυτός ο θάνατος, δηλαδή, έχει την ρίζα και την αιτία του στην αμαρτία, πολύ περισσότερο τα περισσότερα από τα νοσήματα. Εκτός από αυτά στην αμαρτία οφείλεται και το ότι υποφέρουμε.
(Εις το κατά Ματθαίον ΚΖ’, ΕΠΕ 10,222. PG 57,345)
Δίνονται τα νοσήματα, για να γίνουμε και ευσεβέστεροι

Θα ρωτήσεις· όλα τα νοσήματα προέρχονται από αμαρτίες; Όχι όλα, αλλά τα περισσότερα. Διότι η γαστριμαργία, η μέθη και η αργία προξενούν αυτά τα πάθη. Πρέπει λοιπόν σε κάθε περίπτωση να παρατηρούμε μόνο ένα, ώστε να υποφέρουμε κάθε δυσκολία με ευχαρίστηση. Και εξ αιτίας αμαρτημάτων γίνονται πάθη, διότι βλέπουμε στα βιβλία των Βασιλειών, ότι κάποιος έπαθε ποδάγρα από αυτά (Γ’ Βασιλ. 15,23). Γίνονται, όμως, και για να γίνουμε ευσεβέστεροι, όπως λέει ο Θεός στον Ιώβ: «Μη νομίσεις, ότι έχω ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο για σένα, για τίποτε άλλο, παρά για να δείξεις την αρετή σου» (Ιώβ 40,3)
(Εις το κατά Ιωάννην ΛΗ’, ΕΠΕ 13,378-380.59,212)
Ο ιατρός και ο Θεός. Είδη τιμωρίας

Ο ιατρός δεν είναι άξιος θαυμασμού τότε μόνον όταν οδηγεί τον ασθενή σε κήπους και λιβάδια, ούτε όταν τον φέρνει σε λουτρά και κολυμβήθρες, ούτε όταν παραθέτει πλούσια τράπεζα, αλλά είναι και τότε αξιοθαύμαστος όταν τον προστάζει να μείνει νηστικός και να υποφέρει από την πείνα και να βασανίζεται από την δίψα, όταν τον καθηλώνει στην κλίνη και μετατρέπει, κατά κάποιον τρόπο, την οικία του σε φυλακή και τον αποστερεί και από αυτό το φώς και όταν συσκοτίζει από παντού το δωμάτιο με διάφορα παραπετάσματα και όταν κάνει χειρουργική επέμβαση, και όταν καυτηριάζει και όταν του προσφέρει πικρά φάρμακα.
Πως λοιπόν δεν είναι παράλογο εκείνον, που προκαλεί τόσα κακά να τον ονομάζουμε ιατρό, ενώ τον Θεό, αν καμιά φορά προκαλέσει ένα από αυτά, όπως επιδημία ή θάνατο να τον βλασφημούμε και να αρνούμαστε την πρόνοια του για το σύμπαν; Και όμως μόνον αυτός είναι ο αληθινός ιατρός, ιατρός των ψυχών και των σωμάτων.
Γι αυτό πολλές φορές παραλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν σκιρτά από ευημερία και προκαλεί πυρετό αμαρτημάτων, με την ένδεια και την πείνα και με τον θάνατο και με τις άλλες συμφορές και με άλλα φάρμακα, που αυτός γνωρίζει, τον θεραπεύει από τα νοσήματα. Αλλά μόνο οι φτωχοί αισθάνονται την πείνα, θα πει κανείς. Όμως ο Θεός δεν τιμωρεί μόνο με την πείνα, αλλά και με άλλα αναρίθμητα μέσα· τον πτωχό πολλές φορές τον σωφρόνισε με πείνα, τον πλούσιο και εύπορο με τους κινδύνους, με τα νοσήματα, με πρόωρους θανάτους· διότι είναι επινοητικός και έχει ποικίλα φάρμακα για την σωτηρία μας. Το ίδιο κάνουν και οι δικαστές· δεν τιμούν μόνο, ούτε στεφανώνουν αυτούς που κατοικούν στις πόλεις, ούτε δίνουν μόνο δώρα, αλλά και τιμωρούν πολλές φορές. Γι αυτό ακονίζεται γι’ αυτούς και ξίφος και βάραθρα έχουν ετοιμασθεί και τροχός, και πάσσαλοι και δήμιοι και αναρίθμητα είδη τιμωρίας. Αυτό που είναι στην περίπτωση των δικαστών ο δήμιος, αυτό στην περίπτωση του Θεού είναι ο λιμός που ως άλλος δήμιος μας σωφρονίζει  και μας απομακρύνει από την κακία. Το ίδιο μπορούμε να δούμε, ότι συμβαίνει και στους γεωργούς. Διότι δεν περιποιούνται μόνο την ρίζα της αμπέλου, ούτε την περιφράττουν μόνο, αλλά και την περικόβουν και κόβουν πολλά από τα βλαστάρια· γι’ αυτό δεν έχουν μόνο αξίνη, αλλά και δρέπανα κατάλληλα για να κόβουν. Και όμως δεν κατηγορούμε ούτε αυτούς· αλλά τότε περισσότερο τους θαυμάζουμε, όταν τους βλέπουμε να κόβουν και να πετούν πολλά άχρηστα, ώστε με την απομάκρυνση των περιττών να εξασφαλισθεί η σωτηρία των άλλων. Πως λοιπόν δεν είναι παράλογο τον πατέρα και τον ιατρό και τον δικαστή και τον γεωργό να τους επιδοκιμάζουμε και ούτε εκείνον (τον πατέρα) όταν απομακρύνει τον γυιό του από την οικία, ούτε τον ιατρό, όταν βασανίζει τον ασθενή, ούτε τον δικαστή, όταν τιμωρεί, ούτε τον γεωργό, όταν κλαδεύει, να επικρίνουμε και να κατηγορούμε, ενώ τον Θεό, αν θελήσει καμιά φορά, που είμαστε με βαρύ κεφάλι εξ αιτίας της οινοποσίας να μας κάνει να συνέλθουμε από την πολλή μέθη, να τον επικρίνουμε και να βάλλουμε εναντίον του, με αναρίθμητες κατηγορίες; Πόσο μεγάλο γνώρισμα ανοησίας είναι, το να μη δίνουμε στον Κύριο ίση δικαιολογία προς εκείνη, που αναγνωρίζουμε στους συνδούλους μας;
(Προς τους λέγοντας ότι οι δαίμονες διοικούσιν…,    ΕΠΕ 31,46-54. PG 49,249-252)
Διάφοροι οι τρόποι της δοκιμασίας

Λες όμως ότι έχεις πάθει πάρα πολλά φοβερά πράγματα, περισσότερο από ότι πρέπει. Αλλά ούτε και οι γυμναστές γυμνάζουν όλους με τον ίδιο τρόπο, αλλά εκείνους, που έχουν μικρή ικανότητα, τους βάζουν αδύνατους αντιπάλους, ενώ στους γενναίους δίνουν γενναίους ανταγωνιστές. Διότι εκείνος που αντιμετωπίζει αντίπαλο που είναι κατώτερος της δικής του δυνάμεως και αν ακόμη συμπλέκεται όλη την διάρκεια της ημέρας με αυτόν, παραμένει αγύμναστος.
Θα πει όμως κάποιος· Γιατί ο Θεός δεν έδωσε τους ίδιους μόχθους σε εκείνους που διάλεξαν τον ίδιο τρόπο ζωής; Διότι ο Θεός δεν εφαρμόζει ένα μόνο τρόπο ασκήσεως, αλλά ούτε και οι άνθρωποι όλοι έχουν ανάγκη από τις ίδιες δοκιμασίες, και αν ακόμα ακολουθούν τον ίδιο τρόπο ζωής· και πολλοί άρρωστοι που πάσχουν από την ίδια ασθένεια, δεν χρειάσθηκαν τα ίδια φάρμακα, αλλά, άλλα μεν αυτοί και άλλα οι άλλοι. Γι’ αυτό και οι τρόποι των δοκιμασιών είναι ποικίλοι και διάφοροι, και άλλος υποφέρει από μακροχρόνια ασθένεια, άλλος από πολύ φοβερή πείνα, άλλος βιάζεται και αδικείται και άλλος με το ότι  βλέπει συνεχείς και αλλεπάλληλους θανάτους και των παιδιών του και των συγγενών του. Και αυτός δοκιμάζεται επειδή περιφρονείται από όλους και δεν απολαμβάνει καμμία τιμή, ενώ άλλος επειδή συκοφαντείται για πράγματα, που ούτε τα φαντάζεται, και υποφέρει έτσι το βάρος της συκοφαντίας, και άλλος πάλι με άλλο τρόπο· διότι δεν μπορούμε τώρα να τα απαριθμήσουμε όλα με ακρίβεια.
(Εις Σταγείριον Α’ ΕΠΕ 29,76-78.PG 62,658-659)

Ο Θεός επειδή μας αγαπά πολύ, γι’ αυτό μας αφήνει στις θλίψεις

Όταν πέσεις σε κάποια απροσδόκητη συμφορά, μη χάσης το θάρρος σου, αλλά αμέσως ανύψωσε την σκέψη σου και τρέξε προς το ακύμαντο λιμάνι και τον απόρθητο πύργο, την βοήθεια του Θεού. Διότι γι’ αυτό σε άφησε να πέσεις στην συμφορά, για να καλέσεις αυτόν. Αλλά οι πολλοί, όταν πέσουν σε συμφορά, αποβάλλουν τότε και την ευλάβεια που υπάρχει, ενώ πρέπει να κάνουν το αντίθετο. Επειδή, δηλαδή, μας αγαπά πάρα πολύ, γι’ αυτό μας αφήνει να θλιβόμαστε, ώστε η σύνδεση μας μαζί του να γίνεται πιο τέλεια. Διότι και οι μητέρες τα ανυπάκουα παιδιά, φοβερίζοντάς τα με διάφορα προσωπεία, τα αναγκάζουν να καταφεύγουν στην αγκαλιά τους, όχι επειδή θέλουν να τα στενοχωρήσουν, αλλά επινοούν τρόπους για να τα κρατούν κοντά τους· έτσι και ο Θεός θέλοντας πάντοτε να μας έχει ενωμένους μαζί του, σαν κάποιος ακριβώς σφοδρός εραστής, μάλλον δε επειδή είναι ορμητικότερος από οποιονδήποτε εραστή, σε αφήνει να περιέλθεις σε τέτοιες ανάγκες, ώστε να ασχολείσαι συνέχεια με την προσευχή και συνέχεια να τον επικαλείσαι, και, αφήνοντας τα άλλα να φροντίζεις για τα του Θεού.
(Εις τον ΡΙΔ’ Ψαλμόν, ΕΠΕ 6,522.PG 55,316)

Πολλοί από τις θλίψεις γίνονται σπουδαιότεροι

Πολλοί που ταπεινώνονται από τις συμφορές, γίνονται σπουδαιότεροι, ενώ όταν απολαμβάνουν τα αγαθά, γίνονται περισσότερο ράθυμοι και νωθροί, πράγμα που το λέει σε άλλη περίπτωση για τους Ιουδαίους: «Όταν τους παρέδινε σε θάνατο, τότε τον αναζητούσαν» (Ψαλμ. 77,34)
(Εις τον Θ’ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5,456.PG 55,125)

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

Δεν είναι για όλα ανεξαιρέτως τα θέματα ο Κύριος υπόδειγμα για μας.



- Γέροντα, αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, ότι κάποια στιγμή ο Χριστός πήρε το φραγγέλιο και πέταξε έξω από το Ναό του Σολομώντος τους εμπόρους και τους χρηματιστές κακούς-κακώς. Μήπως λοιπόν, σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, δικαιολογείται η χρήσις βίας εκ μέρους των Χριστιανών;
- Ο Κύριος είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός και Κυβερνήτης του σύμπαντος. Εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Δεν είναι για όλα ανεξαιρέτως τα θέματα ο Κύριος υπόδειγμα για μας. Για πολλά είναι· όχι για όλα.
Θέλετε άλλο παράδειγμα; Ο Κύριος  «εἶπε τῷ Πέτρῳ·  ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ»  (Ματθ. 16,23). Μπορούσε Εκείνος να το ειπή, διότι ήταν Υιός Θεού. Εμείς δεν έχουμε  δικαίωμα να ειπούμε στο συνάνθρωπό μας, είσαι διάβολος, είσαι σατανάς.
Μερικά πράγματα τα έκανε ο Κύριος  «ὡς ἐξουσίαν ἔχων»  (Μαρκ. 1,22). Δεν σημαίνει ότι αυτά είναι και υποδείγματα μιμήσεως δικής μας. Εμείς οφείλουμε   «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α’ Πετρ. 2,21) , αλλά στον αγιασμό· όχι σε μερικές πράξεις εξουσίας, τις οποίες έκανε ο Κύριος. Χρειάζεται πολλή προσοχή και θερμή προσευχή σε κάθε περίπτωση να μας φωτίζει ο Θεός, πως θα ενεργήσουμε.

π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

Η προσευχή της μετανοίας.




                                                                Του Γέροντος Ιερομονάχου
() Πετρωνίου Τανάσε, Δικαίου Ρουμάνικης 
Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Αγίου Όρους



«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου»
Η προσευχή αυτή, που λέγεται συνήθως την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, είναι μια απλή, σύντομη, αλλά γεμάτη από δύναμη και πλούτο πνευματικό προσευχή, την οποία έγραψε ο μεγάλος πατήρ Εφραίμ ο Σύρος, «η κιθάρα του Πνεύματος».
Το τυπικό προβλέπει να απαγγέλλεται, με τα μάτια του σώματος και τα χέρια κατεβασμένα προς την γη, ενώ τα νοερά μάτια να είναι ανεβασμένα στον ουρανό. Να συνοδεύεται με ταπείνωση, δάκρυα, φόβο Θεού, μετάνοιες, προσκυνητές και εδαφιαίες. Όταν προσφέρεται με μία τέτοια αίσθηση και νοερά συμμετοχή, μεταποιεί και ανακαινίζει ολόκληρη την πνευματική ζωή της ψυχής. Εάν επιμείνουμε λίγο επάνω στο περιεχόμενό της, θα αποκαλύψουμε ένα θαυμαστό πλούτο μετανοίας, ώστε να δικαιώνουμε την ονομασία της ως προσευχής της μετανοίας.
Η προσευχή αυτή λέγεται σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες του ημερονυκτίου: στον εσπερινό, απόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρο, ώρες και τυπικά· συνολικά εννέα φορές, και οκτώ όταν τελείται η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων. Ο αριθμός οκτώ μας υπενθυμίζει τον μέλλοντα (όγδοον) αιώνα, ενώ το εννέα, τα αγγελικά τάγματα. Είναι ωσάν να μας λέγει ότι μόνη η μετάνοια μπορεί να μας αξιώσει της μακαρίας ζωής και κοινωνίας με τους αγγέλους.
Η προσευχή χωρίζεται σε τρία διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο μέρος προσευχόμεθα στον Θεό: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου! Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δός». Στο δεύτερο μέρος: «Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισαί μοι τω σω δούλω». Και στο τρίτο μέρος: «Ναι Κύριε βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν!».
Από το ένα μέρος προσευχόμεθα να μας φυλάξει ο Θεός από τα τέσσερα πνεύματα της κακίας, τα τέσσερα πάθη, ενώ από το άλλο μέρος ζητάμε να μας χαρίσει τα τέσσερα αγαθά πνεύματα, τις τέσσερις αρετές.
Εδώ παρατηρούμε ότι ο άγιος Εφραίμ, εκθέτοντας δύο προτάσεις με πάθη και αρετές, τα ονομάζει όλα εξ ίσου πνεύματα: «πνεύμα αργίας, πνεύμα σωφροσύνης..». Πώς να εννοήσουμε άραγε εδώ την λέξη «πνεύμα»;
Όσον αφορά τα κακά πνεύματα το πράγμα είναι απλό. Η κάθε πηγή κακίας είναι το πνεύμα της πλάνης, ο διάβολος, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινά καταπίη» (Α΄ Πέτρ. 5), οπότε την πάλη μας πρέπει να την στρέψουμε «προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» ( Εφεσ. 6,12).
Τα πάθη που υποδουλώνουν τον άνθρωπο δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το σημείο της ήττας του ανθρώπου στον αγώνα του που είχε με τις δυνάμεις του εχθρού. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες συνηθίζουν να λέγουν «πνεύμα» όχι μόνον το πνεύμα της κακίας, τον διάβολο, αλλά και το έργο του, ονομάζοντας εξίσου πνεύμα της αργίας τον δαίμονα της αργίας, πνεύμα της γαστριμαργίας τον δαίμονα της γαστριμαργίας κλπ. Αυτός ο τρόπος εκφράσεως των Πατέρων είναι πολύ περιεκτικός και μας βοηθάει να καταλάβουμε πληρέστερα πως εκδηλώνονται τα έργα του διαβόλου, πως μας εξουσιάζουν. Ένα πάθος είναι βαρύτερο από μια ασθένεια της ψυχής, είναι η πτώση στην αιχμαλωσία μιας σατανικής εξουσίας, η οποία κυριαρχεί επάνω μας βίαια, μας πολιορκεί ανελέητα, έως ότου μας οδηγήσει στον αιώνιο θάνατο της ψυχής, διότι πίσω από κάθε πάθος κρύβεται η εχθρική δύναμη του εχθρού μας του διαβόλου.
Αλλά γιατί στο πρώτο μέρος της προσευχής αυτής παρακαλούμε τον Θεό να απομακρύνει τα τέσσερα πνεύματα της κακίας; Άραγε ο Θεός είναι που μας δίνει την ακηδία, την οργή και τα άλλα πάθη; Φυσικά όχι. Τα πάθη περιέχουν δαιμονική εξουσία και κανείς δεν θα μπορέσει να λυτρωθεί απ’ αυτά, εάν ο Θεός δεν τα καταπαύσει, αφού υποσχέθηκε ότι δεν θα επιτρέψει να πολεμηθεί ο άνθρωπος περισσότερο από τις δυνάμεις του. Γι αυτό, όταν λέμε «Πνεύμα αργίας, περιεργείας… μη μοι δός», παρακαλούμε τον Θεό να μη μας αφήσει στην δουλεία του πάθους της ακηδίας, να μην αφήσει τον δαίμονα αυτόν να μας εξουσιάζει.
Εάν με τα πνεύματα των παθών εννοούμε τους δαίμονες τότε με τα πνεύματα των αρετών, της σωφροσύνης, ταπεινώσεως κλπ. πρέπει –θα έλεγε κάποιος– να εννοούμε τα αγαθά πνεύματα, τους αγγέλους. Είναι αλήθεια ότι οι άγγελοι μας βοηθούν αδιάκοπα στην επιτέλεση του αγαθού εάν εμείς δεν απομακρυνθούμε απ’ αυτούς με τις αμαρτίες μας, όπως ακούμε στον όρθρο της Δευτέρας της Τυροφάγου: «Οι φύλακες της ζωής ημών άγγελοι, φιλοπονώτερον παραμένουσι τοις διά νηστείας ημίν κεκαθαρμένοις». Επίσης οι άγιοι Πατέρες, όταν ομιλούν για τις αρετές, ποτέ δεν ομιλούν  όπως στην περίπτωση των παθών, δηλαδή δεν λέγουν «ο άγγελος της σωφροσύνης», «ο άγγελος της ταπεινώσεως» κλπ, όπως συμβαίνει με την άλλη κατηγορία των παθών όπου λέγομεν, «ο δαίμων της υπερηφάνειας», «ο δαίμων της ακηδίας ή γαστριμαργίας» κλπ. Οπότε λοιπόν αυτά τα τέσσερα πνεύματα δεν είναι άγγελοι αλλά κάτι άλλο.
Γνωρίζουμε ότι στο Άγιο Βάπτισμα ο άνθρωπος αρνείται τον σατανά και ενδύεται τον Χριστό, γίνεται κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και λαμβάνει δύναμη για να γίνει υιός του Θεού κατά χάριν. Έχει μέσα του όλα τα σπέρματα των αρετών, «τας δωρεάς του Βαπτίσματος και του Χρίσματος». Και στον άνθρωπο δεν απομένει τίποτε άλλο παρά να εργασθεί για την εκπλήρωση των θείων εντολών και να γίνει ο ανακαινισμένος εκ του αγίου Βαπτίσματος άνθρωπος. Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες λέγουν για την πνευματική ζωή ότι είναι μια αξιοποίηση αυτών των δυνάμεων, μια δραστηριοποίηση των δωρεών του αγίου Βαπτίσματος και Χρίσματος. Οι αρετές λοιπόν, επειδή είναι έργο του Αγίου Πνεύματος και δίδονται στον άνθρωπο, ονομάζονται και αυτές «πνεύματα», όπως και η Πηγή από την οποία προέρχονται. Έτσι ονομάζει και ο Προφήτης Ησαΐας τις δωρεές του Θείου Πνεύματος λέγοντας: «Πνεύμα σοφίας, πνεύμα συνέσεως, πνεύμα βουλής...» (Ησαΐου 11, 2-3).
Λοιπόν αυτά τα τέσσερα αγαθά πνεύματα, δηλαδή το πνεύμα της σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, δεν είναι άγγελοι αλλά δωρεές του Αγίου Πνεύματος, και προσευχόμεθα στον Θεό για να μην παραμείνουν ανενέργητες.
Μια απλή ματιά επάνω σ’ αυτές τις δύο προτάσεις που αναφέρονται στα πνεύματα, μας βοηθάει να καταλάβουμε ένα πράγμα πολύ σημαντικό για την πνευματική μας ζωή. Τα πνεύματα της κακίας βρίσκονται έξω από εμάς συνεπώς και το κακό είναι εξωτερικό· τα πνεύματα των αρετών, οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος, η πηγή κάθε αγαθού, είναι μέσα στο εσωτερικό της ψυχής μας. Προς το κακό μας προτρέπουν εξωτερικές δυνάμεις, ενώ προς το αγαθό η θεία δύναμη και οι προσωπικές μας δυνάμεις που ευρίσκονται μέσα μας. Συνεπώς, είναι ευκολότερο να κάνουμε το αγαθό παρά το κακό. Από εδώ προέρχεται και η μεγάλη ευθύνη την οποία έχει ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού για την επιτέλεση του αγαθού, και για την σκληρή τιμωρία που θα υποστεί όταν επιτελεί το κακό.
Σκόπιμα έθεσε ο άγιος Εφραίμ πρώτα πρώτα τα πνεύματα της κακίας και κατόπιν τα πνεύματα των αρετών. Δεν μπορούμε να εργασθούμε την αρετή, αν δεν καθαρισθούμε πρώτα από τα πάθη. Όταν ομιλούν για πάθη οι άγιοι Πατέρες, Εφραίμ ο Σύρος, Ιωάννης της Κλίμακος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι, εννοούν ένα μεγάλο αριθμό αυτών. Επικεφαλής όλων αυτών είναι η παράλογη αγάπη του εαυτού μας, η λεγόμενη φιλαυτία, ενώ η άγνοια, η λήθη και η αδιαφορία είναι οι βάσεις όλων των παθών. Απ’ αυτά πηγάζουν τα επτά θανάσιμα πάθη από τα οποία πάλι ξεκινούν τα βαλτώδη νερά και δηλητήρια όλων των άλλων παθών. Είναι φυσικό λοιπόν να ερωτήσουμε, γιατί απ’ αυτό το μεγάλο πλήθος των παθών ο Άγιος επέλεξε μόνο τέσσερα πάθη και γιατί αυτά κι όχι άλλα; Μήπως και αυτά δεν ανήκουν ανάμεσα στα πλέον θανάσιμα; Την απάντηση σ’ αυτή την απορία θα την λάβουμε, αφού σταματήσουμε για λίγο σε καθένα απ’ αυτά τα τέσσερα της κακίας πνεύματα.
1. Το πνεύμα της αργίας
Ο άνθρωπος, δημιουργημένος από τον Θεόν κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Αυτού, προορίστηκε από την αρχή της ύπαρξής του να εργάζεται στον παράδεισο της τρυφής (Γεν. 2,15). Μετά την εκδίωξη του από τον παράδεισο, η εργασία του στράφηκε κυρίως στη απόκτηση των αναγκαίων της ζωής του: τροφής, ενδυμασίας, κατοικίας. Χωρίς αυτά δεν θα μπορούσε να ζήσει. Από ανάγκη έπρεπε να εργασθεί, δεν μπορούσε να ζήσει με τεμπελιά. Ο άγιος Εφραίμ όμως εδώ, παρακαλεί τον Θεό να λυτρωθεί όχι απ’ αυτή την αργία  αλλά από την αδιαφορία ως προς την εκτέλεση των εντολών του Θεού. Η εργασία αυτών, ως προϋπόθεση της πνευματικής προόδου του ανθρώπου, που πηγάζει από το Βάπτισμα, αποσκοπεί στην ομοίωση με τον Θεό.
Με το παράδειγμα των ταλάντων ο Σωτήρ μας διδάσκει ότι οι δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος που κατασκηνώνουν στον άνθρωπο είναι πολύ μεγάλες και μπορούν να τον οδηγήσουν σε υψηλότερη ανθρωπίνως βαθμίδα πνευματικής  τελειώσεως. Και εάν δεν φτάνουν όλοι στα ίδια μέτρα ή δεν προοδεύουν καθόλου, αυτό οφείλεται στην οκνηρία του ανθρώπου. Η αργία λοιπόν, είναι η άμεσος εχθρική προϋπόθεση για την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου, και τον αγκιστρώνει στα φθαρτά και ατελή αυτού του βίου. Ο Σολομών, όταν είχε κάποιον τεμπέλη κοντά του, τον έστελνε να πάρει παράδειγμα από την εργατικότητα του μυρμηγκιού (Παρ.6, 6) , ενώ ο Απόστολος Παύλος διατάζει : «ει τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω» (Β΄ Θεσ.3,10). Γι’ αυτό και ο άγιος Εφραίμ θέτει την αργία μπροστά από τα άλλα τέσσερα πνεύματα της κακίας ως ένα πάθος, το οποίο είναι εμπόδιο για όλα τα καλά έργα και αντίθετο στον ύψιστο προορισμό του ανθρώπου.
2. Το πνεύμα της περιεργείας
Οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι πνεύμα περιεργείας είναι το σημείο της εμπαθούς προσκολλήσεως στα υλικά πράγματα, είναι η κόλλα που μας ενώνει με τα επίγεια και τα μάταια. Αυτό ακολουθεί το πνεύμα της αργίας και είναι μεταξύ των σφικτά συνδεδεμένα. Πράγματι, όταν ο άνθρωπος δεν φροντίζει για τα πνευματικά έργα, ζητεί ο ίδιος μια ψεύτικη απασχόληση, εργαζόμενος με όλα τα εξωτερικά πράγματα και σκεπτόμενος μόνο το παρόν και το μέλλον του βίου του, προκειμένου να επιτύχει τα ευχάριστα και να λυτρωθεί από τα θλιβερά γεγονότα της ζωής. Αυτή η αναζήτηση των ιδεών του βίου και η αποφυγή των λυπηρών είναι, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, η παντοτινή φροντίδα του εμπαθούς ανθρώπου. Τον πλούσιο του Ευαγγελίου, ο οποίος εφρόντιζε πώς να εξασφαλίσει τους καρπούς των κτημάτων του για πολλά χρόνια, ο Σωτήρ τον ονόμασε άφρονα (Λουκ. 12,20). «Προσέχετε δε εαυτοίς, μας λέγει ο Σωτήρ, μήποτε βαρυνθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μέριμναις βιοτικαίς» (Λουκ. 21,34).
Η ενασχόληση με τα εξωτερικά και πρόσκαιρα, αυτή η εμπαθής προσκόλληση, είναι εναντία στην πνευματική ζωή και μας απομακρύνει από τον Θεό. Ο Θεός είναι η μοναδική τελειότητα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να συναντήσει Αυτόν παρά μόνο όταν επιστρέψει στον εαυτό του και διά μετανοίας και προσευχής ενωθεί μαζί Του στον εσώτερο οίκο της ψυχής του, διότι η «βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστι» (Λουκ. 17,21). Ενώ ο συνεχής περισπασμός με τα επίγεια μας βοηθά να συναντηθούμε με τα πάθη και τον διάβολο, ο οποίος καταλύει τα πάντα και λέγεται «λεγεών». 
Οι πνευματικοί Πατέρες πάντοτε μας παρακινούν να αποκτήσουμε απροσπάθεια για όλα, και η μόνη φροντίδα που πρέπει να δεσπόζει και να μας κατευθύνει, λένε, να είναι ο φόβος της απολογίας μας κατά την Μέλλουσα Κρίση και ο πόθος για την σωτηρία μας.
Εάν η αργία κάνει ανενέργητη την χάρη στον άνθρωπο, η περιέργεια και η φροντίδα για τα υλικά κάνει τον άνθρωπο άχρηστο γι’ αυτό το πνευματικό έργο, εφ’ όσον τον οδηγεί στην αντίθετη από την σωτηρία οδό.
3. Το πνεύμα της φιλαρχίας
Η υποταγή στην εξουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η δοσμένη από τον Θεό εντολή, όπως  αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω» (Ρωμ. 13,1). Είναι  όμως και ένα από τα πνεύματα της κακίας, όπως ένα βλοσυρό βλέμμα κατά του πλησίον, μια αυθαιρεσία εναντίον του, την οποία χρησιμοποιεί ο εξουσιαστής ως μέσον προσωπικής αισχροκέρδειας. Ο Σωτήρ μας αποκαλύπτει ότι αυτό το πνεύμα είναι ειδωλολατρικό και τελείως ξένο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου, διδάσκοντας τα εξής στους μαθητές Του: «Και ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γενέσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος· ώσπερ ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20,27-28).  Αυτό το έδειξε με το έργο, όταν έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του και θυσίασε την ζωή Του για την σωτηρία μας. Από εδώ καταλαβαίνουμε ότι η αληθινή εξουσία δεν είναι για ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά για την διακονία των άλλων, για την βοήθεια του πλησίον με αγάπη, μέχρι προσφοράς και της ζωής μας ακόμη για την σωτηρία του.
Ο άνθρωπος έχει μεγάλη αξία, διότι είναι κατ’ εικόνα Θεού. Είναι εξαγορασμένος με το ανεκτίμητο Αίμα του Σωτήρος Χριστού και αξίζει όσο η τιμή αυτού του Αίματος. Γι’ αυτό η διακονία του ανθρώπου είναι υψίστης αξίας και τιμής, διότι γίνεται ως διακονία σ’ αυτό το πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40), θα μας πει ο Κύριος στη φοβερά Κρίση. Η υπηρεσία του πλησίον είναι ευαγγελική αρετή, ανεκτίμητο έργο και τελεία οδός για την σωτηρία. Ενώ το πνεύμα της φιλαρχίας εξευτελίζει τον άνθρωπο και  τον καταβιβάζει στην τάξη των τα επίγεια φρονούντων και τον αποστερεί των αγαθών που πηγάζουν από τις αρετές. Αυτό το πνεύμα είναι στενά ενωμένο με το πνεύμα της άκρατης βιοτικής μέριμνας. Πράγματι, όταν κάθε φροντίδα του ανθρώπου κατευθύνεται μόνο προς τα υλικά αγαθά, είναι φυσικό να μεταβληθεί ο άνθρωπος σε όργανο για την απόκτηση αυτών των αγαθών που η αξία τους περιορίζεται μόνο στην μικρή ανθρώπινη ωφέλεια που του προσφέρουν.
4. Το πνεύμα της αργολογίας
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει ότι αυτό το πνεύμα είναι ο θρόνος της κενοδοξίας, σημείο αγνωσίας, καρπός πολυφαγίας και ακαθαρσίας, απώλεια ταπεινώσεως και σκότος προσευχής. Είναι η σπατάλη του τιμιότερου δώρου που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, του δώρου της ομιλίας, που φθείρεται εξ αιτίας της αμαρτωλής του χρήσεως. Ο ανθρώπινος λόγος έχει μια μεγάλη και μυστική δύναμη, διότι προσφέρει με αυτό ο άνθρωπος κάτι από την ύπαρξή του το οποίον και αναγγέλλει. Εάν ο Λόγος του Θεού είναι ο ίδιος ο Θεός, τότε και ο λόγος του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Οι άγιοι Πατέρες λέγουν ότι, «εάν θέλεις να γνωρίσεις τι υπάρχει στην καρδιά του ανθρώπου, πρόσεχε σ’ αυτά που λέγουν τα χείλη του». Η πολυλογία και η αστειότης φανερώνουν την εσωτερική ασυδοσία του ανθρώπου, η οποία οδηγεί στην φθορά και στην ψυχική βλάβη και άλλους ανθρώπους. Όταν ο λόγος στερείται πνευματικής χάριτος και δυνάμεως, είναι ανούσιος και επιβλαβής. Γι’ αυτό ο Σωτήρ μας λέγει: «Παν ρήμα αργόν, ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσιν περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως». (Ματθ. 12,36). Οι άγιοι Πατέρες φοβούμενοι τις μακρές συνομιλίες και συναντήσεις αγάπησαν και επαίνεσαν την σιωπή παρά την πολυλογία. «Οσάκις μιλούσα, έλεγε ο αββάς Αρσένιος, συχνά μετανοούσα, ενώ όταν σιωπούσα, ουδέποτε μετανοούσα». Ο όσιος Αγάθων επί τρία χρόνια έφερε στο στόμα του μια μικρή πέτρα για να επιβάλει στον εαυτό του την σιωπή, ενώ ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει ότι η σιωπή είναι η φωνή του μέλλοντος αιώνος. Ακόμη και η συζήτηση για τα πνευματικά είναι παγίδα πολυλογίας, όταν υπερβαίνει το κανονικό μέτρο. Λέγει επίσης και η σοφία του λαού: «Ο λόγος είναι άργυρος, ενώ η σιωπή χρυσός».
Εάν προσέξουμε τώρα σ’ αυτά τα τέσσερα πνεύματα της κακίας, παρατηρούμε δύο πράγματα μεγάλης σημασίας. Κατ’ αρχήν βλέπουμε ότι αυτά συνδέονται μεταξύ τους και σχηματίζουν ένα είδος βουνοπλαγιάς,  όπου ο άνθρωπος γλιστρά και παρασύρεται. Από την αργία και αδιαφορία για την σωτηρία του παραδίδεται στην πλεονεξία και επιμέλεια των υλικών πραγμάτων. Κατόπιν αιχμαλωτίζεται από το πνεύμα της φιλαρχίας αδιαφορώντας για τον πλησίον του, τον οποίο υποβιβάζει στην τάξη των πραγμάτων (res). Μετά από εδώ φθάνει στην έλλειψη ελέγχου του ίδιου του εαυτού του, που τον παρουσιάζει στους άλλους με τις αργολογίες του, και έτσι εξευτελίζεται. Αυτός ο δεσμός των τεσσάρων κακών πνευμάτων είναι πολύ οργανικός, καθώς θα ιδούμε ευθύς αμέσως.
Οι άγιοι  Πατέρες μας φανερώνουν ότι μια βασική προϋπόθεση για την πνευματική πρόοδο του ανθρώπου είναι να φυλάξουμε την συνείδησή μας καθαρή ενώπιον τεσσάρων μαρτύρων: ενώπιον του Θεού, ο οποίος μας διατάζει πάντοτε να εκπληρώνουμε τις εντολές Του, ενώπιον του πλησίον μας φυλαγόμενοι από κάθε έργο που αντίκειται στην προς αυτόν αγάπη, ενώπιον του εαυτού μας χρησιμοποιώντας για αγαθούς σκοπούς τα χαριζόμενα δώρα του Θεού, και ενώπιον των έργων, τα οποία οφείλουμε να εκμεταλλευόμαστε μόνο για τον κατάλληλο σκοπό του δημιουργήθηκαν, δηλ για να μας εξυπηρετούν στις διάφορες ανάγκες μας.
Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι αυτά τα τέσσερα πάθη μας πληγώνουν την συνείδηση. Η αργία μας ενοχοποιεί την συνείδηση ενώπιον του Θεού, διότι αντιστέκεται στο έργο της χάριτος, που κατοικεί μέσα μας και εξ αιτίας μας παραμένει ανενέργητη. Η  περιέργεια και η βιοτική μέριμνα πληγώνουν την συνείδησή μας εξ αιτίας των έργων μας, τα οποία τελικά χρησιμοποιούμε για την απώλεια και όχι για την σωτηρία της ψυχής μας. Η φιλαρχία, η οποία σκοτίζει τον άνθρωπο, ενοχοποιεί την συνείδησή μας ενώπιον του πλησίον μας, ενώ η αργολογία μας τραυματίζει την συνείδηση και την καθιστά υπόλογη ενώπιον του εαυτού μας, με την παράλογη χρήση του θείου δώρου της ομιλίας. Έτσι λοιπόν, τα τέσσερα αυτά πάθη παρουσιάζουν μια κατάσταση γενικής εξασθένησης της ψυχής, μια ανάρμοστη συμπεριφορά του ανθρώπου απέναντι του Θεού, του συνανθρώπου, των υλικών έργων και του εαυτού του.
Ο άνθρωπος που αδιαφορεί για την σωτηρία του, είναι πολυάσχολος στα βιοτικά, καταπιεστής προς τον πλησίον του και ελευθερόστομος. Εκδηλώνει την φαυλότητα της ψυχής του και την άχαρη αμαρτωλότητά του. Η σωτηρία είναι προσωπικό έργο για τον καθένα μας, όμως ο άνθρωπος δεν μπορεί να την κατορθώσει μόνος του, παρά μόνο σε στενή συνεργασία με τον Θεό και τα λοιπά δημιουργήματα, τον συνάνθρωπο και τα κτίσματα. Η σωτηρία ή η καταδίκη μας εξαρτάται από τον τρόπο συμπεριφοράς μας προς τους άλλους. Τα τέσσερα αυτά πάθη που αναφέραμε χαρακτηρίζουν την εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου ενώπιον του κόσμου και αποκλείουν οποιαδήποτε δυνατότητα σωτηρίας. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε λοιπόν γιατί ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος μνημόνευσε και απαγόρευσε αυτά ακριβώς τα τέσσερα πνεύματα. Στο δεύτερο σκέλος της προσευχής του ο άγιος Εφραίμ αναφέρεται σ’ αυτούς που έχουν υγιή πνευματική κατάσταση. Ζητάμε λοιπόν εδώ να μας χαρίσει ο Θεός πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, με τα οποία θα ασχοληθούμε στην συνέχεια.
1. Το πνεύμα της σωφροσύνης
Με την λέξη σωφροσύνη δεν θα πρέπει να εννοήσουμε μια απλή σωματική καθαρότητα από τα αχαλίνωτα πάθη. Η καθαρότητα είναι κάτι πολύ ανώτερο. Είναι ο πρώτος βαθμός της απάθειας, είναι η κατάσταση της εξαγνισμένης από τα πάθη ψυχής, που γίνεται έτσι το κατάλληλο έδαφος για την απόκτηση των αρετών. «Πως άσομεν την ωδήν Κυρίου επί γης αλλοτρίας;», έλεγαν οι Εβραίοι στην Βαβυλώνα ως αιχμάλωτοι. Κατά τους Πατέρες αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να αποκτήσουμε καμία αρετή, ενόσω βρισκόμαστε στην αιχμαλωσία των παθών. Γι’ αυτό και ο άγιος Εφραίμ τοποθετεί την σωφροσύνη επί της κεφαλής όλων των άλλων αρετών, διότι αυτή αποτελεί την αφετηρία της ενάρετης και αγίας ζωής.
2. Το πνεύμα της ταπεινοφροσύνης
Αυτός είναι ο πρώτος βλαστός που φυτρώνει στο έδαφος της σωφροσύνης. Από το ένα μέρος τα έργα μας είναι αδύνατα και μηδαμινά  («ως χόρτος και ως άνθος χόρτου», ψαλμ.102, και «η υπόστασίς μου ωσεί ουδέν ενώπιόν σου», ψαλμ. 38,6), από το άλλο μέρος τα πάντα, ακόμη και αυτή η ύπαρξής μας είναι φανερό ότι είναι δωρεές του Θεού. «Τι έχεις ο ουκ έλαβες;» μας ρωτά ο Απόστολος Παύλος (Α΄Κορ.4,7) για να καταλήξει: «Χάριτι δε Θεού είμι ο είμι» (Α΄ Κορ.15,10). Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες έλεγαν ότι ταπείνωση σημαίνει να θεωρεί ο άνθρωπος κατώτερο τον εαυτό του από τους άλλους ανθρώπους, ακόμη κι από τα ζώα, και να αποδίδει όλα τα αγαθά έργα στη χάρη του Θεού και όχι στις δυνάμεις του, όσο μεγάλες και να φαίνονται.
3.Το πνεύμα της υπομονής.
Είναι ο δεύτερος βλαστός που αναθάλλει από τον αγρό της καθαρότητος. Εάν ο άνθρωπος ταπεινωθεί και συναισθανθεί τις αμαρτίες του, τότε αντιλαμβάνεται ότι είναι άξιος μυρίων παιδεύσεων εκ μέρους του Θεού. Και όχι μόνον επιγείων, αλλά και αιωνίων βασάνων είναι άξιος, επειδή καταπάτησε τις εντολές του Θεού, ως οκνηρός δούλος. Έτσι με την ταπείνωση υπομένει όλες τις δοκιμασίες, τις συμφορές και στεναχώριες της ζωής με χαρά, διότι έχει  πιστέψει βαθιά τον λόγο του Κυρίου που λέγει: «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε αλλά θαρσείτε» (Ιωάν. 16.33), και «ότι διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πραξ. 14,22), και ότι «ο υπομείνας εις τέλος, ούτος σωθήσεται» (Ματθ.24,13). Οι άγιοι Πατέρες μας διαβεβαιώνουν με τα αποστολικά λόγια ότι «ουκ εισίν άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι, ην ητοίμασεν ο Κύριος τοις αγαπώσιν Αυτόν». Είναι δηλαδή σαν να μας λένε ότι «ολίγος είναι ο κόπος και αιωνία η ανάπαυσις» (Αββάς Μωυσής). Η υπομονή καθαρίζει, μεταμορφώνει και ανακαινίζει την ψυχή, καθώς λέγει κάποιος αββάς του Γεροντικού: «Το κερί, εάν δεν το πλησιάσουμε στην φωτιά για να μαλακώσει, δεν μπορούμε να χαράξουμε  την σφραγίδα που θέλουμε να κάνουμε· έτσι ακριβώς γίνεται και με τον άνθρωπο. Εάν δεν λειώσει από την δυνατή φλόγα των πειρασμών, κόπων, ασθενειών, συμφορών και πειρασμών, δεν μπορεί να χαραχθεί μέσα του η σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος».
4. Το πνεύμα της αγάπης
Η αγάπη είναι το κορύφωμα και στεφάνωμα όλων των αρετών. Όποιος στολίσθηκε  με την αγνεία, με την ταπείνωση και με την υπομονή, αυτός γίνεται φιλόθεος και φιλάνθρωπος· έφθασε στην αγάπη, η οποία είναι το πλήρωμα όλων των αρετών, ουδέποτε εκπίπτει, και είναι η πηγή κάθε αγαθού. Σ’ όποιον άνθρωπο κατασκηνώσει η αγάπη ζει μέσα του ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος είναι Αγάπη. (Α΄ Ιωάν. 4,8). Γι’ αυτό ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος, την τοποθετεί στη κορυφή των άλλων αρετών, όπως και ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος την έχει στην τελευταία βαθμίδα της Κλίμακος του παραδείσου· διότι όντως είναι η μεγαλύτερη από όλες τις άλλες, τις περιέχει  όλες και είναι αναφαίρετο κτήμα αυτού που την έχει.
Εάν τα τέσσερα πάθη, που μνημονεύονται στην προσευχή του αγίου Εφραίμ, σχηματίζουν μια κλιμακωτή σειρά που αρχίζει από την αργία και συνεχίζεται προς τα κάτω, οι τέσσερις αρετές είναι οι βαθμίδες αναβάσεως, που αρχίζουν με την σωφροσύνη και καταλήγουν στον Θεό. Συγχρόνως αυτές είναι αντίθετες προς τα τέσσερα κακά πνεύματα και μας δείχνουν πως μπορούμε να θεραπεύσουμε την αρρωστημένη απ’ αυτά ψυχή μας.
Η σωφροσύνη θεραπεύει την ψυχή που ασθενεί από την αργολογία, η ταπείνωση εξυγιαίνει τις σχέσεις με τον πλησίον, η υπομονή μας λυτρώνει από την εμπαθή προσκόλληση στα υλικά αγαθά, ενώ η αγάπη γιατρεύει την ψυχή μας, που αναισθητεί για την σωτηρία της, με την συναίσθηση της κατάστασής  μας και της ευσπλαχνίας του Θεού. Στον καθαρό όλα είναι καθαρά, συνεπώς και η γλώσσα του, που δεν αργολογεί· στον ταπεινό ο κάθε συνάνθρωπός του είναι ανώτερος από τον εαυτό του· στον υπομονετικό η ελπίδα του δεν στηρίζεται στα έργα του ή στα αγαθά του, ενώ στον φιλόθεο δεν υπάρχει άλλος πόθος παρά πως θα μπορέσει συνεχώς να εφαρμόζει τις εντολές του Θεού.
 Έτσι λοιπόν, ο εγκρατής στην γλώσσα του άνθρωπος, που είναι και ταπεινός και υπομονετικός και φιλόθεος, μας παρουσιάζει την εξαγνισμένη από τα πάθη εικόνα του πνευματικού ανθρώπου.
Εάν δούμε την προσευχή του αγίου Εφραίμ υπό το φως και άλλων πνευματικών διδασκάλων, όπως του αγίου Μάξιμου του Ομολογητού, θα βρούμε μια κοινή ψυχολογική-πνευματική βάση και κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Η αμαρτία αλλοιώνει το επιθυμητικό και θυμικό μέρος της ψυχής, οπότε οι δυνάμεις αυτές, αντί να υπακούουν στον νου, τίθενται στην υπηρεσία των αισθήσεων. Η επιθυμία αντί να είναι φλογερός πόθος αγάπης για τον Θεό, μεταβάλλεται σε επιθυμία ερωτική του σώματος, σε φιλοκτημοσύνη και σε φιλοδοξία· ενώ ο θυμός αντί να είναι όπλο κατά της κοσμικής επιθυμίας, μετατρέπεται σε οργή και μανία κατά του πλησίον.
Τα τέσσερα πάθη της προσευχής του αγίου Εφραίμ δείχνουν αυτήν ακριβώς την αλλοίωση της επιθυμίας και του θυμού και τη διάθεση αυτών στην υπηρεσία των αισθήσεων. Η περιέργεια και η πλεονεξία είναι δηλωτική της εμπαθούς προσκολλήσεως στα υλικά αγαθά, η φιλαρχία δείχνει την νόσο της υπερηφάνειας, η αργολογία είναι το σημείο της ψυχικής ακαθαρσίας, ενώ η αργία και η φιλαυτία είναι το θεμέλιο που στηρίζει όλα τα άλλα. Η απαλλαγή απ’ όλα αυτά πρέπει να ακολουθεί την αντίθετη πορεία: Έτσι, η σωφροσύνη θεραπεύει την σαρκική επιθυμία, η ταπείνωση λυτρώνει από την υπερηφάνεια, η υπομονή διώχνει τον δαίμονα της πλεονεξίας, ενώ η αγάπη επαναφέρει τον θυμό στην φυσική του κατάσταση.
Άλλη μια φορά ακόμη καταλαβαίνουμε πόσο βαθειά και θεμελιώδης είναι η πνευματική διδασκαλία του αγίου Εφραίμ, που εκτίθεται στις δύο προτάσεις περί κακών και αγαθών πνευμάτων της προσευχής του. Αυτές μας τοποθετούν ενώπιον δύο εικόνων: η μία είναι του διεφθαρμένου από την αμαρτία ανθρώπου και η άλλη του αναγεννημένου με την μετάνοια και τις αρετές ανθρώπου. Η πρώτη είναι αμαρτωλή κατάσταση, στην οποία βρισκόμαστε και παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει, και η δεύτερη είναι η πνευματική κατάσταση, την οποία επιδιώκουμε δια της προσευχής να μας χαρίσει ο Θεός.
Το τρίτο μέρος της προσευχής του αγίου Εφραίμ είναι: «Ναι, Κύριε Βασιλεύ, χάρισαί μοι του οράν τά εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου...». Αυτή αποτελεί μία ανακεφαλαίωση των αιτημάτων του δεύτερου μέρους της προσευχής. Πράγματι, η συναίσθηση των προσωπικών μας παραπτωμάτων είναι μια μορφή ταπείνωσης, διότι ο ταπεινός φροντίζει κυρίως για την αληθινή μετάνοιά του, και όποιος ενδιαφέρεται για την σωτηρία του, έχει αρκετό έργο να κάνει στον αγρό της ψυχής του. «Είναι μια τρέλα, λέγουν οι άγιοι Πατέρες μας, να αφήνει κάποιος τον δικό του νεκρό και να πηγαίνει να κλαύσει άλλον».  Έτσι λοιπόν, το «μη κατακρίνεις» τον πλησίον είναι ένα σημείον αγάπης, η οποία «μακροθυμεί, χρηστεύεται, ουκ ασχημονεί, ου λογίζεται το κακόν…» (Α΄ Κορ.13,4).
Είναι αλήθεια, ότι ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τις πραγματικές αιτίες των αμαρτημάτων μας. Είναι άραγε από σωματική αδυναμία, από πόλεμο του διαβόλου,  είναι δοκιμασία και παραχώρηση εκ Θεού; Οι άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να φυλαγόμαστε από την κατάκριση των άλλων και να τα αφήνουμε όλα στην κρίση του Θεού, ο οποίος γνωρίζει τα απόκρυφα.
Οι δύο μεγάλες αρετές που συμπληρώνουν και ολοκληρώνουν η μία την άλλη, τις οποίες ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος ονομάζει αγιασμένη δυάδα, είναι η αγάπη και η ταπείνωση. Η πρώτη υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει να πέσουν (Λόγος 25, 36). Με αυτές τις αρετές ο άνθρωπος φθάνει στην ομοίωση με τον Χριστό, ο οποίος μας αγάπησε με μια άπειρη αγάπη και ταπεινώθηκε για χάρη μας μέχρι θανάτου.
Μετά την απαγγελία της προσευχής με τις τρεις μετάνοιες, ακολουθούν δώδεκα προσκυνητές. Σε κάθε μία απ’ αυτές λέμε μυστικά τους επόμενους τέσσερις στίχους, που επαναλαμβάνονται ανά τρεις φορές:
1. Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ.
2. Ο Θεός καθάρισόν με τον αμαρτωλόν.
3. Ο Θεός, ο πλάσας με, σώσον με, και
4. Κύριε σύγχώρησον μοι, ημάρτηκα αμέτρως.
Ο πρώτος στίχος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προσευχή του Τελώνου ο οποίος αφού στάθηκε λίγο μακριά, κτυπούσε τα στήθη του και έλεγε: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13). Είναι μία ικεσία γεμάτη από μετάνοια, η οποία εξύψωσε τον ταπεινό Τελώνη σε ασύγκριτο βαθμό υψηλότερα από τον υπερήφανο Φαρισαίο. Τον εξύψωσε διότι συναισθάνθηκε τα αμαρτήματά του, ταπεινώθηκε και δεν τόλμησε να ζητήσει τίποτε άλλο, παρά μόνο το έλεος του Θεού. Έτσι, κατά τον λόγο του Κυρίου, αυτός που ταπεινώθηκε, υπερυψώθηκε.
Στον δεύτερο στίχο διακρίνουμε καθαρά την προσευχή του λεπρού ο οποίος, βλέποντας τον Ιησού, έπεσε μπροστά του στο έδαφος και Τον παρεκάλεσε λέγοντας: «Κύριε, ει θέλεις δύνασαί με καθαρίσαι» (Λουκ. 5,12). Ακαθαρσία δεν είναι μόνο μία παράβαση της θείας εντολής, αλλά και ένας μικρός ψυχικός μολυσμός, γι’ αυτό και ο διάβολος, ο αρχηγός και το όργανο της αμαρτίας, ονομάζεται ακάθαρτος. Η αμαρτία λοιπόν, είναι μια λέπρα που καταδυναστεύει κυριολεκτικά τον άνθρωπο. Σε ποιον να προστρέξει, εάν όχι στον ιατρό και θεράποντα κάθε ασθενείας; «Κύριε, μόνο εσύ, εάν θέλεις μπορείς να καθαρίσεις εμένα τον αμαρτωλό!». Και ο Ιησούς απαντά: «Ναι, θέλω να καθαριστείς» (Λουκ. 5,13). 
Ο τρίτος στίχος μας υπενθυμίζει την προσευχή του ψαλμωδού: «Αι χειρές σου εποίησάν με και έπλασάν με...» (Ψαλμ. 118, 73). Είναι αλήθεια, αναγνωρίζω ότι είμαι αμαρτωλός, γεμάτος από την λέπρα της αμαρτίας, αλλά δεν σήκωσα τα χέρια μου σε ξένους Θεούς, δεν ξεχνώ ότι είμαι πλάσμα του αληθινού Θεού και προστρέχω σ’ Αυτόν που με δημιούργησε και μπορεί να με σώσει: «Συ γαρ ει ο Θεός ημών και ημείς λαός σου, πάντες έργα χειρών Σου και όνομά σου επικεκλήμεθα». Εκτός από Σένα δεν γνωρίζω άλλον, είμαι δικός σου, σώσον με, Εσύ που μ’ έπλασες·  Θεέ μου, σώσον με!
Ο τέταρτος και τελευταίος στίχος πηγαίνει ακόμη μακρύτερα: Όχι μόνον αμάρτησα, αλλά οι αμαρτίες μου είναι πλήθος αμέτρητο. «Ουδείς εκ των ζώντων δίκαιος ενώπιόν Σου» (Ψαλμ. 142), λέγει ο ψαλμωδός, ενώ οι Πατέρες λέγουν ότι, εάν και μία μόνον ώρα ζήσει ο άνθρωπος επί της γης, πάλι θα αμαρτήσει. Ολόκληρη η ζωή μας είναι μια αδιάκοπη αλυσίδα αμαρτιών και παραβάσεων των θείων εντολών. Γι’ αυτό ο Σωτήρ μεταξύ των πλέον αναγκαίων πνευματικών μας αιτημάτων, μας διδάσκει την εκζήτηση της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας. «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών». Όπως έχουμε ανάγκη από τον επιούσιο άρτο, τον οποίο ζητάμε έτσι έχουμε ανάγκη απ’ αυτή την άφεση των αμαρτιών μας. Να ζητάμε συγχώρηση, αφού συγχωρούμε κι εμείς τον πλησίον μας και έχουμε την μετάνοια του Ασώτου Υιού: «Ήμαρτον, Κύριε, εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου» (Λουκ. 15,21). Επίσης να λέμε με συντριβή καρδίας: «Αμέτρητες φορές αμάρτησα και λυπάμαι, Κύριε, διότι σε παρώργισα· μετανοώ και Σε παρακαλώ συγχώρησέ με».
Παρατηρούμε ότι αυτοί οι τέσσερις στίχοι προκαλούν δύο αισθήματα. Το πρώτο είναι η ενοχή της συνειδήσεως για τις γενόμενες αμαρτίες: είμαι αμαρτωλός, πληγωμένος από τα πάθη μου, αναρίθμητες φορές έσφαλα· ενώ το δεύτερο είναι η εμπιστοσύνη στο έλεος και την φιλανθρωπία του Θεού: ελέησόν με, καθάρισόν με, συγχώρησόν με! Είναι δύο ψυχικές καταστάσεις, του φόβου και της ελπίδας για τις οποίες λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι πρέπει πάντοτε να συνοδεύουν τον άνθρωπο στην οδό της σωτηρίας. Αυτά τα συναισθήματα του φόβου και της ελπίδας ανόρθωσαν ψυχικά τον Τελώνη, επανέφεραν τον Άσωτο Υιό στο πατρικό σπίτι, άνοιξαν τις πύλες του παραδείσου στον ληστή. Οι στίχοι αυτοί επαναλαμβάνονται από τρεις φορές ο καθένας, διότι τους απευθύνουμε στον Τριαδικό Θεό. Στον Πατέρα, ο οποίος μας έπλασε, στον Υιό, ο οποίος  μας χάρισε την συγχώρηση δια του εκουσίου σταυρικού Του θανάτου, και στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας καθαρίζει από παντός μολυσμού. Λέγονται από τρεις φορές, για να εκφράσουν την σταθερότητα και την αποφασιστική συναρμόνιση των τριών πνευματικών δυνάμεων, δηλαδή του θυμικού, του επιθυμητικού και του λογιστικού, προς την οδό της σωτηρίας.
Αυτοί οι στίχοι λέγονται μυστικά, καθένας τους λέγει για τον εαυτό του, επειδή και η μετάνοια και διόρθωση είναι έργα προσωπικά, τα οποία γίνονται μυστικά στην καρδιά του καθενός.
Μετά τις δώδεκα προσκυνητές μετάνοιες ο ιερεύς ως επισφράγισμα απαγγέλλει μία φορά την προσευχή του τρίτου μέρους και την κλείνει με μία εδαφιαία μετάνοια.
Ρίχνοντας τώρα μία ματιά σ’ όλο το τυπικό αυτής της προσευχής του αγίου Εφραίμ, τι παρατηρούμε; Κατ’ αρχήν βλέπουμε στην μορφή του εμπαθούς ανθρώπου αυτά τα τέσσερα πάθη και παρακαλούμε τον Θεό να μας ελευθερώσει απ’ αυτά· βλέπουμε κατόπιν την εικόνα του αναγεννημένου ανθρώπου με τις τέσσερις αρετές και ζητάμε να μας τις χαρίσει, για να προοδεύσουμε σ’ αυτή την οδό. Μετά απ’ αυτά επιμένουμε στην μυστική προσευχή ταπεινούμενοι για τις αδυναμίες και αμαρτίες μας και έχοντας μεγάλη ελπίδα στην δύναμη και στη βοήθεια του Θεού. Όλα αυτά τα συναισθήματα τα συνοδεύουμε με μετάνοια και προσκυνητές μετάνοιες. Τι σημαίνει άραγε όλη αυτή η λειτουργία της προσευχής;
Η σωματική μετάνοια, η κλίσης της κεφαλής μέχρι του εδάφους, είναι το ορατό σημείο της μετάνοιας. Με την συμμετοχή του σώματος ομολογούμε την πτώση μας στην αμαρτία, στην κατάσταση που βρισκόμαστε, ενώ με την έγερση από το έδαφος, εκδηλώνουμε τον πόθο μας για την λύτρωση από την αμαρτία και την ψυχική μας μεταμόρφωση. Αλλά και η λέξη «μετάνοια» με την αρχική της έννοια αυτό σημαίνει: την μεταλλαγή, την αλλοίωση και αναγέννηση του νου. Το έργο της μεταβολής του παλαιού ανθρώπου σε νέο και πνευματικό τελειούται με την μετάνοια.
Ιδού ποιο θαυμαστό έργο περιέχεται σ’ αυτή την πρακτική εξάσκηση της προσευχής του αγίου Εφραίμ, που συνοδεύεται και με μετάνοιες. Αυτό που λέγουμε με το στόμα στην προσευχή, το φανερώνουμε συγχρόνως και με το σώμα. Αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας στην οποία βρισκόμαστε  και πέφτουμε με ταπείνωση στην γη, αλλά σηκωνόμαστε αμέσως δείχνοντας έτσι την σταθερά επιθυμία της ψυχικής μας αναπλάσεως.
Αυτό εδώ είναι περισσότερο από προσευχή, είναι το ίδιο το έργο της μετανοίας, το οποίο μεταμορφώνει και ανακαινίζει ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Είναι μια πραγματική εσωτερική αλλαγή, η οποία μας μεταφέρει τον νου στην ευχαριστιακή μεταβολή των Θείων Δώρων επί της Αγίας Τράπεζας. Διότι, όπως στην Θεία Λειτουργία με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος υπό του ιερέως, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, έτσι ακριβώς και εδώ, με την προσευχή του ιερέως που ζητά τις δωρεές του θείου Πνεύματος - τα τέσσερα πνεύματα της προσευχής - ο εμπαθής γίνεται  άνθρωπος θεωμένος και θεοειδής. Εδώ η προσευχή του αγίου Εφραίμ είναι η επίκληση για την λειτουργία της μετανοίας. (Με τον όρο λειτουργία της μετανοίας εννοείται ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί μέσα μας η μετάνοια.) Και καθώς η ευχαριστιακή επίκληση είναι η προσευχή την οποία ο Θεός εκπληρώνει αμέσως, μεταβάλλοντας τα προσφερόμενα δώρα, έτσι ακριβώς και η προσευχή της μετανοίας, η ικεσία προς τον Θεό με ταπείνωση, συντριβή και πίστη εισακούεται και εκπληρώνεται αμέσως. Αυτό μας το πιστοποιεί το ιερό Ευαγγέλιο. Ο Τελώνης στέναξε λέγοντας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και αμέσως δικαιώθηκε, ο ληστής επί του σταυρού έκραξε: «Μνήσθητί μου, Κύριε», και αμέσως άκουσε το «Σήμερον έση μετ’ εμού εν τω παραδείσω!».
Ιδού λοιπόν ότι οι αγώνες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι λειτουργία της μετανοίας, κατά την οποία προσφέρουμε ως θυσία την ίδια την ύπαρξη μας. Ο Θεός δέχεται αυτή τη θυσία της υπάρξεώς μας, την οποία θεραπεύει και πνευματοποιεί.
Η αναγέννησις του ανθρώπου, η οντολογική του μεταμόρφωσις δεν γίνεται σε τέλειο βαθμό απότομα, αλλά σταδιακά, και η λειτουργία της μετανοίας επαναλαμβάνεται πολλές φορές την ημέρα, εκ των οποίων η κάθε μία είναι και ένα βήμα προς την πληρότητα της θείας χάριτος, ένα ακόμη σκαλί προς την τελειότητα.
Εάν η ευχαριστιακή Λειτουργία είναι έκφρασις της αγάπης του Θεού προς τους ανθρώπους, η λειτουργία της μετανοίας είναι  η απάντησις του ανθρώπου σ’ αυτήν την αγάπη, αφού με πλήρη εμπιστοσύνη και ταπείνωση αντιπροσφέρει συνολικά τα δώρα του στα χέρια του Θεού. Δεν είναι εδώ μια απλή ομοιότης. Την ύπαρξη και εκτέλεση της λειτουργίας της μετανοίας την μαρτυρεί η ίδια η λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας.
Είναι γνωστό, ότι κατά την τάξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο ίδιο ιερό Βήμα δεν γίνονται δύο Λειτουργίες την ίδια ημέρα. Έτσι βλέπουμε ότι όλες της ημέρες της Αγίας Τεσσαρακοστής, όταν τελείται η ακολουθία της μετανοίας, δεν τελείται η ευχαριστιακή Λειτουργία των Τιμίων Δώρων. Η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, ως γνωστόν, δεν είναι πλήρης Λειτουργία, αλλά μια ιερά Ακολουθία για την συχνότερη συμμετοχή στην Θεία Κοινωνία με προηγιασμένο Άρτο.
Η κατακλείς της προσευχής του αγίου Εφραίμ με τις ύψιστες έννοιες για την πνευματική τελειότητα, την ταπείνωση και αγάπη κάτι ακόμη έχει να μας ειπεί: ότι ο άνθρωπος, αν και καθαρίστηκε από την αμαρτία και αναγεννήθηκε με την μετάνοια, δεν παραμένει αμέριμνος, αλλά αγωνίζεται να προοδεύσει από δυνάμεως εις δύναμιν, μέχρις ότου να φθάσει στα μέτρα του τελείου εν Χριστώ Ιησού ανθρώπου. Η μετάνοια μας ανοίγει την ατελεύτητη οδό της θεώσεως.